Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες

+30 210 3387530Κλείστε Ραντεβού
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΣ
  • ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
    • Εμπορικό Δίκαιο – Εταιρείες
    • Τροχαία Ατυχήματα
    • Ακίνητα – Αγοραπωλησίες – Μισθώσεις
    • Ακίνητα – Διαχείριση Ακινήτων
    • Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
    • Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
    • Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία – Σήματα
    • Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
    • Διοικητικό Δίκαιο
    • Εργατικό Δίκαιο
    • Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
    • Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
    • Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες
  • ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
  • ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
  • ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
    • Για Ιδιώτες
    • Για Επιχειρήσεις
  • ΠΕΛΑΤΟΛΟΓΙΟ
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • English
  • Ελληνικά
  • Home
  • ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  • Archive from category "ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ"
  • Page 16

ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ – ΑΞΙΩΣΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 932 ΑΚ, προκύπτει επί προσβολής προσωπικότητας, η αξίωση ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

Την ίδια αξίωση ικανοποίησης για ηθική βλάβη έχει και το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), καθώς έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σε αυτό άυλων αγαθών.

 

Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει την κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, συνάγεται ότι προς θεμελίωση αξίωσης προς προστασία της προσωπικότητας νομικού προσώπου, απαιτείται πράξη που επάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια εκ των ανωτέρω εκφάνσεών της, η οποία είναι παράνομη.

Η επιδίκαση της ικανοποιήσεως αυτής αφήνεται στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.

Επομένως, τις περιπτώσεις αυτές με τα αντίστοιχα θεμελιωτικά τους συγκεκριμένα περιστατικά πρέπει να επικαλείται ειδικά και στη συνέχεια να αποδεικνύει το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά (πρόσωπα) σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση.

Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον.

Από το άρθρο 932 ΑΚ, προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος νομικού προσώπου για την ηθική βλάβη που υπέστη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτό να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή προστασία στην εμπορική του πίστη, την επαγγελματική του υπόληψη ή το εμπορικό του μέλλον ή τη φήμη του, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτόν, αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου», εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος νομικού προσώπου, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, καθώς και οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα ανωτέρω στοιχεία, οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ – ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2022 by spiliopouloslaw

Ως εμπορικός αντιπρόσωπος, νοείται «εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ` ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου».

Με τη σύμβαση αυτή, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη συνήθως για ορισμένη γεωγραφική περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

 

Α. Βασικά χαρακτηριστικά της Σύμβασης Εμπορικής Αντιπροσωπείας

Η εν λόγω σύμβαση φέρει αμφοτεροβαρή χαρακτήρα, δηλαδή και τα δύο μέρη της σύμβασης αποκτούν από αυτήν τόσο δικαιώματα όσο και υποχρεώσεις. Επίσης υφίσταται σταθερότητα της σχέσης, με την έννοια ότι δεν πρόκειται για μια πρόσκαιρη συνεργασία που προκύπτει περιστασιακά αλλά αντίθετα πρέπει να υπάρχει μονιμότητα και συνέχεια της συνεργασίας.

Ο χρόνος/διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου (ήτοι οι υπηρεσίες που δεσμεύεται να παρέχει) θεωρούνται διαρκείς και λαμβάνουν χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, άσχετα με το πότε θα επιλέξει ο τελευταίος να προβεί σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες προς την πραγμάτωσή της (πχ να επικοινωνήσει με πιθανούς πελάτες ή να μεταφέρει τα προς πώληση προϊόντα).

Επιπλέον, υπάρχει αυτοτέλεια και η ανεξαρτησία της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, ενώ τέλος θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ενέργεια του εμπορικού. αντιπροσώπου γίνεται πάντοτε στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, κατά την έννοια ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δεν συμβάλλεται με τους τρίτους-πελάτες στο δικό του όνομα, αλλά αντίθετα λειτουργεί ως εκπρόσωπος του αντιπροσωπευόμενου-εταιρείας.

Β. Ειδικά ως προς τη θέση του εμπορ. αντιπροσώπου και τη σχέση πρόστησης.

Η θέση του εμπορικού αντιπροσώπου είναι αυτοτελής, με την έννοια ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος εμφανίζεται στις συναλλαγές ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, που διαθέτει δική του οργάνωση γραφείου, ρυθμίζει σύμφωνα με τη βούλησή του την ανάπτυξη της δραστηριότητάς του και φέρει ίδιαν ευθύνη.

Μεταξύ επίσης του εμπορικού αντιπροσώπου και του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία/εταιρείας υπάρχει σχέση πρόστησης, χωρίς να απαιτείται να υφίσταται μεταξύ τους σχέση πλήρους εξάρτησης, αρκεί ο αντιπρόσωπος να υποχρεούται να ακολουθεί τις βασικές οδηγίες-κατευθυντήριες γραμμές του αντιπροσωπευόμενου.

Κατά το άρθρο 922 του Αστικού Κώδικα, ο κύριος ή ο προστήσας (εδώ εννοείται η αντιπροσωπευόμενη εταιρεία) κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημιά που ο προστηθείς (δηλαδή ο εμπορικός αντιπρόσωπος) προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Ο σκοπός της ως άνω διάταξης έχει θεσπιστεί για να θεμελιώσει ευθύνη σε βάρος του προστήσαντος ως καθαρή αντικειμενική ευθύνη για αλλότρια πράξη. Συνεπώς, εφόσον ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δρώντας εντός των πλαισίων της συμβάσεως που έχει συνάψει με την εταιρεία και δίνοντας την εντύπωση ότι λειτουργεί κατά τη στιγμή εκείνη ως όργανο-εκπρόσωπος της εταιρείας, ζημιώσει παράνομα και υπαίτια κάποιον τρίτο (πχ πελάτη-καταναλωτή), θα έχει ως επακόλουθο να δημιουργήσει αστική ευθύνη και της εν λόγω εταιρείας για αποκατάσταση της ζημίας στον ζημιωθέντα.

Γ. Ως προς τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας και του εμπορικού αντιπροσώπου από τη μεταξύ τους σύμβαση.

