Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες

+30 210 3387530Κλείστε Ραντεβού
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΣ
  • ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
    • Εμπορικό Δίκαιο – Εταιρείες
    • Τροχαία Ατυχήματα
    • Ακίνητα – Αγοραπωλησίες – Μισθώσεις
    • Ακίνητα – Διαχείριση Ακινήτων
    • Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
    • Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
    • Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία – Σήματα
    • Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
    • Διοικητικό Δίκαιο
    • Εργατικό Δίκαιο
    • Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
    • Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
    • Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες
  • ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
  • ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
  • ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
    • Για Ιδιώτες
    • Για Επιχειρήσεις
  • ΠΕΛΑΤΟΛΟΓΙΟ
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • English
  • Ελληνικά
  • Home
  • ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  • Archive from category "ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ"
  • Page 15

ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ – ΥΠΟΜΙΣΘΩΣΗ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ

Παρασκευή, 03 Ιουνίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου «1.Η ολική ή μερική παραχώρηση του μισθίου σε τρίτον δεν επιτρέπεται εκτός από αντίθετη συμφωνία των μερών… 2. Αν συναφθεί υπομίσθωση, παρά την απαγόρευση της προηγούμενης παραγράφου, ο ιδιοκτήτης ή ο εκμισθωτής μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση χωρίς να υποχρεούται να αποζημιώσει το μισθωτή».

Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει και τις εμπορικές μισθώσεις που συνάπτονται μετά την 28/2/2014.

 

Στο πλαίσιο επομένως συναφθείσας εμπορικής μισθώσεως, απαγορεύεται στον μισθωτή να παραχωρήσει ολικώς ή μερικώς το μίσθιο σε οποιονδήποτε τρίτο, εφόσον δεν του έχει παρασχεθεί τέτοιο δικαίωμα κατόπιν προηγηθείσας συμφωνίας του με τον εκμισθωτή.

Παρότι η εν λόγω διάταξη δεν αναφέρεται στην υπομίσθωση, παρέπεται ότι η απαγόρευση που εισάγει εκτείνεται και επ’ αυτής, ενόψει της διατυπώσεως της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου, εκ της οποίας προκύπτει σαφώς η βούληση του νομοθέτη να αποκλείσει τη δυνατότητα υπεκμισθώσεως επί εμπορικών μισθώσεων, αλλά και κατά λογική ερμηνεία της, αφού και υπό τις δύο αυτές νομικές έννοιες το μη επιθυμητό αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: η αποφυγή της παρουσίας στο μίσθιο προσώπων μη συνδεομένων με οποιονδήποτε συμβατικό δεσμό με τον εκμισθωτή.

Η διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ. 34/1995 περί απαγόρευσης της παραχώρησης της χρήσης του μισθίου είναι, ωστόσο, ενδοτικού δικαίου, που σημαίνει ότι επιτρέπεται να συμφωνηθεί το αντίθετο από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Η υπομίσθωση είναι νέα και αυτοτελής μισθωτική σύμβαση, συναπτόμενη στο πλαίσιο της κύριας μισθωτικής – η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικά αντισυμβληθέντων όπως είχε συνομολογηθεί και δεν αλλοιώνεται υποκειμενικά – χωρίς να έχει οποιαδήποτε επίδραση στις σχέσεις μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή/υπεκμισθωτή, ο οποίος μισθωτής/υπεκμισθωτής παραμένει υπευθύνος έναντι του εκμισθωτή παρά την ύπαρξη υπομισθωτή στο μίσθιο.

Ο υπομισθωτής δεν υπεισέρχεται στην κύρια μίσθωση, έστω κι αν έχει συμφωνηθεί ότι θα ευθύνεται εις ολόκληρον με το μισθωτή για τις υποχρεώσεις του έναντι του εκμισθωτή.

Το ύψος του υπομισθώματος συνομολογείται από τους συμβαλλομένους, ήτοι από το μισθωτή/υπεκμισθωτή και τον υπομισθωτή, ελεύθερα και ανεξάρτητα από τη διαμόρφωσή του στο πλαίσιο της κύριας μίσθωσης.

Η καταβολή του μισθώματος στον εκμισθωτή απ’ ευθείας από τον υπομισθωτή (αντί του οφειλέτη μισθωτή) και η άνευ εναντιώσεως του εκμισθωτή είσπραξή του δεν αρκεί για να υποδηλώσει τη συναίνεσή του σε γενομένη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως, ακόμη και αν γίνεται δεκτό ότι εκ της ανοχής του τελευταίου μπορεί να συνάγεται η εκ μέρους του σιωπηρή αποδοχή της υπομισθώσεως.

Η υπομίσθωση ως σύμβαση παρεπόμενη της κύριας μίσθωσης δεν μπορεί να συμφωνηθεί με διάρκεια μεγαλύτερη της κύριας μίσθωσης, ενώ απαιτείται πάντα για το κύρος της η συναίνεση του εκμισθωτή.

Αν η κύρια μίσθωση είναι άκυρη, η υπομίσθωση δεν μπορεί να προβληθεί έναντι του εκμισθωτή, έστω και αν έχει συναφθεί εγκύρως, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της.

Η εμπορική μίσθωση υπάγεται στο προστατευτικό καθεστώς του Π.Δ. 34/1995, μόνο όταν συνάπτεται για να ασκηθεί στο μίσθιο προστατευόμενη δραστηριότητα εκ των προβλεπομένων στο εν λόγω Π.Δ. Εντούτοις, η προστασία αυτή καταλαμβάνει τις υπομισθώσεις μόνο έναντι των υπεκμισθωτών, και όχι των εκμισθωτών, έναντι των οποίων ο υπομισθωτής δεν απολαύει προστασίας αφού δε συνδέεται συμβατικώς μαζί τους.

Συνακόλουθα, εάν λήξει καθ’ οιονδήποτε τρόπο η μίσθωση, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση της χρήσεως του μισθίου τόσο από το μισθωτή όσο και από τον υπομισθωτή, έστω και αν η μίσθωση απολαμβάνει την προστασία του Π.Δ. 24/1995.

Επιπλέον, παρέχεται δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης άνευ αποζημιώσεως του μισθωτή, αν αυτός έχει προβεί σε υπεκμίσθωση παρά την απαγόρευση της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου που αναφέρεται γενικότερα στην ολική ή μερική παραχώρηση της χρήσης του μισθίου.

