ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ – ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΓΟΝΕΑ
Σύμφωνα με το νόμο, ο πατέρας ανήλικου άγαμου τέκνου, το οποίο αναγνωρίσθηκε εκουσίως ή δικαστικώς ως δικό του τέκνο και δεν έχει εισοδήματα από περιουσία ή από εργασία, υποχρεούται να το διατρέφει ανάλογα με τις δυνάμεις του, από κοινού με τη μητέρα του τέκνου, εάν όμως στερείται αυτός εισοδημάτων ή περιουσίας για την ανάλογη με τη μητέρα συμβολή του στη διατροφή του κοινού τέκνου τους ή είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η επιδίωξη της διατροφής από τον κατά πρώτο λόγο υπόχρεο, τότε η υποχρέωση διατροφής βαρύνει τον παππού ή τη γιαγιά και ακολούθως τον προπάππο ή την προγιαγιά του δικαιούχου ανηλίκου, που ευθύνονται, αν είναι περισσότεροι, κατ’ ίσα μέρη, χωρίς να ασκεί επιρροή, αν ο ένας εξ αυτών είναι πιο εύπορος από τον άλλον.
Σύμφωνα με το άρθρο 1484 του Α.Κ, “σε περίπτωση αναγνώρισης εκούσιας ή δικαστικής, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς και τους συγγενείς”.
Κατά δε το άρθρο 1489 του ΑΚ, “αν δεν υπάρχουν κατιόντες, υποχρέωση διατροφής έχουν οι πλησιέστεροι ανιόντες, που ενέχονται σε ίσα μέρη, αν είναι περισσότεροι στον ίδιο βαθμό. Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του”.
Επίσης με το άρθρο 1490 παρ. 1 του Α.Κ., ορίζεται ότι “αν ένας από τους ανιόντες ή τους κατιόντες δεν είναι σε θέση να δώσει διατροφή, η υποχρέωση βαρύνει εκείνον που είναι υπόχρεος μετά από αυτόν. Το ίδιο ισχύει και όταν, για πραγματικούς ή νομικούς λόγους, είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η δικαστική επιδίωξη στην ημεδαπή εναντίον εκείνου που έχει την υποχρέωση”.
Η διάταξη αυτή του άρθρου 1490 Α.Κ εφαρμόζεται όχι μόνο όταν, όσοι ανήκουν στον προηγούμενο βαθμό και είναι υπόχρεοι δεν έχουν οικονομική δυνατότητα να παράσχουν διατροφή στο σύνολο ή μερικώς, αλλά και όταν αποδεικνύεται ότι και εκ της αυτής γραμμής μόνον ο ένας ή μερικοί έχουν οικονομική δυνατότητα, ο δε άλλος ή ενδεχόμενα οι περισσότεροι είναι άποροι ή βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία να καταβάλουν διατροφή.
Έτσι καθιερώνεται διαδοχική ευθύνη για διατροφή και όχι παράλληλη ή σύγχρονη και είναι παραδεκτή η επικουρική εναγωγή των κατά δεύτερο λόγο ευθυνόμενων προσώπων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 219 του Κ.Πολ.Δικ.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 303 και 718 ΑΚ, ο διαχειριστής, ακριβώς εξαιτίας της ιδιότητά του ως διαχειριστής εν μέρει ξένων υποθέσεων, οφείλει, μετά το πέρας της διαχειριστικής περιόδου, να λογοδοτήσει για τις ενέργειές του, επιδεικνύοντας προς τον σκοπό αυτό λογαριασμό με αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων που πραγματοποιήθηκαν προς τον σκοπό της διαχείρισης, καθώς και επισυνάπτοντας τυχόν σχετικά δικαιολογητικά.
Γίνεται δεκτό πως ο διαχειριστής πολυκατοικίας επέχει, με την εκλογή του μέσω της Γενικής Συνέλευσης, θέση εντολοδόχου απέναντί της, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 713 ΑΚ, καθώς αναλαμβάνει για λογαριασμό των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, όπως αυτοί εκπροσωπούνται από τη ΓΣ, τη διεκπεραίωση για λογαριασμό τους εν μέρει δικών τους υποθέσεων, ήτοι την διαχείριση των σχετικών με την πολυκατοικία ζητημάτων. Έτσι, και υπό την προϋπόθεση ότι ο Κανονισμός της Πολυκατοικίας δεν ορίζει διαφορετικά, η υποχρέωση λογοδοσίας γεννάται μόνο απέναντι στην Γενική Συνέλευση της πολυκατοικίας, και όχι ατομικά απέναντι στον κάθε ιδιοκτήτη. Κι αυτό καθώς ως εντολέας νοείται εν προκειμένω το όργανο μέσω του οποίου ο διαχειριστής-εντολοδόχος απέκτησε την ιδιότητά του αυτή και μέσω του οποίου ανέλαβε την περάτωση της εντολής διαχείρισης στο όνομα των λοιπών συνιδιοκτητών των υποθέσεων της πολυκατοικίας, όπως αυτές εξειδικεύονται στον Κανονισμό. Γεννάται, δε, κατά πάγια νομολογία, μόνο μετά την περάτωση της εντολής, ήτοι κατά τη λήξη της θητείας του, και όχι κατά τη διάρκειά της (βλ. ΜΕφΑθ 1500/2013, ΜΕφΠειρ 483/2021, ΕφΑθ 7426/2005).
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως κατά τη διάρκεια της διαχείρισης ο διαχειριστής έχει το δικαίωμα να πράττει κατά το δοκούν, μην παρέχοντας κανενός είδους διαφώτιση σχετικά με τις ενέργειές του στους λοιπούς συνιδιοκτήτες. Αντίθετα, η υποχρέωση πληροφόρησης υφίσταται καθ’ όλη την διάρκεια της θητείας του, όπως προκύπτει από τα άρθρα 717 και 718 ΑΚ. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου κρίνεται αναγκαίο να πραγματοποιηθεί κάποια δαπάνη πέραν των συνήθων, η οποία και χρήζει ιδιαίτερης αιτιολογίας. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, και με την επιφύλαξη αντίθετης πρόβλεψης στον Κανονισμό της Πολυκατοικίας, τυχόν πληροφόρηση παρέχεται, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν και ανωτέρω, προς το συλλογικό όργανο της Γενικής Συνέλευσης των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας και όχι ατομικά σε καθέναν εξ αυτών.
