ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΝΙΑΙΟ ΦΟΡΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ (ΕΝ.Φ.Ι.Α.)
Στα πλαίσια της ενημέρωσης των πολιτών, αναφορικά με ζητήματα που αφορούν στο ισχύον φορολογικό καθεστώς, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων εξέδωσε έναν αναλυτικό οδηγό με ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.). Ειδικότερα:
- Ποια τα αποτελέσματα της καταγραφής των ακινήτων στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (έντυπο Ε9);
- Από τη σύνθεση των δηλώσεων στοιχείων ακινήτων ετών 2013 και επομένων προκύπτει η δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων /πράξη προσδιορισμού φόρου ν. 4223/2013 – Α’ 287 (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) κάθε υπόχρεου προσώπου και
- Με την καταγραφή των μεταβολών στην ακίνητη περιουσία, μέσω της συμπλήρωσης των δηλώσεων Ε9, εφαρμόζεται η θεσμοθετημένη άμεση και διαρκής ενημέρωση του περιουσιολογίου ακινήτων.
- Πώς λαμβάνει γνώση ο υπόχρεος για την εκκαθάριση του ΕΝ.Φ.Ι.Α.;
- Ο φορολογούμενος λαμβάνει γνώση της έκδοσης δήλωσης/πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου από την ηλεκτρονική διαδικτυακή εφαρμογή της ιστοσελίδας της Α.Α.Δ.Ε.: www.aade.gr με τους προσωπικούς κωδικούς του.
- Η Α.Α.Δ.Ε. ενημερώνει τον φορολογούμενο με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), στη δηλωθείσα από αυτόν ηλεκτρονική διεύθυνση, για την έκδοση πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου και
- Σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού αποστέλλεται επιπλέον ταχυδρομικά, έντυπη ενημέρωση για την πληρωμή του φόρου.
- Υπάρχει αφορολόγητο ποσό κατά τον υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα φυσικά πρόσωπα;
Αφορολόγητο ποσό προβλέπεται μόνο κατά τον υπολογισμό του συμπληρωματικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. σε φυσικά πρόσωπα.
- Παρέχεται έκπτωση σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης του αναλογούντος φόρου;
ΟΧΙ. Στον νόμο δεν προβλέπεται έκπτωση σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής.
- Τι πρέπει να κάνει φορολογούμενος που επιθυμεί να μεταβιβάσει το ακίνητό του;
Ο φορολογούμενος υποχρεούται να προσκομίσει στον συμβολαιογράφο πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α., με το οποίο πιστοποιείται ότι κατέβαλε τον φόρο που αναλογεί στην αξία του ακίνητου που μεταβιβάζει για τα πέντε (5) προηγούμενα της μεταβίβασης έτη. Ο συμβολαιογράφος απαγορεύεται να συντάξει συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο μεταβιβάζεται με αντάλλαγμα ή με χαριστική αιτία η κυριότητα ακινήτου ή μεταβιβάζονται ή δημιουργούνται εμπράγματα δικαιώματα σε αυτό, αν δεν επισυναφθεί πιστοποιητικό του άρθρου 54Α του ν. 4174/2013 στο συμβόλαιο που συντάσσει.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ – ΑΚΥΡΗ ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΡΗΤΡΑ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΟΔΗΓΟΥ ΠΟΥ ΤΕΛΟΥΣΕ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΗΡΕΙΑ ΑΛΚΟΟΛ (ΑΠ 181/2022)
Άκυρη και ανεπίτρεπτη η ρήτρα εξαίρεσης από την ασφάλιση οδηγού που τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, που περιέχεται σε σύμβαση προαιρετικής ασφάλισης οχήματος για προσωπικό ατύχημα οδηγού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 1 και 7 παρ. 5 του Ν. 2496/1997
Άκυρη κρίθηκε από τον Άρειο Πάγο η συμβατική ρήτρα περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, που περιέχεται σε σύμβαση προαιρετικής ασφάλισης οχήματος για προσωπικό ατύχημα οδηγού, περί εξαίρεσης από την ασφάλιση της περίπτωσης εκείνης που ο ασφαλισμένος οδηγός τελούσε, κατά την επέλευση κινδύνου, υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ΑΠ 181/2022).
Κατά το σκεπτικό του ανώτατου δικαστηρίου, το σύνολο των διατάξεων του ασφαλιστικού νόμου 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις «ημιαναγκαστικού» δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορεί να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, παρά μόνο να διευρυνθούν. Από τον κανόνα αυτό, ήτοι του «ημιαναγκαστικού» χαρακτήρα των διατάξεων του ασφαλιστικού νόμου, εξαιρούνται περιπτώσεις ασφαλιστικής κάλυψης κινδύνων από επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, καθώς και περιπτώσεις ασφαλίσεων μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης και θαλάσσιας ή αεροπορικής ασφάλισης ζημιών, ως εξ ορισμού εμπορικές ασφαλίσεις, οι οποίες αναφέρονται στον νόμο περιοριστικά.
Εν προκειμένω, κρίθηκε πως ο όρος περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, που περιέχεται στο καταρτισθέν πολυασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ της αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, είναι άκυρος. Και τούτο διότι, αφορά στη συναφθείσα με το συμβόλαιο αυτό και ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2496/1997 πρόσθετη ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος του οδηγού της ασφαλισμένης μοτοσυκλέτας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 33 του Ν. 2496/1997, ενόψει του ότι με τον όρο αυτό επέρχεται περιορισμός των παρεχόμενων από την ένδικη σύμβαση ασφάλισης προσωπικού ατυχήματος δικαιωμάτων του ασφαλισμένου και των ληπτών της ασφάλισης εναγόντων, που δεν ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους.
Κρίνοντας λοιπόν, πως η ένδικη αξίωση, πηγάζει πράγματι από την πρόσθετη ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος, που καταρτίσθηκε με το ίδιο ασφαλιστήριο με το οποίο είχε ασφαλισθεί, κατά τις διατάξεις του Ν. 489/1976, η έναντι τρίτων αστική ευθύνη της μοτοσυκλέτας του ασφαλισμένου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε τον σχετικό λόγο αναίρεσης, επικυρώνοντας την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ – ΠΟΤΕ ΙΣΧΥΕΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΕΝΤΟΛΕΑ
Είναι σύνηθες φαινόμενο, στην καθημερινή δικηγορική και συμβολαιογραφική πρακτική, να ορίζεται κατά τη σύνταξη ενός πληρεξουσίου, ότι αυτό εξακολουθεί να ισχύει και για το μετά το θάνατο του εντολέα χρονικό διάστημα.
Κατά τη διάταξη τέλος του άρθρου 223 ΑΚ, η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με το θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα αυτού που την έδωσε ή αυτού που την έλαβε. Από τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής συνάγεται ότι, καθιερώνεται μεν ως κανόνας ότι η πληρεξουσιότητα παύει με το θάνατο αυτού που την έδωσε, ορίζεται όμως ότι δεν αποκλείεται το αντίθετο συνέχισή της δηλαδή και μετά το θάνατο του πληρεξουσιοδότη, αν αυτό προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη σύμβαση ή από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ή από τη φύση των δικαιοπραξιών που ανατίθενται στον πληρεξούσιο.
Στην περίπτωση αυτή, είτε πρόκειται για πληρεξουσιότητα που συνεχίζεται και μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, είτε παρέχεται για να ισχύσει μόνο μετά το θάνατό του (πληρεξουσιότητα μεταθανάτιας ενέργειας), είναι νόμιμη, έστω και αν η πράξη που πρόκειται να ενεργήσει ο πληρεξούσιος αναφέρεται στην μεταβίβαση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του πληρεξουσιοδότη (ΑΠ 1401/2019).