Δικαίωμα καταγγελίας δεν υφίσταται, αν η γενομένη παραχώρηση χρήσεως του μισθίου είχε επιτραπεί στο μισθωτή δια συμφωνίας του με τον εκμισθωτή είτε κατά τη σύναψη της μίσθωσης είτε και αργότερα, ρητώς ή σιωπηρώς. Το ίδιο ισχύει και αν ο εκμισθωτής είχε συγκατατεθεί στην παραχώρηση εγκρίνοντάς την εκ των υστέρων.

Η συγκατάθεση του εκμισθωτή αποδεικνύεται και με μάρτυρες, έστω και αν είχε ορισθεί ότι τα συμφωνηθέντα θα μπορούσαν να αποδειχθούν μόνο εξ εγγράφων, δεδομένου ότι η μισθωτική συμφωνία μπορεί να τροποποιείται και προφορικώς, οπότε η απόδειξη χωρεί με κάθε μέσο. 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΑΘΕΜΙΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Τρίτη, 24 Μαΐου 2022 by spiliopouloslaw

Ερμηνεύοντας τον ισχύοντα - με ορισμένες τροποποιήσεις- ήδη από το 1914 νόμο, η παραπλανητική για το κοινό διαφήμιση συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού και μπορεί κάλλιστα να δημιουργήσει υποχρέωση αποζημίωσης για τον παραβάτη. Η διαφήμιση εμπίπτει στον ελεύθερο ανταγωνισμό μόνο εάν όσα δηλώνονται μέσω αυτής είναι αληθή και συνάδουν πράγματι με τα χαρακτηριστικά του διαφημιζόμενου προϊόντος.

 Για να είναι μία διαφήμιση παραπλανητική και κατ’ επέκταση παράνομη θα πρέπει οι πληροφορίες που περιλαμβάνει για το προϊόν να είναι σε τέτοιο βαθμό εσφαλμένες και ανακριβείς έτσι ώστε ο καταναλωτής να οδηγείται ασυνείδητα στην αγορά του. Εάν δε οι πληροφορίες της διαφήμισης για το προϊόν ήταν αληθείς ο καταναλωτής σε καμία περίπτωση δεν θα το αγόραζε. Το κέρδος δηλαδή του επιχειρηματία αποκτάται μέσω τέτοιας διαφήμισης με αθέμιτο τρόπο.

Η «απάτη» του καταναλωτή επιπλέον, γίνεται ακόμη πιο εύκολη με τον βομβαρδισμό που υφιστάμεθα καθημερινά πια από διαφημίσεις όχι τόσο από τον τύπο αλλά κυρίως από την τηλεόραση και το διαδίκτυο. Τα παραδείγματα λοιπόν στην πράξη είναι πολλά και διαφορετικά:

  • Διαφημίζεται σε φυλλάδιο μία ηλεκτρονική συσκευή σε ασυνήθιστα χαμηλή τιμή, όταν όμως ο καταναλωτής εμφανίζεται στο κατάστημα για να την αγοράσει ενημερώνεται ότι στην τιμή δεν συμπεριλαμβάνεται ο Φ.Π.Α.
  • Διαφημίζεται στην τηλεόραση χάπι αδυνατίσματος το οποίο αφενός υπόσχεται ταχύτατη απώλεια κιλών και αφετέρου δηλώνεται ότι έχει προηγηθεί έγκριση του από ιατρούς. Στην πραγματικότητα ούτε έχει ελεγχθεί από ιατρούς ούτε είναι αποτελεσματικό.
  • Διαφημίζεται στο ραδιόφωνο ότι ένα μαγαζί επίπλων κλείνει και ξεπουλάει προσφέροντας όλο το εμπόρευμα σε τιμές «στοκ», απλώς και μόνο για να το επισκεφθούν οι καταναλωτές ενώ στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει αυτό.
  • Διαφημίζεται κινητό τηλέφωνο σε ιστοσελίδα στο διαδίκτυο, αναφέροντας ρητά στην περιγραφή του ότι αποστέλλεται μαζί με ενσύρματα ακουστικά και φορτιστή ενώ τελικά όταν ο καταναλωτής το παραλαμβάνει ενημερώνεται ότι αυτά πωλούνται χωριστά.

 

Η θεμελίωση του δικαιώματος του καταναλωτή που υπήρξε θύμα παραπλανητικής διαφήμισης συνήθως δεν είναι εύκολη μιας και δεν αρκεί να περιλαμβάνει η διαφήμιση ανακριβείς δηλώσεις. Πρέπει επιπροσθέτως να αποδειχθεί, ότι η διαφήμιση επηρέασε ουσιαστικά την βούληση και την πρόθεση του καταναλωτή, πληροφορώντας τον ψευδώς και με εμφατικό τρόπο για τις ιδιότητες του προϊόντος που δεν ανταποκρίνονται, ούτε μερικώς, στην πραγματικότητα.

 

Οποιοδήποτε καταναλωτής που αγόρασε ένα προϊόν το οποίο δεν θα αγόρασε εν τέλει, εάν γνώριζε την πραγματική του κατάσταση και τα αληθινά του χαρακτηριστικά, και, σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν ανταποκρίνεται καθόλου σε όσα παρουσιάζονται στην διαφήμιση, δικαιούται να προβεί σε καταγγελία. Αυτό μπορεί να γίνει είτε δικαστικά, είτε επώνυμα σε κάποιον από τους αρμόδιους φορείς οι οποίοι είναι:

  1. Η Γενική Γραμματεία του Καταναλωτή,
  2. Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.) και
  3. 3. Η Ένωση Εταιρειών Διαφήμισης & Επικοινωνίας Ελλάδος.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟΥ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ Δ.Ε.Η.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2022 by spiliopouloslaw

 

Η καθιέρωση μονοπωλίου στην αγορά μπορεί υπό κάποιες προϋποθέσεις να αποτελέσει συμπεριφορά εμπίπτουσα στο πεδίο του αθέμιτου ανταγωνισμού. Τέτοια περίπτωση φάνηκε να συντρέχει με την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτροδότησης, η οποία έδειχνε να θέλει να εκμεταλλευτεί τη δεσπόζουσα θέση της στον τομέα της ηλεκτροδότησης στην Ελλάδα, γεγονός που θέλησε να ερευνήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή…

  

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ Δ.Ε.Η.- Η ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

 

Η Δ.Ε.Η., είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας χονδρικής αλλά και λιανικής πώλησης στην Ελλάδα. Ανήκε δε κατά πλειοψηφία (ποσοστό 51%) στο Ελληνικό Δημόσιο και εξακολουθεί να ελέγχει τους περισσότερους σταθμούς ηλεκτρικού ρεύματος τόσο τους λιγνιτικούς και υδροηλεκτρικούς όσο και ορισμένους που λειτουργούν με τις σύγχρονες, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όπως είναι το φυσικό αέριο. Έχει επιπλέον αναλάβει την ηλεκτροδότηση πολλών καταναλωτών λιανικής αλλά και επιχειρήσεων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συνεπεία των ανωτέρω, εξέφρασε την ανησυχία αλλά και τις αμφιβολίες της για το αν η συμπεριφορά της Δ.Ε.Η. μπορεί να περιορίσει τον υγιή ανταγωνισμό στην αγορά του ηλεκτρικού ρεύματος. Έκρινε ότι η κυρίαρχη θέση της στην αγορά σε συνδυασμό με τις επιθετικές τεχνικές υποβολής των προσφορών της σε καταναλωτές και επιχειρήσεις εμποδίζουν σε σημαντικό βαθμό την ικανότητα των ανταγωνιστών της Δ.Ε.Η. να συμμετέχουν «επί ίσοις όροις» στον ανταγωνισμό.