Πρωτίστως ο εμπορικός αντιπρόσωπος, οφείλει να μεριμνά για τα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου-εταιρείας, να ασχολείται με τη δέουσα επιμέλεια κατά τις διαπραγματεύσεις και τη σύναψη πράξεων με τρίτους που του έχουν ανατεθεί, να ανακοινώνει στην εταιρεία κάθε απαραίτητη ή χρήσιμη πληροφορία που διαθέτει και να συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις της εταιρείας και με τις διατάξεις περί αντιπροσωπείας και εντολής.

Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπόκειται σε έλεγχο και εποπτεία από την εταιρεία ως προς τον τόπο, το χρόνο, τη διάρκεια και την παροχή της εργασίας του.

Ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των σχέσεών της με τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο, να θέτει στην διάθεση του εμπορικού αντιπροσώπου τα αναγκαία πληροφοριακά έγγραφα, που αφορούν τα εκάστοτε εμπορεύματα.

Επίσης ο αντιπροσωπευόμενος, οφείλει να παρέχει στον εμπορικό αντιπρόσωπο, τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτέλεση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και ιδίως να ειδοποιεί τον εμπορικό αντιπρόσωπο μέσα σε εύλογη προθεσμία, μόλις προβλέψει ότι ο όγκος των εμπορικών πράξεων θα είναι αισθητά μικρότερος από εκείνον που ο αντιπρόσωπος θα έπρεπε κανονικά να αναμένει.

Η υποχρέωση αυτή της εταιρείας είναι πολύ σημαντική και πρέπει να τηρείται απαρέγκλιτα διότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αμείβεται με ποσοστά επί των πωλήσεων κι ως εκ τούτου, θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη των πραγμάτων πάνω στην αγορά, για τις υποθέσεις που τον αφορούν.

Επίσης, η εταιρεία οφείλει να ενημερώνει τον εμπορικό αντιπρόσωπο σχετικά με την εκ μέρους του αποδοχή ή απόρριψη, καθώς και για την εκτέλεση ή μη μιας εμπορικής πράξης για την οποία μεσολάβησε.

Εφόσον παραβιαστούν από οποιοδήποτε από τα δύο μέρη οι προβλεπόμενες από το νόμο ή τη σύμβαση υποχρεώσεις, ο αντισυμβαλλόμενος που ζημιώθηκε έχει δικαίωμα αποκατάστασης της ζημίας του, ενώ φυσικά παρέχεται και δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι επίσης υποχρεωμένος να εγγραφτεί στο Εμπορικό Επιμελητήριο, την Οικονομική Εφορία (ΔΟΥ) του τόπου όπου ασκεί τα το επάγγελμά του και φυσικά στο αντίστοιχο ταμείο ασφαλίσεως εμπόρων.

Πρέπει να σημειωθεί επιπλέον, ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος υπέχει φυσικά και υποχρέωση μη ανταγωνισμού της εταιρείας με την οποία συνεργάζεται. Τέλος, τα συμβαλλόμενα μέρη αμφότερα θα πρέπει φυσικά να επιδεικνύουν κατά την εκτέλεση της σύμβασης και καθ’όλη τη διάρκεια αυτής καλή πίστη και να δρουν νόμιμα και εντός των ορίων της σύμβασης αυτής.

 

Δ. Η ρήτρα μη ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας.

Είναι δυνατόν τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή εταιρεία και εμπορ. αντιπρόσωπος, να συμφωνήσουν ότι ο δεύτερος, μετά τη λήξη της σύμβασής τους, θα απαγορεύεται να ασκεί τις έως τότε επαγγελματικές δραστηριότητες που διενεργούσε για τα συμφέροντα άλλης εταιρείας (ανταγωνιστή).

Η ρήτρα αυτή προβλέπεται ρητά στο νόμο και είναι έγκυρη, εφόσον όμως: α) έχει συνομολογηθεί εγγράφως και β) αφορά το γεωγραφικό τομέα, την ευθύνη του οποίου είχε ο εμπορικός αντιπρόσωπος καθώς και τον τύπο των εμπορευμάτων-προϊόντων των οποίων είχε την αντιπροσωπεία σύμφωνα με την σύμβαση.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΛΥΣΗΣ ΤΗΣ Ο.Ε. ΜΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΛΟΓΟ

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 271 του Νόμου 4072/2012, η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται:

α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της,

β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση, και

δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος.

 

Η αίτηση εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η ομόρρυθμη εταιρεία λύεται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση εταίρου εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Η δικαστική λύση της εταιρίας για σπουδαίο λόγο αφορά τόσο την εταιρεία αορίστου όσο και την ορισμένου χρόνου.

Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρείας, η οποία θα αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης που δημιούργησε ο προβαλλόμενος σπουδαίος λόγος.

Το δικαίωμα δικαστικής λύσης της εταιρείας, συνιστά έσχατο μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης που ανέκυψε με τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου και εγείρεται επομένως μόνο σε περίπτωση που δεν βρέθηκε άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου. Η ύπαρξη του σπουδαίου λόγου θα πρέπει πάντως να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρείας. Ο σπουδαίος λόγος πρέπει κατά βάση να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρείας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο.

Περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο, είναι η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η έλλειψη κερδών, η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων και η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, οι διαρκείς διαφωνίες, η έλλειψη συνεργασίας, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης κλπ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 263 του ν. 4072/2012 ορίζεται ότι “Αν συντρέχει στο πρόσωπο ενός εταίρου περιστατικό που θα δικαιολογούσε τη λύση της εταιρείας σύμφωνα με την περίπτωση δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 259, το μονομελές πρωτοδικείο μπορεί, ύστερα από αίτηση των λοιπών εταίρων, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντί της λύσης της εταιρείας, να διατάξει τον αποκλεισμό του εταίρου”.

Σκοπός της διάταξης αυτής, είναι η προστασία των λοιπών εταίρων και η διατήρηση της επιχείρησης. Ο αποκλεισμός του εταίρου συνίσταται στην ακούσια έξοδό του από την εταιρεία και αποτελεί αναγκαστική αποχώρησή του από αυτήν παρά τη θέλησή του. Ο σπουδαίος λόγος πρέπει να υπάρχει εξάλλου όχι μόνο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αλλά και κατά το χρόνο συζήτησής της. Επιπλέον, η συνέχιση της εταιρείας με τον υπό αποκλεισμό εταίρο, λόγω της (υπαίτιας ή μη) συμπεριφοράς του θα πρέπει να είναι δυσβάστακτη για τους άλλους εταίρους, έτσι ώστε να κινδυνεύει η ομαλή λειτουργία ή η υπόστασή της. Περαιτέρω, προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος αποκλεισμού εταίρου, είναι η αίτηση να έχει υποβληθεί από τους λοιπούς εταίρους.

