ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΚΑ (ΙΚΑ) ΣΕ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ – ΠΑΘΟΝΤΟΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ (ΜΠρΗλείας 139/2021)
Το δικάσαν κατ’ έφεση Μονομελές Πρωτοδικείο (ΜΠρΗλείας 139/2021), απέρριψε ως αβάσιμη έφεση του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Το εκκαλούν, επικαλούμενο ότι, για τις οφειλόμενες παροχές για μερική αναπηρία συνεπεία τραυματισμού σε τροχαίο ατύχημα που υπέστη ασφαλισμένος του, υποκαταστάθηκε εκ του νόμο στην αξίωση του τελευταίου για αποζημίωση έναντι του ζημιώσαντος αυτόν, ζήτησε την καταβολή εκ μέρους του υποχρέου των παροχών σύνταξης μερικής αναπηρίας, κύριας και επικουρικής.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.5 του Ν.Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.1 του Ν. 4476/1965 και το άρθρο 18 του Α.Ν. 1654/1986, συνάγεται ότι το ΙΚΑ, για τις οφειλόμενες ασφαλιστικές παροχές προς ασφαλισμένους, οι οποίοι δικαιούνται αποζημίωση για ζημία που προξενήθηκε σε αυτούς λόγω ασθενείας, αναπηρίας ή, όπως εν προκειμένω, τραυματισμού, υποκαθίσταται εκ του νόμου κατά το ποσό των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωση του τελευταίου κατά του ζημιώσαντος. Η υποκατάσταση αυτή επέρχεται εκ του νόμου και ανατρέχει στον χρόνο που γεννήθηκε η ζημία.
Όσον αφορά στο ζήτημα της επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής των επίδικων αξιώσεων του εκκαλούντος, το δικαστήριο έκρινε πως, καθόσον η ένδικη ζημία του παθόντος ήταν προβλέψιμη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ήδη από την αρχή, η αξίωση αποζημίωσης υπέρ του εκκαλούντος για όλη τη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, γεννήθηκε ήδη αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, ήτοι το ατύχημα και ο τραυματισμός.
Ειδικότερα, το δικαστήριο διαπίστωσε πως η λόγω του ατυχήματος κατάσταση της υγείας του ασφαλισμένου και η εξ αυτής ανικανότητά του για εργασία και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν προβλεπτή από την αρχή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ούτε το εκκαλούν επικαλέστηκε ότι, πέρα από τον αρχικό βαρύτατο τραυματισμό του ασφαλισμένου, υπήρξε και κάποια άλλη περαιτέρω επιπλοκή της υγείας του, που να συνιστά απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης και να θεμελιώνει νέα παραγραφή με αφετηρία τον χρόνο εμφανίσεως των εν λόγω συνεπειών.
Επεσήμανε, πως η έκδοση αποφάσεων του Διευθυντή του ΙΚΑ, με τις οποίες παρατάθηκε η χορήγηση στον ασφαλισμένο σύνταξης συνήθους και μερικής αναπηρίας εξαιτίας του επιδίκου ατυχήματος για τον ένδικο χρόνο, έχουν αξία για τον καθορισμό του τελικού ύψους της μεταβιβαζόμενης στο εκκαλούν αξιώσεως του παθόντος-ασφαλισμένου του και δεν συνιστούν όρο για τη γένεση το πρώτον της αξιώσεως του εκκαλούντος. Αντίθετη άποψη, κατά την οποία η γένεση της αξιώσεως αποζημιώσεως του εκκαλούντος κατά του υπόχρεου εξαρτάται από την έκδοση της αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου του ΙΚΑ, θα ήταν αντίθετη στο άρθρο 18 του Ν.1456/1986, που συνδέει τη μεταβίβαση της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος με τη γένεση της αξιώσεως αλλά και θα μετέθετε χρονικά την έναρξη της παραγραφής, συνδέοντας αυτή με πράξη (έκδοση πράξεως του αρμοδίου οργάνου του ΙΚΑ) που εμπίπτει στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του δανειστή, με αποτέλεσμα, ουσιαστικά, να επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής σε βάρος του υπόχρεου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ – ΚΑΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΘΙΟΥ – ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΓΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
Κατά το άρθρο 594 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί εμπορικών μισθώσεων κατ’ άρθ. 15 του π.δ/τος 34/1995, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει αμέσως τη μίσθωση αν ο μισθωτής, παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή, δεν μεταχειρίζεται το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε.
Προϋπόθεση του παρεχόμενου στον εκμισθωτή δικαιώματος προς άμεση καταγγελία της μίσθωσης είναι αφενός μεν ότι ο μισθωτής δεν χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε με τους όρους της σύμβασης, αφετέρου δε ότι εμμένει στην κακή ή αντισυμβατική χρήση παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή.
Με την ανωτέρω διάταξη θεσπίζεται νόμιμη υποχρέωση του μισθωτή να χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια, δηλαδή με την αντικειμενικά κρινόμενη επιμέλεια του συνετού ανθρώπου και να αποφεύγει πράξεις ή παραλείψεις οφειλόμενες σε πταίσμα του, σε περίπτωση δε που παραβεί την υποχρέωσή του αυτή ιδρύεται δικαίωμα του εκμισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση.
Μεταχείριση του μισθίου όχι με επιμέλεια συνιστά τόσο η καταστροφή μερών, συστατικών ή παραρτημάτων του μισθίου, όσο και κάθε βλάβη αυτών ή κάθε αυθαίρετη, χωρίς τη συναίνεση του εκμισθωτή, επέμβαση του μισθωτή, εξαιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου, που έχουν γίνει και προοριστεί από τον εκμισθωτή για την εξυπηρέτηση του οικονομικού του σκοπού.
Τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία στηρίζουν το δικαίωμα της καταγγελίας πρέπει να συντρέχουν κατά τον χρόνο της άσκησης της καταγγελίας, ήτοι της περιέλευσης αυτής στο μισθωτή (ΑΠ 1676/2009, 739/2008, 285/2007, 1712/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 ΑΚ, ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 592 του ίδιου Κώδικα, ο μισθωτής δεν ευθύνεται για φθορές ή μεταβολές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 574, 594, 330, 297 και 298 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρ. 44 π.δ. 34/ 1995) προκύπτει ότι ο μισθωτής, είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον εκμισθωτή για κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο τελευταίος, υπό την προϋπόθεση να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, για τις φθορές ή μεταβολές που προκλήθηκαν στο μίσθιο, με εξαίρεση αυτές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση. Ειδικά, σε περίπτωση καταστροφής ή αφαίρεσης πράγματος του μισθίου, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη δαπάνη για την αντικατάστασή του (ΑΠ 495/2008).
Ως συμφωνημένη χρήση νοείται εκείνη που ανταποκρίνεται στις ειδικότερες συμφωνίες και στους συγκεκριμένους σκοπούς των συμβαλλομένων, το είδος και τον προορισμό του μίσθιου πράγματος και, συμπληρωματικά, στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Η έννοια αυτή είναι ευρύτερη από την απλώς συνηθισμένη χρήση, η οποία ισχύει αν δεν υπάρχει ιδιαίτερη συμφωνία, η οποία επιτρέπεται, κατ` άρθρ. 361 ΑΚ, λόγω του ότι οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 591, 592 και 599 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα είναι, ενδοτικού δικαίου (ΑΠ .529/ 2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) [§1].
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 592, 594, 599 σε συνδυασμό με το άρθρο 330 ΑΚ, προκύπτει ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί το μίσθιο, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, με επιμέλεια, και όπως ειδικότερα έχει συμφωνηθεί, ώστε να είναι σε θέση κατά τη λήξη της συμβάσεως, να αποδώσει τούτο χωρίς φθορές, με εξαίρεση εκείνες που προκλήθηκαν από τη συνήθη χρήση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, διότι διαφορετικά, υπέχει υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής από την ανεπίτρεπτη, πέραν της συνήθους χρήσεως, φθορά του μισθίου.
Προκύπτει, επίσης, ότι για τη θεμελίωση της σχετικής αγωγής του εκμισθωτού απαιτείται η ύπαρξη συμβάσεως μισθώσεως, επενεχθείσες στο μίσθιο φθορές, ποσό ζημίας, όχι, όμως, και υπαιτιότητα του μισθωτή, ο οποίος για να καταλύσει την αγωγή, έχει δικαίωμα να προτείνει κατ` ένσταση, ότι οι φθορές του μισθίου οφείλονται σε γεγονός για το οποίο ο ίδιος δεν υπέχει ευθύνη, ή σε ανώτερη βία.
Επομένως, επί αγωγής με αίτημα, την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω φθορών στο μίσθιο, πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να προσδιορίζονται κατ` άρθρο 118/216 ΚΠολΔ με σαφήνεια: α) πόσα και ποια μέρη του μισθίου υπέστησαν ολική ή μερική φθορά (είδος, ποσότητα και ποιότητα) και β) πόση η απαιτούμενη δαπάνη σε υλικά (ποσότητα, ποιότητα αυτών και η επιμέρους αξία κάθε υλικού) και για αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού (αριθμός, ειδικότητα προσωπικού και μέρες απασχόλησης).
Κακή δε χρήση του μισθίου υπάρχει όταν ο μισθωτής χρησιμοποιεί το μίσθιο χωρίς επιμέλεια (καταστροφή, φθορά των μερών του μισθίου, συστατικών ή παραρτημάτων, αυθαίρετη, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή επέμβαση του μισθωτή εξαιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου (βλ. σχετ. ΑΠ 559/1996 ΕλλΔνη 38.107, ΕΑ 7729/1996 ΕΔΠ 1998.80) και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων.
Κακή χρήση συνιστά όμως και η μη χρησιμοποίηση του μισθίου ή μέρους ή συστατικών ή παραρτημάτων του, η οποία επιφέρει μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου καθώς και όταν από την αχρησία προκαλείται ζημία στον εκμισθωτή λόγω της φύσης και του προορισμού του μισθίου (ΑΠ 1498/1988 ΕλλΔνη 31.107, ΕΑ 5663/1995 ΕλλΔνη 39.184).
Ωστόσο, ο εκμισθωτής δεν μπορεί να ζητήσει την αποκατάσταση των ζημιών σε τέτοιο βαθμό, που η εκτέλεση των αντίστοιχων εργασιών να επαναφέρει το μίσθιο στην αρχική (πριν από τη μίσθωση) κατάστασή του, ή και να βελτιώνει ακόμη την κατάσταση αυτή (ΕΑ 3237/ 1990 ΕΔΠ 1990,152, ΕΑ 5649/1987 ΕΔΠ 1989,159, ΕΑ 8634/ 1986 ΕΔΠ 1987,132) [§3].
Τέλος, το χρηματικό ποσό, το οποίο δίδεται, κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, από τον μισθωτή στον εκμισθωτή, "ως εγγύηση" (στην πραγματικότητα εγγυοδοσία), διέπεται ως προς την λειτουργία του και ιδίως την τύχη του, από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, κατά την αυτή διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Έτσι, αυτό είναι δυνατόν να δόθηκε ως συμβατική εγγυοδοσία, είτε προς εξασφάλιση του μισθώματος και μάλιστα ως προκαταβολή αυτού, είτε ως ποινική ρήτρα.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 404, 405, 406 και 407 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση που στη σύμβαση μίσθωσης το διδόμενο ποσό χρηματικής εγγυήσεως, για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτού, μπορεί να συμφωνηθεί, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 406 ΑΚ, για κάθε περίπτωση αντίστοιχης παραβίασης, ανεξαρτήτως άλλης ζημίας του εκμισθωτή, έναντι της οποίας δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό το χρηματικό ποσό, στο οποίο ανάγεται η ποινική ρήτρα.