Σύμφωνα με την εισήγηση της Αντιπροέδρου της Επιτροπής - και συγκεκριμένα του αρμόδιου για την πολιτική ανταγωνισμού τμήματος-πρωταρχικός στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι η εύρυθμη λειτουργία των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας. Η συμπεριφορά της Δ.Ε.Η. όμως, ιδίως στον χώρο της χονδρικής πώλησης ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα, ενδέχεται να αλλοιώνει το κλίμα ελεύθερου ανταγωνισμού που πρέπει να επικρατεί και, μπορεί να επιβραδύνει τις επενδύσεις στην παραγωγή «πράσινης» ενέργειας. Ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός εξάλλου είναι το καλύτερο μέσο για να παρέχεται ηλεκτρικό ρεύμα σε ανταγωνιστικές τιμές σε επιχειρήσεις και εργοδότες και για να ενισχυθούν οι επενδύσεις σε πιο «πράσινες» πηγές ενέργειας.

 

ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

 

Πράγματι, έχει γνωστοποιηθεί από έγκυρη πηγή ότι από το φθινόπωρο του 2021, γίνονται ανακοινώσεις από τη Δ.Ε.Η. στο Χρηματιστήριο Αθηνών που αφορούν την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και, κατ’ επέκταση, την μείωση του ποσοστού συμμετοχής του κράτους σ’ αυτή και την μεταβίβαση πολλών μετοχών της σε ιδιώτες. Κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως υποστηρίζουν οι υπέρμαχοι της παραπάνω απόφασης:

  • αποφεύγεται η είσοδος κάποιου στρατηγικού επενδυτή στην επιχείρηση, ο οποίος βαθμιαία θα εκμεταλλεύονταν την δεσπόζουσα θέση του και θα δημιουργούσε νέο μονοπώλιο
  • δίνεται η δυνατότητα σε ιδιώτες να εισβάλουν στην εταιρεία, ξεκινώντας επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
  • ανοίγονται σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες σε ξένες αγορές.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η απόφαση δημιούργησε κλίμα έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων.

 

 

 

 

 

 

 

    

 

 

 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΑ ΜΕΡΗ

Τρίτη, 24 Μαΐου 2022 by spiliopouloslaw

 

Βασική αρχή του Δικαίου των Ανωνύμων Εταιρειών είναι η απαγόρευση σύναψης οποιωνδήποτε συμβάσεων της εταιρείας με "συνδεδεμένα πρόσωπα", καθώς και η παροχή ασφαλειών και εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ των προσώπων αυτών, χωρίς ειδική άδεια παρεχόμενη με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή, με τους ειδικούς όρους, της γενικής συνέλευσης των μετόχων.

Εξαίρεση υπάρχει για τις λεγόμενες "τρέχουσες συναλλαγές" και κάποιες άλλες περιπτώσεις που απαριθμεί ο νόμος. Αν δεν συντρέχει τέτοια εξαίρεση, πρέπει το ΔΣ της Εταιρείας να δώσει ειδική άδεια για την κατάρτιση της σύμβασης.

Η απόφαση αυτή του ΔΣ δημοσιεύεται υποχρεωτικά στο ΓΕΜΗ. Εντός δέκα ημερών από τη δημοσίευση το 5% των μετόχων, μπορούν να ζητήσουν τη σύγκληση γενικής συνέλευσης για να αποφασίσει αυτή για το ζήτημα της παροχής της άδειας.

Η σύμβαση για την οποία χορηγήθηκε άδεια από το διοικητικό συμβούλιο θεωρείται οριστικά έγκυρη μόνο μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών ή τη λήψη της άδειας από τη γενική συνέλευση ή την έγγραφη δήλωση του συνόλου των μετόχων προς την εταιρεία ότι δεν προτίθενται να ζητήσουν τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης.

Στην περίπτωση που η συναλλαγή αφορά μέτοχο της εταιρείας, ο συγκεκριμένος μέτοχος μετέχει στην ψηφοφορία της γενικής συνέλευσης και υπολογίζεται για το σχηματισμό της απαρτίας και της πλειοψηφίας στις μη εισηγμένες Εταιρίες.

Στις εισηγμένες όμως, μετέχει στη ΓΣ μόνο αν η άδεια του ΔΣ δόθηκε με τη συμφωνία της πλειοψηφίας των ανεξάρτητων μελών του.

Σε κάθε περίπτωση η χορήγηση της άδειας από τη γενική συνέλευση ματαιώνεται, αν αντιταχθούν σε αυτήν μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου.

Επίσης, στις εισηγμένες Εταιρείες η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή της γενικής συνέλευσης λαμβάνεται με βάση έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ή άλλου ανεξάρτητου προς την εταιρεία τρίτου μέρους, η οποία αξιολογεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη για την εταιρεία και τους μετόχους που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας της εταιρείας, και εξηγεί τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται αυτή, μαζί με τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Τρίτη, 24 Μαΐου 2022 by spiliopouloslaw

Προκύπτει συχνά η γνωστοποίηση επιχειρηματικών απορρήτων σε πρόσωπα εκτός της επιχείρησης (λ.χ. στο πλαίσιο της διενέργειας ενός due diligence για μια επικείμενη εξαγορά ή συγχώνευση). Πάντοτε όμως κοινωνοί επιχειρηματικών απορρήτων γίνονται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, οι εργαζόμενοι.

Οι τελευταίοι βαρύνονται με μιά σειρά παρεπόμενων υποχρεώσεων μεταξύ των οποίων και η υποχρέωση εχεμύθειας. Η παραβίαση της συγκεκριμένης υποχρέωσης δικαιολογεί σημαντικές κυρώσεις σε βάρος του παραβάτη (μεταξύ αυτών και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του).