Το δικαίωμα του εταίρου να ζητήσει τη λύση της εταιρείας, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ και ασκείται καταχρηστικά μεταξύ άλλων και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις, που η άσκησή του οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης ή όταν υπό την επίκληση λόγων που δικαιολογούν τη λύση της εταιρείας υποκρύπτονται επίμεμπτα κίνητρα, τα οποία και αποτέλεσαν την πραγματική αιτία της επιδίωξης για λύση της εταιρείας.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΟΡΦΗΣ

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2022 by spiliopouloslaw

 

 

Η προηγούμενη νομική μορφή μιας υπάρχουσας επιχείρησης, μπορεί να μετατραπεί σε άλλη εταιρική μορφή. Αυτό ονομάζεται μετατροπή εταιρίας, έννοια υπό την οποία εμφανίζεται και στους σχετικούς νόμους. Η Ελλάδα δεν έχει ένα πρότυπο του νόμου που αφορά γενικά σε μετασχηματισμούς. Μερικές από τις σχετικές ρυθμίσεις περιέχονται στο Κ.Ν. 2190/1920 (άρθρο 66, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 2339/1995 και το άρθρο 67, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 409 / 1986). Οι σχετικές ρυθμίσεις, επίσης, προβλέπονται και στο ν. 3190/1955 (άρ. 51, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 2339/1995 και άρ. 53).

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, οι εμπορικές εταιρίες με έδρα στην Ελλάδα μπορούν να μετασχηματιστούν μέσω της συγχώνευσης, διάσπασης (διάσπαση, απόσχιση), μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων ή την αλλαγή της νομικής μορφής (μετατροπή).

Σύμφωνα με το άρθρο 51 ν. 3190/1955 και το άρθρο 66 ν. 2190/1920, η μετατροπή μίας ανώνυμης εταιρείας σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης γίνεται με συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία εγκρίνεται η μετατροπή από τη γενική συνέλευση των εταίρων της εταιρίας που επιθυμεί να αλλάξει νομική μορφή, μετά από προηγούμενη εκτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού. Η απόφαση που εγκρίνει την μετατροπή καθώς και οι απαραίτητες δηλώσεις συγκατάθεσης από τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να καταρτίζονται συμβολαιογραφικά.

Σύμφωνα με το άρθρο 67 ν. 2190/1920, η μετατροπή της ΕΠΕ σε ΕΠΕ απαιτεί απόφαση των εταίρων που λαμβάνεται από μια πλειοψηφία τριών τετάρτων της συνέλευσης, μετά από προηγούμενη εκτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού. Η απόφαση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει το καταστατικό της εταιρείας, τη σύνθεση του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου και να υποβληθεί στην αρμόδια υπηρεσία προς δημοσίευση.

Μετατροπή της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας σε μια εταιρεία περιορισμένης γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 53 ν. 3190/1955 με συμβολαιογραφική πράξη. Η συμβολαιογραφική πράξη πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που είναι απαραίτητα να αναφέρονται σ’ ένα καταστατικό ΕΠΕ.

Σύμφωνα με το άρθρο 67 § 2 ν. 2190/1920, η μετατροπή της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας σε ανώνυμη εταιρία γίνεται με ομόφωνη απόφαση όλων των εταίρων και μετά από προηγούμενη εκτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού.

Η επωνυμία του νομικού προσώπου που μετατρέπεται μπορεί να διατηρηθεί ως μέρος της επωνυμίας της ΕΠΕ. Μετά την μετατροπή, η προσωπική ευθύνη των ομόρρυθμών εταίρων, παραμένει σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει πριν την μετατροπή.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΥΘΥΝΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΑΕ Ή ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΕΠΕ ΓΙΑ ΧΡΕΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Ο νόμος προβλέπει, εις ολόκληρον ευθύνη του διαχειριστή για τα χρέη της ΕΠΕ προς το Δημόσιο από φόρους εισοδήματος και παρακρατούμενους φόρους, ανεξαρτήτως αν οι εταίροι λάβουν απόφαση περί αναβιώσεως ή παρατάσεως της διαρκείας της. Η προστασία του διαχειριστή παρέχεται με προσφυγή …

  

ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου αλλά και με αίτηση αναστολής προκειμένου να ακυρωθεί η σχετική πράξη της Εφορίας.

 

Η ίδια ευθύνη αλλά και προστασία προβλέπεται στον νόμο και για τον διευθύνοντα σύμβουλο της ΑΕ ή εκπρόσωπο της ΑΕ.

 

Σε κάθε περίπτωση, οι προϋποθέσεις του νόμου είναι περίπλοκες και μπορεί υπό προϋποθέσεις (ειδικά με βάση την τελευταία τροποποίηση του νόμου) να μην ευθύνεται ο διαχειριστής για τα χρέη της εταιρείας προς το Δημόσιο.

 

Δύο είναι τα σημαντικά ζητήματα που πρέπει να γίνουν σαφή ως προς την προστασία ενός διαχειριστή ΕΠΕ (ή και διευθύνοντος συμβούλου ΑΕ καθώς υπάρχει νομική ομοιότητα) και τις ενέργειες που πρέπει να κάνει:

α) η προθεσμία για δικαστική προσφυγή και προστασία κατά της πράξης του Δημοσίου (Εφορία, ΙΚΑ, ΕΦΚΑ) είναι πάρα πολύ σύντομες και πρέπει άμεσα να προστρέξει στον δικηγόρο του καθώς η απώλεια των προθεσμιών εκ του νόμου οδηγεί σε οριστική απώλεια της δυνατότητας δικαστικής προστασίας,

β) η προστασία στον διοικούμενο-πολίτη μπορεί να είναι δικαστικώς πολυεπίπεδη δηλαδή να προβληθεί και να προκληθεί από τον δικηγόρο του πελάτη δικαστικώς η ακυρότητα της ίδιας της πράξης επιβολής φόρου/προστίμου/δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων είτε για λόγους τυπικούς ήτοι διαδικαστικά λάθη της Διοίκησης στην έκδοση της πράξης είσπραξης και δέσμευσης είτε και για λόγους ουσιαστικούς ήτοι για λόγους που αφορούν στο ίδιο το ποσό και το αβάσιμο της αξίωσης του Δημοσίου.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2022 by spiliopouloslaw

ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ

 

Η διάσπαση των ανωνύμων εταιρειών, διέπεται από τα άρθρα 81-89 του ν. 2190/1920 και εμφανίζεται με τις εξής μορφές:

 

  1. Η διάσπαση με απορρόφηση, γίνεται με την μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων μίας ανώνυμης εταιρείας (που λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση) σε άλλη προϋπάρχουσα ανώνυμη εταιρεία.
  2. Η διάσπαση με σύσταση νέων εταιρειών, γίνεται με την μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων μίας ανώνυμης εταιρείας (που λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση) σε άλλες ανώνυμες εταιρείες, που συνιστώνται ταυτόχρονα έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών που εκδίδονται από τις επωφελούμενες εταιρίες
  3. Η διάσπαση με απορρόφηση και σύσταση νέων εταιρειών, γίνεται με την μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων μίας ανώνυμης εταιρείας (που λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση) εν μέρει σε άλλες υφιστάμενες ανώνυμες εταιρείες και εν μέρει σε άλλες ανώνυμες εταιρείες, που συστήνονται ταυτόχρονα έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών που εκδίδονται από τις επωφελούμενες εταιρίες.

Σύμφωνα με το άρθρο 84 ν. 2190/1920, απαιτείται η λήψη απόφασης από τις γενικές συνελεύσεις όλων των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 82 ν. 2190/1920, τα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση της επιχείρησης πρέπει να καταρτίσουν εγγράφως μία σύμβαση διάσπασης, η οποία θα πρέπει αντίστοιχα να περιέχει τα στοιχεία που αναφέρονται ανωτέρω στην περίπτωση της συγχώνευσης.

Για την έκθεση σχετικά με τη διάσπαση και τις δηλώσεις για την συγχώνευση εταιρειών εφαρμόζονται αναλόγως τα άρ. 71-74 ν. 2190/1920.

Σύμφωνα με το άρ. 88 ν. 2190/1920, ισχύουν για τη διάσπαση με σύσταση νέων εταιρειών, όσα αναφέρονται στα άρ. 82-86 ν. 2190/1920.

Για τη διάσπαση με απορρόφηση και σύσταση νέων εταιρειών εφαρμόζονται, κατ’ άρ. 89 ν. 2190/1920, όσα αναφέρονται στα άρ. 81 παρ. 4, 82-87 ν. 2190/1920.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕΣΩ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ

Τετάρτη, 02 Μαρτίου 2022 by spiliopouloslaw

Η νομική μορφή μιας υφιστάμενης εταιρείας, είναι δυνατόν να μεταβληθεί στο πλαίσιο του θεσμού της μετατροπής στη νομική μορφή άλλης εταιρείας. Στο ελληνικό δίκαιο δεν υφίσταται συγκεντρωτικός νόμος περί της μετατροπής εταιρειών, αλλά οι σχετικές διατάξεις προβλέπονται στα οικεία νομοθετήματα των εταιρειών, όπως το άρ. 66 ν. 2190/1920 και 51 ν. 3190/1955.

Μια ΑΕ, μπορεί να μετατραπεί σε ΕΠΕ σύμφωνα με τα άρ. 51 ν. 2190/1920 και 66 ν. 3190/1955, με τη λήψη απόφασης της γενικής συνέλευσης με συμβολαιογραφικό έγγραφο  κατόπιν εκτίμησης του ενεργητικού και παθητικού της.

Στην απόφαση πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όροι του καταστατικού της ΕΠΕ, ενώ πρέπει να τηρηθούν οι προϋποθέσεις και υποχρεώσεις που προβλέπονται σχετικά με την ίδρυση της ΕΠΕ.

Η μετατροπή μιας ΕΠΕ και σε ΑΕ απαιτεί, σύμφωνα με το άρ. 67 ν. 2190/1920 απόφαση της συνέλευσης των εταίρων της ΕΠΕ, με πλειοψηφία 3/4 και κατόπιν διενέργειας εκτίμησης του ενεργητικού και παθητικού. Η συμβολαιογραφική απόφαση περί μετατροπής πρέπει να περιέχει το καταστατικό της ΑΕ, στοιχεία για τη σύνθεση του πρώτου διοικητικού συμβουλίου καθώς και τις ακόλουθες πληροφορίες, ενώ πρέπει να κατατεθεί προς έγκριση στην αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου ανάπτυξης:

  • τη νομική μορφή που λαμβάνει η εταιρεία μέσω της μετατροπής
  • την επωνυμία της εταιρείας
  • τη συμμετοχή των εταίρων στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας κατά τις ισχύουσες διατάξεις
  • τον αριθμό και είδος των μετοχών/μεριδίων που λαμβάνουν οι μέτοχοι
  • τα δικαιώματα των διαφόρων ειδών μετόχων
  • πιθανώς επιπλέον ρυθμίσεις ανάλογα με την περίπτωση

Πρωτίστως, πρέπει να διενεργηθεί η αποτίμηση της αξίας του ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας. Η μετατροπή υπόκειται σε υποχρεώσεις δημοσιότητας του αντιστοίχου τύπου της μορφής προς την οποία μετατρέπεται η εταιρεία.

Η μετατροπή μιας ομόρρυθμης (ΟΕ) ή ετερόρρυθμης (ΕΕ) εταιρίας σε ΕΠΕ, είναι δυνατή κατ’ άρ. 53 ν. 3190/1955, με συμβολαιογραφική σύμβαση μετατροπής, που πρέπει να περιέχει το αναγκαίο περιεχόμενο που αναφέρθηκε και στην περίπτωση της μετατροπής της ΑΕ σε ΕΠΕ.

Η μετατροπή μιας ΟΕ ή ΕΕ σε ΑΕ είναι δυνατή κατ’ άρ. 67 παρ. 2 ν. 2190/1920, εφόσον δε συμφωνήθηκε κάτι διαφορετικό στο καταστατικό, με ομόφωνη απόφαση των εταίρων και κατόπιν εκτίμησης του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρείας.