Σε περίπτωση άρνησης του διαχειριστή να προβεί σε λογοδοσία και επίδειξη των εγγράφων που αποδεικνύουν αφενός τις δαπάνες και αφετέρου τα έσοδα κατά την περίοδο της θητείας του, ή σε περίπτωση ανακοίνωσης λογαριασμού που δεν πληροί της προϋποθέσεις του άρθρου 303 ΑΚ, οι συνιδιοκτήτες δύνανται να την επιδιώξουν μέσω αγωγής, κατά την άσκηση της οποίας εφαρμόζονται οι ειδικότερες διατάξεις για τη λογοδοσία (άρθρα 473-477 ΚΠολΔ). Δίνεται, δηλαδή, η δυνατότητα, να αξιώσουν την επίδειξη των σχετικών εγγράφων με έγερση αγωγής, για την πληρότητα της οποίας αρκεί το ότι ο υπόχρεος σε λογοδοσία ανέλαβε με βάση οποιαδήποτε έννομη σχέση, συμπεριλαμβανομένης και της σχέσης μεταξύ συνιδιοκτητών και διαχειριστή πολυκατοικίας, τη διαχείριση ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης (βλ. ΕφΑθ 7426/2005).
Πέραν αυτού, ο υπόχρεος σε λογοδοσία διαχειριστής ευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 714 ΑΚ, ως εντολοδόχος, προς αποκατάσταση κάθε ζημίας η οποία προκλήθηκε υπαίτια κατά την διεκπεραίωση των καθηκόντων του στους εντολείς του, ήτοι στους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, όπως αυτοί εκπροσωπούνται μέσω της Γενικής Συνέλευσης. Η πρόβλεψη αυτή, σε συνδυασμό με την θέσπιση υποχρέωσης προς λογοδοσία στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου, όχι μόνο παρέχει έννομη προστασία στους λοιπούς συνιδιοκτήτες, αλλά ταυτόχρονα αποτρέπει τον διαχειριστή από το να προβαίνει σε τυχόν αυθαίρετες ενέργειες κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΞΙΩΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΚΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ
Σε αποζημίωση υποχρέωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το ιταλικό Δημόσιο εξαιτίας της πλημμελούς προστασίας που παρείχαν οι κρατικές αρχές σε μητέρα και τα δύο παιδιά της, θύματα ενδοοικογενειακής βίας, με αποτέλεσμα τη δολοφονία του ενός εκ των δύο παιδιών από τον σύζυγό της και πατέρα του.
Η προσφεύγουσα, παντρεμένη από το 2011 με τον δράστη, ο οποίος, χωρίς η ίδια να το γνωρίζει, έπασχε από διπολική διαταραχή, είχε αποκτήσει μαζί του δύο τέκνα, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Από το 2015 και έπειτα, η ίδια είχε υπάρξει περισσότερες από μία φορές θύμα ενδοοικογενειακής βίας, έχοντας μάλιστα πολλάκις χρειαστεί νοσηλεία. Για το λόγο αυτό, η προσφεύγουσα είχε καταγγείλει τον σύζυγό της, με αποτέλεσμα να ασκηθεί εις βάρος του ποινική δίωξη. Ωστόσο, και παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε κριθεί επικίνδυνος λόγω της ψυχικής του κατάστασης, ουδέποτε ελήφθησαν περιοριστικά μέτρα, ώστε να προστατευθεί η σύζυγος και τα τέκνα τους.
Το τραγικό αποκορύφωμα της βίαιης συμπεριφοράς του σημειώθηκε το 2018 όταν ο άνδρας, σε μία κρίση θυμού, άσκησε βία εναντίον της επτάχρονης κόρης του, πετώντας την στον τοίχο, ενώ παράλληλα μαχαίρωσε την σύζυγό του στο σώμα και το πρόσωπο. Οι δύο τους επέζησαν, όχι όμως και ο ενός έτους γιος τους, ο οποίος μαχαιρώθηκε θανάσιμα από τον δράστη. Τον Οκτώβριο του 2019, ο τελευταίος καταδικάστηκε σε είκοσι έτη φυλάκισης, υποχρεούμενος, ταυτόχρονα, να καταβάλει ως αποζημίωση 100.000€ στην σύζυγο και την κόρη του.
Κατόπιν τούτου, η σύζυγος προσέφυγε στο ΕΔΔΑ κατά του ιταλικού Δημοσίου, αιτούμενη αποζημίωσης λόγω της μη λήψης αποτελεσματικών μέτρων για την προστασία της ίδιας και των παιδιών της. Το Δικαστήριο τόνισε πως το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στη ζωή) υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα κράτη στη λήψη θετικών μέτρων για την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Εν προκειμένω, το ιταλικό κράτος παρέλειψε να λάβει προληπτικά μέτρα, ώστε να προστατεύσει την προσφεύγουσα και τα τέκνα της από τον -αποδεδειγμένα επικίνδυνο- σύζυγό της. Αντίθετα, οι ιταλικές αρχές παρέμειναν αδρανείς εν όψει του σοβαρού κινδύνου που αντιμετώπιζε η οικογένεια, κάτι που, κατά το Δικαστήριο, επέτρεψε στον δράστη να συνεχίσει τις απειλές και την βίαιη συμπεριφορά απέναντί τους ανεμπόδιστα και παραμένοντας ατιμώρητος.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το ΕΔΔΑ καταδίκασε το ιταλικό Δημόσιο σε χρηματική ικανοποίηση της προσφεύγουσας ύψους 32.000€ για ψυχική οδύνη, λόγω της μη λήψης επαρκών μέτρων προστασίας της ίδιας και της οικογένειάς της, κατά παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ – ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ: ΠΟΙΟΙ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟΝ ΟΡΟ «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ»
Σύμφωνα με το νόμο, ο σύντροφος θανούσης με την οποία ήταν σε ελεύθερη ένωση και είχαν τέκνα, δικαιούται να λάβει εύλογη χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη κατά το άρθρο 932 εδάφιο γ’ του Αστικού Κώδικα (Αποφ. 1815/2019 ΜΠΑ).