Από τη διάταξη του άρθρου 218 ΑΚ, που ορίζει ότι η πληρεξουσιότητα παύει με ανάκληση, η δε παραίτηση από το δικαίωμα ανάκλησης είναι άκυρη, εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου, και εκείνη του άρθρου 724 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, ενώ αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη, εκτός αν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου ή τρίτου συνάγεται ότι, ναι μεν η πληρεξουσιότητα και η τυχόν εντολή που αποκτάται με αυτήν είναι κατ` αρχήν ελευθέρως ανακλητή λόγω του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, όμως από το δικαίωμα της ανάκλησης χωρεί κατ` εξαίρεση παραίτηση, που καθιστά αμετάκλητη την πληρεξουσιότητα (και την εντολή), εφόσον αυτή αποσκοπεί στην αποκλειστική ή έστω και παράλληλη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του αντιπροσώπου ή τρίτου ή αν αφορά συνάμα το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και του πληρεξουσίου του (αντιπροσώπου) ή τρίτου, οπότε καθίστανται ανέκκλητες (ΑΠ 486/2017, ΑΠ 392/2006, ΑΠ 1108/1984).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 223 ΑΚ, η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με το θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα αυτού που την έδωσε ή αυτού που την έλαβε. Από τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής συνάγεται ότι, καθιερώνεται μεν ως κανόνας ότι η πληρεξουσιότητα παύει με το θάνατο αυτού που την έδωσε, ορίζεται όμως ότι δεν αποκλείεται το αντίθετο, συνέχισή της δηλαδή και μετά το θάνατο του πληρεξουσιοδότη, αν αυτό προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη σύμβαση ή από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ή από τη φύση των δικαιοπραξιών που ανατίθενται στον πληρεξούσιο.
Στην περίπτωση αυτή, είτε πρόκειται για πληρεξουσιότητα που συνεχίζεται και μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, είτε παρέχεται για να ισχύσει μόνο μετά το θάνατό του (πληρεξουσιότητα μεταθανάτιας ενέργειας), είναι νόμιμη, έστω και αν η πράξη που πρόκειται να ενεργήσει ο πληρεξούσιος αναφέρεται στην μεταβίβαση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του πληρεξουσιοδότη. Βέβαια, μετά το θάνατο οι δικαιοπραξίες του πληρεξουσίου με τρίτους, ή με τον εαυτό του σε περίπτωση αυτοσύμβασης, καταρτίζονται στο όνομα των κληρονόμων (ΑΚ 1710), που μπορούν φυσικά να ανακαλέσουν την πληρεξουσιότητα με τους ίδιους όρους που θα μπορούσε να το κάνει αυτός που την έδωσε.
Ακυρότητα τέτοιας πληρεξουσιότητας και της πράξης του πληρεξουσίου μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, μπορεί να δημιουργηθεί μόνο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με τη μεθόδευση αυτή καταστρατηγούνται αναγκαστικού δικαίου ορισμοί του κληρονομικού δικαίου, όπως είναι η απαγόρευση κληρονομικών συμβάσεων. Τέτοια όμως σύμβαση, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 368 ΑΚ, δεν αποτελεί ούτε η πληρεξουσιότητα ούτε η σύμβαση μεταβίβασης μετά το θάνατο του πληρεξουσιοδότη ειδικού περιουσιακού στοιχείου που δεν αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, αφού είναι δυνατόν, σε κάθε περίπτωση, να επιτευχθεί με σύμβαση αμετάκλητης δωρεάς αιτία θανάτου (άρθρα 2032, 2034 ΑΚ).
Επιπλέον, η μεταθανάτια αυτή πληρεξουσιότητα, που δίδεται για μεταβίβαση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου, αποτελεί ενοχική επιβάρυνση του αιτία θανάτου διαδόχου (κληρονόμου ή κληροδόχου), που μπορεί να γίνει νόμιμα όχι μόνο με διαθήκη, αλλά και ανεξάρτητα απ` αυτή, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με το άρθρο 1710 ΑΚ, η αποκλειστικότητα της διαθήκης για μεταβιβάσεις με αιτία το θάνατο περιορίζεται στην άμεση και αυτοδίκαιη μεταβίβαση σε περίπτωση θανάτου και όχι στις ενοχικές επιβαρύνσεις του αιτία θανάτου διαδόχου, που από καμιά διάταξη δεν απαγορεύεται να γίνουν και με άλλο τύπο, εκτός από τη διαθήκη, ενόψει της και συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας των συμβάσεων.
Αντίθετα, από τη διάταξη του άρθρου 368 εδ. α` ΑΚ, που ορίζει ότι "σύμβαση για την κληρονομία προσώπου που ζει είτε με το ίδιο είτε με τρίτο πρόσωπο είτε για ολόκληρη είτε για ποσοστό της, είναι άκυρη", συνάγεται ότι η προβλεπόμενη απ` αυτήν απόλυτη ακυρότητα πλήττει συμβάσεις, οι οποίες αφορούν στο σύνολο της κληρονομίας ή σε ποσοστό αυτής. Στις κατά την εν λόγω διάταξη απαγορευμένες πράξεις εμπίπτουν όχι μόνο οι χαριστικές, αλλά και οι επαχθείς (με αντάλλαγμα) περιουσιακές επιδόσεις. Ακόμη, η ίδια διάταξη, ναι μεν αναφέρεται σε σύμβαση, πλην όμως η σχετική απαγόρευση για την ταυτότητα του νομικού λόγου καταλαμβάνει και την πληρεξουσιότητα (ΑΠ 617/2004).
Επίσης, ανεξάρτητα από την ως άνω ρητή απαγόρευση της ΑΚ 368 εδ. α`, το ανεπίτρεπτο πράξεων εν ζωή, που ρυθμίζουν την τύχη της περιουσίας μετά θάνατον ως συνόλου ή ποσοστού της, προκύπτει και από την αποκλειστικότητα στο θέμα αυτό των διατάξεων του κληρονομικού δικαίου, το όλο πνεύμα των οποίων, αλλά και η σαφής πρώτη διάταξή του, δηλαδή η ΑΚ 1710 παρ.1, γνωρίζουν μόνο το νόμο ή τη διαθήκη ως μέσα που μπορούν να καθορίζουν τη μεταβίβαση της περιουσίας ενός προσώπου ως συνόλου ή ποσοστού της μετά το θάνατό του σε άλλο πρόσωπο, άρα δεν αναγνωρίζουν για το σκοπό αυτό άλλη δικαιοπραξία και ιδίως μάλιστα την πληρεξουσιότητα μεταθανάτιας ενέργειας. Η ελευθερία του διατιθέναι παρέχει άλλωστε στο διαθέτη ευρεία εξουσία ως προς το περιεχόμενο της διαθήκης και επομένως ως προς τη ρύθμιση της τύχης της περιουσίας μετά το θάνατο, ώστε να ικανοποιείται επαρκώς στο ζήτημα αυτό η ιδιωτική του αυτονομία.
Με τα δεδομένα αυτά η εντολή και πληρεξουσιότητα του πληρεξουσιοδότη προς τον πληρεξούσιο στο μέτρο που παρέχεται εξουσία διάθεσης του συνόλου της περιουσίας του πληρεξουσιοδότη ή ποσοστού της μετά το θάνατό του υπέρ ορισμένων προσώπων είναι άκυρη ως αντικειμένη στις διατάξεις των άρθρων 368 εδ. α` και 1710 παρ.1 ΑΚ και η τυχόν παρά ταύτα σύναψη σύμβασης από τον πληρεξούσιο δυνάμει αυτής της πληρεξουσιότητας θα κριθεί κατά τις ΑΚ 229 επ ΑΚ
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΚΟΥΣΙΑ ΝΟΣΗΛΕΙΑ (ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΗ) – ΤΙ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ -ΠΟΙΟΣ ΤΗΝ ΖΗΤΑ.
Ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και παραμονή του για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Ρυθμίζεται τόσο στον Αστικό Κώδικα όσο και από τους Ν. 2071/1992 και Ν. 2716/1999.
Ποιες οι προϋποθέσεις της και ο σκοπός της.
Προϋποθέσεις για τη θέση οποιουδήποτε προσώπου σε ακούσια νοσηλεία είναι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 95 παρ. 2 του Ν. 2071/1992, οι εξής:
- A) Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή.
- B) Να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του.
Γ) Η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια:
- είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, ή
- η νοσηλεία του ασθενή που πάσχει από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.
Καθίσταται εναργές ότι η ακούσια νοσηλεία λειτουργεί ως προληπτικό μέσο για την αποτροπή τέλεσης βίαιων εγκλημάτων από ψυχικά ασθενείς.
Ποιος εκκινεί την διαδικασία.
Την ακούσια νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν:
- Ο σύζυγός του.
- Ο συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα.
- Ο συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό.
- Όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του.
- Ο εισαγγελέας πρωτοδικών αυτεπάγγελτα σε επείγουσες περιπτώσεις και μόνο εφόσον δεν υφίσταται κανένα από τα ανωτέρω πρόσωπα.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 1687 Α.Κ. «Όταν η κατάσταση ενός προσώπου επιβάλλει την ακούσια νοσηλεία του σε μονάδα ψυχικής υγείας, αυτή γίνεται μετά από προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου και κατά τις διατάξεις ειδικών νόμων». Κατά συνέπεια, η ακούσια νοσηλεία είναι θεσμός δημοσίου δικαίου, αλλά περιγράφεται στον Αστικό Κώδικα και ρυθμίζεται περαιτέρω από διατάξεις ειδικών νόμων. Ο θεσμός, λοιπόν, δέχεται ουσιαστική ρύθμιση από ένα νομοθέτημα και συγχρόνως ρυθμίζεται δικονομικά με την εφαρμογή των διατάξεων της πολιτικής δικονομίας (εκούσια δικαιοδοσία).
Στον νόμο 2071/92 για τον «Εκσυγχρονισμό και την Οργάνωση Συστήματος Υγείας», ρυθμίζεται ειδικότερα και εκτενέστερα ο θεσμός της ακούσιας νοσηλείας. Πιο συγκεκριμένα, κατά το αρ. 95 παρ. 1 «Ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και η παραμονή του, για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Από την ακούσια νοσηλεία διακρίνεται η «φύλαξη» ασθενή με το άρθρο 69 επ. του Ποιν. Κώδικα. Η αντιμετώπιση τοξικομανών, διέπεται από ειδική νομοθεσία». Στο σημείο αυτό, χρήζει η παράθεση του περί «φύλαξης» ασθενή άρθρου 69 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, κατά το οποίο, «Αν κάποιος που τέλεσε αξιόποινη πράξη, η οποία απειλείται με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους, απαλλάχθηκε από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής (άρθρο 34), το δικαστήριο διατάσσει κατάλληλο για τη θεραπεία του μέτρο, εφόσον κρίνει ότι, εξαιτίας της κατάστασής του, υπάρχει κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κίνδυνος, αν αφεθεί ελεύθερος, να τελέσει και άλλα τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλήματα. Η διάταξη της απόφασης που αφορά στο θεραπευτικό μέτρο εκτελείται με φροντίδα της εισαγγελικής αρχής».
Όσον αφορά στις προϋποθέσεις για τη θέση οποιουδήποτε σε ακούσια νοσηλεία, αυτές αναφέρονται σωρευτικά στην παράγραφο 2 του άρθρου 95 του Ν. 2071/92 και είναι οι εξής: Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή, η οποία να τον καθιστά ανίκανο να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του και η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια είτε να αποκλεισθεί η θεραπεία του είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, ή η νοσηλεία ασθενή που πάσχει από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.
Συγχρόνως, στη παρ. 3 του αρ.95 προβλέπεται, ότι η αδυναμία ή ή άρνηση προσώπου να προσαρμόζεται στις κοινωνικές ή ηθικές ή πολιτικές αξίες, που φαίνεται να επικρατούν στην κοινωνία, δεν αποτελεί καθ' αυτή ψυχική διαταραχή.
Η διαδικασία για την ακούσια νοσηλεία κινείται κατόπιν απευθυνόμενης προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του φερόμενου ως ασθενή, αιτήσεως, του συζύγου, ή συγγενή σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενή εκ πλαγίου μέχρι και τον δεύτερο βαθμό ή όποιου έχει την επιμέλεια του προσώπου. Εάν δεν υπάρχει κάποιο από τα παραπάνω πρόσωπα, η ακούσια νοσηλεία διατάσσεται αυτεπάγγελτα από τον εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή. Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δυο ψυχιάτρων.
Ο εισαγγελέας αφού διαπιστώσει την συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων και εφόσον οι δυο ιατρικές γνωματεύσεις συνηγορούν υπέρ της ακούσιας νοσηλείας του φερόμενου στην αίτηση ως ασθενή, ο εισαγγελέας διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας που εδρεύει στον τόπο κατοικίας του ασθενή (εκτός αν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν την νοσηλεία του αλλού). Αν, ωστόσο, οι προαναφερθείσες γνωματεύσεις διαφέρουν μεταξύ τους, ο εισαγγελέας δύναται να εισάγει την αίτηση στο πολυμελές πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία του του αρ. 95 παρ. 6. Μάλιστα, στην περίπτωση που η διαδικασία κινείται αυτεπάγγελτα από το εισαγγελέα, ή σε περίπτωση άρνησης του φερόμενου ως ασθενή να εξεταστεί, ο εισαγγελέας δύναται να διατάξει την μεταφορά του δεύτερου για εξέταση και σύνταξη γνωματεύσεων σε δημόσια ψυχιατρική κλινική. Σε τρείς μέρες από την μεταφορά του ασθενούς στη κλινική, κατόπιν διαταγής του εισαγγελέα, ζητείται με αίτηση του τελευταίου, να επιληφθεί το πολυμελές πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, που συνεδριάζει εντός 10 ημερών «κεκλεισμένων των θυρών». Η απόφαση αυτή του πολυμελούς πρωτοδικείου προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα της έφεσης και της ανακοπής κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας.
Η ακούσια νοσηλεία παύει, εφόσον σταματήσουν να συντρέχουν οι ως άνω αναφερόμενες προϋποθέσεις του αρ. 95 του Ν. 2071/1992. Βέβαια, η διάρκεια της νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες (πλην εξαιρετικών περιπτώσεων που η κατάσταση του ασθενούς χρήζει παράτασης της νοσηλείας κατά τα προβλεπόμενα στο αρ.99 παρ. 4). Μετά την πάροδο των τριών πρώτων μηνών της νοσηλείας, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής και άλλος ένας ψυχίατρος του τομέα ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο εισαγγελέας δικαιούται να διαβιβάσει την έκθεση αυτή στο πολυμελές πρωτοδικείο της περιφέρειάς του με αίτησή του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η Ακούσια νοσηλεία.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ: ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΣΤΟ ΕΦΑΠΑΞ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Πιο γρήγορα αλλά σαφώς «ψαλιδισμένο», θα καταβάλλεται το εφάπαξ των δημοσίων υπαλλήλων. Ο τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ, όπως διαμορφώθηκε με τον «νόμο Κατρούγκαλου», επιφέρει μείωση που τείνει να αγγίζει το 23%, καθώς οι εισφορές που πληρώνονται από το 2014 και εντεύθεν στα Ταμεία Πρόνοιας του Δημοσίου και του Ιδιωτικού τομέα δεν έχουν ανταποδοτικότητα.
