ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΛΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ: ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ
Στα πλαίσια της σύγχρονης συναλλακτικής καθημερινότητας και της εμπορικής πρακτικής, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η διάκριση μεταξύ συμβάσεων αποκλειστικής και απλής διανομής, η οποία δεν είναι πάντοτε ευχερής και στηρίζεται επί συγκεκριμένων κριτηρίων που έχουν τεθεί προς τούτο από την θεωρία και την νομολογία.
Ως σύμβαση αποκλειστικής διανομής, νοείται η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Η έννοια της αποκλειστικότητας είναι, ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να μην παραδώσει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή διανομής και επίσης ότι ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα.
Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο, προς αποφυγή παρερμηνειών, ότι η ανωτέρω ιδιότυπη, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αντιδιαστέλλεται ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, στα πλαίσια λειτουργίας της οποίας (σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας) ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο ένας εκ των συμβαλλόμενων (ο διανομέας), ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Η διάκριση, δε, της σύμβασης αποκλειστικής από εκείνη της απλής διανομής, εντοπίζεται στο γεγονός ότι στο εννοιολογικό περιεχόμενο της απλής διανομής εντάσσεται η σύμβαση με την οποία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός) υποχρεούται να πωλεί για ορισμένη εδαφική περιοχή σε άλλον (διανομέα) τα προϊόντα παραγωγής του, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους, στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, αποσκοπώντας σε εμπορικό κέρδος που αντιστοιχεί στη διαφορά της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης, αναλαμβάνοντας συνήθως και την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, και έχοντας το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, ή να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών, χωρίς όμως ο τελευταίος (διανομέας) να ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή και χωρίς να συμφωνηθεί μεταξύ τους ο όρος της αποκλειστικότητας, υπό την έννοια ότι ο διανομέας αναλαμβάνει τη συμβατική υποχρέωση κατά τη λειτουργία της σύμβασης να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις διαθέτοντας στους πελάτες του δικτύου του αποκλειστικά και μόνον τα συμβατικά προϊόντα του προμηθευτή.
Ενόψει των προεκτεθέντων και των αντίστοιχων παραδοχών της νομολογίας, παρά την διαφοροποίηση που υφίσταται ανάμεσα στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής αντιπροσωπείας, επί των πρώτων μπορούν να εφαρμοσθούν, αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, υπό την προϋπόθεση ότι στην εκάστοτε υπό κρίση περίπτωση τα χαρακτηριστικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής προσομοιάζουν, έστω και αν δεν ταυτίζονται πλήρως, με εκείνα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας (Ολ. ΑΠ 16/2013, Δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος). Απεναντίας, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω Π.Δ. δεν φτάνει έως την εφαρμογή του και επί των συμβάσεων απλής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (βλ. ΑΠ 419/2018, ΑΠ 1909/2013, ΤΝΠ NOMOS).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ: ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Πέραν του εμπορικού σήματος, δεκτικά κατοχύρωσης και προστασίας, και μάλιστα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι και τα λεγόμενα βιομηχανικά σχέδια και υποδείγματα, τα οποία αφορούν κατά κύριο λόγο την εξωτερική, ορατή εικόνα ενός βιομηχανικού προϊόντος.
Ειδικότερα, και σύμφωνα με τον Κανονισμό 6/2002 της ΕΕ, ως σχέδιο ή υπόδειγμα νοείται «η εικόνα την οποία παρουσιάζει το σύνολο ή μέρος ενός προϊόντος η οποία προκύπτει από τα χαρακτηριστικά του, και ιδίως από τη γραμμή, το περίγραμμα, το χρώμα, το σχήμα, την υφή ή/και τα υλικά του ίδιου του προϊόντος ή/και της διακόσμησης που φέρει». Οι, δε, προϋποθέσεις προκειμένου ένα βιομηχανικό σχέδιο να χαίρει προστασίας είναι δύο: να αποτελεί «νέο» σχέδιο και να διαθέτει ατομικό χαρακτήρα.
Αναφορικά με την προϋπόθεση του νέου, ως τέτοιο χαρακτηρίζεται ένα σχέδιο ή υπόδειγμα όταν δεν έχει προηγουμένως διατεθεί στο κοινό άλλο ταυτόσημο ή διαφορετικό μόνο κατά επουσιώδεις λεπτομέρειες σχέδιο. Ειδικότερα, στην περίπτωση μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, η διάθεση δεν θα πρέπει να έχει γίνει πριν από την ημερομηνία κατά την οποία το σχέδιο ή το υπόδειγμα για το οποίο διεκδικείται προστασία διατέθηκε για πρώτη φορά στο κοινό, ενώ στην περίπτωση καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την καταχώριση ή, αν διεκδικείται προτεραιότητα, πριν από την ημερομηνία προτεραιότητας.
Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση ευδοκίμησης της αίτησης καταχώρισης, τον ατομικό χαρακτήρα του σχεδίου, θα πρέπει, σύμφωνα με το νόμο, η συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο καταναλωτή διαφέρει από τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον εν λόγω καταναλωτή κάθε σχέδιο ή υπόδειγμα που έχει διατεθεί προηγουμένως στο κοινό. Για τον σκοπό αυτό θα ληφθεί υπόψη ο βαθμός της ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του σχεδίου ή υποδείγματος.
Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η αίτηση του δικαιούχου ευδοκιμεί, κάτι που συνεπάγεται αφενός την απόκτηση αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσής του στο κράτος ή στα κράτη για τα οποία έχει υποβληθεί η σχετική αίτηση, και αφετέρου την θεμελίωση δικαιώματος του δικαιούχου να αξιώνει ανά πάσα στιγμή τη μη χρήση του από τρίτους, αλλά και την αποζημίωσή του από τυχόν τρίτους που παρανόμως κάνουν χρήση του συγκεκριμένου σχεδίου ή υποδείγματος.