Η αξίωση του μισθωτή για απόδοση της εγγυοδοσίας, γίνεται ληξιπρόθεσμη, με τη λήξη της μίσθωσης και επιστρέφεται αν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημίες στο μίσθιο και εφ` όσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά.
Συνεπώς, στην αγωγή, ή ανταγωγή με την οποία ζητείται, η επιστροφή της πιο πάνω "εγγυήσεως" ή στην ένσταση συμψηφισμού, για να είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα πρέπει να εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε η "εγγύηση" καθώς και η αιτία για την οποία υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ – Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗ ΝΕΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 35 Ν. 4786/2021
Με τη νέα ερμηνευτική ρύθμιση αποσαφηνίζεται πλέον, προς άρση πάσης τυχόν αμφιβολίας, ότι, εφόσον ο κληρονόμος που ενηλικιώνεται δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα της απογραφής μέχρι τη συμπλήρωση ενός (1) έτους αφότου ενηλικιώθηκε, δικαιούται, εντός της ετήσιας αυτής προθεσμίας του άρθρου 1912 ΑΚ, να αποποιηθεί την κληρονομία
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, με την ερμηνευτική ρύθμιση που εισάγεται σύμφωνα με το άρθρο 77 του Συντάγματος, αποσαφηνίζεται προς άρση πάσης αμφιβολίας, ότι, εφόσον ο κληρονόμος που ενηλικιώνεται δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα της απογραφής μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους αφότου ενηλικιώθηκε, δικαιούται, εντός της ετήσιας αυτής προθεσμίας του άρθρου 1912 ΑΚ, να αποποιηθεί την κληρονομία.
Η θέσπιση ειδικής ρύθμισης σχετικά με τους κληρονόμους που ενηλικιώνονται κρίθηκε αναγκαία, προκειμένου να μην υφίστανται αμφισημίες ή ασάφειες ως προς τη βούληση του νομοθέτη, που εν προκειμένω εμφορείται, αφενός από τη μέγιστη δυνατή προστασία του κληρονόμου που ενηλικιώνεται και αφετέρου από το γεγονός ότι όταν ο νόμος επιτρέπει το μείζον, ήτοι την απόλαυση των ευεργετημάτων της κληρονομίας, επιτρέπει ευνόητα και το έλασσον, ήτοι την πλήρη απέκδυση από αυτήν.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΚΙΝΗΤΑ – ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΜΕ ΑΔΕΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ ΠΟΥ ΕΜΠΟΔΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΟΜΑΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΣΊΑΣ Ή ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΙΔΟΚΤΗΣΙΩΝ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ συνάγεται ότι, επιτρέπεται στους ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών να ρυθμίσουν τον τρόπο χρήσης των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων πραγμάτων της συνιδιοκτησίας και να καθορίσουν το ποσοστό συμμετοχής κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας στις κοινόχρηστες δαπάνες αυτής, έστω και αν υπάρχει κανονισμός που ρυθμίζει αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική απόφαση θα ληφθεί από την παμψηφία των συνιδιοκτητών.
Σε περίπτωση που δεν έχει καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον του 60% των συγκυριών μπορεί να ζητήσει δικαστικώς την κατάρτιση κανονισμού.
Σε περίπτωση που έχει καταρτιστεί κανονισμός, ο οποίος όμως εμφανίζει ελλείψεις, μπορεί να ζητηθεί δικαστικώς από την πλειοψηφία τουλάχιστον του 65% των συγκυριών η συμπλήρωση των ελλείψεων ή και η τροποποίηση του κανονισμού.
Για να συμβεί όμως η τελευταία περίπτωση, θα πρέπει να υπάρχουν ελλείψεις στον υπάρχοντα κανονισμό, που να εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των διακεκριμένων ιδιοκτησιών.
Έτσι, αν υπάρχει κανονισμός που ρυθμίζει τις σχέσεις των συνιδιοκτητών χωρίς να εμφανίζει ελλείψεις, αλλά ορισμένοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι οι διατάξεις του αδικούν αυτούς, οι τελευταίοι δεν έχουν δικαίωμα έστω και αν αποτελούν το 65% της ιδιοκτησίας να ζητήσουν δικαστικώς την τροποποίησή του.
Τούτο διότι, ο ιδιοκτήτης κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας κατά την αγορά της, έλαβε υπόψη του για τη διαπίστωση της αγοραίας αξίας της, την στάθμιση του συμφέροντός του και την προβλεπόμενη από τον κανονισμό χρήση της οριζόντιας ιδιοκτησίας του, η οποία (χρήση), δεν είναι λογικό να μεταβάλλεται εκ των υστέρων εις βάρος του, χωρίς τη θέλησή του από μια πλειοψηφία συνιδιοκτητών (65%), τους οποίους πιθανώς να μην γνώριζε καθόλου και να μην τελούσε σε συμβατικό δεσμό κατά το χρόνο αγοράς της ιδιοκτησίας του.
Επομένως, αν δεν υπάρχουν ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών κατά τον προορισμό τους, δεν επιτρέπεται η κατά τα τον προαναφερόμενο τρόπο τροποποίηση του κανονισμού, ο οποίος μπορεί πλέον να τροποποιηθεί μόνο με τον τρόπο που τυχόν αυτός ορίζει, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929.