Οι ρήτρες και υποχρέωση εμπιστευτικότητας είναι δυνατό να επιβάλλονται και μέσω (αυτοτελών) συμφωνητικών εμπιστευτικότητας (NDA). Ενδέχεται να αφορούν εργαζόμενους της επιχείρησης. Είναι, όμως, δυνατό να συνάπτονται και με τρίτους που, για οποιονδήποτε λόγο, γίνονται κοινωνοί επιχειρηματικών απορρήτων. Η διάρκειά τους είναι δυνατό να ταυτίζεται με τη διάρκεια της (όποιας) συμβατικής σχέσης. Μπορεί, όμως, να εκτείνεται και πέρα από αυτή (μετασυμβατικές ρήτρες).

Οι έγγραφες συμφωνίες περί τήρησης του απορρήτου, προσδιορίζουν, κάθε φορά, το περιεχόμενό του. Επίσης: το πλαίσιο (ή/και εύρος) της ζημίας που ενδέχεται να προκαλέσει η παραβίασή του, η οποία, σε διαφορετική περίπτωση, δυσχερώς αποδεικνύεται. Δεν θα πρέπει μάλιστα να διαφεύγει της προσοχής μας πως η εκ των προτέρων συμφωνία για τον τρόπο προσδιορισμού της (δυνητικής) ζημίας διευκολύνει τον υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης.

Είναι δυνατό, στο πλαίσιο αυτό, να συμφωνηθεί: (α) συγκεκριμένη μέθοδος υπολογισμού της ζημίας, (β) συγκεκριμένο ποσό ως κατ’ αποκοπήν αποζημίωση και γ) συγκεκριμένο ποσό ως ποινική ρήτρα.

 

ΠΟΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Ο ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού, αποσκοπεί στη διαφύλαξη του επιχειρηματικού απορρήτου στην προστασία, ιδίως, του φορέα του απορρήτου απέναντι σε πράξεις προσβολής. Η προστασία αυτή είναι ποινικής φύσεως και στο πλαίσιο αυτό, προβλέπονται τέσσερεις αξιόποινες πράξεις, οι οποίες εμπίπτουν στην έννοια του οικονομικού εγκλήματος. Ειδικότερα:

(α) Η ανακοίνωση απορρήτου από εργαζόμενο κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του. Η συγκεκριμένη ανακοίνωση του εργαζομένου προϋποθέτει δόλο του τελευταίου και σκοπό ανταγωνισμού ή πρόθεση βλάβης της επιχείρησης.

(β) Η απαγορευμένη χρησιμοποίηση ή ανακοίνωση απορρήτου από οποιοδήποτε πρόσωπο χρησιμοποιεί ή αποκαλύπτει, χωρίς δικαίωμα, απόρρητο της επιχείρησης. Η γνώση του απορρήτου από τον δράστη πρέπει να έχει γίνει είτε μέσω της ανακοίνωσής του από εργαζόμενο της επιχείρησης είτε με ίδια πράξη του δράστη, αντίθετη στο νόμο ή στα χρηστά ήθη. Παράλληλα, ο δράστης πρέπει να είχε δόλο ως προς τη χρησιμοποίηση ή ανακοίνωση του επιχειρηματικού απορρήτου και να προβαίνει στην πράξη αυτή με σκοπό τον ανταγωνισμό. Δράστης της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης ενδέχεται να είναι και εργαζόμενος μετά τη λύση, με οποιονδήποτε τρόπο, της σχέσης εργασίας του με τον φορέα του επιχειρηματικού απορρήτου.

(γ) Η απαγορευμένη χρησιμοποίηση ή ανακοίνωση εμπιστευμένων σχεδίων, κανόνων τεχνικής φύσης κ.λ.π. Υποκείμενο τέλεσης της εν λόγω αξιόποινης πράξης νοείται τρίτο μόνο πρόσωπο, το οποίο έχει συναλλακτική σχέση με την επιχείρηση στο πλαίσιο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Στο πλαίσιο δε της σχέσης αυτής, ο φορέας του απορρήτου πρέπει έχει εμπιστευθεί στον τρίτο τις περιοριστικά απαριθμούμενες στη διάταξη κατηγορίες απορρήτου. Ως εκ τούτου, δράστης στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να είναι εργαζόμενος της επιχείρησης.

(δ) Η ανεπιτυχής ηθική αυτουργία για την εκτέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων. Ο ηθικός αυτουργός πρέπει να έχει ως σκοπό τον ανταγωνισμό.

Εκτός από τις προβλέψεις του ν. 146/1914, ποινική προστασία επιμέρους κατηγοριών του επιχειρηματικού απορρήτου παρέχεται μέσω σειράς διατάξεων του ΠΚ όταν η παραβίαση απορρήτων σχετίζεται απόρρητα προγράμματα ή δεδομένα Η/Υ ( 370Β και 370Γ ΠΚ).

Προσδιορίζεται λοιπόν ως αξιόποινη πράξη η παραβίαση, μεταξύ άλλων, απορρήτων επιχείρησης. Ως τέτοια «…θεωρούνται και εκείνα που ο νόμιμος κάτοχός τους, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον τα μεταχειρίζεται ως απόρρητα, ιδίως όταν έχει λάβει μέτρα για να παρεμποδίζονται τρίτοι να λάβουν γνώση τους».

Επιβαρυντική περίπτωση υφίσταται όταν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του κατόχου των στοιχείων, καθώς και όταν το απόρρητο είναι ιδιαίτερα μεγάλης οικονομικής σημασίας.

 

 

 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΧΡΗΣΙΔΑΝΕΙΟΥ

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2022 by spiliopouloslaw

Με τη σύμβαση χρησιδανείου, ο χρήστης παραχωρεί στο χρησάμενο, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, χωρίς αντάλλαγμα, πράγμα κινητό ή ακίνητο, ο τελευταίος δε έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης.

Από την διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ, προκύπτει σαφώς ότι το χρησιδάνειο καταρτίζεται με σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του χρησαμένου, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα τύπο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από πράξεις των συμβαλλομένων και με την οποία ο πρώτος παραχωρεί χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση πράγματος, στον δεύτερο, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το επιστρέψει μετά τη λήξη αυτής.