Καθίσταται σαφές πως η προστασία, πέραν των εμπορικών σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων, και των βιομηχανικών σχεδίων, είναι ιδιαίτερα σημαντική, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς τη σημασία τους σε τομείς όπως η ένδυση/υπόδηση, η διακόσμηση, η επίπλωση, και εν γένει σε κλάδους όπου η ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα του εκάστοτε σχεδίου διαδραματίζει βαρύνοντα ρόλο κατά τη διάθεση του προϊόντος στο καταναλωτικό κοινό.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ – ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΕΣ ΜΕΤΟΧΕΣ – ΕΝΝΟΙΑ – ΣΚΟΠΟΣ – ΟΦΕΛΗ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ
Η έκδοση προνομιούχων μετοχών αποτελεί, συχνά, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιλογή τόσο για την ΑΕ όσο και για τον επενδυτή. Η πρώτη, μέσω αυτών, προσελκύει επενδυτικά κεφάλαια, ενισχύει την κεφαλαιακή της βάση, αυξάνει την πιστοληπτική της ικανότητα, γίνεται περισσότερο ελκυστική σε υποψήφιους επενδυτές. Η κατοχή προνομιούχων μετοχών, από την άλλη, αποτελεί μια εναλλακτική (και, συχνά, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα) επενδυτική επιλογή. Η προσθήκη (ή μη) δικαιώματος ψήφου είναι δυνατό να ικανοποιήσει επιμέρους ανάγκες κι επιλογές των εμπλεκομένων προσώπων. Στην περίπτωση, μάλιστα, που οι προνομιούχες μετοχές συμφωνηθούν εξαγοράσιμες το σχήμα είναι δυνατό να καταστεί περισσότερο ελκυστικό, τόσο για τους υφιστάμενους όσο και για τους νέους μετόχους.
Οι Προνομιούχες Μετοχές Και Τα Οφέλη Της ΑΕ.
Οι προνομιούχες μετοχές (άρ. 38 του ν. 4548/2018) είναι εκείνες που κατ’ απόκλιση από την αρχή της ισότητας που διέπει τις μετοχές, παρέχουν περισσότερα έναντι των κοινών, περιουσιακά δικαιώματα και προνόμια στους κατόχους τους.
Ακόμα κι αν το συμφωνημένο αντάλλαγμα για τον κάτοχο προνομιούχων μετοχών είναι ο τόκος, υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις από μια, αντίστοιχου ύψους, χρηματοδότηση με τη μορφή του απλού ή ομολογιακού δανείου. Μεταξύ αυτών η καταβολή τόκου στον μέτοχο-κάτοχο προνομιούχων μετοχών αποτελεί για την ΑΕ δαπάνη, σε αντίθεση με τα κέρδη που διανέμει.
Οι προνομιούχες μετοχές διευρύνουν την κεφαλαιακή βάση της ΑΕ, βελτιώνουν τους χρηματοοικονομικούς της δείκτες και την πιστοληπτική της ικανότητα. Ο πιστωτικός κίνδυνος του επόμενου χρηματοδότη θα περισσότερο απομειωμένος και η κεφαλαιακή βάση και χρηματοοικονομικοί δείκτες της ΑΕ θα είναι περισσότερο βελτιωμένοι. Αναπόδραστη συνέπεια θα αποτελεί η ευχερέστερη εξεύρεση νέων και φθηνότερων χρηματοδοτήσεων, στη βάση της λογικής της μείωσης του πιστωτικού κινδύνου. Θα καταστεί, για τους ίδιους λόγους, περισσότερο ελκυστική για υποψήφιους νέους επενδυτές.
Η Διαδικασία Έκδοσης Των Προνομιούχων Μετοχών και τα Προνόμια.
Η έκδοση προνομιούχων μετοχών προϋποθέτει αρχική ή επιγενόμενη καταστατική πρόβλεψη. Η σχετική απόφαση, εφόσον πρόκειται για τροποποίηση του καταστατικού, λαμβάνεται από τη ΓΣ με τη συνήθη απαρτία και πλειοψηφία. Στην περίπτωση όμως, της έκδοσης προνομιούχων μετοχών μέσω της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕ απαιτείται σχετική απόφαση της ΓΣ, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία (άρ. 130 §§3 και 4 και άρ. 132 §2). Σε περίπτωση που προϋπάρχουν προνομιούχοι μέτοχοι στην ΑΕ (προ)απαιτείται εγκριτική απόφαση της συνέλευσής τους αλλά και άσκηση του δικαιώματος προτίμησής τους (αρ. 25 §§3 και 4 και 25 §1).
Δυνατή είναι επίσης, η μετατροπή κοινών μετοχών σε προνομιούχες, χωρίς αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕ, επιφυλασσόμενης της αρχής της ίσης μεταχείρισης των μετόχων (άρ. 38 §7). Και στην περίπτωση, όμως, αυτή απαιτείται αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία της ΓΣ που θα λάβει τη σχετική απόφαση. Τα δε προνόμια των μετοχών αυτών είναι τα εξής:
- Η μερική ή ολική απόληψη του διανεμόμενου μερίσματος, πριν τις κοινές μετοχές.
- Η προνομιακή απόδοση εισφοράς των δικαιούχων των μετοχών από το προϊόν μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου ή το προϊόν εκκαθάρισης, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής αυτών στα υπέρ το άρτιο ποσά, τα οποία είχαν τυχόν καταβληθεί.
- Η καταβολή σωρευτικού μερίσματος (κι ως τέτοιου νοούνται τα μερίσματα προηγούμενων εταιρικών χρήσεων τα οποία δεν καταβλήθηκαν στους προνομιούχους μετόχους εξαιτίας της μη διανομής κερδών).
- Η καταβολή σταθερού μερίσματος ή η μερική, μόνον, συμμετοχή στα κέρδη της εταιρείας.
- Η απόληψη τόκου, είτε με παράλληλη πρόβλεψη της προϋπόθεσης περί μη συμμετοχής στα κέρδη της εταιρείας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είτε χωρίς σχετική πρόβλεψη.
Οι προνομιούχες μετοχές είναι δυνατό να εκδοθούν με (ή χωρίς) δικαίωμα ψήφου. Στην περίπτωση έκδοσής τους χωρίς δικαίωμα ψήφου, δεν προσμετρώνται στην απαρτία και πλειοψηφία για τη λήψη απόφασης της ΓΣ. Η ονομαστική τους αξία λαμβάνεται υπόψη, όμως, στην άσκηση των δικαιωμάτων μειοψηφίας. Περιορισμός ως προς τον αριθμό των προνομιούχων μετοχών χωρίς δικαίωμα ψήφου που είναι δυνατό να εκδώσει η ΑΕ δεν υφίσταται. Δυνατή είναι επίσης η έκδοση προνομιούχων μετοχών με περιορισμένο δικαίωμα ψήφου (για ορισμένα, μόνον, θέματα που προσδιορίζονται στο καταστατικό της ΑΕ άρ. 37 §4).