Συνεπώς, συνάγεται ότι η διευκόλυνση που προβλέπει ο νομοθέτης για την τροποποίηση του κανονισμού με άδεια δικαστηρίου, υφίσταται μόνο όταν υπάρχουν ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των διακεκριμένων ιδιοκτησιών. Η δυσλειτουργία δε αυτή που προκαλείται από τις ελλείψεις του κανονισμού πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΔΑΠΑΝΗ ΒΕΛΤΙΩΜΕΝΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ: ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Στα πλαίσια διαφορών που προκύπτουν από τροχαία ατυχήματα, αρκετά συχνά αιτούμενη και σημαντική από οικονομικής άποψης είναι η συνιστάμενη σε δαπάνη για βελτιωμένη διατροφή αξίωση αποζημίωσης. Η εν λόγω αξίωση εμπίπτει στο εννοιολογικό περιεχόμενο των νοσηλίων, ήτοι των δαπανών εκείνων που ήταν ή πρόκειται να είναι στο μέλλον αναγκαίες για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, ανεξαρτήτως αν ο τελευταίος πράγματι προέβη σε αυτές, περιλαμβάνεται στο αιτητικό των περισσοτέρων συναφών αγωγών, πλην όμως για την επιδίκασή της πρέπει αφενός να εκτίθενται λεπτομερώς στοιχεία και δεδομένα για το ορισμένο της προβολής της, αφετέρου να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
Ειδικότερα, σε περίπτωση έγερσης αξίωσης αποζημίωσης ενόψει αυτοκινητικού ατυχήματος, συνιστάμενης σε δαπάνη πρέπει, κατά τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 και 216 παρ. 1α΄ και β΄ ΚΠολΔ να αναφέρονται και να εξειδικεύονται:
α) ποια ήταν η τροφή, την οποία ελάμβανε ο παθών προ του ατυχήματος, ώστε να κριθεί η ανάγκη του για βελτιωμένη τροφή,
β) σε τι συνίσταται η βελτιωμένη διατροφή μετά το ατύχημα και τι μονάδες βάρους (ή άλλου είδους μονάδα) λαμβάνει και αντί πόσου τιμήματος ανά μονάδα, καθώς και ποια είναι η θερμιδική αξία αυτής.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι η βελτιωμένη διατροφή δεν χορηγείται ενόψει κάθε σωματικής κάκωσης, αλλά μόνο όταν αυτή επιβάλλεται για ιατρικούς λόγους στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά κανόνα αποκλείεται όταν η βελτιωμένη διατροφή περιλαμβάνεται κατά περιεχόμενο στο καθημερινό διαιτολόγιο ενός μέσου ανθρώπου.
Σε απόλυτη αντιστοιχία προς τα ήδη αναφερθέντα, τα Δικαστήρια δεν προχωρούν καν στον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας, αλλά απορρίπτουν ως αόριστο το αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης δαπάνης για βελτιωμένη διατροφή όταν δεν προσδιορίζεται εκ μέρους του ενάγοντος στο εισαγωγικό δικόγραφο ποια ήταν η τροφή που ελάμβανε κατά το προ του ατυχήματος χρονικό διάστημα, ώστε να κριθεί η ανάγκη του για βελτιωμένη τροφή, πόσες μονάδες βάρους (ή άλλου είδους μονάδα) λαμβάνει και έναντι πόσου τιμήματος ανά μονάδα.
Απορρίπτεται, δε, ως ουσία αβάσιμο αγωγικό αίτημα, το οποίο αφορά την καταβολή αποζημίωσης στον ενάγοντα λόγω δαπανών βελτιωμένης διατροφής, στην περίπτωση που ο ίδιος δεν αποδείξει ότι οποιαδήποτε τυχόν βελτίωση της διατροφής του έγινε κατόπιν υπόδειξης του θεράποντος ιατρού του, δια της προσκόμισης οιασδήποτε σχετικής ιατρικής βεβαίωσης ή υπόδειξη προς τούτο.
Κλείνοντας, επισημαίνεται ότι αφενός η βελτιωμένη διατροφή δεν χορηγείται σε κάθε περίπτωση σωματικής κάκωσης, αλλά μόνο όταν αυτό επιβάλλεται για ιατρικούς λόγους, αφετέρου ότι σε κάθε περίπτωση κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας οι διατροφικές συνήθειες του σύγχρονου μέσου πολίτη καλύπτουν τις διατροφικές ανάγκες ακόμα και ενός εξασθενημένου οργανισμού, εφόσον περιλαμβάνουν γαλακτοκομικά, κρέας, ψάρι και φρούτα, με συνέπεια η συνήθης διατροφή να καλύπτει τη βελτιωμένη με την έννοια που δίνεται από τον εκάστοτε ενάγοντα (ΕφΛαμ 22/2010, Επιδικία 2011/47, Αθ. Κρητικό, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 1998, παρ. 221), καθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο εξαιρετικά δυσχερή την επιδίκαση της εν λόγω αξίωσης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ – ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ – ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΟΜΗ
Η πιο συνήθης περίπτωση κατά την οποία ανακύπτει ζήτημα αναφορικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας είναι αυτή της λύσης του γάμου. Κατ’ αρχήν, το άρθρο 1513 προβλέπει την εξακολούθηση της άσκησης «από κοινού και εξίσου», κάτι όμως που εν τοις πράγμασι είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμβεί. Γι’ αυτό και το άρθρο 1514 δίνει την δυνατότητα κατανομής της μεταξύ των δύο, είτε με κοινή συμφωνία, είτε δικαστικά.