Πρόκειται για σύμβαση που καταρτίζεται μόνο με και από την εκτέλεση της παροχής από τον χρήστη. Επομένως ανάλογα με το περιεχόμενο της σύμβασης, τη φύση της συγκεκριμένης χρήσης και γενικώς των περιστάσεων, η παροχή του χρήστη συνίσταται συνήθως σε πράξη αυτού, δηλαδή στην παράδοση του πράγματος, δηλαδή της φυσικής εξουσίας επ’ αυτού, αλλά δεν αποκλείεται να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή του χρήστη.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο χρησάμενος δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή αυτού, και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στον χρήστη, στο όνομα του τελευταίου, με αποτέλεσμα όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόσει το πράγμα (ΑΠ 407/2009).

Από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης 810 ΑΚ προς αυτήν του άρθρου 816 προκύπτει ότι, αν το χρησιδάνειο ορίστηκε για αόριστο χρόνο η σύμβαση λύεται με καταγγελία από το χρήστη, αρκεί να μην ασκείται το δικαίωμα καταγγελίας άκαιρα και επιζήμια (άρθρα 200, 288 ΑΚ), ενόψει της ιδιάζουσας φύσης του χρησιδανείου ως σύμβασης φιλαλληλίας, αγαθοσύνης και κοινωνικής ευπρέπειας, γεγονός πάντως που αποτελεί περιεχόμενο σχετικής ένστασης του εναγόμενου χρησάμενου.

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1095 του ΑΚ για τη διεκδικητική αγωγή, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 810 μέχρι 819 για το χρησιδάνειο, προκύπτει ότι ο κύριος πράγματος (κινητού ή ακινήτου) και χρήστης, σε περίπτωση που έχει αυτό δοθεί ως χρησιδάνειο δικαιούται μετά την λήξη του χρησιδανείου να ασκήσει προς απόδοση του πράγματος, τόσο τη διεκδικητική αγωγή, όσο και την ενοχική αγωγή εκ του χρησιδανείου.

Σε κάθε περίπτωση, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817 και 288 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα του χρήστη για αναζήτηση του πράγματος πρέπει να ασκείται όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί ακαίρως και κατά τρόπο προσκρούοντα στην αρχή της καλής πίστης.

Σε περίπτωση μη επιστροφής του πράγματος κατά την ορισθείσα ημέρα λήξης του χρησιδανείου ή επιστροφής αυτού καθυστερημένα, ο χρησάμενος καθίσταται υπερήμερος και ο χρήστης δικαιούται να ζητήσει εκτός από την παροχή, δηλαδή την επιστροφή του πράγματος, και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση κατά τα άρθρα 341 και 343 ΑΚ. Η αποζημίωση δε αυτή είναι δυνατό να συνίσταται σε αποκατάσταση τόσο της θετικής ζημίας, όσο και του διαφυγόντος κέρδους του χρήστη. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 298 του ΑΚ, η αποζημίωση που οφείλεται, είτε από αδικοπραξία είτε από τη σύμβαση, περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δικαιούχου (“θετική ζημία”) όσο και το διαφυγόν κέρδος (“αποθετική ζημία”).

Στην περίπτωση της θετικής ζημίας, η αντιστοιχούσα αποζημίωση υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος ως παλαιού και όχι αναλόγως της δαπάνης η οποία απαιτείται για την απόκτηση καινούργιου πράγματος, διότι άλλως ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε ωφέλεια, πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο προς την έννοια της αποζημιώσεως και την διέπουσαν αυτήν γενική αρχή της αποκαταστάσεως του ζημιωθέντος στην προ του ζημιογόνου γεγονότος περιουσιακή κατάσταση.

Έτσι, αν το πράγμα έχει υποστεί ολική καταστροφή ώστε να μην έχει καμία χρησιμότητα, η ζημία συνίσταται στην αξία αυτού κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής, αν όμως αυτή είναι μερική λόγω των φθορών και βλαβών που υπέστη, η ζημία ισούται με την προκύπτουσα διαφορά, μεταξύ της πριν από τις φθορές και βλάβες αξία του και αυτή την οποία έχει μετά τις τελευταίες, εφόσον η αποζημίωση ζητείται να παρασχεθεί σε χρήμα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 297 ΑΚ. Σύμφωνα, όμως, με τις ως άνω διατάξεις, τα περιστατικά που προσδιορίζουν τη ζημία αυτή, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή.

Αδικοπρακτική Ευθύνη

Κατά την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299 και 330 προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι:

  1. ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη),
  2. παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης,
  3. υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, και
  4. πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.

Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από αδικοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη.

Περιπτώσεις Μη Ευθύνης

Η αθέτηση της συμβάσεως καθ` εαυτήν δεν συνιστά άνευ εταίρου αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής ή την αθέτηση ενοχής εν γένει.

Μερικές φορές όμως, είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις, τόσο της αθετήσεως της συμβάσεως, όσο και της αδικοπραξίας. Αυτό συμβαίνει όταν το βιοτικό γεγονός και χωρίς τη συμβατική σχέση που προϋπάρχει θα ήταν παράνομο ως αντίθετο προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαίτια ζημία, ή εφόσον θα ήταν καθαυτό αντίθετο στα χρηστά ήθη κατ’ άρθρο 919 ΑΚ.

Για τη θεμελίωση όμως και της πρωτογενούς αδικοπρακτικής ευθύνης, θα πρέπει να ισχύουν όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τις προϋποθέσεις της αποζημιώσεως και κυρίως την παράνομη ενέργεια του υπόχρεου, την υπαιτιότητα αυτού, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας.

Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΤΑΙΡΙΚΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΟΜΙΛΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2022 by spiliopouloslaw

Στα πλαίσια των άρθρων 103-105 Ν. 4548/2018 ρυθμίζεται η άσκηση των αξιώσεων της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού της συμβουλίου, που ευθύνονται κατά το άρθρο 102 του ίδιου Νόμου, ήτοι των αξιώσεων που προκύπτουν από την κακή διαχειριστική δράση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.).