Επίσης οι προνομιούχες μετοχές, είναι δυνατό να εκδοθούν ως μετατρέψιμες σε κοινές ή προνομιούχες άλλης κατηγορίας (άρ. 38 §3), στη βάση σχετικής (αρχικής ή επιγενόμενης) καταστατικής πρόβλεψης. Το καταστατικό πρέπει να ορίζει τους όρους και προθεσμίες αλλά και την υποχρεωτικότητα (ή μη) της μετατροπής. Το δικαίωμα μετατροπής είναι δυνατό να προβλεφθεί, για πρώτη φορά, με την απόφαση της ΓΣ για την έκδοση των προνομιούχων μετοχών (άρ. 38 §3). Στην περίπτωση επιγενόμενης της έκδοσής τους απόφασης, απαιτείται αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία τόσο από τη ΓΣ των κατόχων κοινών μετοχών όσο και από εκείνη των προνομιούχων (άρ. 38 §8 εδ. α΄ και β΄).
Κατάργηση Ή Περιορισμός Των Προνομίων.
Η ολοσχερής κατάργηση των προνομίων των προνομιούχων μετοχών οδηγεί στη μετατροπή τους σε κοινές. Ο περιορισμός τους λαμβάνει χώρα στην περίπτωση που ένα από τα περισσότερα προνόμια καταργείται ή περιορίζεται καθώς και όταν εκδίδονται νέες προνομιούχες. Προϋποτίθεται, σε κάθε τέτοια περίπτωση, απόφαση της ιδιαίτερης συνέλευσης των προνομιούχων μετόχων που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.
Το «Way Out» Της Επένδυσης.
Η δυνατότητα ρευστοποίησης της επένδυσης αποτελεί σημαντική παράμετρο για την επιλογή της. Κι όταν ως επένδυση επιλεγεί η κτήση προνομιούχων μετοχών, είναι δυνατό να την καταστήσουμε περισσότερο ελκυστική με τη ταυτόχρονη έκδοσή τους ως εξαγοράσιμων, ως ένα επιπρόσθετο «προνόμιο». Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο χρόνος και τρόπος ρευστοποίησης της επένδυσης θα είναι εκ των προτέρων καθορισμένος όπως, εξάλλου, και το συνολικό τελικό όφελος του επενδυτή.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΘΕΜΙΤΗ ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ & ΡΗΤΡΕΣ ΜΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Ο ανταγωνιστής μπορεί ελεύθερα, κατ’ αρχήν, να προσφέρει σε εργαζομένους άλλης επιχείρησης καλύτερους όρους εργασίας από αυτούς τους οποίους απολαμβάνουν, ακόμα και αν η απόσπασή τους πλήττει καίρια την πρώτη επιχείρηση, που θα στερηθεί τις αναγκαίες υπηρεσίες εξειδικευμένων στελεχών. Έχει σημασία δε, να διακρίνουμε πότε μία τέτοια πρακτική υπερβαίνει τα όρια του θεμιτού-ελεύθερου ανταγωνισμού.
ΕΙΔΗ ΑΠΟΣΠΑΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ
Πρώτη μορφή απόσπασης εργατικού δυναμικού είναι η παρότρυνση του εργαζομένου για αθέτηση της συμβάσεώς του. Μπορεί να καταστεί αθέμιτη, εάν ο τρίτος-παροτρύνων δρα κακόβουλα και επιδιώκει πάσει θυσία να επηρεάσει τη βούληση του εργαζομένου, ώστε αυτός να αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αδιαφορώντας για τη ζημία που μπορεί να προκληθεί στον ανταγωνιστή-εργοδότη του παροτρυνόμενου. Οπωσδήποτε βέβαια, παίζουν ρόλο και τα ειδικά περιστατικά όπως το αν γίνεται πρόσληψη του εργαζομένου με σκοπό την πληροφόρηση απ’ αυτόν επαγγελματικών απορρήτων του ανταγωνιστή.
Δεν είναι αντιθέτως, συμπεριφορά αθέμιτου ανταγωνισμού η εκμετάλλευση σύμβασης εργασίας η οποία έχει ήδη αθετηθεί. Εργαζόμενος ο οποίος παραιτήθηκε ή αποχώρησε από την επιχείρηση που εργαζόταν επειδή παραβίασε με δική του πρωτοβουλία, τις συμβατικές του υποχρεώσεις, και, χωρίς την υποκίνηση εκ μέρους κάποιου ανταγωνιστή μπορεί κανονικά να προσληφθεί από άλλο εργοδότη.
Ομοίως δεν συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό από μόνο του, το γεγονός της αποχώρησης ομάδας εργαζομένων από μία επιχείρηση με σκοπό την ίδρυση άλλης επιχείρησης με συναφές αντικείμενο, ή, η ανακοίνωση της ίδρυσης νέας επιχείρησης στους πελάτες της παλιάς από τα πρώην στελέχη.
Επιλήψιμη όμως γίνεται οπωσδήποτε η συμπεριφορά του ανταγωνιστή, όταν συντρέχουν επιβαρυντικά στοιχεία όπως δωροδοκία δυσαναπλήρωτων στελεχών ή η ψευδής προσφορά σ’ αυτά σημαντικά υψηλότερου μισθού από αυτόν που λάμβαναν (εξαπάτηση), προκειμένου να εγκαταλείψουν τον έως τώρα εργοδότη τους.
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΗΤΡΑΣ ΜΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Ρήτρα ανταγωνισμού είναι μία διάταξη στη σύμβαση του εργαζομένου, με την οποία προβλέπεται για αυτόν μια υποχρέωση παράλειψης για το μετά την αποχώρησή του από την επιχείρηση χρονικό διάστημα. Η υποχρέωση αυτή αφορά σε παράλειψη άσκησης ανταγωνιστικών πράξεων από τον εργαζόμενο, σχετικών με το αντικείμενο και την επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκεί η επιχείρηση από την οποία αποχώρησε. Αυτονόητο δε είναι ότι η υποχρέωση αυτή υφίσταται και καθ’ όλη τη διάρκεια απασχόλησης του εργαζομένου στην επιχείρηση, υπό την μορφή της «υποχρέωσης πίστης».