Η κατανομή της γονικής μέριμνας μπορεί να συμφωνηθεί από τους δύο γονείς και εξωδικαστικά, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, το οποίο όμως θα πρέπει να έχει ισχύ τουλάχιστον δύο ετών. Σε περίπτωση διαφωνίας, προβλέπεται η δυνατότητα κατανομής της γονικής μέριμνας μέσω του θεσμού της διαμεσολάβησης, είτε, τέλος, με την έκδοση δικαστικής απόφασης.
Α. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ
Σύμφωνα με το άρθρο 1511 ΑΚ, η γονική μέριμνα διακρίνεται στην επιμέλεια του τέκνου (η οποία περιλαμβάνει ενδεικτικά την ανατροφή, την επίβλεψη, την εκπαίδευσή και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του), την διαχείριση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του σε υποθέσεις, δικαιοπραξίες ή δίκες που αφορούν το ίδιο ή την περιουσία του. Ένας τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο μπορεί να κατανεμηθεί η γονική μέριμνα είναι λειτουργικά, με την ανάθεση σε καθέναν από τους δύο γονείς μέρους της γονικής μέριμνας. Λόγου χάριν, δύναται τοι δικαστήριο να «σπάσει» την ευρύτερη έννοια της γονικής μέριμνας αναθέτοντας, ανάλογα βέβαια και με τις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε υπόθεσης, την διαχείριση όλης ή μέρους της περιουσίας του τέκνου στον έναν γονέα, την δικαστική του εκπροσώπηση στον άλλον, κ.ο.κ.
Ένας δεύτερος τρόπος κατανομής είναι η λεγόμενη χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας, η δυνατότητα δηλαδή να ανατεθεί εν μέρει ή συνολικά η γονική μέριμνα και στους δύο γονείς, αλλά σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα στον καθέναν. Πρόκειται για μία δυνατότητα που βρίσκει εφαρμογή ιδίως σε ζητήματα επιμέλειας του τέκνου, η οποία από τη φύση της απαιτεί σε μεγαλύτερο βαθμό την εμπλοκή και των δύο γονέων. Έτσι, συχνά η κατανομή του συνόλου της επιμέλειας ή και μέρους αυτής (πχ η επίβλεψη του τέκνου) γίνεται χρονικά, λόγου χάριν με τον ορισμό εναλλασσόμενης επιμέλειας ανά εβδομάδα/δεκαπενθήμερο/μήνα κλπ.
Φυσικά, η διάκριση δεν είναι απόλυτη, αφού τόσο οι γονείς όσο και ο διαμεσολαβητής ή ο δικαστής, καλούνται να αποφασίσουν λαμβάνοντας υπόψιν τις ιδιαίτερες συνθήκες της εκάστοτε περίπτωσης, και πάντοτε θέτοντας ως γνώμονα το συμφέρον του τέκνου. Συνεπώς, μπορεί να επιλεγεί κατά την κατανομή της γονικής μέριμνας ένας συνδυασμός των ανωτέρω εναλλακτικών, αν αυτό κριθεί ότι μπορεί να εξυπηρετήσει με τον βέλτιστο τρόπο τις ανάγκες του τέκνου, διασφαλίζοντας παράλληλα την υγιή του ανάπτυξη και την ψυχική του ισορροπία.
Β. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΜΗ
Εξαίρεση στα όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω εισάγει το άρθρο 1519, το οποίο αναφέρεται στις όψεις εκείνες της επιμέλειας που αναγνωρίζονται από το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο ως ο «σκληρός πυρήνας» αυτής, και για τις οποίες οι δύο γονείς καλούνται να συναποφασίζουν, ανεξάρτητα από τυχόν συμφωνία για κατανομή της γονικής μέριμνας. Αυτές είναι οι αποφάσεις που αφορούν την ονοματοδοσία του τέκνου, το θρήσκευμα, τα ζητήματα αναφορικά με την υγεία του (μη συμπεριλαμβανομένων των επειγόντων ή εντελώς τρεχόντων), καθώς και τα ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν καθοριστικά στο μέλλον του (λόγου χάριν αν το τέκνο θα εγγραφεί σε γενικό ή επαγγελματικό λύκειο κλπ). Για τα ως άνω ζητήματα, ακριβώς λόγω της εξαιρετικής τους σημασίας, ο νομοθέτης απαιτεί από τους δύο γονείς την από κοινού διαχείριση και συναπόφαση.
Φυσικά, είναι δυνατόν τα ως άνω ζητήματα να επιλυθούν και δια της δικαστικής οδού, σε περίπτωση που οι δύο γονείς αδυνατούν να καταλήξουν σε έναν κοινό τρόπο αντιμετώπισής τους. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο της οποιασδήποτε συμφωνίας ή απόφασης είναι το ίδιο το τέκνο και η όσο το δυνατόν καλύτερη εξυπηρέτηση των δικών του αναγκών και συμφερόντων.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ – ΑΠΟΚΛΗΡΩΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΜΕ ΔΙΑΘΗΚΗ
Ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα του Κληρονομικού Δικαίου είναι η ερμηνεία των διαθηκών και συγκεκριμένα της πραγματικής βούλησης του διαθέτη, ώστε να διασφαλισθεί ότι τα περιουσιακά του στοιχεία θα περιέλθουν μετά θάνατον στα πρόσωπα που επιθυμεί. Γνωστός θεσμός είναι αυτός της Αποκλήρωσης, όπου ο διαθέτης δηλώνει ρητά ότι επιθυμεί να στερήσει από κάποιον νόμιμο κληρονόμο το μερίδιό του επί της περιουσίας του.
ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟΚΛΗΡΩΣΗΣ
Η αποκλήρωση καταρχάς διακρίνεται σε δύο είδη: την αποκλήρωση με ευρεία και την αποκλήρωση με στενή έννοια.