Όπως επισημάνθηκε αναλυτικά στην απόφαση, η παραπάνω διάταξη του Αστικού Κώδικα αποσκοπεί στην προστασία όχι μόνο των προσώπων που τελούν σε στενή συγγενική σχέση με τον θανόντα στο τροχαίο σύμφωνα με τις διατάξεις του Οικογενειακού Δικαίου (σύζυγος με θρησκευτικό ή πολιτικό γάμο, τέκνα, αδέρφια, γονείς κ.ο.κ.) αλλά και εκείνων των οποίων ο ψυχισμός δοκιμάζεται συναισθηματικά εξίσου έντονα από την απώλεια του οικείου τους προσώπου.
Σε αυτήν την κατηγορία προσώπων ανήκει και ο σύντροφος θανούσης εάν συζούσε μαζί της σε ελεύθερη ένωση και είχαν αποκτήσει τέκνα. Άλλωστε, βάσει των σύγχρονων κοινωνικών αντιλήψεων η παραδοσιακή έννοια της έγγαμου συμβίωσης δείχνει να μην αποτελεί πλέον την αποκλειστική μορφή της διαμορφούμενης οικογένειας, ενώ, έχουν αναμφίβολα δημιουργηθεί νέες μορφές οικογένειας με εξίσου ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς χωρίς να φέρουν το απαραίτητο, παλαιότερα, νομικό περίβλημα.
Άμεση συνέπεια της παραπάνω κοινωνικής αλλαγής, είναι η τάση του Έλληνα νομοθέτη, τα τελευταία έτη, να απομακρυνθεί οριστικά από την στενή συντηρητική παραδοχή της διαμόρφωσης οικογένειας μόνο δια μέσου του θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου, ακολουθώντας το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών δικαιικών συστημάτων.
Κατ’ αντίστοιχο τρόπο, έχει επίσης αποφανθεί και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τις αποφάσεις Saucedo Gomez κατά Ισπανίας (1999) αλλά και Κοροσίδου κατά Ελλάδας (2011) με τις οποίες αναγνωρίστηκε ότι η συμβίωση δύο προσώπων για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς γάμο σημαίνει την ύπαρξη «οικογενειακής ζωής» κατά την έννοια και με την αυξημένη αξία που της αποδίδει ρητά η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, η ύπαρξη ισχυρού ή όχι συναισθηματικού δεσμού με τον θανόντα αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται κατά περίπτωση από το δικαστήριο.
«Καινοτομία» λοιπόν αποτελεί, η διεύρυνση του κύκλου των προσώπων που ανήκουν στον όρο οικογένεια. Το δικαστήριο, έχει σε κάθε περίπτωση την δυνατότητα να κρίνει ότι πέρα από τους εγγύτερους συγγενείς του αποβιώσαντος δικαιούνται μερίδιο αποζημίωσης και άλλα πρόσωπα συνδεόμενα με αισθήματα αγάπης, ισχυρής φιλίας και στοργής με τον τελευταίο, αδιαφόρως εάν συζούσαν μαζί του ή όχι. Η θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης και για άλλα πρόσωπα, πλην των στενών συγγενών του θύματος, επιφέρει περισσότερες δυσκολίες στο έργο του δικαστή και, οπωσδήποτε, οξύνει την αντιδικία μεταξύ των προσώπων τα οποία διεκδικούν «χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης», μιας και όσο περισσότεροι θεμελιώσουν τέτοια αξίωση τόσο μικρότερο θα είναι τελικά το ύψος αυτής που θα επιδικασθεί στον καθένα τους.
Συμπερασματικά, τα κριτήρια εκείνα που πρέπει συνδυαστικά να λαμβάνει υπόψη ο Δικαστής για την κρίση του περί της συμπερίληψης ενός προσώπου το οποίο δεν συνδέεται με τον αποβιώσαντα με κάποια από τις παραδοσιακές μορφές συγγενικού δεσμού που προβλέπει ο Αστικός Κώδικας είναι η χρονική διάρκεια της σχέσης του θανόντος με τον αιτούντα την χρηματική αποζημίωση, η συμβίωση, η απόκτηση τέκνων και κάθε άλλο γεγονός το οποίο είναι ικανό κατά την κρίση του Δικαστή να συνδέσει τον δικαιούχο χρηματικής ικανοποίησης και το θύμα με έντονα συναισθήματα αγάπης και εμπιστοσύνης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ – ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ – ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Η ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση και εξουσιοδότηση, θεσμοθετήθηκαν με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 20ης Μαρτίου 2020 που δημοσιεύτηκε στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης (ΠΝΠ - ΦΕΚ 68Α/20.03.2020).
- Ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση
Η υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α΄ 75) μπορεί να συντάσσεται στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκηση, μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής «e-Dilosi».
Η υπεύθυνη δήλωση που συντάσσεται μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης έχει την ίδια ισχύ, τόσο στην ηλεκτρονική όσο και στην έντυπη μορφή της, με έγγραφο που φέρει βεβαίωση γνήσιου υπογραφής του άρθρου 11 του ν. 2690/1999.
Η ημερομηνία που αναγράφεται στην προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης αντιστοιχεί στην ημερομηνία έκδοσης της ηλεκτρονικής υπεύθυνης δήλωσης.
Η ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση, τόσο ως ηλεκτρονικό όσο και ως έντυπο έγγραφο, συνιστά έγγραφο βέβαιης χρονολογίας.
Σε περίπτωση αμφισβήτησης του περιεχομένου της υπεύθυνης δήλωσης ή άρνησης αποδοχής της υποβολής της, η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης υπό την ιδιότητα του παρόχου της υπηρεσίας, έχει την αρμοδιότητα να επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης, καθώς και τα αναγκαία στοιχεία αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα η αυθεντικοποίηση της δήλωσης.
Στη θυρίδα του χρήστη τηρείται αρχείο των ηλεκτρονικών υπεύθυνων δηλώσεων που συντάχθηκαν για διάστημα τριάντα (30) ημερών. Το διάστημα αυτό υπολογίζεται από την ημερομηνία και την ώρα που αποτυπώνεται πάνω στην ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση.