Η επωνυμία της μετατρεπομένης εταιρείας, μπορεί να διατηρηθεί με αντικατάσταση μόνο της νομικής μορφής. Οι προσωπικά ευθυνόμενοι εταίροι της ΟΕ ή ΕΕ, ευθύνονται μετά την ίδρυση για τις παλαιές οφειλές της μετατρεπομένης εταιρείας, μέχρι την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας και για πέντε ακόμη έτη.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΟΦΕΙΛΗΣ- ΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΥΡΗ Η ΕΞΟΦΛΗΤΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ

Τετάρτη, 02 Μαρτίου 2022 by spiliopouloslaw

Ο οφειλέτης που εξοφλεί, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει εξοφλητική απόδειξη, ακόμη και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο όμως πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη της. Επιπλέον, στο κείμενο της απόδειξης πρέπει να προσδιορίζεται, αναλυτικά, το είδος της παροχής που καταβλήθηκε, και η αιτία της καταβολής, άλλως η απόδειξη είναι αόριστη.

 

Όταν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ο εκδότης της εξοφλητικής απόδειξης δεν μπορεί να επικαλεστεί μεταγενέστερα ότι η δήλωσή του που περιέχεται στην εξοφλητική απόδειξη δεν προέρχεται από τον ίδιο (μπορεί μόνο να προσβάλει το έγγραφο ως πλαστό). Ανταπόδειξη όμως επιτρέπεται ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης. Εάν το ιδιωτικό έγγραφο δεν έχει τον τύπο και τα στοιχεία εξοφλητικής απόδειξης, αλλά μιας δήλωσης περί μη οφειλής, η δήλωση αυτή αποτελεί απλή ομολογία γεγονότων.

 

Σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου 1218/2020:

“Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ.1 και 424 εδ. α' ΑΚ συνάγεται ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής που αποτελεί το αντικείμενό της. Σε περίπτωση προβολής από τον οφειλέτη της ένστασης καταβολής (εξόφλησης), πρέπει αυτός να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΑΠ 594/1999, ΑΠ 1482/1995, ΑΠ 1007/1995), την παροχή που καταβλήθηκε. Αν πρόκειται για χρηματική παροχή, πρέπει, για το ορισμένο της ένστασης, να αναφέρει τόσο στο συνολικό ποσό, όσο και τα επί μέρους κονδύλια, τα οποία το απαρτίζουν, την αιτία καθώς και τον χρόνο καταβολής, όχι, όμως, και τον ισχυρισμό, ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, το οποίο εξυπακούεται (ΑΠ 555/2008, ΑΠ 894/2007, ΑΠ 1405/2006, ΑΠ 1086/2006). Κατά τη διάταξη του άρθρου 424 ΑΚ, ο οφειλέτης, καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα, να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου. Από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους . Στο κείμενο της απόδειξης πρέπει να προσδιορίζεται, αναλυτικά, το είδος της παροχής που καταβλήθηκε, και η αιτία της καταβολής, άλλως η απόδειξη είναι αόριστη (ΑΠ 24/2000). Για την απόδειξη αρκεί ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, δηλαδή η απόδειξη πρέπει να φέρει ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη της (άρθρο 160 παρ.1 ΑΚ (ΑΠ 1537/2013, ΑΠ 680/2003). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση άρνησης, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δήλωσης από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (άρθρα 460, 461, 463 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 1254/2010). Η ως άνω αποδεικτική δύναμη (πλήρης απόδειξη) αναφέρεται μόνο στο ότι αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου. Δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης. Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης, επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΑΠ 1930/2013, ΑΠ 1051/2010, ΑΠ 1071/2010). Ως ανταπόδειξη στο άρθρο 445 ΑΚ, νοείται η απόδειξη του αντιθέτου, χωρίς την ανάγκη προσβολής του εγγράφου για πλαστότητα, με διεξαγωγή κύριας απόδειξης, δηλαδή απόδειξης που διεξάγεται από τον επικαλούμενο ότι η υπογραφή είναι γνήσια, αλλά τέθηκε υπό συνθήκες που δεν τον δεσμεύουν (ΑΠ 1445/2017). Εάν το ιδιωτικό έγγραφο δεν έχει τον τύπο και τα στοιχεία εξοφλητικής απόδειξης, αλλά μιας δήλωσης περί μη οφειλής, και δεν αμφισβητηθεί ή αν αναγνωριστεί η γνησιότητα της υπογραφής του από τον δηλούντα, προκύπτει μεν πλήρης απόδειξη ότι η υπερκείμενη και καλυπτόμενη από την υπογραφή δήλωση προέρχεται από αυτόν, μπορεί, όμως, να αμφισβητηθεί η περιεχόμενη σ' αυτό δήλωση και επιτρέπεται σ' αυτή την περίπτωση ανταπόδειξη ότι το περιεχόμενο δεν είναι αληθινό. Τούτο διότι, στην πραγματικότητα, ως προς το γεγονός της μη οφειλής, η δήλωση που περιέχεται σ' αυτό το ιδιωτικό έγγραφο, δεν είναι δικαιοπρακτική, αλλά απλή ομολογία γεγονότων, και έχει την αποδεικτική δύναμη της εξώδικης ομολογίας, του άρθρου 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και μπορεί να ανακληθεί αν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 891/2012, ΑΠ 1382/2010, ΑΠ 646/2009)”.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΑΓΩΓΗ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΜΕΛΩΝ Δ.Σ. – ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ

Τετάρτη, 02 Μαρτίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Αναφορικά με τα πρόσωπα και την εν γένει διαδικασία έγερσης αξιώσεων της ανώνυμης εταιρείας κατά των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου, στον Ν. 4548/2018  περιέχονται σχετικές καθοριστικές διατάξεις. Στα πλαίσια, λοιπόν,  του άρθρου 102 του ως άνω Νόμου, ορίζονται οι προϋποθέσεις ευθύνης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, ..