Φορείς της υποχρέωσης πίστης, και μετέπειτα υποχρέωσης παράλειψης ανταγωνισμού είναι, σύμφωνα με το νόμο, σχεδόν όλα τα πρόσωπα που απασχολούνται σε μία επιχείρηση, ιδίως ο εταίρος προσωπικής εταιρείας (στις οποίες η υποχρέωσης πίστης και εχεμύθειας είναι ακόμα πιο σημαντική), τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, οι διαχειριστές των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης καθώς και των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών.
Η ρήτρα ανταγωνισμού τέλος, δύναται υπό συγκεκριμένες συνθήκες να κριθεί καταχρηστική από το δικαστή και να συνιστά κατ’επέκταση αθέμιτη συμπεριφορά. Η εγκυρότητα της κρίνεται κατά περίπτωση, με βάση τη διάρκεια ισχύος της, την κατά τόπο έκτασή της και το είδος της επαγγελματικης δραστηριότητας που απαγορεύει. Εάν λόγου χάριν, η χρονική διάρκειά της είναι 3 έτη μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας (υπερβολικά μεγάλη) ή απαγορεύει στον εργαζόμενο την άσκηση ομοειδούς επαγγελματικής δραστηριότητας εντός οποιασδήποτε ευρωπαϊκής χώρας (!) μπορεί να κριθεί καταχρηστική λόγω υπέρμετρης δέσμευσης της επαγγελματικής και οικονομικής ελευθερίας του εργαζομένου (άρθρο 5 του Συντάγματος και άρθρο 361 του Αστικού Κώδικα περί ιδιωτικής αυτονομίας).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ ΣΤΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ
Οι εμπορικές και επαγγελματικές μισθώσεις αποτελούν ένα διαχρονικό πεδίο νομοθετικών ρυθμίσεων και παρεμβάσεων, καθότι αναμφισβήτητα απασχολούν το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας συναλλακτικής πραγματικότητας. Στα πλαίσια πλέον πρόσφατης νομοθετικής ρύθμισης, όπως αυτή εξειδικεύεται στο άρθρο 121 του Ν. 4926/2022, επήλθε σημαντική αλλαγή στο μέχρι πρότινος ισχύον καθεστώς αναφορικά με την ελεύθερη αναπροσαρμογή των μισθωμάτων εμπορικών και επαγγελματικών μισθώσεων επί τη βάσει διαπραγμάτευσης και συμφωνίας μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή.
Ειδικότερα, δυνάμει του άρθρου 121 Ν. 4926/2022, ο οποίος δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθ. 82, τ. Α΄ Φ.Ε.Κ. μόλις την 20η.04.2022, ρητά τέθηκε ανώτατο όριο στην αναπροσαρμογή των μισθωμάτων που συμφωνούνται ενόψει εμπορικών και επαγγελματικών μισθώσεων, το οποίο προσδιορίστηκε σε ποσοστό 3%. Στα πλαίσια της ίδιας διάταξης, διευκρινίζεται ότι στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω ρύθμισης υπάγονται αναπροσαρμογές που αφορούν το τρέχον έτος.
Σύμφωνα, δε, με την διατύπωση της πρώτης παραγράφου της ως άνω νομοθετικής διάταξης, ρητά προβλέπεται ότι: «Για τις μισθώσεις ακινήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 34/1995 (Α΄ 30), καθώς και του άρθρου 13 Ν. 4242/2014 (Α΄50), επιτρέπεται από την 1η.1.2022 έως και την 31η.12.2022, αναπροσαρμογή του μισθώματος που ανέρχεται σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%), κατά ανώτατο όριο, επί του μισθώματος του έτους 2021».
Δυνάμει της δεύτερης παραγράφου του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίστηκε ότι η θέσπιση του ανώτατου ορίου αναπροσαρμογής επί του μισθώματος εμπορικών και επαγγελματικών μισθώσεων σε ποσοστό 3%, ισχύει αναδρομικά, καθότι στον ανωτέρω περιορισμό υπάγονται και οι αναπροσαρμογές μισθωμάτων που πραγματοποιήθηκαν προ της δημοσίευσης του ανωτέρω Νόμου, δηλαδή από την 1η.01.2022 μέχρι και την 20η.04.2022, ημερομηνία δημοσίευσης της εν λόγω νομοθετικής διάταξης.
Κατά την ρητή διατύπωση της τρίτης παραγράφου του ίδιου ως άνω άρθρου, ρητά εξαιρούνται από τον περιορισμό του ύψους αναπροσαρμογής μισθώματος σε ποσοστό 3%, και μάλιστα με αναδρομική ισχύ από 1η.01.2022, εκείνες οι εμπορικές και επαγγελματικές μισθώσεις, στις οποίες συμμετέχει με την ιδιότητα του εκμισθωτή:
α) Ανώνυμη Εταιρεία Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας (Α.Ε.Ε.Α.Π.), της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 2778/1999 (Α΄ 295), ή
β) εταιρείες, των οποίων η πλειοψηφία των ονομαστικών μετοχών, μεριδίων ή μερίδων ή δικαιωμάτων ψήφου ανήκει, άμεσα ή έμμεσα, σε Οργανισμούς Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.), τους οποίους διαχειρίζονται Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Δ.Ο.Ε.Ε.), που διέπονται από τον ν. 4209/2013 (Α' 235) και την Οδηγία 2011/61/ΕΕ και η καταστατική έδρα των οποίων δεν βρίσκεται σε μη συνεργάσιμο στον φορολογικό τομέα κράτος, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 65 του ν. 4172/2013 (Α' 167) περί Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, και σε τρίτη χώρα που χαρακτηρίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως υψηλού κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 16Α του ν. 4557/2018 (Α'139) και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/1675 (L 254), ή
γ) επιχείρηση εκμετάλλευσης εμπορικού κέντρου, με την έννοια του άρθρου 2 της υπό στοιχεία 1093809/8296/1161/B0014/15.10.2007 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β' 2022), που διαθέτει, κατ’ ελάχιστο, συνολική επιφάνεια δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) τ.μ. σε ένα ή περισσότερα επίπεδα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Προκύπτει συχνά η γνωστοποίηση επιχειρηματικών απορρήτων σε πρόσωπα εκτός της επιχείρησης (λ.χ. στο πλαίσιο της διενέργειας ενός due diligence για μια επικείμενη εξαγορά ή συγχώνευση). Πάντοτε όμως κοινωνοί επιχειρηματικών απορρήτων γίνονται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, οι εργαζόμενοι.