Τα στοιχεία αυτά τα κοινοποιεί είτε στον δηλούντα, είτε στον αποδέκτη της υπεύθυνης δήλωσης, είτε σε οποιονδήποτε αποδεικνύει ειδικό έννομο συμφέρον, υπό τις προϋποθέσεις των παρ. 2, 3 και 5 του άρθρου 5 του ν. 2690/1999.
Για τον σκοπό αυτό, η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης τηρεί τα αναγκαία στοιχεία για χρονικό διάστημα επτά (7) τουλάχιστον ετών.
Οι αποδέκτες που λαμβάνουν την ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση τεκμαίρεται ότι τελούν σε καλή πίστη ως προς την προέλευση της ηλεκτρονικής υπεύθυνης δήλωσης από τον εκδότη της και ουδεμία ευθύνη υπέχουν ως προς τη γνησιότητα αυτής.
- Ηλεκτρονική εξουσιοδότηση
Η εξουσιοδότηση δύναται να καταρτίζεται στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής «e-Exousiodotisi». Η ηλεκτρονική εξουσιοδότηση του παρόντος δεν υποκαθιστά το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.
Η εξουσιοδότηση που συντάσσεται μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης έχει την ίδια ισχύ, τόσο στην ηλεκτρονική όσο και στην έντυπη μορφή της, με έγγραφο που φέρει βεβαίωση γνήσιου υπογραφής του άρθρου 11 του ν. 2690/1999.
Η ημερομηνία που αναγράφεται στην προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης αντιστοιχεί στην ημερομηνία έκδοσης της ηλεκτρονικής εξουσιοδότησης. Η ηλεκτρονική εξουσιοδότηση, τόσο ως ηλεκτρονικό όσο και ως έντυπο έγγραφο, συνιστά έγγραφο βέβαιης χρονολογίας.
Στη θυρίδα του χρήστη και στη θυρίδα του αρμόδιου φορέα τηρείται αρχείο των ηλεκτρονικών εξουσιοδοτήσεων που συντάχθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας για διάστημα τριάντα (30) ημερών.
Σε περίπτωση αμφισβήτησης του περιεχομένου της εξουσιοδότησης ή άρνησης αποδοχής της υποβολής της, η Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ., υπό την ιδιότητα του παρόχου της υπηρεσίας, έχει την αρμοδιότητα να επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης, καθώς και τα αναγκαία στοιχεία αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα η αυθεντικοποίηση της εξουσιοδότησης και να κοινοποιεί αυτά είτε στον εξουσιοδοτούντα, είτε στον εξουσιοδοτούμενο, είτε σε οποιονδήποτε αποδεικνύει ειδικό έννομο συμφέρον, υπό τις προϋποθέσεις των παρ. 2, 3 και 5 του άρθρου 5 του ν. 2690/1999. Για τον σκοπό αυτό, η Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. τηρεί τα αναγκαία μεταδεδομένα για χρονικό διάστημα επτά (7) τουλάχιστον ετών.
Οι αποδέκτες που λαμβάνουν την ηλεκτρονική εξουσιοδότηση τεκμαίρεται ότι τελούν σε καλή πίστη ως προς την προέλευση της ηλεκτρονικής εξουσιοδότησης από τον εκδότη της και ουδεμία ευθύνη υπέχουν ως προς τη γνησιότητα αυτής.
Έκδοση υπεύθυνης δήλωσης ή εξουσιοδότησης ηλεκτρονικά.
Για να εκδώσετε την υπεύθυνη δήλωση ή την εξουσιοδότηση που χρειάζεστε ηλεκτρονικά θα χρειαστείτε:
- τους προσωπικούς σας κωδικούς πρόσβασης στο gov.gr ή στο Taxisnet
- τον αριθμό του κινητού σας τηλεφώνου για να λάβετε με SMS κωδικούς επιβεβαίωσης
Η υπεύθυνη δήλωση/εξουσιοδότηση που θα εκδώσετε είναι νομικά ισοδύναμη με υπεύθυνη δήλωση που φέρει το γνήσιο της υπογραφής και μπορείτε είτε να την αποστείλετε ηλεκτρονικά, είτε να την εκτυπώσετε και να την καταθέσετε σε δημόσια υπηρεσία.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΕΚΟΥΣΙΑ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΛΛΑΓΗΣ ΚΥΡΙΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΩΝΥΜΟΥ
Η μεταβολή του κύριου ονόματος αποφασίζεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση κατά την διαδικασία της εκουσίας διαδικασίας. Η αίτηση συντάσσεται και κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου και ένα αντίγραφο κοινοποιείται στον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα.
Η αλλαγή του κυρίου ονόματος δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση. Ο νόμος αναφέρει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει το κατά πόσον υπάρχει “σπουδαίος λόγος”, ο οποίος δικαιολογεί την μεταβολή του κύριου ονόματος.
Υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις κατά τις οποίες ένα μη εύηχο όνομα δικαιολόγησε μια τέτοια μεταβολή, π.χ. ένα κύριο όνομα που μοιάζει με επώνυμο ή που προκαλεί σύγχυση, είναι μερικοί λόγοι που το δικαστήριο αποδέχεται και προχωρεί στην αλλαγή του κυρίου ονόματος.
Επίσης σημαντικοί είναι και οι ψυχολογικοί λόγοι, π.χ. περιπτώσεις που η θύμηση του ονόματος είναι αρνητική και ταράζει ψυχολογικά τον κάτοχό του. Τέτοιου είδους λόγοι αν και ακραίοι έχουν γίνει δεκτοί από την νομολογία.
Λόγοι συνειδησιακοί, όπως είναι η μεταβολή του θρησκεύματος, έχουν ήδη κριθεί ότι αποτελούν σπουδαίο λόγο για την μεταβολή του κύριου ονόματος.