  

ενώ στα άρθρα 104 και 105 εκείνες, υπό τις οποίες μπορεί συγκεκριμένο ποσοστό της μειοψηφίας των μετόχων (1/20 κατ’ ελάχιστον, αντί του 1/10 που προέβλεπε το άρθρο 22β του Ν. 2190/1920) να ζητήσει την άσκηση σχετικής αγωγής, και σε περίπτωση αδράνειας της εταιρείας, να υποβάλει αίτηση διορισμού ειδικού προς τούτο εκπροσώπου. Συνεπώς, όπως συνέβαινε, αντίστοιχα, και υπό τον προϊσχύσαντα ν. 2190/1920, αν το αίτημα προς το Διοικητικό Συμβούλιο ή η απευθείας αίτηση για διορισμό ειδικού εκπροσώπου, σε περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως της μειοψηφίας (άρθρο 105 § 1 περ. δ` του ν. 4548/2018), υποβληθούν από ποσοστό της μειοψηφίας των μετόχων μικρότερο από το προβλεπόμενο στον Νόμο, τότε ελλείπει η ενεργητική νομιμοποίηση τόσο για τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου όσο και για την άσκηση της εταιρικής αγωγής, οι προϋποθέσεις της οποίας ανάγονται στο ουσιαστικό δίκαιο.

 

Ενόψει των ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι η αποδοχή του αιτήματος για διορισμό ειδικού εκπροσώπου δεν προϋποθέτει, την απόδειξη ή πιθανολόγηση της ύπαρξης εταιρικών αξιώσεων αποζημίωσης κατά των νυν ή πρώην διοικητών της εταιρείας, αλλά απλώς τη συνδρομή των τυπικών/διαδικαστικών προϋποθέσεων κάποιας από τις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στην παρ. 1 του άρθρου 105 του ν. 4548/2018. Απεναντίας, το κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν θα αρκεστεί σε αυτό, ήτοι στην διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του Νόμου, αλλά θα πρέπει να προβεί και σε εξέταση ουσίας, ήτοι κατά πόσον δεν συντρέχει προφανώς υπέρτερο και όχι απλώς υπέρτερο συμφέρον της εταιρείας, που να δικαιολογεί τη μη διεξαγωγή δικαστικού αγώνα σε βάρος των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

 

Στο σημείο αυτό υπάρχει διαφοροποίηση από το καθεστώς του Ν. 2190/1920, κατά το οποίο το Δικαστήριο δεν δικαιούτο να κρίνει την ουσιαστική και νομική βασιμότητα της υπό άσκηση αγωγής, ούτε να ερευνήσει το συμφέρον της εταιρείας προς άσκησή της. Η διαφοροποίηση αυτή είναι επιβεβλημένη, προκειμένου να βρίσκεται σε αρμονία με την υποχρέωση του Διοικητικού Συμβουλίου, να σταθμίζει το εταιρικό συμφέρον πριν προβεί στην άσκηση της εταιρικής αγωγής, είτε αυτοβούλως είτε κατόπιν αιτήσεως των μετόχων. Θα ήταν, δηλαδή, παράδοξο να απαιτείται η στάθμιση του εταιρικού συμφέροντος από το Διοικητικό Συμβούλιο πριν ασκήσει την εταιρική αγωγή, και εφόσον έκρινε την έλλειψη συνδρομής του, να διορίζεται ειδικός εκπρόσωπος από το Δικαστήριο με μόνο τον έλεγχο των τυπικών προϋποθέσεων (βλ. Α. Χριστοδούλου «Παρατηρήσεις επί των άρθρων 103-105 του ν. 4548/2018 αναφορικά με την άσκηση της εταιρικής αγωγής», ΔΕΕ 2011/1267 επ., Ν. Τέλλης «εσωτερική ευθύνη των διοικητών ΑΕ-άσκηση της εταιρικής αγωγής-μια πρώτη προσέγγιση υπό το φως του νέου δικαίου της ΑΕ», ΕπισκΕμπΔ 2019/38 επ).

 

Όπως, επισημαίνεται στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. 132/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (ΤΝΠ NOMOS): «[…] Το εταιρικό συμφέρον, λόγω και της γενικότητας της άνω έννοιας, το οποίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 103 του ίδιου ως άνω Νόμου, πρέπει να σταθμίσει το Διοικητικό Συμβούλιο προκειμένου να ασκήσει αγωγή κατά μελών του, είναι πολλές φορές ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπιστεί και οι σχετικές σταθμίσεις δυσχερές να αποτιμηθούν, αποτελώντας ζήτημα ούτως ή άλλως εξαιρετικά ρευστό, αφού η στάθμιση στην οποία αναφέρεται η διάταξη, αποφασίζεται βάσει του κανόνα της επιχειρηματικής κρίσης, η υπέρβαση των ορίων του οποίου δύσκολα διαπιστώνεται, ενώ ακόμα πιο δύσκολα μπορούν να ληφθούν μέτρα προστασίας από τους μετόχους σε περίπτωση αυθαίρετης κρίσης, με αποτέλεσμα ένα σπουδαίο όπλο της μειοψηφίας για την προστασία των συμφερόντων της και εκείνων της εταιρείας, να κινδυνεύει να μείνει αναποτελεσματικό (βλ. Ν. Ρόκας «Ο νέος νόμος για τις ανώνυμες εταιρίες», ΝοΒ 67.258 επ.). Για παράδειγμα, στην αιτιολογική έκθεση του άνω νόμου αναφέρεται ότι «...... Το εταιρικό συμφέρον ενδέχεται υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης να αντιτίθεται προφανώς στην άσκηση των αξιώσεων, εάν η σύγκριση ωφέλειας και ζημίας είναι αρνητική, πχ όταν υπάρχει κίνδυνος έντονης αρνητικής δημοσιότητας σε βάρος της εταιρείας, ή ανάλωσης των προσπαθειών και των πόρων της σε μακροχρόνιο και αμφίβολης έκβασης δικαστικό αγώνα, ενόψει ιδίως της αφερεγγυότητας της αντίδικης πλευράς». Ωστόσο, στην πράξη μπορεί να είναι δύσκολο να αποτιμηθούν τα παραπάνω στοιχεία και έτσι το δσ θα πρέπει να καταλήγει στην απόφαση μη άσκησης εταιρικής αγωγής μόνο σε πολύ προφανείς περιπτώσεις, όπου η ζημία της εταιρείας είναι οφθαλμοφανώς μικρότερη σε σχέση με τα έξοδα διεκδίκησής της ή με τον αρνητικό αντίκτυπο τυχόν αρνητικής δημοσιότητας, ιδίως από καταχρηστικές ή και εκβιαστικές αιτήσεις της μειοψηφίας, διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος τα μέλη του να βρεθούν υπεύθυνα έναντι της εταιρείας για παράβαση των καθηκόντων τους. Πάντως η υπερβολικά γενική και αφηρημένη έννοια του «εταιρικού συμφέροντος» και το συχνά δυσδιάκριτο περιεχόμενο αυτού, υπάρχει σοβαρή περίπτωση να αφήσει χώρο στην πράξη για καταχρηστικές πρακτικές από πλευράς δσ, το οποίο επικαλούμενο δήθεν εταιρικό συμφέρον να αποφεύγει την άσκηση εταιρικής αγωγής (Α. Χριστοδούλου Ν. Ρόκας ό.π) […]».