Το εταιρικό συμφέρον συνιστά αόριστη νομική έννοια, που απαντάται σε περισσότερες διατάξεις (βλ. λ.χ. άρθρα 747 ΑΚ, 22α παρ. 2 και 3α, 23α παρ. 1 στοιχ. β΄ και 49 παρ. 4 του Κ.Ν. 2190/1920, όπως και το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3016/2002), χωρίς, ωστόσο, να ορίζεται ρητώς

  

Στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. 4108/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επισημαίνεται ότι: «[…] Το εταιρικό συμφέρον καλύπτει τα ενδοεταιρικά συμφέροντα και ιδίως το υπερατομικό συμφέρον των εταίρων στην εξασφάλιση και προώθηση της υποστάσεως της εταιρείας, της ικανότητας λειτουργίας και εκπληρώσεως του εταιρικού σκοπού ή, συνοπτικότερα, της διαρκούς και μακροπρόθεσμης προκοπής της εταιρείας. Από την άποψη αυτή, το εταιρικό συμφέρον δεν είναι έννοια αυτόνομη, αλλά ο ίδιος ο εταιρικός σκοπός, ιδωμένος όχι πλέον ως αφηρημένη γενική κατεύθυνση, αλλά ως το αποτέλεσμα από την εφαρμογή του, ως μέτρου αξιολογήσεως μίας συγκεκριμένης επιχειρηματικής επιλογής σε ορισμένη χρονική στιγμή. Η ανωτέρω σκοπούμενη επίτευξη βαρύνει το σύνολο των μετόχων, οι οποίοι στο πλαίσιο της υποχρεώσεως πίστεως έναντι της εταιρείας οφείλουν να μεριμνούν για τη βιωσιμότητα, την εσωτερική σταθερότητα και τη διαρκή προαγωγή του σκοπού της εταιρικής επιχειρήσεως

Σύμφωνα, δε, με τη μάλλον κρατούσα στη θεωρία προσέγγιση, δεν υφίσταται δυνατότητα υποκαταστάσεως του εταιρικού συμφέροντος από το συμφέρον του ομίλου επιχειρήσεων, στον οποίο εντάσσεται μία ανώνυμη εταιρεία. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι τόσο στον Κ.Ν. 2190/1920, όσο και στον μεταγενέστερο Ν. 4548/2018 δεν απαντάται και δεν αναγνωρίζεται η έννοια του «συμφέροντος του ομίλου», ως λόγος περιορισμού της ευθύνης των μελών του διοικητικού συμβουλίου Και τούτο, καθώς το συμφέρον του ομίλου έχει αναφορά μόνο στον κυρίαρχο μέτοχο και όχι στους μετόχους σαν σύνολο, ενώ δεν αποκλείεται η βούληση του τελευταίου να βλάπτει, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, την ελεγχόμενη εταιρεία

Επομένως, το «συμφέρον του ομίλου» δεν μπορεί να αποτελέσει έναν ασφαλή λιμένα που απαλλάσσει τη διοίκηση της ομιλοποιημένης εταιρείας από κάθε ευθύνη, ακόμη και αν αυτή εφήρμοσε επιχειρηματική πολιτική εις βάρος της εταιρείας, τα δε μέλη της διοικήσεώς της δεν δύναται να επικαλεσθούν τον κανόνα της επιχειρηματικής κρίσεως, σε περίπτωση που προβούν σε ενέργειες, οι οποίες εκφεύγουν του εταιρικού σκοπού.

 Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παροραθεί και το γεγονός πως στο πλαίσιο της σύγχρονης επιχειρηματικής πραγματικότητας ο όμιλος επιχειρήσεων αποτελεί το οικονομικό περιβάλλον, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν κατά την εκτίμηση του εταιρικού συμφέροντος της ανώνυμης εταιρείας. Άλλοις λόγοις, ο ομιλικός προσανατολισμός μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχείο που χρωματίζει και τελικώς συγκαθορίζει την έννοια του εταιρικού συμφέροντος μίας ομιλοποιημένης εταιρείας, εφόσον τα συμφέροντα της τελευταίας προάγονται δια της εντάξεώς της σε έναν εύρωστο επιχειρηματικό όμιλο. Βέβαια, και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει οι επιχειρηματικές αποφάσεις των διοικούντων την ανώνυμη εταιρεία να λαμβάνονται κατόπιν αξιολογικών σταθμίσεων των υφιστάμενων ή επαπειλούμενων κινδύνων και των αναμενόμενων ωφελειών, στο πλαίσιο των προεκτεθεισών δικλείδων ασφαλείας, που τίθενται από τον κανόνα της επιχειρηματικής κρίσεως. Ειδικότερα, οι εταιρικοί διοικητές επιβάλλεται να προβούν σε στάθμιση μεταξύ της τυχόν προκαλούμενης στην εταιρεία τους βραχυπρόθεσμης ζημίας και του μακροπρόθεσμου οφέλους της, υπό την έννοια ότι η συγκεκριμένη επιχειρηματική επιλογή τους σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα θα οδηγήσει σε επαύξηση της εταιρικής περιουσίας, μέσω της ενδυναμώσεως της κερδοφορίας της εταιρείας, της ανταγωνιστικότητας της επιχειρήσεώς της, καθώς και των προϊόντων και των υπηρεσιών της».

 

Εν όψει των ανωτέρω καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι το εταιρικό συμφέρον δεν μπορεί να υποκατασταθεί από το συμφέρον του ομίλου στον οποίο ανήκει η εταιρεία, παρότι το τελευταίο λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση και εν τέλει συγκαθορίζει το πρώτο.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΑΞΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΤΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ (Α.Δ.Α.Ε.) – ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2022 by spiliopouloslaw

Αναμφίβολα το απόρρητο των επικοινωνιών και η αποτελεσματική διασφάλισή του συνιστούν ύψιστης σημασίας ζητήματα σε μια ευνομούμενη πολιτεία. Η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο της δράσης φορέων και επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των επικοινωνιών και έχει την εξουσία να επιβάλει κυρώσεις σε όσους παραβιάζουν την κείμενη νομοθεσία, σε σχέση με το απόρρητο των επικοινωνιών ή τους όρους και τις διαδικασίες άρσης αυτού.

Πολλές είναι πλέον οι εταιρείες/επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των επικοινωνιών και επιδιώκουν την προσβολή πράξεων επιβολής κυρώσεων εκ μέρους της Α.Δ.Α.Ε., εφόσον θεωρούν ότι αδικούνται.

 

Από τις διατάξεις του άρθρου 6, παρ. 4 Ν. 3115/2003 και του άρθρου 11 Ν. 3674/2008, συνάγεται ότι οι πράξεις επιβολής προστίμων της Α.Δ.Α.Ε. υπόκεινται τόσο σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ, όσο και σε διοικητική προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Ιδιαίτερη προσοχή, ωστόσο, απαιτείται σε αυτό το σημείο καθότι η αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ προβλέπεται μόνο για συγκεκριμένους και περιοριστικά αναφερόμενους στο Νόμο νομικούς λόγους, εν αντιθέσει με την διοικητική προσφυγή, στα πλαίσια της οποίας ο προσφεύγων μπορεί να προβάλει και λόγους ουσίας στην προσπάθειά του να απαλλαγεί από την επιβολή του προστίμου της Α.Δ.Α.Ε.