Έτσι, με την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ, ένας υπάλληλος που συνταξιοδοτείται το 2022 με 35ετία θα πάρει δύο τμήματα εφάπαξ με τα εξής ποσά:
- Το πρώτο τμήμα του εφάπαξ θα είναι για τα έτη έως το 2013 και θα υπολογιστεί με το 60% του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών της πενταετίας 2009-2013, επί τα έτη ασφάλισης έως το 2013.
- Το δεύτερο τμήμα του εφάπαξ θα είναι η επιστροφή των εισφορών που πλήρωσε από το 2014 έως το 2022, χωρίς τόκο.
Η έκδοση, ωστόσο, της απόφασης για την χορήγηση του «εφάπαξ» με την οριστική σύνταξη είναι προ των πυλών, καθώς προβλέπεται στο σχέδιο που βρίσκεται σε εξέλιξη από τα πρώην Ταμεία Πρόνοιας του Δημοσίου, στα οποία ο χρόνος αναμονής για την είσπραξη του βοηθήματος έχει ήδη μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με το παρελθόν που οι καθυστερήσεις έφταναν στα 3 χρόνια και χρειαζόταν «μέσον» για να βγει νωρίτερα.
Το κλειδί για να βγαίνει το εφάπαξ μαζί με την οριστική σύνταξη βρίσκεται στην ηλεκτρονική απεικόνιση της υπαλληλικής πορείας των ασφαλισμένων μέσω του «ηλεκτρονικού ΔΑΥΚ» (Δελτίο Απεικόνισης Υπηρεσιακής Κατάστασης) που άρχισε να εφαρμόζεται στις συντάξεις του ΕΦΚΑ-Δημοσίου. Το ηλεκτρονικό ΔΑΥΚ είναι ο «καθρέφτης» των μισθών και των ετών υπηρεσίας που έχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, και η επί σειρά ετών χειροκίνητη ενημέρωσή του (από υπηρεσία σε υπηρεσία) αποτελούσε βασική αιτία καθυστερήσεων στην απονομή συντάξεων και εφάπαξ. Τα τελευταία δύο χρόνια που το Δελτίο των υπηρεσιακών μεταβολών έχει μπει σε ψηφιακή τροχιά, η ενημέρωση για τα έτη ασφάλισης και τις αποδοχές γίνεται ηλεκτρονικά ώστε όταν φτάνει η ώρα της συνταξιοδότησης, οι χρόνοι να μειώνονται σημαντικά.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΜΕΝΟΥ – ΑΡΜΟΔIOΤΗΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
Συχνά ο κληρονόμος, έπειτα από την επαγωγή σε αυτόν κληρονομίας, καλείται να αποδείξει το κληρονομικό του δικαίωμα, λόγου χάριν στο πλαίσιο μιας αγοραπωλησίας. Προκειμένου να προστατευθεί τόσο ο ίδιος όσο και ο εκάστοτε συναλλασσόμενος, κάθε κληρονόμος δύναται να υποβάλλει αίτηση προς έκδοση κληρονομητηρίου.
Το κληρονομητήριο, είναι ένα πιστοποιητικό, που εκδίδεται ύστερα από δικαστική απόφαση, επί του οποίου βεβαιώνεται το κληρονομικό δικαίωμα του κληρονόμου, δημιουργώντας παράλληλα μαχητό τεκμήριο έναντι τρίτων αναφορικά με την ιδιότητά του ως κληρονόμου. Ζήτημα, ωστόσο, δημιουργείται, στις περιπτώσεις εκείνες που παρουσιάζουν στοιχεία αλλοδαπότητας, είτε ως προς την ιθαγένεια, είτε ως προς την κατοικία του κληρονομούμενου.
Το άρθρο 810 του ΚΠολΔ ορίζει ως αρμόδιο για την έκδοση κληρονομητηρίου το δικαστήριο της περιφέρειας όπου ο θανών είχε κατά τον χρόνο θανάτου την κατοικία του, ή επικουρικά την διαμονή του. Εφόσον ο θανών είχε την τελευταία κατοικία του στην Ελλάδα, το ζήτημα της αρμοδιότητας επιλύεται εύκολα. Αν, δε, η ιθαγένειά του ήταν η ελληνική, βρίσει ευλόγως εφαρμογή το ελληνικό δίκαιο. Τι ισχύει, όμως, για πρόσωπα με αλλοδαπή ιθαγένεια ή/και τόπο κατοικίας;
Για την αντιμετώπιση του ζητήματος διακρίνουμε τις ακόλουθες περιπτώσεις:
Α. Πολίτες κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Προκειμένου για πολίτες κρατών-μελών της Ε.Ε., οι οικείες διατάξεις του ΚΠολΔ «εκτοπίζονται» από τον Κανονισμό 650/2012, σύμφωνα με το α. 4 του οποίου ισχύει γενική δωσιδικία των δικαστηρίων όπου ο θανών είχε τη συνήθη διαμονή του κατά τον χρόνο θανάτου. Επικουρικά, αν η συνήθης διαμονή του δεν βρισκόταν σε κράτος-μέλος, το α. 10 του Κανονισμού αναγνωρίζει δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους-μέλους όπου βρίσκονται περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο θανών α) είχε την ιθαγένεια του στο κράτος-μέλος ή β) είχε προηγούμενη συνήθη διαμονή στο κράτος-μέλος εντός της τελευταίας πενταετίας πριν τον θάνατό του.
Ακόμη όμως και σε περίπτωση που δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, το α. 11 δίνει την δυνατότητα έκδοσης του κληρονομητηρίου από κράτος-μέλος με το οποίο η υπόθεση παρουσιάζει «επαρκή δεσμό». Εδώ θα μπορούσε να υπαχθεί μία περίπτωση όπου η κληρονομιαία περιουσία βρίσκεται σε κράτος-μέλος, υπάρχει, δε, μία μακροχρόνια εκ των πραγμάτων σχέση του θανούντος με το συγκεκριμένο κράτος, πλην όμως δεν πληρούνται τα κριτήρια της ιθαγένειας ή της συνήθους διαμονής.
Όσον αφορά στο εφαρμοστέο δίκαιο, δίνεται προτεραιότητα στο δίκαιο του τόπου της συνήθους διαμονής του κληρονομούμενου, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για δίκαιο κράτους-μέλους ή όχι (α. 21). Ενδιαφέρον προξενεί εδώ η δυνατότητα που παρέχεται με το α. 22 στον κληρονομούμενο να ορίσει ο ίδιος (λόγου χάριν στο κείμενο της διαθήκης του) ως εφαρμοστέο δίκαιο σχετικά με την κληρονομική του διαδοχή το δίκαιο του κράτους της ιθαγένειάς του.
Β. Πολίτες κρατών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ο ανωτέρω Κανονισμός δεν βρίσκει εφαρμογή όταν ο θανών δεν είχε την ιθαγένεια κράτους-μέλος της ΕΕ. Στην περίπτωση αυτή, θα ισχύσουν οι οικείες διατάξεις του ΚΠολΔ αναφορικά με τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τις οποίες θα πρέπει να υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου ώστε να επιληφθεί υπόθεσης που αφορά πρόσωπο με αλλοδαπή ιθαγένεια (α.3 ΚΠολΔ).