 

Τα ίδια ως άνω, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει να γίνουν δεκτά και στην περίπτωση του άρθρου 105, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι η σχετική αρνητική δημοσιότητα δημιουργείται ήδη με την αίτηση της μειοψηφίας προς το δικαστήριο για τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου. Έπειτα, το δικαστήριο εμπλέκεται σε στάθμιση και αξιολόγηση καθαρά επιχειρηματικών αποφάσεων με αμφίβολο αποτέλεσμα, κατά πόσο δηλαδή η έννοια του «εταιρικού συμφέροντος» θα εφαρμοστεί σωστά (Ν. Ρόκας όπ). Ειδικώς, δε, στην περίπτωση του άρθρου 105 του ανωτέρω Νόμου, από την ανάγκη συνδρομής «προφανώς υπέρτερου συμφέροντος της εταιρείας» υποδηλώνεται η βούληση του νομοθέτη να προβαίνει ο δικαστής σε φειδωλή χρήση αυτής της δυνατότητας σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες επί ενασκήσεως των επίμαχων αξιώσεων το νομικό πρόσωπο θα εκτίθετο σε επαρκώς στοιχειοθετημένο κίνδυνο σημαντικής βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, όπως τρώσης της φήμης, του κύρους και της αξιοπιστίας της, κατά τα άνω.  Παρ’ όλο μάλιστα που το γράμμα του νόμου αρκείται στο να δικαιολογεί απλώς το υπέρτερο εταιρικό συμφέρον και όχι να επιβάλλει τη μη διεξαγωγή δικαστικού αγώνα, ο δικαστής στην πράξη, για να αρνηθεί τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου, καλείται ουσιαστικά να κάνει έλεγχο που θυμίζει έλεγχο αναλογικότητας, ήτοι θα πρέπει ο μη διορισμός ειδικού εκπροσώπου, με άλλα λόγια η μη διεξαγωγή της δίκης κατά των εταιρικών διοικητών, να μην είναι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του εταιρικού συμφέροντος και να αντέχει επιτυχώς έναν έλεγχο κόστους-ωφέλειας, από τη σκοπιά των εταιρικών συμφερόντων (Ν. Τέλλης ό.π).

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΙΔΙΚΟ ΦΟΡΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ (Ε.Φ.Α.)

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

Στα πλαίσια της ενημέρωσης των πολιτών αναφορικά με ζητήματα που αφορούν στο ισχύον φορολογικό καθεστώς, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων εξέδωσε έναν αναλυτικό οδηγό με ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με τον Ειδικό Φόρο επί των ακινήτων. Ειδικότερα:

 

 Ποιοί είναι υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης ειδικού φόρου επί των ακινήτων (Ε.Φ.Α.);

Υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης ειδικού φόρου επί των ακινήτων είναι:

α) Οι νομικές οντότητες και τα νομικά πρόσωπα που έχουν δικαιώματα πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας σε ακίνητα τα οποία βρίσκονται στην Ελλάδα και δεν υπάγονται σε μια από τις ρητά και περιοριστικά αναφερόμενες εξαιρέσεις στο άρθρο 15 του ν. 3091/2002 (Α’ 330).

β) Ανεξάρτητα από το εάν απαλλάσσονται ή μη από τον φόρο, εφόσον ανήκουν σε μια από τις κατωτέρω κατηγορίες:

βα) Ανώνυμες εταιρείες και εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, οι οποίες έχουν ως σκοπό, σύμφωνα με το καταστατικό τους, την αγορά, διαχείριση, επένδυση και εκμετάλλευση ακινήτων, ανεξάρτητα από το αν έχουν έσοδα από τη δραστηριότητα αυτή.

ββ) Ναυτιλιακές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 89/1967 (Α΄132), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και πλοιοκτήτριες εταιρείες εμπορικών πλοίων.

βγ) Νομικά πρόσωπα, τα οποία αποδεδειγμένα επιδιώκουν στην Ελλάδα σκοπούς κοινωφελείς, πολιτιστικούς, θρησκευτικούς, εκπαιδευτικούς.

βδ) Εταιρείες που έχουν την έδρα τους, σύμφωνα με το καταστατικό τους, στην Ελλάδα ή σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων το σύνολο των ονομαστικών μετοχών, μεριδίων ή μερίδων ανήκουν σε ίδρυμα ημεδαπό ή αλλοδαπό, εφόσον αποδεδειγμένα επιδιώκει στην Ελλάδα κοινωφελείς σκοπούς.

Στις περιπτώσεις ββ’, βγ’ και βδ’, εφόσον συντρέχει περίπτωση απαλλαγής από τον φόρο (σχετ. άρθρο 15, παρ. 2, περ. γ΄ και στ΄ και παρ. 3, περ. δ΄), αυτή χορηγείται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., κατ’ έτος, μετά από έλεγχο των δικαιολογητικών που προσκομίζει το νομικό πρόσωπο.

 

  1. Πότε υποβάλλεται η δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων;

Η δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων υποβάλλεται μέχρι την 20ή Μαΐου του έτους φορολογίας.

 

  1. Πώς υποβάλλεται η αρχική δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων;

Από το έτος 2014 η αρχική δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου.

 

  1. Πώς υποβάλλεται η τροποποιητική δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων;

Η τροποποιητική δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων υποβάλλεται χειρόγραφα στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., στον οποίο έχει υποβληθεί η αρχική ηλεκτρονική δήλωση.