Οι τελευταίοι βαρύνονται με μια σειρά παρεπόμενων υποχρεώσεων μεταξύ των οποίων και η υποχρέωση εχεμύθειας. Η παραβίαση της συγκεκριμένης υποχρέωσης δικαιολογεί σημαντικές κυρώσεις σε βάρος του παραβάτη (μεταξύ αυτών και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του).
Οι ρήτρες και υποχρέωση εμπιστευτικότητας είναι δυνατό να επιβάλλονται και μέσω (αυτοτελών) συμφωνητικών εμπιστευτικότητας (NDA). Ενδέχεται να αφορούν εργαζόμενους της επιχείρησης. Είναι, όμως, δυνατό να συνάπτονται και με τρίτους που, για οποιονδήποτε λόγο, γίνονται κοινωνοί επιχειρηματικών απορρήτων. Η διάρκειά τους είναι δυνατό να ταυτίζεται με τη διάρκεια της (όποιας) συμβατικής σχέσης. Μπορεί, όμως, να εκτείνεται και πέρα από αυτή (μετασυμβατικές ρήτρες).
Οι έγγραφες συμφωνίες περί τήρησης του απορρήτου, προσδιορίζουν, κάθε φορά, το περιεχόμενό του. Επίσης: το πλαίσιο (ή/και εύρος) της ζημίας που ενδέχεται να προκαλέσει η παραβίασή του, η οποία, σε διαφορετική περίπτωση, δυσχερώς αποδεικνύεται. Δεν θα πρέπει μάλιστα να διαφεύγει της προσοχής μας πως η εκ των προτέρων συμφωνία για τον τρόπο προσδιορισμού της (δυνητικής) ζημίας διευκολύνει τον υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Είναι δυνατό, στο πλαίσιο αυτό, να συμφωνηθεί: (α) συγκεκριμένη μέθοδος υπολογισμού της ζημίας, (β) συγκεκριμένο ποσό ως κατ’ αποκοπήν αποζημίωση και γ) συγκεκριμένο ποσό ως ποινική ρήτρα.
Ι. ΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ.
Ο ν. 146/1914 καθιερώνει, πέραν της ποινικής, και αστική προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 18 §1 προβλέπει ότι η τέλεση των αξιόποινων πράξεων των άρθρων 16 και 17 του ν. 146/1914, γεννά υποχρέωση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που προξενήθηκε.
Παράλληλα, ο ν. 146/2019 παρέχει δικαίωμα αποζημίωσης και στην περίπτωση της γενικής ρήτρας του άρθρου 1, η προβλέπει ότι απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς τον σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προκληθείσας ζημίας.
Η αστική προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου ενισχύεται μέσω των διατάξεων ν. 4605/2019 ο οποίος μετέφερε στην εθνική έννομη τάξη την Οδηγία 2016/943 «περί προστασίας της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψή τους».
Ο νόμος αυτός προσδιόρισε ουσιαστικά, την έννοια του εμπορικού απορρήτου και προέβλεψε τις προϋποθέσεις εκείνες υπό τις οποίες η απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου καθίσταται παράνομη.
ΙΙ. ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ.
Η ενίσχυση της προστασίας που προσέφερε ο νόμος αυτός οφείλεται, καταρχάς, στην πρόβλεψη της δυνατότητας παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας μέσω ασφαλιστικών μέτρων (και προσωρινής διαταγής). Σύμφωνα με το άρθρο 22Ε του ν. 1733/1987, εφόσον πιθανολογείται προσβολή του εμπορικού απορρήτου, είναι δυνατό να διαταχθούν τα ακόλουθα ασφαλιστικά μέτρα:
(α) Προσωρινή παύση ή απαγόρευση της χρήσης ή της αποκάλυψης του εμπορικού απορρήτου.
(β) Απαγόρευση της παραγωγής, προσφοράς, διάθεσης στην αγορά ή χρήσης παράνομων εμπορευμάτων. Επίσης, της εισαγωγής, εξαγωγής ή αποθήκευσης παράνομων εμπορευμάτων για τους προαναφερόμενους σκοπούς.
(γ) Κατάσχεση ή παράδοση των εμπορευμάτων για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι είναι παράνομα.
Εναλλακτικά, το αρμόδιο Δικαστήριο (:Μονομελές Πρωτοδικείο) μπορεί να εξαρτά τη συνέχιση της θεωρούμενης παράνομης χρήσης του εμπορικού απορρήτου από την κατάθεση εγγυήσεων. Απαγορεύεται, όμως, ρητά η αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου έναντι κατάθεσης εγγυήσεων.
ΙΙΙ. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ.
Με την έκδοση δικαστικής απόφασης επί της αγωγής του ζημιωθέντος με την οποία διαπιστώνεται παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου, το δικαστήριο είναι δυνατό να διατάξει ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω μέτρα
(α) Παύση ή απαγόρευση της χρήσης ή της αποκάλυψης του εμπορικού απορρήτου.
(β) Απαγόρευση παραγωγής, προσφοράς, διάθεσης στην αγορά ή χρήσης παράνομων εμπορευμάτων ή της εισαγωγής, εξαγωγής ή αποθήκευσης παράνομων εμπορευμάτων για τους προαναφερόμενους σκοπούς.
(γ) Λήψη μέτρων αποκατάστασης.
(δ) Καταστροφή του συνόλου ή μέρους εγγράφου, αντικειμένου, υλικού, ουσίας ή ηλεκτρονικού αρχείου που περιέχει ή ενσωματώνει το εμπορικό απόρρητο ή παράδοση στον ενάγοντα σύνολο ή μέρος των εν λόγω εγγράφων, αντικειμένων, υλικών, ουσιών ή ηλεκτρονικών αρχείων.