Αναφορικά με την έκδοση κληρονομητηρίου, δικαιοδοσία για την έκδοσή του έχουν κατ’ αρχήν τα δικαστήρια της περιφέρειας όπου ο θανών είχε την κατοικία του ή, επικουρικά, τη διαμονή του κατά τον χρόνο του θανάτου (α. 810 ΚΠολΔ). Επομένως, αν η κατοικία του κληρονομούμενου δεν βρισκόταν κατά τον χρόνο θανάτου στην Ελλάδα, κατ’ αρχήν τα ελληνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια για την έκδοση κληρονομητηρίου.
Ωστόσο, καθιερώνεται με το α. 40 ΚΠολΔ ειδική συντρέχουσα δωσιδικία για τα δικαστήρια της περιφέρειας όπου ο θανών είχε την περιουσία του ή μέρος αυτής, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια ή τον τόπο κατοικίας του. Μπορεί, επομένως, να ζητηθεί από το αρμόδιο ελληνικό δικαστήριο η έκδοση κληρονομητηρίου αλλοδαπού, ο οποίος κατέλειπε περιουσία στην Ελλάδα, χωρίς μάλιστα να ενδιαφέρει το αν ο θεσμός του κληρονομητηρίου υφίσταται ως τέτοιος και στο αλλοδαπό κράτος (Απόφ. 578/2004 ΜΠρΡοδ, 765/2016 ΕιρΧαν).
Το δίκαιο που θα εφαρμοστεί από τα ελληνικά δικαστήρια θα εξαρτηθεί στην περίπτωση αυτή από την ιθαγένεια του θανούντος, καθώς, στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν φέρει ιθαγένεια κράτους-μέλους της ΕΕ, θα ισχύσει το α. 8 του Αστικού Κώδικα, το οποίο ορίζει για τις κληρονομικές σχέσεις ως εφαρμοστέο το δίκαιο της ιθαγένειας του θανούντος.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ – ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΓΙΑ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΑ ΜΙΣΘΩΜΑΤΑ
Ο εκμισθωτής έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο και να αιτηθεί είτε την απόδοση του μισθίου από κοινού με την πληρωμή των οφειλόμενων μισθωμάτων, είτε μόνο την ικανοποίηση της απαίτησής του για τα οφειλόμενα εκ μέρους του μισθωτή του μισθώματα.
Κατά την διάρκεια της μισθωτικής σχέσης, ιδίως ενόψει συγκυριών οικονομικής δυσχέρειας, είναι αρκετά πιθανό να μην τηρούνται και εκπληρώνονται προσηκόντως οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών. Αυτό, το οποίο αρκετά συχνά ανακύπτει στην καθημερινή συναλλακτική πραγματικότητα, είναι η αδυναμία του μισθωτή να ανταποκριθεί στην υποχρέωση καταβολής του συμφωνηθέντος μισθώματος. Σε αυτήν την περίπτωση, ο εκμισθωτής έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο και να αιτηθεί είτε την απόδοση του μισθίου από κοινού με την πληρωμή των οφειλόμενων μισθωμάτων, είτε μόνο την ικανοποίηση της απαίτησής του για τα οφειλόμενα εκ μέρους του μισθωτή του μισθώματα. Προς ικανοποίηση, δε, της ως άνω χρηματικής αξίωσής του έναντι του μισθωτή, ο εκμισθωτής, αναλόγως των αποδεικτικών μέσων που έχει στην διάθεσή του μπορεί είτε να ασκήσει συναφή αγωγή, είτε να επιδιώξει την έκδοση διαταγής πληρωμής από το εκάστοτε αρμόδιο Δικαστήριο.
Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται αντιληπτό ότι η ικανοποίηση της απαίτησης του εκμισθωτή για οφειλόμενα μισθώματα εκ μέρους του μισθωτή, επί τη βάσει έκδοσης διαταγής πληρωμής, αποτελεί την πλέον συμφέρουσα για τον εκμισθωτή, από άποψη χρόνου και διαδικασίας, λύση και επιλογή. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να θεωρηθεί ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής για οφειλόμενα μισθώματα, αποτελεί μια «εύκολη» και άνευ προϋποθέσεων διαδικασία.
Ειδικότερα, υπό την έποψη των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εκμισθωτής δύναται να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, υπό τις απαραίτητες προϋποθέσεις ότι: α) η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, β) δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και γ) το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παραγραφών 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, η οποία κατατίθεται από τον δικαιούχου στη Γραμματεία του αρμοδίου Δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, ορισμένη μνεία της απαίτησης και του ακριβούς ποσού των χρημάτων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, ενώ ταυτόχρονα, πρέπει να συνυποβάλλονται όλα εκείνα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτουν η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη. Σε περίπτωση, δε, ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθ’ ου η αίτηση, συνυποβάλλονται, πέραν των ανωτέρω, και τα απαιτούμενα έγγραφα για την νομιμοποίησή τους.
Επισημαίνεται, σε αυτό το σημείο, ότι εάν τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο Δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο τελευταίος οφείλει, κατ’ άρθρο 628 παρ. 1α ΚΠολΔ, να απορρίψει την υποβληθείσα αίτηση ως απαράδεκτη. Στην υποθετική, δε, περίπτωση, κατά την οποία, παρά την έλλειψη της ανωτέρω διαδικαστικής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται κατόπιν άσκησης σχετικής ανακοπής εκ μέρους του καθ’ ου η διαταγή, σύμφωνα με τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην ως άνω περίπτωση, απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη μεταγενέστερη προσκομιδή των ανωτέρω αποδεικτικών εγγράφων. Συνεπώς, το Δικαστήριο, το οποίο δικάζει την ανακοπή, εάν από το σύνολο των εγγράφων, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύονται: α) η απαίτηση και το ποσό αυτής και β) η νομιμοποίηση τόσο του αιτούντος, όσο και του καθ’ ου η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από εκείνα που προσκομίστηκαν και υπεβλήθησαν στον Δικαστή που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον κατά τη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχτεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε.
Υπό την ίδια έποψη, τυγχάνει ακυρωτέα η διαταγή πληρωμής μισθωμάτων, όταν δεν περιγράφεται σε αυτή το ύψος του εκάστοτε οφειλόμενου μισθώματος για το κάθε επιμέρους χρονικό διάστημα, αλλά αναφέρεται μόνο το συνολικά οφειλόμενο ποσό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση αναφορικά με τη γενεσιουργό αιτία της οφειλής και το πώς αυτή έχει διαμορφωθεί. Ειδικότερα, η περιγραφή του ποσού των οφειλόμενων μηνιαίων μισθωμάτων, η οποία περιέχεται στην διαταγή πληρωμής, είναι αόριστη και ασαφής, όταν δεν αναφέρονται στην ίδια όλα τα βασικά στοιχεία που προσδιορίζουν την παροχή. Ακόμη, λοιπόν, και εάν αναφέρονται η έννομη σχέση της σύμβασης μίσθωσης, η οποία συνδέει τους διαδίκους και από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την καταβολή του μηνιαίου μισθώματος, το αρχικώς συμφωνηθέν ποσό του μηνιαίου μισθώματος, το ποσοστό αναπροσαρμογής του ανά μισθωτικό έτος, καθώς και το συνολικό οφειλόμενο ποσό εκ μέρους του μισθωτή, προκειμένου να ευδοκιμήσει η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής ενόψει οφειλόμενων μισθωμάτων, θα πρέπει να προσδιορίζονται τα επιμέρους οφειλόμενα υπόλοιπα ποσά μισθωμάτων κατά το ακριβές ύψος τους, οι μισθωτικοί μήνες που αυτά αφορούν, καθώς και η δήλη ημέρα καταβολής τους. Απεναντίας, εάν αναφέρεται αορίστως το οφειλόμενο συνολικό ποσό, καταλείπεται εύλογη αμφιβολία στον μισθωτή - καθ’ ου η αίτηση σχετικά με την υποχρέωσή του να προβεί στην εκπλήρωση της σχετικής παροχής, και ειδικότερα αναφορικά με το ποιων ακριβώς μισθωτικών μηνών οφείλονται μισθώματα και σε τι επιμέρους ποσό αυτά ανέρχονται.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΔΙΑΖΥΓΙΟ – ΑΥΛΟ ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ
Η διαδικασία έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου διενεργείται πλέον και άυλα, ηλεκτρονικά.