Με την πρώτη, ο αποκληρούμενος θεωρείται ότι δεν υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη, συνεπώς τον τελευταίο κληρονομούν οι επόμενοι κατά σειρά προτεραιότητας κληρονόμοι σύμφωνα με τις διατάξεις της διαθήκης και του νόμου. Ωστόσο, ο κληρονόμος που αποκληρώνεται με ευρεία έννοια δεν θα μείνει δίχως περιουσιακά στοιχεία, καθώς εάν ανήκει στους «νόμιμους μεριδούχους» του κληρονομούμενου (παιδί, εγγόνι, γονέας ή επιζών σύζυγος), θα λάβει το μέρος της κληρονομιάς που αντιστοιχεί στην νόμιμη μοίρα παρά την αποκλήρωση και την αντίθετη θέληση του διαθέτη.
Η αποκλήρωση με στενή έννοια από την άλλη, είναι μια αυστηρότερη διάταξη στο κείμενο της διαθήκης, με την οποία ο κληρονομούμενος επιλέγει να στερήσει τον νόμιμο κληρονόμο του και από το ποσοστό της νόμιμης μοίρας. Για να είναι δε έγκυρη μια τέτοια διάταξη στο κείμενο της διαθήκης θα πρέπει να συντρέχει -κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης- μία εκ των προβλεπόμενων στο νόμο περιπτώσεων :
- Να υπήρξε εκ μέρους του αποκληρούμενου απειλή της ζωής του διαθέτη, της συζύγου/συντρόφου του βάσει συμφώνου συμβίωσης ή άλλου απογόνου του, και συγκεκριμένα να αποδεικνύεται και πρόθεση θανάτωσης για την πράξη αυτή.
- Να προέβη ο αποκληρούμενος σε πρόκληση σωματικών κακώσεων σε βάρος του διαθέτη ή της συζύγου/συντρόφου του βάσει συμφώνου συμβίωσης.
- Να διέπραξε ο αποκληρούμενος κακούργημα ή σοβαρό πλημμέλημα σε βάρος του διαθέτη ή της συζύγου/συντρόφου του βάσει συμφώνου συμβίωσης. Σημειώνεται δε στο σημείο αυτό, ότι σοβαρά πλημμελήματα έχουν κριθεί βάσει αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων η εξύβριση, οι απειλές, η απάτη, η πλαστογραφία και η κλοπή σε βάρος της περιουσίας του διαθέτη.
- Να μην εκπληρώνει ο αποκληρούμενος (εδώ θα πρόκειται για κατιόντα, δηλαδή παιδί ή εγγόνι του διαθέτη) την νόμιμη υποχρέωση του προς εξασφάλιση διατροφής στον διαθέτη και
- Να κάνει ο αποκληρούμενος άτιμη ή ανήθικη παρά την αντίθετη βούληση του διαθέτη. Παραδείγματα δε άτιμου βίου έχουν κριθεί από την ελληνική νομολογία η κατ’ επανάληψη τέλεση αδικημάτων, χωρίς να χρειάζεται απόφαση ποινικού δικαστηρίου, η συμμετοχή σε συμμορία κακοποιών και η άσκηση πορνείας ή τοκογλυφίας.
Στην περίπτωση τέλος, που κάποιος από τους νόμιμους κληρονόμους αποκληρώθηκε για λόγο ψευδή ή μη προβλεπόμενο από το νόμο, έχει την δυνατότητα να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώριση της ακυρότητας της διάταξης της διαθήκης που τον αποκληρώνει και, να διεκδικήσει το σύνολο των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων που αντιστοιχούν στη νόμιμη μοίρα του. Η προσβολή της διάταξης της διαθήκης και το αίτημα ακύρωσής της μπορούν να προβληθούν εντός διετούς προθεσμίας, η οποία τρέχει από την δημοσίευση της διαθήκης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΕΚΟΥΣΙΑ – «ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ» ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ
Όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής εγγραφής με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσεως την έκτακτη χρησικτησία, η αγωγή του δικαιούχου απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν αναφορικά με την λειτουργία του κτηματολογίου, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπου Δικαστηρίου, η αναγνώριση του δικαιώματος, που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή, αυτή μπορεί να είναι είτε αναγνωριστική είτε διεκδικητική και ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον, σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών, από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Οργανισμού Κτηματολογίου.
Κατ' εξαίρεση, όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής εγγραφής με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσεως την έκτακτη χρησικτησία, η αγωγή απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο θεωρείται ότι ανήκουν κατά κυριότητα τα ακίνητα που φέρουν την ένδειξη «ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ», μόλις καταστεί οριστική η πρώτη έγγραφη.
Ειδικότερα, σε υπόθεση που εξετάστηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο της Λάρισας, επί αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ο ενάγων που ήταν κύριος διαμερίσματος, το οποίο στο κτηματολόγιο φερόταν ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του, που προέκυψε από έκτακτη 20ετή και άνω χρησικτησία.
Συγκεκριμένα, διέμενε στο ακίνητο αυτό χωρίς να έχει κανονικό συμβόλαιο, παρά μόνο προσύμφωνο πώλησης και έκτοτε ασκεί επ’ αυτού πράξεις νομής και κατοχής, με διάνοια κυρίου επί χρονικό διάστημα μακρότερο της 20ετίας, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν.
Ισχυρίστηκε δε ότι εκ παραδρομής, κατά την εγγραφή στο κτηματολογικό Φύλλο του σχετικού βιβλίου του Κτηματολογικού Γραφείου Λ., το επίδικο ακίνητο εγγράφηκε ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», ζήτησε δε με την κρινόμενη αγωγή
α) να αναγνωριστεί ότι είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου και
β) να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή τον επιδίκου διαμερίσματος με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» ώστε να αναγραφεί ο ενάγων ως κύριος αυτού, με τίτλο κτήσης αυτού την έκτακτη χρησικτησία.