Ως αλλαγή κύριου ονόματος θεωρείται επίσης η τροποποίηση ή η συμπλήρωσή του. Η αίτηση διόρθωσης ή συμπλήρωσης του ονόματος ανήκει στην ευρύτερη διαδικασία διόρθωσης των στοιχείων των ληξιαρχικών πράξεων. Έτσι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται και οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα, με τις οποίες ζητείται η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης, που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξή της και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί.
Αντικείμενο επομένως της αίτησης διόρθωσης, είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων, που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε σύγκριση με τα στοιχεία, που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη, της οποίας ζητείται η διόρθωση, η δε απόφαση που εκδίδεται, ως προς τη ρυθμιστική της ενέργεια, είναι στην ουσία διαπιστωτική διορθωτική θετική διοικητική πράξη και όχι διαταγή στο ληξίαρχο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης, που, ενδεχομένως, συντάχθηκε από αυτόν ανακριβώς, ούτε υποκαθιστά τη δική του ενέργεια, παρά δημιουργεί εις βάρος του ανωτέρω την υποχρέωση να προβεί στη σχετική διόρθωση.
Σε περίπτωση θετικής έκβασης, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία διατάσσεται η μεταβολή του ονόματος προσκομίζεται στο ληξιαρχείο και στο δημοτολόγιο, τα οποία είναι υποχρεωμένα να προβούν στην σχετική μεταβολή.
Επίσης δεν αποκλείεται και η αλλαγή ελληνικού επωνύμου σε ξενόγλωσσο ή και το αντίστροφο.
Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο, εκτιμά όλους τους λόγους τους οποίους επικαλείται ο αιτούμενος την μεταβολή του επωνύμου του, και αποφαίνεται με βάση την σοβαρότητα των λόγων αυτών σε συνδυασμό με τα στοιχεία που προσκομίζονται από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, αν ενδείκνυται ή όχι η ζητούμενη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικώς, από της απόψεως αυτής, την απόφασή του.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΝΙΑΙΟ ΦΟΡΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ (ΕΝ.Φ.Ι.Α.)
Στα πλαίσια της ενημέρωσης των πολιτών, αναφορικά με ζητήματα που αφορούν στο ισχύον φορολογικό καθεστώς, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων εξέδωσε έναν αναλυτικό οδηγό με ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.). Ειδικότερα:
- Ποια τα αποτελέσματα της καταγραφής των ακινήτων στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (έντυπο Ε9);
- Από τη σύνθεση των δηλώσεων στοιχείων ακινήτων ετών 2013 και επομένων προκύπτει η δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων /πράξη προσδιορισμού φόρου ν. 4223/2013 – Α’ 287 (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) κάθε υπόχρεου προσώπου και
- Με την καταγραφή των μεταβολών στην ακίνητη περιουσία, μέσω της συμπλήρωσης των δηλώσεων Ε9, εφαρμόζεται η θεσμοθετημένη άμεση και διαρκής ενημέρωση του περιουσιολογίου ακινήτων.
- Πώς λαμβάνει γνώση ο υπόχρεος για την εκκαθάριση του ΕΝ.Φ.Ι.Α.;
- Ο φορολογούμενος λαμβάνει γνώση της έκδοσης δήλωσης/πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου από την ηλεκτρονική διαδικτυακή εφαρμογή της ιστοσελίδας της Α.Α.Δ.Ε.: www.aade.gr με τους προσωπικούς κωδικούς του.
- Η Α.Α.Δ.Ε. ενημερώνει τον φορολογούμενο με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), στη δηλωθείσα από αυτόν ηλεκτρονική διεύθυνση, για την έκδοση πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου και
- Σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού αποστέλλεται επιπλέον ταχυδρομικά, έντυπη ενημέρωση για την πληρωμή του φόρου.
- Υπάρχει αφορολόγητο ποσό κατά τον υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα φυσικά πρόσωπα;
Αφορολόγητο ποσό προβλέπεται μόνο κατά τον υπολογισμό του συμπληρωματικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. σε φυσικά πρόσωπα.
- Παρέχεται έκπτωση σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης του αναλογούντος φόρου;
ΟΧΙ. Στον νόμο δεν προβλέπεται έκπτωση σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής.
- Τι πρέπει να κάνει φορολογούμενος που επιθυμεί να μεταβιβάσει το ακίνητό του;
Ο φορολογούμενος υποχρεούται να προσκομίσει στον συμβολαιογράφο πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α., με το οποίο πιστοποιείται ότι κατέβαλε τον φόρο που αναλογεί στην αξία του ακίνητου που μεταβιβάζει για τα πέντε (5) προηγούμενα της μεταβίβασης έτη. Ο συμβολαιογράφος απαγορεύεται να συντάξει συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο μεταβιβάζεται με αντάλλαγμα ή με χαριστική αιτία η κυριότητα ακινήτου ή μεταβιβάζονται ή δημιουργούνται εμπράγματα δικαιώματα σε αυτό, αν δεν επισυναφθεί πιστοποιητικό του άρθρου 54Α του ν. 4174/2013 στο συμβόλαιο που συντάσσει.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ – ΑΚΥΡΗ ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΡΗΤΡΑ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΟΔΗΓΟΥ ΠΟΥ ΤΕΛΟΥΣΕ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΗΡΕΙΑ ΑΛΚΟΟΛ (ΑΠ 181/2022)
Άκυρη και ανεπίτρεπτη η ρήτρα εξαίρεσης από την ασφάλιση οδηγού που τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, που περιέχεται σε σύμβαση προαιρετικής ασφάλισης οχήματος για προσωπικό ατύχημα οδηγού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 1 και 7 παρ. 5 του Ν. 2496/1997
Άκυρη κρίθηκε από τον Άρειο Πάγο η συμβατική ρήτρα περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, που περιέχεται σε σύμβαση προαιρετικής ασφάλισης οχήματος για προσωπικό ατύχημα οδηγού, περί εξαίρεσης από την ασφάλιση της περίπτωσης εκείνης που ο ασφαλισμένος οδηγός τελούσε, κατά την επέλευση κινδύνου, υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ΑΠ 181/2022).