Για την υποβολή αιτήματος έκδοσης άυλου συναινετικού διαζυγίου και την εκκίνηση της διαδικασίας, απαιτείται αυθεντικοποίηση των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων – χρηστών.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Επικρατείας (ΦΕΚ Β’ 6390/31.12.2021), η διαδικασία έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου διενεργείται πλέον και άυλα, ηλεκτρονικά, μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr-EΨΠ).
Η αυθεντικοποίηση των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων – χρηστών, στην παραπάνω πλατφόρμα, γίνεται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους
α) Με τη χρήση των κωδικών–διαπιστευτηρίων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης,
β) Με τη χρήση των κωδικών–διαπιστευτηρίων των συστημάτων ηλεκτρονικής τραπεζικής (e-banking) των πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως ορίζονται στο στοιχείο 1 της παρ. 1 του άρθρ. 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 (ΕΕ L 176), περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, όπως ορίζονται στο στοιχείο 17 της παρ. 1 του άρθρ. 4 του εν λόγω Κανονισμού, όταν τα υποκαταστήματα αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα, είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε σύμφωνα με το άρθρ. 36 του ν. 4261/2014 (Α’ 107) σε τρίτη χώρα, του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, καθώς και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος και των ιδρυμάτων πληρωμών όπως ορίζονται στο άρθρ. 1 του ν. 4537/2018 (Α’ 84),
γ) Με τη χρήση εγκεκριμένου πιστοποιητικού ηλεκτρονικής υπογραφής.
Εκκίνηση διαδικασίας / δημιουργία υπόθεσης λύσης γάμου
Την διαδικασία του άυλου διαζυγίου εκκινεί ένας εκ των δύο δικηγόρων (των μερών που επιθυμούν τη λύση του γάμου), ο οποίος συνδέεται στην εφαρμογή μέσω κωδικών «PORTAL OLOMELEIA» και δημιουργεί σε αυτή την Υπόθεση της λύσης του γάμου εκκινώντας με αυτόν τον τρόπο τη διαδικασία.
Άντληση στοιχείων από Μητρώο Πολιτών
Μετά την εκκίνηση της διαδικασίας, η εφαρμογή ανακτά αυτόματα, μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρ. 84 του ν. 4727/2020 και το άρθρ. 47 του ν. 4623/2019 (Α’ 134), τα εξής στοιχεία από το Μητρώο Πολιτών:
α. όνομα και επώνυμο κάθε συζύγου, τους Α.Φ.Μ. και Α.Μ.Κ.Α. αυτών,
β. το είδος του γάμου, όπως προκύπτει από την αυτόματη λήψη της ενεργής ληξιαρχικής πράξης γάμου και
γ. τον αριθμό των τέκνων που τυχόν έχουν οι σύζυγοι, καθώς και στοιχεία αυτών, μέσω αυτόματης λήψης πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης.
Προσοχή: Σε περίπτωση κατά την οποία τα παραπάνω στοιχεία δεν έχουν καταχωρηθεί ή δεν έχουν καταχωρηθεί σωστά, η διαδικασία δεν προχωρά.
Εισαγωγή τελικού σχεδίου ιδιωτικού συμφωνητικού – Ενημέρωση εκκίνησης της διαδικασίας
Ο δικηγόρος που εκκινεί την ηλεκτρονική διαδικασία, καταχωρεί υποχρεωτικά στην εφαρμογή το τελικό σχέδιο του ιδιωτικού συμφωνητικού στο σχετικό πεδίο της εφαρμογής. Περαιτέρω, καταχωρεί υποχρεωτικά τα στοιχεία του συμβολαιογράφου, επιλέγοντάς τον από τη λίστα των συμβολαιογράφων, καθώς επίσης τον Α.Φ.Μ. και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του αντιδίκου δικηγόρου. Μετά την υποβολή όλων των απαραίτητων στοιχείων, ο δικηγόρος που εκκινεί τη διαδικασία, είτε αποθηκεύει προσωρινά την υπόθεση, είτε προχωρά σε οριστική υποβολή της αίτησης. Μετά το πέρας της ως άνω περιγραφόμενης διαδικασίας, οι δύο δικηγόροι, οι δύο σύζυγοι και ο συμβολαιογράφος, λαμβάνουν ηλεκτρονική ενημέρωση για την εκκίνηση της διαδικασίας. Ειδικότερα δε, ο αντίδικος δικηγόρος ενημερώνεται ηλεκτρονικά, προκειμένου να εισέλθει στην εφαρμογή και να επιβεβαιώσει όλα τα στοιχεία που έχουν καταχωρηθεί. Στο σημείο αυτό, η διαδικασία μπορεί να ακυρωθεί με πρωτοβουλία οποιουδήποτε μέρους, εισάγοντας υποχρεωτικά και τον λόγο ακύρωσης, οπότε και αποστέλλεται ηλεκτρονική ενημέρωση σε όλα τα μέρη προς γνώση τους.
Επιβεβαίωση στοιχείων και αναμονή επιβεβαίωσης από τον έτερο δικηγόρο
Μετά την επιβεβαίωση των στοιχείων της υπόθεσης από τον έτερο δικηγόρο, καθώς και την εισαγωγή από αυτόν των επιπλέον στοιχείων που απαιτούνται για τη σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης, εγκρίνεται από αυτόν το καταχωρημένο από το δικηγόρο τελικό σχέδιο του συμφωνητικού, και είτε απορρίπτει είτε επιβεβαιώνει το περιεχόμενο αυτού. Ο δικηγόρος που αποδέχεται τα στοιχεία της υπόθεσης, καταχωρεί τα στοιχεία του, ώστε να συνταχθεί συμβολαιογραφική πράξη. Στο σημείο αυτό, η διαδικασία μπορεί να ακυρωθεί με πρωτοβουλία οποιουδήποτε εκ των δύο δικηγόρων, εισάγοντας υποχρεωτικά και τον λόγο ακύρωσης, οπότε και αποστέλλεται ηλεκτρονικό μήνυμα σε όλα τα μέρη προς ενημέρωση.
Ενημέρωση συζύγων / έγκριση ή απόρριψη του σχεδίου ιδιωτικού συμφωνητικού
Σε επόμενο στάδιο, οι σύζυγοι εισέρχονται στην εφαρμογή, μέσω κωδικών taxisnet, και λαμβάνουν γνώση του εγκεκριμένου, από αμφότερους τους δικηγόρους, σχεδίου ιδιωτικού συμφωνητικού. Κατόπιν αυτών, εγκρίνουν ή απορρίπτουν το σχέδιο. Σε περίπτωση έγκρισης του περιεχομένου του συμφωνητικού, μέσω επιβεβαίωσης, οι σύζυγοι εισάγουν τα στοιχεία που απαιτούνται για την σύνταξη της πράξης. Μόλις και οι δύο σύζυγοι εγκρίνουν το συμφωνητικό, αποστέλλεται σε όλα τα μέρη (δικηγόροι, σύζυγοι, συμβολαιογράφος) ηλεκτρονική ενημέρωση για τη συναίνεση των συζύγων, οπότε και σηματοδοτείται η εκκίνηση της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρ. 1441 του Αστικού Κώδικα. Στο σημείο αυτό, η διαδικασία μπορεί να ακυρωθεί με πρωτοβουλία οποιουδήποτε μέρους, εισάγοντας υποχρεωτικά και τον λόγο ακύρωσης, οπότε και αποστέλλεται ηλεκτρονική ενημέρωση σε όλα τα μέρη.