 

  1. Υποχρεούνται τα νομικά πρόσωπα που απαλλάσσονται να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά απαλλαγής στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ.;

Τα νομικά πρόσωπα οφείλουν να φυλάσσουν τα δικαιολογητικά απαλλαγής στην έδρα της επιχείρησής τους και να τα προσκομίζουν σε κάθε περίπτωση που αυτά θα ζητηθούν, με εξαίρεση τα νομικά πρόσωπα των περ. γ΄ και στ΄ της παρ. 2 και αυτά της περ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 3091/2002, τα οποία υποβάλλουν στη Δ.Ο.Υ. τα σχετικά δικαιολογητικά για τη χορήγηση της απαλλαγής. Σε περίπτωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης ειδικού φόρου επί ακινήτων, η οποία υποβάλλεται χειρόγραφα, συνυποβάλλονται και τα απαιτούμενα, κατά περίπτωση, δικαιολογητικά.

 

  1. Με τι συντελεστή φορολογούνται τα νομικά πρόσωπα που είναι υποκείμενα σε ειδικό φόρο επί των ακινήτων;

Από το έτος 2010 και για κάθε επόμενο ο συντελεστής φορολόγησης είναι 15% επί της αξίας των ακινήτων, όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 17 του ν. 3091/2002.

 

  1. Προσωπικές εταιρείες (Ο.Ε., Ε.Ε.) που εξαιρούνται από τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων είναι υπόχρεες σε υποβολή δήλωσης;

ΟΧΙ. Οι προσωπικές εταιρείες, εφόσον απαλλάσσονται, δεν υποχρεούνται στην υποβολή δήλωσης, οφείλουν όμως να φυλάσσουν τα δικαιολογητικά απαλλαγής στην έδρα της επιχείρησής τους και να τα προσκομίζουν σε κάθε περίπτωση που αυτά θα ζητηθούν.

 

  1. Πού ορίζονται τα δικαιολογητικά τα οποία απαιτούνται για τη χορήγηση των απαλλαγών;

Τα δικαιολογητικά τα οποία απαιτούνται για την εξαίρεση από την καταβολή του ειδικού φόρου επί των ακινήτων ορίζονται στην ΠΟΛ 1056/2017 (Β’ 1325, ΑΔΑ: 70ΚΣΗ-ΝΘ2) Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., όπως τροποποιήθηκε με την ΠΟΛ 1081/2018 (Β΄1768, ΑΔΑ: ΩΦ6Τ46ΜΠ3Ζ-ΡΨΒ) Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..

 

  1. Ποια είναι η διαδικασία χορήγησης της απαλλαγής στα νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων γ’ και στ’ της παρ. 2 και της περ. δ’ της παρ. 3;

Ο νόμιμος εκπρόσωπος των ανωτέρω νομικών προσώπων υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του Ιανουαρίου κάθε έτους και προσκομίζει και τα απαραίτητα δικαιολογητικά, όπως αυτά αναγράφονται στην ΠΟΛ 1056/2017 Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., για κάθε κατηγορία προσώπου και η απαλλαγή χορηγείται από τον αρμόδιο προϊστάμενο.

 

  1. Ποιες είναι οι κυρώσεις στην περίπτωση που δεν υποβληθεί δήλωση από το νομικό πρόσωπο, ενώ έχει αυτή την υποχρέωση;

Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης ειδικού φόρου επί των ακινήτων από το νομικό πρόσωπο επιβάλλονται οι ακόλουθες κυρώσεις:

α) αυτοτελές πρόστιμο το οποίο ορίζεται στο ποσό των εκατό (100) €, εφόσον δεν προκύπτει με τη δήλωση ποσό φόρου για καταβολή,

β) εφόσον προκύπτει ποσό φόρου για καταβολή, πέραν του ανωτέρω αυτοτελούς προστίμου επιβάλλεται και τόκος για κάθε μήνα καθυστέρησης

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  • 14
  • 15
  • 16
  • 17
  • 18

Δίπλα σας αποτελεσματικά & με συνέπεια

Επικοινωνήστε μαζί μας

Please enable JavaScript in your browser to complete this form.
Ονομ/νυμο *
Loading

ΒΑΣΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Εμπορικό Δίκαιο - Εταιρείες
Τροχαία Ατυχήματα
Ακίνητα - Διαχείριση Ακινήτων
Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία - Σήματα
Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
Διοικητικό Δίκαιο
Εργατικό Δίκαιο
Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες

ΠΡΟΦΙΛ

Αρχική
Το Γραφείο μας
Τομείς Δραστηριότητας
Υποθέσεις
Συνεργάτες
Νομικά Θέματα για Ιδιώτες
Νομικά Θέματα για Επιχειρήσεις
Πελατολόγιο
Επικοινωνία
Όροι Χρήσης - Πολιτική Απορρήτου - Πολιτική Χρήσης Cookies

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΠΗΛΙΟΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ & Συνεργάτες
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Βουκουρεστίου 18, Αθήνα 106 71
210 3387530, 210 3387540
E-mail: spilios@spiliopouloslaw.com

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Αποτυχία, παρακαλούμε προσπαθήστε ξανά.
Σας ευχαριστούμε για την εγγραφή σας.

© 2024 - spiliopouloslaw.com

TOP

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε τη βέλτιστη εμπειρία πλοήγησης στον ιστότοπό μας.

Μπορείτε να μάθετε ποια cookies χρησιμοποιούμε ή να τα απενεργοποιήσετε στις .

  • English (Αγγλικά)
  • Ελληνικά
Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες
Powered by  GDPR Cookie Compliance
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Απολύτως απαραίτητα cookies

Το αυστηρώς απαραίτητο cookie θα πρέπει να είναι ενεργοποιημένο ανά πάσα στιγμή, ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας για ρυθμίσεις cookie.

Εάν απενεργοποιήσετε αυτό το cookie, δεν θα μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που επισκέπτεστε αυτόν τον ιστότοπο θα χρειαστεί να ενεργοποιήσετε ή να απενεργοποιήσετε ξανά τα cookies.

Στατιστικά

Τα στατιστικά cookie βοηθούν τους κατόχους ιστοτόπων να κατανοήσουν πώς αλληλεπιδρούν οι επισκέπτες με ιστότοπους συλλέγοντας και αναφέροντας πληροφορίες ανώνυμα.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Marketing

Τα cookies μάρκετινγκ χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των επισκεπτών σε ιστότοπους. Η πρόθεση είναι να προβάλλονται διαφημίσεις που είναι σχετικές και ελκυστικές για τον μεμονωμένο χρήστη και, ως εκ τούτου, πιο πολύτιμες για εκδότες και διαφημιστές τρίτων.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Πολιτική Cookies

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Πολιτική Cookie