Επιπλέον προβλέπεται μια πρόσθετη δυνατότητα κατά της παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης εμπορικού απορρήτου με την οποία ο ενάγων, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει λήψη μέτρων για τη διάδοση των πληροφοριών που σχετίζονται με τη δικαστική απόφαση με δαπάνες του παραβάτη, συμπεριλαμβανομένης, μάλιστα, της πλήρους ή μερικής δημοσίευσης της απόφασης.
ΙV. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ.
Αποζημίωση χορηγείται ύστερα από αίτημα του ενάγοντος. Απαιτείται δε ο παραβάτης να γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι προέβαινε σε παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου. Στην περίπτωση αυτή, ο παραβάτης καταβάλλει στον κάτοχο του εμπορικού απορρήτου αποζημίωση ανάλογη προς την πραγματική του ζημία. Ο νόμος, μάλιστα, προβλέπει παράγοντες τους οποίους λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για τον καθορισμό της αποζημίωσης. Μεταξύ αυτών και η ηθική βλάβη που προκλήθηκε στον νόμιμο κάτοχο.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΠΕΛΑΤΕΙΑΣ –ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΨΟΣ ΑΥΤΗΣ
Έπειτα από τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος έχει έναντι του εντολέα του, κατά το α. 9 ΠΔ 219/1991, αξίωση «δίκαιης» αποζημίωσης (αποζημίωση πελατείας), υπό την προϋπόθεση ότι κατά τον χρόνο που λειτουργούσε ως εμπορικός αντιπρόσωπος έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Ειδικότερα, η σχετική αξίωση γεννάται μετά την με οποιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ακόμη δηλαδή και με τον θάνατο του εμπορικού αντιπροσώπου, στο πρόσωπο φυσικά των κληρονόμων του, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ΠΔ, είναι άκυρη τυχόν παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα πριν τη λύση της σύμβασης και την συνακόλουθη γένεση της αξίωσης. Εν συντομία, οι προϋποθέσεις προκειμένου να υπάρχει αξίωση για αποζημίωση πελατείας είναι οι ακόλουθες:
- Έγγραφη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και λύση αυτής.
- Εισφορά νέων πελατών στην αντιπροσωπευόμενη επιχείρηση ή σημαντική προαγωγή των υποθέσεων αναφορικά με τους ήδη υπάρχοντες πελάτες. Νοείται, δε, ως εισφορά νέων πελατών, η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του δικαιοδόχου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική, δε, προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών με αυτούς (ΕφΑθ 2222/2021).
- Διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών στο πρόσωπο της αντιπροσωπευόμενης επιχείρησης από τις ανωτέρω υποθέσεις ή τους νέους πελάτες.
- Η αποζημίωση να είναι εύλογη («δίκαιη»), λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων.
Αναφορικά με το ύψος της αποζημίωσης, το α. 9 παρ. 1β του νόμου ορίζει ότι δεν δύναται να υπερβαίνει τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά την περίοδο ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή, αν αυτή διήρκεσε πάνω από πέντε έτη, των τελευταίων πέντε ετών. Έχει, δε, κριθεί δικαστικά πως κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν, μεταξύ άλλων, το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον δικαιοπάροχο μετά τη λύση της συμβάσεως, η αντίστοιχη ωφέλεια του και η δημιουργία κέρδους για τον δικαιοδόχο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, ενώ η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης ανήκει, όπως άλλωστε και σε κάθε περίπτωση που ο νόμος προβλέπει την καταβολή «εύλογης» αποζημίωσης, στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή (ΑΠ 636/2015).
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τονιστεί πως η αξίωση του εμπορικού αντιπροσώπου για αποζημίωση πελατείας ουδόλως θίγει τυχόν δικαίωμά του έναντι της αντιπροσωπευόμενης επιχείρησης για καταβολή αποζημίωσης από άλλες αιτίες αναγόμενες στη συμβατική και όχι μόνο σχέση τους ή την ενδεχόμενη αξίωσή του προς αποκατάσταση ηθικής βλάβης που υπέστη στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την επιχείρηση.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΕΤΑΙΡΙΚΩΝ ΜΕΡΙΔΙΩΝ ΥΠΕΡ ΤΟ ΑΡΤΙΟ ΣΕ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
Ζήτημα έχει ανακύψει σε σχέση με την δυνατότητα των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών να προβαίνουν σε έκδοση εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο, με μεγαλύτερη δηλαδή αξία από την ονομαστική τους, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη δυνατότητα δεν προβλέπεται ρητά στην νομοθεσία.
Για τις μεν ανώνυμες εταιρείες, η δυνατότητα έκδοσης εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο δίνεται από την κείμενη νομοθεσία, για τις δε εταιρείες περιορισμένης ευθύνης το ΝΣΚ έχει προβεί σε γνωμοδότηση (υπ’ αρ. 113/2009), με την οποία αναγνωρίζει αναλογική εφαρμογή και δυνατότητα αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου με έκδοση εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο. Η δομή, ωστόσο, των ΙΚΕ διαφέρει από αυτή των ΑΕ και των ΕΠΕ, συνεπώς δεν είναι αυτονόητο ότι η περίπτωσή τους θα αντιμετωπιστεί με όμοιο τρόπο.
Σε αντίθεση με τα όσα ισχύουν για τις ανώνυμες εταιρείες και για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, όπου οι μετοχές και τα εταιρικά μερίδια αποτελούν μέρος του κεφαλαίου και προσδιορίζουν το ποσοστό συμμετοχής κάθε εταίρου στην εταιρεία, στις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες (ΙΚΕ) τα εταιρικά μερίδια δεν ανάγονται αποκλειστικά στις κεφαλαιουχικές; εισφορές, αλλά προσδιορίζονται από ένα σύνολο εισφορών. Ειδικότερα, οι εισφορές του κάθε εταίρου, οι οποίες και αποτυπώνονται στα εταιρικά μερίδια, διακρίνονται σε τρία είδη: α) στις κεφαλαιουχικές, τις αποτιμητές δηλαδή σε χρήμα εισφορές, β) τις εξωκεφαλαιακές, όπως για παράδειγμα η προσφορά εργασίας και γ) οι εγγυητικές, μέσω των οποίων ο εταίρος αναλαμβάνει προσωπική εγγυητική ευθύνη για τις οφειλές της εταιρείας. Συνεπώς, τα εταιρικά μερίδια συνιστούν υποδιαιρέσεις ενός ευρύτερου του κεφαλαίου οικονομικού μεγέθους, με αποτέλεσμα να ανακύπτει το ζήτημα του αν η έκδοση εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο είναι συμβατή με την ιδιαίτερη αυτή φύση των εξωκεφαλαιακών και εγγυητικών εταιρικών εισφορών.