Προθεσμία 10 ημερών
Μετά την πάροδο δέκα (10) ημερών, προθεσμία η οποία εκκινεί από την ημέρα που οι σύζυγοι ενέκριναν το σχέδιο που επεξεργάστηκε και καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους, ολοκληρώνεται η διαδικασία και τα μέρη δεν δύναται να υπαναχωρήσουν μέσω της εφαρμογής, ενώ διατηρούν το δικαίωμα υπαναχώρησης κατόπιν συνεννόησης με τον συμβολαιογράφο. Κατόπιν αυτού, όλα τα μέρη, ενημερώνονται ηλεκτρονικά για την παρέλευση της προθεσμίας. Στην περίπτωση κατά την οποία τα μέρη, μετά την παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου, αδρανήσουν να προβούν σε οποιαδήποτε αλλαγή κατάστασης στην ήδη υπάρχουσα υπόθεση, εντός τριών (3) μηνών από την εκκίνηση της διαδικασίας, η υπόθεση που έχει δημιουργηθεί ακυρώνεται αυτόματα μέσω της εφαρμογής και τα μέρη θα πρέπει να εκκινήσουν την διαδικασία από την αρχή.
Είσοδος συμβολαιογράφου
Μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών, ο συμβολαιογράφος ενημερώνεται μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι πρέπει να συνδεθεί στην εφαρμογή μέσω κωδικών taxisnet. Μετά την είσοδό του στην εφαρμογή, ο συμβολαιογράφος δύναται να επεξεργαστεί το τελικό συμβολαιογραφικό έγγραφο λύσεως γάμου. Κατόπιν, ο συμβολαιογράφος, δύναται να κατεβάσει το έγγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης σε ψηφιακή μορφή.
Υπογραφή τελικής πράξης
Την τελική συμβολαιογραφική πράξη δύνανται να εγκρίνουν οι σύζυγοι, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, δυνάμει του άρθρ. 24 του ν. 4727/2020 μέσω της εφαρμογής, είτε να υπογράφουν εκτός της εφαρμογής δια ζώσης ιδιοχείρως, είτε με ηλεκτρονική υπογραφή ισοδύναμη της ιδιόχειρης (εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή). Ο συμβολαιογράφος, ως δημόσιος λειτουργός, τηρεί στο αρχείο του το υπογεγραμμένο φυσικό ή εγκεκριμένο ψηφιακό έγγραφο. Μέχρι και τη στιγμή που η συμβολαιογραφική πράξη θα εγκριθεί και από τους δύο αντίδικους, δύναται να ακυρώνεται η διαδικασία από τον συμβολαιογράφο. Μόλις ολοκληρωθεί η ακύρωση, τότε αποστέλλεται ηλεκτρονική ενημέρωση σε όλους τους εμπλεκόμενους.
Ολοκλήρωση διαδικασίας από συμβολαιογράφο
Μόλις εγκριθεί η συμβολαιογραφική πράξη, ο συμβολαιογράφος εισέρχεται στην εφαρμογή για να οριστικοποιήσει το διαζύγιο, επιλέγοντας και επιβεβαιώνοντας την επιλογή του, εισάγοντας τον αριθμό της συμβολαιογραφικής πράξης και την ημερομηνία σύνταξής της. Κατά το στάδιο αυτό, απαγορεύεται να ακυρωθεί η διαδικασία. Ο συμβολαιογράφος κατά την οριστικοποίηση τηρεί το δικαίωμα να μεταβάλλει το κείμενο της συμβολαιογραφικής πράξης στην εφαρμογή, βάση αλλαγών που τυχόν προέκυψαν κατά την υπογραφή. Κατά το στάδιο αυτό, η εφαρμογή θα αποστέλλει την τελική συμβολαιογραφική πράξη στις θυρίδες των δύο πολιτών της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr). Οι σύζυγοι, οι δικηγόροι και ο συμβολαιογράφος λαμβάνουν ηλεκτρονική ενημέρωση για την ολοκλήρωση της συμβολαιογραφικής διαδικασίας. Σε περίπτωση θρησκευτικού γάμου, οι σύζυγοι ενημερώνονται ηλεκτρονικά προκειμένου να προβούν σε Πνευματική Λύση του γάμου. Η εφαρμογή ενημερώνει το μητρώο πολιτών μέσω διαλειτουργικότητας, το οποίο επιστρέφει έναν κωδικό/μοναδικό αναγνωριστικό, με βάση τον οποίο οι σύζυγοι ή οι δικηγόροι θα μπορούν να επικοινωνήσουν με τον αρμόδιο ληξίαρχο για την εξέλιξη της υπόθεσης, αν αυτό χρειαστεί. Οι δύο σύζυγοι, οι δύο δικηγόροι και ο συμβολαιογράφος ενημερώνονται ηλεκτρονικά για την ολοκλήρωση της συμβολαιογραφικής διαδικασίας. Σε περίπτωση οποιουδήποτε τεχνικού σφάλματος κατά την επικοινωνία με το μητρώο των πολιτών, ο συμβολαιογράφος θα λάβει γνώση ηλεκτρονικά περί του σχετικού σφάλματος και θα έχει τη δυνατότητα να ξαναπροσπαθήσει να ολοκληρώσει τη διαδικασία.
Πνευματική λύση του γάμου – Εισαγωγή στοιχείων από συμβολαιογράφο
Αν ο γάμος ήταν θρησκευτικός, ο συμβολαιογράφος θα πρέπει να εισάγει στην εφαρμογή τα στοιχεία από την απόφαση πνευματικής λύσης του γάμου και ειδικότερα την ημερομηνία έκδοσης αυτής, την αρμόδια Μητρόπολη και τον σχετικό αριθμό πρωτοκόλλου της.
Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα - τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφαλείας
- Για τους σκοπούς εφαρμογής της παρούσας, το Υπουργείο Δικαιοσύνης ενεργεί υπό την ιδιότητα του Υπεύθυνου Επεξεργασίας σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016 (L 119), Γ.Κ.Π.Δ.) και τον ν.4624/2019 (Α΄137).
Ο Υπεύθυνος Επεξεργασίας οφείλει να τηρεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, καθώς και τις διατάξεις του ν.4624/2019 (Α΄137). Οι εμπλεκόμενοι δικηγόροι και συμβολαιογράφοι λειτουργούν ως αυτοτελώς Υπεύθυνοι Επεξεργασίας.
Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία τυγχάνουν να διαλειτουργούν, περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα, προκειμένου να υλοποιηθούν οι διατάξεις της παρούσας και της σχετικής νομοθεσίας επί τη βάσει της οποίας εκδίδεται και αφορούν στα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης.
Τα δεδομένα όλων των υποθέσεων που ακυρώθηκαν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, διαγράφονται αυτομάτως.