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, πρέπει να διευκρινιστεί ότι κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 11, παρ. 3 Ν. 3674/2008, με διοικητική προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών μπορούν να προσβληθούν μόνο οι αποφάσεις της Α.Δ.Α.Ε., ενόψει των οποίων επιβάλλονται οι προβλεπόμενες από την παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου κυρώσεις, ήτοι εκείνες μόνο οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε παρόχους υπηρεσιών τηλεφωνίας (ή άλλα πρόσωπα που τους εκπροσωπούν ή είναι υπεύθυνα για την διασφάλιση του απορρήτου για λογαριασμό του) για τις παραβιάσεις των υποχρεώσεών τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις συγκεκριμένες διατάξεις του Νόμου αυτού και απαριθμούνται στην παρ. 1 του άρθρου 11.

 

Συμπερασματικά, η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 11 Ν. 3674/2008 και η δυνατότητα προσβολής πράξεων επιβολής προστίμων εκ μέρους της Α.Δ.Α.Ε. με διοικητική προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα πλαίσια αποφάσεων της εν λόγω Αρχής, οι οποίες αναφέρονται γενικώς σε οποιονδήποτε πάροχο για παραβιάσεις των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας περί προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, παρά μόνο στους παρόχους υπηρεσιών τηλεφωνίας.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΥΘΥΝΗ ΟΜΟΡΡΥΘΜΟΥ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2022 by spiliopouloslaw

ΕΥΘΥΝΗ ΟΜΟΡΡΥΘΜΟΥ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ

Στις προσωπικές, ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες, η ευθύνη για τις εταιρικές οφειλές εκτείνεται και στο πρόσωπο των εταίρων, σε αντιπαραβολή με τις κεφαλαιουχικές όπου η ευθύνη περιορίζεται στο κεφάλαιο της εταιρείας και κάθε εταίρος ευθύνεται μέχρι το ύψος του ποσού εισφοράς του. Ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη εταιρεία εμφανίζουν μεταξύ τους ορισμένες διαφοροποιήσεις και, σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη του ομόρρυθμου εταίρου έχει μεγαλύτερη έκταση.

 

  1. I. ΕΥΘΥΝΗ ΟΜΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ

Σε μία ομόρρυθμη εταιρεία, η ελευθερία των συναλλαγών, ή, καλύτερα, η αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας περιορίζεται δραστικά μιας και απαγορεύεται να γίνει η οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των εταίρων περί μείωσης ή αποκλεισμού της ευθύνης τους. Κάθε ομόρρυθμος εταίρος συνεπώς, ευθύνεται απεριόριστα για τις υποχρεώσεις της εταιρείας απέναντι σε τρίτα πρόσωπα και με την ατομική του περιουσία. Ευθύνεται μάλιστα ακόμα και για χρέη που υφίσταντο προτού αποκτήσει ο ίδιος την ιδιότητα του εταίρου, διαθέτει βέβαια, όταν ευθύνεται για πράξη που τέλεσε στο πλαίσιο του εταιρικού σκοπού, την δυνατότητα να προτείνει ενστάσεις που θα μπορούσε να προβάλλει και η ίδια η εταιρεία.

Οι δύο τουλάχιστον ομόρρυθμοι εταίροι που απαρτίζουν την εταιρεία, ευθύνονται εις ολόκληρον τόσο σε επίπεδο αστικού (ευθύνη από σύμβαση) όσο και σε επίπεδο ποινικού δικαίου (ευθύνη για αδίκημα). Ευθύνη εις ολόκληρον σημαίνει ότι κάθε εταίρος οφείλει να πληρώσει στον τρίτο-δανειστή ολόκληρο το ποσό του χρέους, ευθύνεται δηλαδή για το σύνολο της υποχρέωσης, γι’ αυτό τον λόγο ο δανειστής δεν δεσμεύεται να ζητήσει εξόφληση από συγκεκριμένο εταίρο. Από την άλλη, απεριόριστη ευθύνη σημαίνει ότι αν δεν επαρκεί η εισφορά του εταίρου για την κάλυψη του χρέους, οφείλει να εξοφλήσει καταβάλλοντας το υπόλοιπο από την προσωπική του περιουσία, είναι κατ’επέκταση δυνατό να δεσμευτούν και τα ατομικά περιουσιακά του στοιχεία από τον δανειστή, λ.χ. με την σύσταση υποθήκης σε ένα ακίνητο κυριότητας του εταίρου.

Έγκειται τελικά στον δανειστή να επιλέξει εάν θα αξιώσει αποζημίωση στρεφόμενος μόνο κατά της εταιρείας, μόνο κατά συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων εταίρων, ή, κατά όλων των εταίρων και της εταιρείας συλλογικά.

 

  1. II. ΕΥΘΥΝΗ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ

Ο ετερόρρυθμος εταίρος, με τη σειρά του, εάν έχει καταβάλει την εισφορά του στην εταιρεία, δεν ευθύνεται για τα χρέη της. Σε αντίθετη περίπτωση,  ευθύνεται με την ατομική του περιουσία μέχρι του ύψους του ποσού της εισφοράς του. Η ευθύνη του πάντως, όπως και του ομόρρυθμου εταίρου εκτείνεται και στα προ της εισόδου του στην εταιρεία χρέη, δεν είναι όμως απεριόριστη καθώς εκτείνεται ως το ποσό εισφοράς του.

Εάν, επιπλέον, δεν ανταποκρίνεται στην βασικότερη υποχρέωσή του να καταβάλει την εταιρική εισφορά, η προσωπική του περιουσία καθίσταται υπέγγυα, μπορεί δηλαδή και αυτή να δεσμευτεί μέχρι το ποσό εισφοράς.

 

ΙΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Κοινό σημείο, εν κατακλείδι, για τους ομόρρυθμους και ετερόρρυθμους εταίρους είναι ότι όταν τίθενται ζητήματα ευθύνης η εταιρική και η ατομική τους προσωπική περιουσία γίνονται ένα ενιαίο σύνολο, και ο δανειστής μπορεί στραφεί πρώτα κατά οποιασδήποτε από τις δύο για να ικανοποιηθεί. Η ευθύνη ομόρρυθμου και ετερορρύθμου εταίρου παραγράφεται μετά από 5 έτη.