Το δικάσαν δικαστήριο έλεγξε για το παραδεκτό της συζήτησης των αιτημάτων της αγωγής ότι καταχωρήθηκε η περίληψη αυτής εμπρόθεσμα στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου Λ., δεν θεώρησε όμως απαιτούμενη την προσαγωγή πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ (ν. 4223/2013), καθόσον κατά την κρίση του, η διάταξη που καθιερώνει το απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής, αν δεν προσκομιστεί από το διάδικο πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαιώματα ιδιοκτησίας, δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας), με το σκεπτικό ότι δεν είναι δυνατόν μία καθαρά φορολογική διάταξη, που δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα ή δεν επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας, καθώς στόχος της δίκης πρέπει να είναι πάντοτε η έκδοση της απόφασης επί της ουσίας και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη ροή της διαδικασίας και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής δικαστικής απόφασης.
Το Δικαστήριο απέρριψε τη ένσταση του Δημοσίου ότι το ακίνητο έχει περιέλθει στην ιδιοκτησία του «ως αγνώστου ιδιοκτήτη», καθώς σύμφωνα με το άρθρου 4 εδαφ. β' του ν. 3127/2003, σε οικισμούς, που προϋφίστανται του έτους 1923, είναι δυνατή η χρησικτησία έναντι του Δημοσίου, εφόσον μέχρι την έναρξη του νόμου αυτού, δηλαδή μέχρι το 2003, ο δικαιούχος νέμεται το ακίνητο επί 10 έτη αδιατάρακτα και έχει ο ίδιος ή οι δικαιοπάροχοί του νόμιμο τίτλο.
Έτσι έγινε δεκτή η αγωγή και α) αναγνωρίστηκε το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο διαμέρισμα, και β) διατάχθηκε η διόρθωση της πρώτης εγγραφής του οικείου Κτηματολογικού Φύλλου του σχετικού Βιβλίου του Κτηματολογικού Γραφείου και ενεγράφη ο ενάγων ως κύριος του διαμερίσματος.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ – ΠΟΙΟ ΔΙΚΑΙΟ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ
Σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος που γίνεται στο εξωτερικό, ζήτημα είναι ποιο από τα σχετιζόμενα δίκαια κρίνεται κατάλληλο και εφαρμοστέο κατά περίπτωση. Με βάση την διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, ορίζεται ότι οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα (lex loci delicti commissi). Το κρίσιμο εδώ συνδετικό στοιχείο είναι ο τόπος του αδικήματος, χωρίς να εξετάζεται η ιθαγένεια των προσώπων μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε ενοχή από αδίκημα (ζημιώσας-ζημιωθείς), ούτε ο τόπος της κατοικίας ή διαμονής των προσώπων αυτών.
Σύμφωνα λοιπόν με την κρατούσα άποψη στο χώρο του Ελληνικού δικαίου, αλλά και στις ξένες έννομες τάξεις που ακολουθούν τον κανόνα της διατάξεως του άρθρου 26 ΑΚ, το δίκαιο που ισχύει στην πολιτεία όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, θα ρυθμίσει μεταξύ άλλων και τα εξής ζητήματα:
- αν ορισμένη πράξη ή παράλειψη είναι παράνομη,
- την υπαιτιότητα,
- το συντρέχον πταίσμα του παθόντος,
- αν η ευθύνη είναι υποκειμενική ή αντικειμενική (χωρίς πταίσμα),
- με ποιες προϋποθέσεις θεμελιώνεται ευθύνη από τις πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων ή βοηθών εκπληρώσεως,
- την ικανότητα καταλογισμού,
- τον κύκλο των προστατευομένων εννόμων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων, την ύπαρξη των οποίων κρίνει το δίκαιο που τα διέπει (π.χ. εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας, κινητού πράγματος),
- τις συνέπειες του αδικήματος (υποχρέωση) αποζημιώσεως χρηματική ή in natura,
- την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (όχι περιουσιακής ζημίας),
- την δυνατότητα αναγωγής μεταξύ περισσοτέρων ευθυνόμενων,
- την παραγραφή της σχετικής αξιώσεως.
Ειδικότερα καθόσον αφορά ατυχήματα, που προκαλούνται σε τρίτους, από αυτοκίνητο, κατά τη λειτουργία του, πρέπει να σημειωθεί ότι στον ευρωπαϊκό χώρο, με λιγότερες ή περισσότερες παραλλαγές κατά περίπτωση, καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη σε βάρος ορισμένων προσώπων, τα οποία βάσει ορισμένης ιδιότητας συνδέονται με το ζημιογόνο αυτοκίνητο (π.χ. οδηγός, ιδιοκτήτης, κάτοχος).
Σύμφωνα με το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την θεμελίωση αντικειμενικής ευθύνης από ατύχημα, που προκλήθηκε από αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του, ποια η έννοια του αυτοκινήτου και πότε το ατύχημα συμβαίνει κατά τη λειτουργία του.