Κατά το σκεπτικό του ανώτατου δικαστηρίου, το σύνολο των διατάξεων του ασφαλιστικού νόμου 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις «ημιαναγκαστικού» δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορεί να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, παρά μόνο να διευρυνθούν. Από τον κανόνα αυτό, ήτοι του «ημιαναγκαστικού» χαρακτήρα των διατάξεων του ασφαλιστικού νόμου, εξαιρούνται περιπτώσεις ασφαλιστικής κάλυψης κινδύνων από επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, καθώς και περιπτώσεις ασφαλίσεων μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης και θαλάσσιας ή αεροπορικής ασφάλισης ζημιών, ως εξ ορισμού εμπορικές ασφαλίσεις, οι οποίες αναφέρονται στον νόμο περιοριστικά.
Εν προκειμένω, κρίθηκε πως ο όρος περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, που περιέχεται στο καταρτισθέν πολυασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ της αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, είναι άκυρος. Και τούτο διότι, αφορά στη συναφθείσα με το συμβόλαιο αυτό και ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2496/1997 πρόσθετη ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος του οδηγού της ασφαλισμένης μοτοσυκλέτας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 33 του Ν. 2496/1997, ενόψει του ότι με τον όρο αυτό επέρχεται περιορισμός των παρεχόμενων από την ένδικη σύμβαση ασφάλισης προσωπικού ατυχήματος δικαιωμάτων του ασφαλισμένου και των ληπτών της ασφάλισης εναγόντων, που δεν ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους.
Κρίνοντας λοιπόν, πως η ένδικη αξίωση, πηγάζει πράγματι από την πρόσθετη ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος, που καταρτίσθηκε με το ίδιο ασφαλιστήριο με το οποίο είχε ασφαλισθεί, κατά τις διατάξεις του Ν. 489/1976, η έναντι τρίτων αστική ευθύνη της μοτοσυκλέτας του ασφαλισμένου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε τον σχετικό λόγο αναίρεσης, επικυρώνοντας την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ – ΠΟΤΕ ΙΣΧΥΕΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΕΝΤΟΛΕΑ
Είναι σύνηθες φαινόμενο, στην καθημερινή δικηγορική και συμβολαιογραφική πρακτική, να ορίζεται κατά τη σύνταξη ενός πληρεξουσίου, ότι αυτό εξακολουθεί να ισχύει και για το μετά το θάνατο του εντολέα χρονικό διάστημα.
Κατά τη διάταξη τέλος του άρθρου 223 ΑΚ, η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με το θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα αυτού που την έδωσε ή αυτού που την έλαβε. Από τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής συνάγεται ότι, καθιερώνεται μεν ως κανόνας ότι η πληρεξουσιότητα παύει με το θάνατο αυτού που την έδωσε, ορίζεται όμως ότι δεν αποκλείεται το αντίθετο συνέχισή της δηλαδή και μετά το θάνατο του πληρεξουσιοδότη, αν αυτό προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη σύμβαση ή από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ή από τη φύση των δικαιοπραξιών που ανατίθενται στον πληρεξούσιο.
Στην περίπτωση αυτή, είτε πρόκειται για πληρεξουσιότητα που συνεχίζεται και μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, είτε παρέχεται για να ισχύσει μόνο μετά το θάνατό του (πληρεξουσιότητα μεταθανάτιας ενέργειας), είναι νόμιμη, έστω και αν η πράξη που πρόκειται να ενεργήσει ο πληρεξούσιος αναφέρεται στην μεταβίβαση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του πληρεξουσιοδότη (ΑΠ 1401/2019).
Από τη διάταξη του άρθρου 218 ΑΚ, που ορίζει ότι η πληρεξουσιότητα παύει με ανάκληση, η δε παραίτηση από το δικαίωμα ανάκλησης είναι άκυρη, εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου, και εκείνη του άρθρου 724 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, ενώ αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη, εκτός αν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου ή τρίτου συνάγεται ότι, ναι μεν η πληρεξουσιότητα και η τυχόν εντολή που αποκτάται με αυτήν είναι κατ` αρχήν ελευθέρως ανακλητή λόγω του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, όμως από το δικαίωμα της ανάκλησης χωρεί κατ` εξαίρεση παραίτηση, που καθιστά αμετάκλητη την πληρεξουσιότητα (και την εντολή), εφόσον αυτή αποσκοπεί στην αποκλειστική ή έστω και παράλληλη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του αντιπροσώπου ή τρίτου ή αν αφορά συνάμα το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και του πληρεξουσίου του (αντιπροσώπου) ή τρίτου, οπότε καθίστανται ανέκκλητες (ΑΠ 486/2017, ΑΠ 392/2006, ΑΠ 1108/1984).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 223 ΑΚ, η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με το θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα αυτού που την έδωσε ή αυτού που την έλαβε. Από τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής συνάγεται ότι, καθιερώνεται μεν ως κανόνας ότι η πληρεξουσιότητα παύει με το θάνατο αυτού που την έδωσε, ορίζεται όμως ότι δεν αποκλείεται το αντίθετο, συνέχισή της δηλαδή και μετά το θάνατο του πληρεξουσιοδότη, αν αυτό προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη σύμβαση ή από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ή από τη φύση των δικαιοπραξιών που ανατίθενται στον πληρεξούσιο.
Στην περίπτωση αυτή, είτε πρόκειται για πληρεξουσιότητα που συνεχίζεται και μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, είτε παρέχεται για να ισχύσει μόνο μετά το θάνατό του (πληρεξουσιότητα μεταθανάτιας ενέργειας), είναι νόμιμη, έστω και αν η πράξη που πρόκειται να ενεργήσει ο πληρεξούσιος αναφέρεται στην μεταβίβαση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του πληρεξουσιοδότη. Βέβαια, μετά το θάνατο οι δικαιοπραξίες του πληρεξουσίου με τρίτους, ή με τον εαυτό του σε περίπτωση αυτοσύμβασης, καταρτίζονται στο όνομα των κληρονόμων (ΑΚ 1710), που μπορούν φυσικά να ανακαλέσουν την πληρεξουσιότητα με τους ίδιους όρους που θα μπορούσε να το κάνει αυτός που την έδωσε.