 

 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΑΘΕΜΙΤΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ: ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΠΕΛΑΤΕΙΑΣ ΜΕ ΑΘΕΜΙΤΕΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2022 by spiliopouloslaw

ΑΘΕΜΙΤΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ: ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΠΕΛΑΤΕΙΑΣ ΜΕ ΑΘΕΜΙΤΕΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ

 

Σύμφωνα με τον νόμο περί Αθέμιτου Ανταγωνισμού, στο πλαίσιο των εμπορικών και βιομηχανικών συναλλαγών απαγορεύεται κάθε ενέργεια η οποία είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις περί ηθικής αντιλήψεις του μέσου ανθρώπου. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές απαγορευμένες πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού είναι η προσέλκυση πελατείας με αθέμιτες μεθόδους.

 

  1. I. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Σε πρώτο στάδιο, πρέπει οπωσδήποτε να αναφερθεί ότι η διεκδίκηση πελατών είναι κατ’ αρχήν σύμφωνη με την υγιή λειτουργία του ανταγωνισμού, μιας και αποτελεί τον κυριότερο στόχο κάθε επιχείρησης. Στην ελεύθερη αγορά άλλωστε, κανένας δεν έχει δικαίωμα να αποκλείει τους άλλους. Υπάρχουν ωστόσο περιπτώσεις, όπως έχει φανεί και από σχετικές δικαστικές αποφάσεις, όπου ο επιχειρηματίας βλάπτεται ουσιωδώς από συμπεριφορά ανταγωνιστή του, ιδίως όταν η πίεση προς τους πελάτες είναι μεγάλη και ασκείται δε κατά δόλιο τρόπο.

Παράδειγμα αποτελεί η επίμονη παρότρυνση του πελάτη από τον τρίτο ανταγωνιστή, να απέχει από τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή, να καταγγείλει την σύμβασή του με τον βλαπτόμενο, προσφέροντάς του μεγαλύτερο αντάλλαγμα, έχοντας πάντα σκοπό ανταγωνισμού.

Αθέμιτη είναι και η καταγγελία της λεγόμενης σύμβασης «απλής διανομής». Απαγορεύεται δηλαδή η εκμετάλλευση της σχέσης εξάρτησης που έχει ο αντιπρόσωπος με τον αντιπροσωπευόμενο επιχειρηματία, με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας, της καλής φήμης, της προσπάθειας και των εξόδων στα οποία έχει υποβληθεί ο αντιπρόσωπος για να καθιερώσει τα προϊόντα στην αγορά και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πελατών.

Αθέμιτη ενέργεια είναι βεβαίως και η εκμετάλλευση ξένου σήματος μιας και αυτό αποτελεί πάντοτε την ταυτότητα μιας επιχείρησης και το κυριότερο μέσο προσέλκυσης των πελατών. Η προσβολή του δε γίνεται με σκοπό τον σφετερισμό της φήμης του προσβαλλόμενου σήματος, μιας και είναι εύκολο να παραπλανηθεί ο καταναλωτής και να επιλέξει τα προϊόντα του «μη αυθεντικού» σήματος, οδηγώντας έτσι στην αύξηση των κερδών του παρανόμως συμπεριφερόμενου ανταγωνιστή.

 

ΙΙ. ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΙΓΟΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΘΕΜΙΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

 

Ο προσβληθείς από αθέμιτες ενέργειες ανταγωνισμού επιχειρηματίας δικαιούται να στραφεί δικαστικά κατά του ανταγωνιστή και να ζητήσει:

Α) Παύση της προσβολής και παράλειψη της στο μέλλον και,

Β) Αποζημίωση, της οποίας το ύψος θα προσδιορισθεί από το δικαστήριο αναλόγως με το ποσό των κερδών που αποδείχθηκε ότι πράγματι αποκόμισε η ανταγωνιστής προβαίνοντας στις αθέμιτες ενέργειες.

 

 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  • 13
  • 14
  • 15
  • 16
  • 17

Δίπλα σας αποτελεσματικά & με συνέπεια

Επικοινωνήστε μαζί μας

Please enable JavaScript in your browser to complete this form.
Ονομ/νυμο *
Loading

ΒΑΣΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Εμπορικό Δίκαιο - Εταιρείες
Τροχαία Ατυχήματα
Ακίνητα - Διαχείριση Ακινήτων
Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία - Σήματα
Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
Διοικητικό Δίκαιο
Εργατικό Δίκαιο
Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες

ΠΡΟΦΙΛ

Αρχική
Το Γραφείο μας
Τομείς Δραστηριότητας
Υποθέσεις
Συνεργάτες
Νομικά Θέματα για Ιδιώτες
Νομικά Θέματα για Επιχειρήσεις
Πελατολόγιο
Επικοινωνία
Όροι Χρήσης - Πολιτική Απορρήτου - Πολιτική Χρήσης Cookies

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΠΗΛΙΟΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ & Συνεργάτες
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Βουκουρεστίου 18, Αθήνα 106 71
210 3387530, 210 3387540
E-mail: spilios@spiliopouloslaw.com

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Αποτυχία, παρακαλούμε προσπαθήστε ξανά.
Σας ευχαριστούμε για την εγγραφή σας.

© 2024 - spiliopouloslaw.com

TOP

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε τη βέλτιστη εμπειρία πλοήγησης στον ιστότοπό μας.

Μπορείτε να μάθετε ποια cookies χρησιμοποιούμε ή να τα απενεργοποιήσετε στις .

  • English (Αγγλικά)
  • Ελληνικά
Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες
Powered by  GDPR Cookie Compliance
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Απολύτως απαραίτητα cookies

Το αυστηρώς απαραίτητο cookie θα πρέπει να είναι ενεργοποιημένο ανά πάσα στιγμή, ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας για ρυθμίσεις cookie.

Εάν απενεργοποιήσετε αυτό το cookie, δεν θα μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που επισκέπτεστε αυτόν τον ιστότοπο θα χρειαστεί να ενεργοποιήσετε ή να απενεργοποιήσετε ξανά τα cookies.

Στατιστικά

Τα στατιστικά cookie βοηθούν τους κατόχους ιστοτόπων να κατανοήσουν πώς αλληλεπιδρούν οι επισκέπτες με ιστότοπους συλλέγοντας και αναφέροντας πληροφορίες ανώνυμα.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Marketing

Τα cookies μάρκετινγκ χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των επισκεπτών σε ιστότοπους. Η πρόθεση είναι να προβάλλονται διαφημίσεις που είναι σχετικές και ελκυστικές για τον μεμονωμένο χρήστη και, ως εκ τούτου, πιο πολύτιμες για εκδότες και διαφημιστές τρίτων.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Πολιτική Cookies

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Πολιτική Cookie