Επί του θέματος αυτού έχει τοποθετηθεί το ΝΣΚ με γνωμοδότησή του (υπ’ αριθ. 63/2017), με την οποία έκρινε ότι η έκδοση εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο δεν απαγορεύεται μεν, και μπορεί να γίνει κατ’ αναλογία των όσων ισχύουν για τις ΑΕ και τις ΕΠΕ, μόνο όμως αναφορικά με τα μερίδια που αφορούν κεφαλαιακές εισφορές. Κι αυτό καθώς η έκδοση μεριδίων αντιστοιχούντων σε εξωκεφαλαιακές ή εγγυητικές εισφορές υπέρ το άρτιο θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην ύπαρξη διφυών εταιρικών μεριδίων (εν μέρει κεφαλαιακών και εν μέρει εξωκεφαλαιακών), αφού ο εταίρος θα υποχρεούτο να καταβάλει και χρηματική εισφορά πέραν των υπολοίπων αναληφθέντων υποχρεώσεων, κάτι που το άρθρο 76§2 ν. 4072/2012 ρητά απαγορεύει.
Συνεπώς, η αύξηση του κεφαλαίου σε ΙΚΕ μέσω της έκδοσης εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο είναι καθ’ όλα νόμιμη και επιτρεπτή, πάντοτε φυσικά υπό την προϋπόθεση ότι τα μερίδια αφορούν αποκλειστικά κεφαλαιακές εισφορές. Άλλωστε, το άρθρο 116§1 ν. 4072/2012 προβλέπει την δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν τις κεφαλαιουχικές εταιρείες, προκειμένου να συμπληρωθούν κενά του συγκεκριμένου νομοθετήματος. Σύμφωνα με την ανωτέρω γνωμοδότηση του ΝΣΚ, η σχετική απόφαση θα πρέπει να ληφθεί από την συνέλευση των εταίρων με την αυξημένη πλειοψηφία που ορίζεται για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου., των 2/3 δηλαδή του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΔΙΠΛΩΜΑ ΕΥΡΕΣΙΤΕΧΝΙΑΣ: ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
Προκειμένου να χορηγηθεί σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το οποίο και παρέχει στον εκάστοτε δικαιούχο αφενός την θετική εξουσία να εκμεταλλεύεται την εφεύρεσή του, αφετέρου την αρνητική εξουσία να αξιώνει την μη χρήση και εκμετάλλευσή του από τρίτους, θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) το «νέο» της εφεύρεσης, β) η εφευρετική δραστηριότητα ως περιεχόμενο αυτής και γ) η επιδεκτικότητα της εφεύρεσης προς βιομηχανική εφαρμογή.
Αναφορικά με το «νέο» της εφεύρεσης, απαιτείται, έως την στιγμή κατάθεσης της αίτησης από τον δικαιούχο, η εν λόγω εφεύρεση να μην είναι «γνωστή» οπουδήποτε στον κόσμο, να μην ανήκει δηλαδή στην στάθμη της τεχνικής. Αν πρόκειται για προϊόν, το προϊόν αυτό θα πρέπει να εμφανίζει διαφοροποίηση από τα άλλα ομοειδή του προϊόντα, αν, δε, πρόκειται για αποτέλεσμα, θα πρέπει να εμφανίζει αξιόλογη βελτίωση ήδη γνωστού αποτελέσματος, η οποία μπορεί να αναφέρεται μόνο στον τρόπο παραγωγής ή μόνο στο αποτέλεσμα ή στην μείωση της αναγκαίας για την παραγωγή του δαπάνης ή σε περισσότερους από κοινού ή ακόμη και σε όλους τους παραπάνω τομείς, χωρίς όμως να εμφανίζεται: (α) σαν απλή μόνο προσαρμογή στοιχείων άλλων μεθόδων, τα οποία είναι γνωστά, που δεν επιφέρει οποιοδήποτε αξιόλογο αποτέλεσμα ή βελτίωση, ή (β) σαν απλή χρήση ενός μέσου, το οποίο είναι ήδη γνωστό, σε αντικείμενα διαφορετικά από εκείνα στα οποία είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως, κατά τον ίδιο όμως τρόπο, κατά τον οποίο πάντοτε γινόταν η χρησιμοποίηση του, προκειμένου να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα (ΠολΠρΘεσ 231/2021).
Δεύτερο στοιχείο είναι η ύπαρξη εφευρετικής δραστηριότητας, η οποία θεωρείται ότι συντρέχει, όταν η εν λόγω εφεύρεση, κατά την κρίση ειδικού, δεν προκύπτει κατά τρόπο εμφανή από την υπάρχουσα στάθμη της τεχνικής. Θα πρέπει, δηλαδή, να διαπιστώνεται η αδυναμία του ειδικού να οδηγηθεί στην επίλυση του ίδιου τεχνικού προβλήματος στο οποίο αποσκοπεί η εφεύρεση, με την χρήση της στάθμης της τεχνικής. Θα πρέπει, δηλαδή, να πρόκειται για ένα «άλμα προόδου», για ένα επίτευγμα μη αναμενόμενο και δυνατό να προβλεφθεί από τον μέσο ειδικό.