Όσον αφορά την ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, για το ατύχημα, αυτή καταλαμβάνεται από το δίκαιο που διέπει την σύμβαση ασφάλισης. Συνεπώς καθόσον αφορά την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, η αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 489/1976, 346, 481 του ΑΚ.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ – ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΕΚΝΟΥ ΑΠΟ ΓΟΝΕΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ
Καθώς ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαφορετικές από τις χώρες καταγωγής τους, δημιουργούνται περισσότερες διεθνείς οικογένειες. Εάν είστε διεθνές ζευγάρι με παιδί και βρίσκεστε σε διαδικασία χωρισμού, θα πρέπει να συμφωνήσετε στα ζητήματα που αφορούν το δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού σας, συμπεριλαμβανομένου του τόπου όπου θα κατοικήσει το παιδί, διότι εάν δεν υπάρξει συμφωνία και πάρει το παιδί μαζί του ο ένας γονέας για να ζήσουν σε άλλη χώρα χωρίς τη συναίνεση του άλλου γονέα ή χωρίς σχετική άδεια από το δικαστήριο, παραβιάζετε τον νόμο.
Έτσι, σε περίπτωση που αποφασίσετε να επιστρέψετε στην χώρα καταγωγής σας ή να μετακομίσετε σε άλλη χώρα μαζί με το παιδί σας, θα πρέπει να καταλήξετε σε μια λύση που προστατεύει με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του παιδιού σας. Κατ' αρχήν, οι γονείς θα πρέπει να αποφασίσουν από κοινού πού θα πρέπει να ζήσει το παιδί.
Τρόποι αποτροπής διασυνοριακής απαγωγής τέκνου από γονέα
Εάν θέλετε να πάρετε μαζί σας το παιδί σας για να ζήσετε σε μια άλλη χώρα της ΕΕ ή εάν πιστεύετε ότι ο/η σύντροφός σας σκοπεύει να κάνει κάτι τέτοιο:
→ Προσπαθήστε να διαπραγματευτείτε μια λύση με τον/την σύντροφό σας που θα προστατεύει με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του παιδιού σας.
→ Ζητήστε τη συμβουλή ενός δικηγόρου που είναι ειδικευμένος σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου ή ενός διαμεσολαβητή.
→ Μπορείτε επίσης να απευθυνθείτε στον Διαμεσολαβητή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη Διεθνή Απαγωγή Τέκνου από Γονέα, ώστε να σας βοηθήσει να βρείτε την καλύτερη λύση για το παιδί σας.
→ Επικοινωνήστε με την αρχή έκδοσης ταυτοτήτων ή διαβατηρίων, ώστε να αποτρέψετε την έκδοση νέων ταξιδιωτικών εγγράφων στο όνομα του παιδιού σας.
Εάν δεν μπορείτε να συμφωνήσετε με τον/την σύντροφό σας, θα πρέπει να ζητήσετε από ένα δικαστήριο στη χώρα συνήθους κατοικίας του παιδιού σας εντός της ΕΕ να αποφανθεί επί του ζητήματος.
Επίλυση ζητημάτων διασυνοριακής απαγωγής τέκνου από γονέα
→ Σε κάθε χώρα της ΕΕ υφίσταται μια αρμόδια Κεντρική Αρχή, συνήθως στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία μπορεί να σας βοηθήσει να φέρετε πίσω το παιδί σας. Ζητήστε βοήθεια χωρίς καθυστέρηση.
→ Μπορείτε, επίσης, να ζητήσετε τη συμβουλή ενός δικηγόρου που είναι ειδικευμένος σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου ή ενός διαμεσολαβητή.
→ Η απαγωγή τέκνου από γονέα θα είναι συναισθηματικά οδυνηρή για το παιδί.
→ Θέστε ως προτεραιότητα την ευημερία του παιδιού σας.
→ Και οι δύο γονείς είναι σημαντικοί για το παιδί σας.
Νομικό πλαίσιο
Αν ο/η πρώην σύντροφός σας, πήρε παράνομα το παιδί σας σε μια άλλη χώρα της ΕΕ, χωρίς την άδειά σας ή παραβιάζοντας τις δικαστικές αποφάσεις του κράτους μέλους όπου ζείτε εσείς και το παιδί σας, μπορείτε να κινήσετε δικαστική διαδικασία για την επιστροφή του.
Οι κεντρικές αρχές που είναι αρμόδιες για τις διεθνείς απαγωγές παιδιών μπορούν να σας βοηθήσουν να κάνετε τις απαραίτητες ενέργειες.
Μόλις κινηθεί η διαδικασία στη χώρα στην οποία μεταφέρθηκε το παιδί, τα δικαστήρια της χώρας αυτής θα διατάξουν την επιστροφή του παιδιού, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι νομικές προϋποθέσεις.
Πιθανές εξαιρέσεις στην επιστροφή του παιδιού
- αν το παιδί ενδεχομένως διατρέχει κίνδυνο στη χώρα όπου ζούσε πριν από την απαγωγή
- αν το παιδί είναι αρκετά μεγάλο για να δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει.
Κατά κανόνα, δίνεται τόσο στον γονέα όσο και στο παιδί, δυνατότητα ακρόασης από το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Επίσης, δεν μπορείτε να ανατρέψετε απόφαση για την επιμέλεια παιδιού με την απαγωγή του και την προσφυγή σε δικαστήριο χώρας άλλης από αυτή που εξέδωσε την αρχική απόφαση για την επιμέλεια.
Προκειμένου επομένως να προσπαθήσετε να ανατρέψετε απόφαση για την επιμέλεια παιδιού, πρέπει ο γονέας να προσφύγει σε δικαστήριο της χώρας όπου εκδόθηκε η αρχική απόφαση για την επιμέλεια.
Οι παραπάνω κανόνες δεν ισχύουν για τη Δανία ή τις χώρες του ΕΟΧ (Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία και Ελβετία), καθώς είναι συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης της Χάγης του 1980 σχετικά με την απαγωγή παιδιών και οι υποθέσεις απαγωγής που αφορούν τις χώρες αυτές εμπίπτουν στη σύμβαση αυτή ή άλλες διεθνείς συμφωνίες.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