Ακυρότητα τέτοιας πληρεξουσιότητας και της πράξης του πληρεξουσίου μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, μπορεί να δημιουργηθεί μόνο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με τη μεθόδευση αυτή καταστρατηγούνται αναγκαστικού δικαίου ορισμοί του κληρονομικού δικαίου, όπως είναι η απαγόρευση κληρονομικών συμβάσεων. Τέτοια όμως σύμβαση, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 368 ΑΚ, δεν αποτελεί ούτε η πληρεξουσιότητα ούτε η σύμβαση μεταβίβασης μετά το θάνατο του πληρεξουσιοδότη ειδικού περιουσιακού στοιχείου που δεν αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, αφού είναι δυνατόν, σε κάθε περίπτωση, να επιτευχθεί με σύμβαση αμετάκλητης δωρεάς αιτία θανάτου (άρθρα 2032, 2034 ΑΚ).
Επιπλέον, η μεταθανάτια αυτή πληρεξουσιότητα, που δίδεται για μεταβίβαση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου, αποτελεί ενοχική επιβάρυνση του αιτία θανάτου διαδόχου (κληρονόμου ή κληροδόχου), που μπορεί να γίνει νόμιμα όχι μόνο με διαθήκη, αλλά και ανεξάρτητα απ` αυτή, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με το άρθρο 1710 ΑΚ, η αποκλειστικότητα της διαθήκης για μεταβιβάσεις με αιτία το θάνατο περιορίζεται στην άμεση και αυτοδίκαιη μεταβίβαση σε περίπτωση θανάτου και όχι στις ενοχικές επιβαρύνσεις του αιτία θανάτου διαδόχου, που από καμιά διάταξη δεν απαγορεύεται να γίνουν και με άλλο τύπο, εκτός από τη διαθήκη, ενόψει της και συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας των συμβάσεων.
Αντίθετα, από τη διάταξη του άρθρου 368 εδ. α` ΑΚ, που ορίζει ότι "σύμβαση για την κληρονομία προσώπου που ζει είτε με το ίδιο είτε με τρίτο πρόσωπο είτε για ολόκληρη είτε για ποσοστό της, είναι άκυρη", συνάγεται ότι η προβλεπόμενη απ` αυτήν απόλυτη ακυρότητα πλήττει συμβάσεις, οι οποίες αφορούν στο σύνολο της κληρονομίας ή σε ποσοστό αυτής. Στις κατά την εν λόγω διάταξη απαγορευμένες πράξεις εμπίπτουν όχι μόνο οι χαριστικές, αλλά και οι επαχθείς (με αντάλλαγμα) περιουσιακές επιδόσεις. Ακόμη, η ίδια διάταξη, ναι μεν αναφέρεται σε σύμβαση, πλην όμως η σχετική απαγόρευση για την ταυτότητα του νομικού λόγου καταλαμβάνει και την πληρεξουσιότητα (ΑΠ 617/2004).
Επίσης, ανεξάρτητα από την ως άνω ρητή απαγόρευση της ΑΚ 368 εδ. α`, το ανεπίτρεπτο πράξεων εν ζωή, που ρυθμίζουν την τύχη της περιουσίας μετά θάνατον ως συνόλου ή ποσοστού της, προκύπτει και από την αποκλειστικότητα στο θέμα αυτό των διατάξεων του κληρονομικού δικαίου, το όλο πνεύμα των οποίων, αλλά και η σαφής πρώτη διάταξή του, δηλαδή η ΑΚ 1710 παρ.1, γνωρίζουν μόνο το νόμο ή τη διαθήκη ως μέσα που μπορούν να καθορίζουν τη μεταβίβαση της περιουσίας ενός προσώπου ως συνόλου ή ποσοστού της μετά το θάνατό του σε άλλο πρόσωπο, άρα δεν αναγνωρίζουν για το σκοπό αυτό άλλη δικαιοπραξία και ιδίως μάλιστα την πληρεξουσιότητα μεταθανάτιας ενέργειας. Η ελευθερία του διατιθέναι παρέχει άλλωστε στο διαθέτη ευρεία εξουσία ως προς το περιεχόμενο της διαθήκης και επομένως ως προς τη ρύθμιση της τύχης της περιουσίας μετά το θάνατο, ώστε να ικανοποιείται επαρκώς στο ζήτημα αυτό η ιδιωτική του αυτονομία.
Με τα δεδομένα αυτά η εντολή και πληρεξουσιότητα του πληρεξουσιοδότη προς τον πληρεξούσιο στο μέτρο που παρέχεται εξουσία διάθεσης του συνόλου της περιουσίας του πληρεξουσιοδότη ή ποσοστού της μετά το θάνατό του υπέρ ορισμένων προσώπων είναι άκυρη ως αντικειμένη στις διατάξεις των άρθρων 368 εδ. α` και 1710 παρ.1 ΑΚ και η τυχόν παρά ταύτα σύναψη σύμβασης από τον πληρεξούσιο δυνάμει αυτής της πληρεξουσιότητας θα κριθεί κατά τις ΑΚ 229 επ ΑΚ
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΚΟΥΣΙΑ ΝΟΣΗΛΕΙΑ (ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΗ) – ΤΙ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ -ΠΟΙΟΣ ΤΗΝ ΖΗΤΑ.
Ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και παραμονή του για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Ρυθμίζεται τόσο στον Αστικό Κώδικα όσο και από τους Ν. 2071/1992 και Ν. 2716/1999.
Ποιες οι προϋποθέσεις της και ο σκοπός της.
Προϋποθέσεις για τη θέση οποιουδήποτε προσώπου σε ακούσια νοσηλεία είναι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 95 παρ. 2 του Ν. 2071/1992, οι εξής:
- A) Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή.
- B) Να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του.
Γ) Η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια:
- είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, ή
- η νοσηλεία του ασθενή που πάσχει από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.
Καθίσταται εναργές ότι η ακούσια νοσηλεία λειτουργεί ως προληπτικό μέσο για την αποτροπή τέλεσης βίαιων εγκλημάτων από ψυχικά ασθενείς.
Ποιος εκκινεί την διαδικασία.
Την ακούσια νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν:
- Ο σύζυγός του.
- Ο συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα.
- Ο συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό.
- Όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του.
- Ο εισαγγελέας πρωτοδικών αυτεπάγγελτα σε επείγουσες περιπτώσεις και μόνο εφόσον δεν υφίσταται κανένα από τα ανωτέρω πρόσωπα.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 1687 Α.Κ. «Όταν η κατάσταση ενός προσώπου επιβάλλει την ακούσια νοσηλεία του σε μονάδα ψυχικής υγείας, αυτή γίνεται μετά από προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου και κατά τις διατάξεις ειδικών νόμων». Κατά συνέπεια, η ακούσια νοσηλεία είναι θεσμός δημοσίου δικαίου, αλλά περιγράφεται στον Αστικό Κώδικα και ρυθμίζεται περαιτέρω από διατάξεις ειδικών νόμων. Ο θεσμός, λοιπόν, δέχεται ουσιαστική ρύθμιση από ένα νομοθέτημα και συγχρόνως ρυθμίζεται δικονομικά με την εφαρμογή των διατάξεων της πολιτικής δικονομίας (εκούσια δικαιοδοσία).
Στον νόμο 2071/92 για τον «Εκσυγχρονισμό και την Οργάνωση Συστήματος Υγείας», ρυθμίζεται ειδικότερα και εκτενέστερα ο θεσμός της ακούσιας νοσηλείας. Πιο συγκεκριμένα, κατά το αρ. 95 παρ. 1 «Ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και η παραμονή του, για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Από την ακούσια νοσηλεία διακρίνεται η «φύλαξη» ασθενή με το άρθρο 69 επ. του Ποιν. Κώδικα. Η αντιμετώπιση τοξικομανών, διέπεται από ειδική νομοθεσία». Στο σημείο αυτό, χρήζει η παράθεση του περί «φύλαξης» ασθενή άρθρου 69 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, κατά το οποίο, «Αν κάποιος που τέλεσε αξιόποινη πράξη, η οποία απειλείται με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους, απαλλάχθηκε από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής (άρθρο 34), το δικαστήριο διατάσσει κατάλληλο για τη θεραπεία του μέτρο, εφόσον κρίνει ότι, εξαιτίας της κατάστασής του, υπάρχει κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κίνδυνος, αν αφεθεί ελεύθερος, να τελέσει και άλλα τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλήματα. Η διάταξη της απόφασης που αφορά στο θεραπευτικό μέτρο εκτελείται με φροντίδα της εισαγγελικής αρχής».
Όσον αφορά στις προϋποθέσεις για τη θέση οποιουδήποτε σε ακούσια νοσηλεία, αυτές αναφέρονται σωρευτικά στην παράγραφο 2 του άρθρου 95 του Ν. 2071/92 και είναι οι εξής: Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή, η οποία να τον καθιστά ανίκανο να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του και η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια είτε να αποκλεισθεί η θεραπεία του είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, ή η νοσηλεία ασθενή που πάσχει από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.
Συγχρόνως, στη παρ. 3 του αρ.95 προβλέπεται, ότι η αδυναμία ή ή άρνηση προσώπου να προσαρμόζεται στις κοινωνικές ή ηθικές ή πολιτικές αξίες, που φαίνεται να επικρατούν στην κοινωνία, δεν αποτελεί καθ' αυτή ψυχική διαταραχή.
Η διαδικασία για την ακούσια νοσηλεία κινείται κατόπιν απευθυνόμενης προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του φερόμενου ως ασθενή, αιτήσεως, του συζύγου, ή συγγενή σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενή εκ πλαγίου μέχρι και τον δεύτερο βαθμό ή όποιου έχει την επιμέλεια του προσώπου. Εάν δεν υπάρχει κάποιο από τα παραπάνω πρόσωπα, η ακούσια νοσηλεία διατάσσεται αυτεπάγγελτα από τον εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή. Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δυο ψυχιάτρων.
Ο εισαγγελέας αφού διαπιστώσει την συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων και εφόσον οι δυο ιατρικές γνωματεύσεις συνηγορούν υπέρ της ακούσιας νοσηλείας του φερόμενου στην αίτηση ως ασθενή, ο εισαγγελέας διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας που εδρεύει στον τόπο κατοικίας του ασθενή (εκτός αν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν την νοσηλεία του αλλού). Αν, ωστόσο, οι προαναφερθείσες γνωματεύσεις διαφέρουν μεταξύ τους, ο εισαγγελέας δύναται να εισάγει την αίτηση στο πολυμελές πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία του του αρ. 95 παρ. 6. Μάλιστα, στην περίπτωση που η διαδικασία κινείται αυτεπάγγελτα από το εισαγγελέα, ή σε περίπτωση άρνησης του φερόμενου ως ασθενή να εξεταστεί, ο εισαγγελέας δύναται να διατάξει την μεταφορά του δεύτερου για εξέταση και σύνταξη γνωματεύσεων σε δημόσια ψυχιατρική κλινική. Σε τρείς μέρες από την μεταφορά του ασθενούς στη κλινική, κατόπιν διαταγής του εισαγγελέα, ζητείται με αίτηση του τελευταίου, να επιληφθεί το πολυμελές πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, που συνεδριάζει εντός 10 ημερών «κεκλεισμένων των θυρών». Η απόφαση αυτή του πολυμελούς πρωτοδικείου προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα της έφεσης και της ανακοπής κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας.
Η ακούσια νοσηλεία παύει, εφόσον σταματήσουν να συντρέχουν οι ως άνω αναφερόμενες προϋποθέσεις του αρ. 95 του Ν. 2071/1992. Βέβαια, η διάρκεια της νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες (πλην εξαιρετικών περιπτώσεων που η κατάσταση του ασθενούς χρήζει παράτασης της νοσηλείας κατά τα προβλεπόμενα στο αρ.99 παρ. 4). Μετά την πάροδο των τριών πρώτων μηνών της νοσηλείας, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής και άλλος ένας ψυχίατρος του τομέα ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο εισαγγελέας δικαιούται να διαβιβάσει την έκθεση αυτή στο πολυμελές πρωτοδικείο της περιφέρειάς του με αίτησή του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η Ακούσια νοσηλεία.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