Τέλος, η εφεύρεση θα πρέπει να είναι δεκτική βιομηχανικής εφαρμογής. Κατά το α. 5§5 του ν. 1733/1987, μια εφεύρεση θεωρείται επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογής αν το αντικείμενό της μπορεί να παραχθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε οποιοδήποτε τομέα παραγωγικής δραστηριότητας. Δεν αρκεί, συνεπώς, να πρόκειται για μία πρωτότυπη ιδέα ή ένα πρωτότυπο προϊόν, αλλά είναι επιπλέον απαραίτητο να απορρέει από την εφεύρεση κάποια ουσιαστική χρησιμότητα
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ – ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΣΠΑΣΗΣ
Διάσπαση εταιρείας, είναι η πράξη με την οποία μια ανώνυμη εταιρεία, χωρίς να περάσει από το στάδιο της εκκαθάρισης και χωρίς να γίνει διανομή της περιουσίας της, λύεται και όλα τα περιουσιακά της στοιχεία μεταβιβάζονται σε άλλες υφιστάμενες ή συνιστώμενες ανώνυμες εταιρείες.
Ανάλογα με την κατάσταση της εταιρείας στην οποία μεταβιβάζονται τα περιουσιακά στοιχεία της διασπώμενης εταιρείας, έχουμε τις ακόλουθες περιπτώσεις διασπάσεως. Ειδικότερα:
Α) διάσπαση με απορρόφηση, όπου μια ανώνυμη εταιρεία, η οποία λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζει σε άλλες υφιστάμενες ανώνυμες εταιρείες το σύνολο της περιουσίας της έναντι μετοχών που εκδίδουν οι ανώνυμες εταιρείες που λαμβάνουν την περιουσία της και ενδεχόμενως ενός ποσού σε μετρητά, για συμψηφισμό ενός μέρους μετοχών, που δικαιούνται και το οποίο δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο του 10% της ονομαστικής αξίας των μετοχών που αποδίδονται στους μετόχους της διασπώμενης εταιρείας και αθροιστικά, οι μετοχές και τα μετρητά, όχι μεγαλύτερο από την καθαρή θέση της διασπώμενης εταιρείας.
Β) διάσπαση με σύσταση νέων εταιρειών, όπου μια ανώνυμη εταιρεία λύεται, η οποία χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζει το σύνολο της περιουσίας της σε άλλες ανώνυμες εταιρείες, που συνιστώνται ταυτόχρονα με την λύση, έναντι μετοχών που εκδίδουν οι ανώνυμες εταιρείες που λαμβάνουν την περιουσία της και ενδεχομένως ενός ποσού σε μετρητά για συμψηφισμό ενός μέρους μετοχών, που δικαιούνται και το οποίο δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο του 10% της ονομαστικής αξίας των μετοχών που αποδίδονται στους μετόχους της διασπώμενης εταιρείας και αθροιστικά, οι μετοχές και τα μετρητά, όχι μεγαλύτερο από την καθαρή θέση της διασπώμενης εταρείας, και
Γ) διάσπαση με απορρόφηση και με σύσταση νέων εταιρειών, όπου η περιουσία της εταιρείας που λύεται μεταβιβάζεται τόσο σε υπάρχουσες ανώνυμες εταιρείες, όσο σε συνιστώμενες, με το αντίτιμο που περιγράφτηκε στις παραπάνω περιπτώσεις.
Πρέπει, ωστόσο να τονιστεί, ότι αν μια διάσπαση γίνει με βάση τις διατάξεις του Ν. 2166/93, η περιουσία της διασπώμενης εταιρείας μπορεί να μεταβιβαστεί μόνο σε λειτουργούσα ανώνυμη εταιρεία, προκειμένου να έχει η εταιρεία τις φοροαπαλλαγές που προβλέπονται, δηλαδή ο Ν. 2166/93 μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε διασπάσεις με απορρόφηση.
Βασική προϋπόθεση για την διάσπαση, είτε αυτή γίνεται βάσει των διατάξεων του Ν. 2166/93, είτε του Ν.Δ. 1297/72, είναι το κεφάλαιο των επωφελούμενων από την διάσπαση εταιρειών να ανέρχεται τουλάχιστον σε 300.000 ευρώ.
Η διαδικασία για την διάσπαση ανώνυμης εταιρείας, είτε είναι με απορρόφηση, είτε με σύσταση νέων, είτε ακόμα με απορρόφηση και σύσταση νέων, είναι η ίδια και ανάλογη προς την διαδικασία συγχωνεύσεων ανωνύμων εταιρειών και συνοπτικά είναι η ακόλουθη:
- Κατάρτιση από τα διοικητικά συμβούλια σχεδίου συμβάσεως διασπάσεως, το οποίο καταχωρείται στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της οικείας Νομαρχίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και κατάρτιση λεπτομερούς επεξηγηματικής έκθεσης για το οικονομικό και νομικό πλαίσιο του σχεδίου σύμβασης.
- Κατόπιν κοινής αίτησης των εταιρειών που μετέχουν στην διάσπαση, σύσταση επιτροπής του άρθρου 9 του Κ.Ν. 2190/20, που συντάσσει έκθεση εκτίμησης των περιουσιακών στοιχείων και εκφράζει γνώμη για το σχέδιο συμβάσεως διάσπασης.
- Δημοσίευση του σχεδίου συμβάσεως διάσπασης σε μία ημερήσια οικονομική εφημερίδα, εντός δέκα ημερών από την καταχώρησή του στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιρειών, προκειμένου να ξεκινήσει η δίμηνη προθεσμία εμφάνισης των πιστωτών, που έχουν δικαίωμα να ζητήσουν επαρκείς εγγυήσεις ή να προβάλλουν έγγραφες αντιρρήσεις.
- Έγκριση της σύμβασης από τις γενικές συνελεύσεις των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση.
- Κατάρτιση και υπογραφή ενώπιον συμβολαιογράφου της σύμβασης διασπάσεως, η οποία περιλαμβάνει και τα καταστατικά των ανωνύμων εταιρειών που προκύπτουν από την διάσπαση, ενώ επιτρέπονται τα πρακτικά των συνελεύσεων που ενέκριναν τη διάσπαση και υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86 ότι, είτε δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις εκ μέρους των πιστωτών, είτε ότι επιλύθηκαν.
- Έγκριση της σύμβασης διασπάσεως από την οικεία νομαρχία, η οποία καταχωρείται στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Με την ολοκλήρωση των παραπάνω διαδικασιών, επέρχονται και τα νόμιμα αποτελέσματα της διασπάσεως που καθιστούν την ή τις επωφελούμενες εταιρείες καθολικές διαδόχους, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διασπώμενων εταιρειών.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