Για τους σκοπούς της απόφασης, η συμβολαιογραφική πράξη που λύει τον γάμο, διατηρείται στην θυρίδα ως δημόσιο έγγραφο, το οποίο τηρείται και στο αρχείο του συμβολαιογράφου ως δημοσίου λειτουργού.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΕ ΠΙΣΤΑ «ΚΑΡΤ» – ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ (ΜονΕφΠατρ 243/2021)
Την αποκλειστική υπαιτιότητα του αθλητικού σωματείου και του προστηθέντος αυτού διευθυντή – υπευθύνου λειτουργίας πίστας προορισμένης για ψυχαγωγία με βενζινοκίνητα αυτοκινητίδια ανοιχτού τύπου («καρτ»), για τραυματισμό που έλαβε χώρα στην εν λόγω πίστα, αναγνώρισε το Μονομελές Εφετείο Πατρών (ΜονΕφΠατρ 243/2021), καταδικάζοντας αμφότερους τους εναγομένους στην καταβολή εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.
Πιο συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιοι για το ατύχημα είναι το σωματείο, στο οποίο ανήκε η εν λόγω πίστα, η οποία λειτουργούσε χωρίς νόμιμη άδεια και ο υπ’ αυτού προστηθείς υπεύθυνος λειτουργίας της πίστας και διευθυντής της.
Η υπαιτιότητα του σωματείου, ως ιδιοκτήτη της πίστας, κρίθηκε ότι συνίσταται στο γεγονός ότι λειτουργούσε την πίστα, την οποία διέθετε ελεύθερα στο κοινό, χωρίς την απαιτούμενη άδεια, για την έκδοση της οποίας απαιτείται προηγούμενος έλεγχος κι έγκριση της ορθής και σύννομης λειτουργίας της εγκατάστασης.
Η υπαιτιότητα του διευθυντή – υπευθύνου λειτουργίας της πίστας, στον οποίο είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα σχετικά με τη διαμόρφωση, την επίβλεψη και την ευθύνη λειτουργίας της τελευταίας, συνίσταται, κατά τη κρίση του δικαστηρίου, στο γεγονός ότι αφενός δεν έλαβε κανένα προστατευτικό μέτρο ασφάλειας για τους κινούμενους με οχήματα στην πίστα πελάτες, αφετέρου δε, αν και γνώριζε ότι δεν υπήρχε η απαιτούμενη άδεια λειτουργίας της πίστας, παρ’ όλα αυτά έθεσε σε λειτουργία την εγκατάσταση, ενώ, αντίθετα, θα έπρεπε να μην επιτρέπει τη χρήση της πίστας έως ότου ληφθεί η απαιτούμενη νόμιμη άδεια για την ασφαλή χρήση της.
Όσον αφορά στη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, το δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς ισχυρισμούς των εναγομένων, τονίζοντας πως ο ενάγων κινείτο στην πίστα με κανονική ταχύτητα, έχοντας διανύσει μόλις εβδομήντα μέτρα πορείας, η δε ανατροπή του οχήματος του και ο εξ αυτής τραυματισμός του προήλθε αποκλειστικά και μόνο από την κακή διαμόρφωση του χωμάτινου οδοστρώματος της πίστας.
Κατόπιν τούτων, το δικαστήριο καταδίκασε τους εναγόμενους στην καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, για τον υπολογισμό του ύψους της οποίας έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων, το είδος και την έκταση της σωματικής βλάβης του ενάγοντος, του σωματικού πόνου που υπέστη και της ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας του λόγω της χειρουργικής επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε, σε συνδυασμό με το άγχος του για τις πιθανές επιπλοκές στην υγεία του.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ – ΔΥΣΤΡΟΠΙΑ ΜΙΣΘΩΤΗ – ΔΙΑΤΑΓΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΜΙΣΘΙΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ
ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ – ΔΥΣΤΡΟΠΙΑ ΜΙΣΘΩΤΗ – ΔΙΑΤΑΓΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΜΙΣΘΙΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ
Σκοπός της ταχείας διαδικασίας έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου είναι ο εξοπλισμός του εκμισθωτή με εκτελεστό τίτλο κατά του μισθωτή, ο οποίος εκδηλώνει δυστροπία ως προς την καταβολή μισθωμάτων.
Η διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου αποτελεί τίτλο εκτελεστό, που εκτελείται μόλις παρέλθουν είκοσι ημέρες από την επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση.
Βασική προϋπόθεση για να δικαιολογηθεί η έκδοση διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου ακινήτου είναι η καθυστέρηση στην καταβολή μισθώματος από δυστροπία.
Δυστροπία υφίσταται ακόμα κι αν η καθυστέρηση οφείλεται σε οικονομική δυσχέρεια του μισθωτή. Η οικονομική αδυναμία δεν αποτελεί εύλογη αιτία μη καταβολής του μισθώματος, καθώς ο μισθωτής που συμβάλλεται στην συγκεκριμένη μισθωτική σχέση αποδέχεται την ικανότητα προς πορισμό των απαιτούμενων οικονομικών μέσων για την εκπλήρωσης της συμβατικής του υποχρέωσης προς καταβολή του μισθώματος καθ' όλο το διάστημα της μίσθωσης.
Για την έκδοση της διαταγής απόδοσης απαιτείται η έναρξη της μίσθωσης να αποδεικνύεται εγγράφως. Κατά την διατύπωση του άρθρου 637 ΚΠολΔ με έγγραφο πρέπει να αποδεικνύεται μόνο η έναρξη της μίσθωσης. Δεν είναι αναγκαία η απόδειξη με έγγραφο της εξακολούθησης της μίσθωσης, όταν παρήλθε ο ορισμένος αρχικός συμβατικός χρόνος και η μίσθωση συνεχίζεται χωρίς να υπογραφεί τροποποιητικό έγγραφο παράτασης της διάρκειάς της, επειδή ο μισθωτής εξακολουθεί να έχει στην κατοχή του το μίσθιο και ο εκμισθωτής το γνωρίζει και δεν εναντιώνεται.
Η διάταξη του άρθρου 639 παρ. 2 περ β ΚΠολΔ προβλέπει ότι στην αίτηση πρέπει να γίνεται “επίκληση του εγγράφου από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση”. Κατά συστηματική ερμηνεία πρέπει να γίνει δεκτό ότι νοείται το έγγραφο από το οποίο αποδεικνύεται η έναρξη της μίσθωσης.
Αποκλείεται η έκδοση διαταγής απόδοσης, όταν η σύμβαση μίσθωσης έχει λήξει ή έχει λυθεί, όπως ενδεικτικά με καταγγελία και εφόσον έχουν επέλθει τα αποτελέσματα της καταγγελίας, αφού στην περίπτωση αυτή δεν οφείλεται μίσθωμα αλλά αποζημίωση χρήσης.
Για την έκδοση διαταγή απόδοσης μισθίου, είναι απαραίτητο να επιδοθεί από τον εκμισθωτή στον μισθωτή με δικαστικό επιμελητή, έγγραφη όχληση τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την κατάθεση της αίτησης. Στην όχληση πρέπει να αναφέρονται τα οφειλόμενα μισθώματα και το χρονικό διάστημα στο οποίο αντιστοιχούν.
Αν ο μισθωτής καταβάλλει τα οφειλόμενα μισθώματα εντός του δεκαπενθημέρου και η καταβολή αποδεικνύεται εγγράφως (όπως λόγου χάρη με έγγραφη εξοφλητική απόδειξη που εξέδωσε ο εκμισθωτής ή με το αποδεικτικό κατάθεσης του ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του εκμισθωτή) τότε αποκλείεται η έκδοση διαταγής απόδοσης, εκτός αν υφίσταται επανειλημμένη καθυστέρηση από δυστροπία. Επίδοση της έγγραφης όχλησης απαιτείται μόνο την πρώτη φορά.
Αν ο εκμισθωτής είχε επιδώσει στο παρελθόν έγγραφη όχληση και ο μισθωτής είχε συμμορφωθεί, αλλά στη συνέχεια επαναλαμβάνει την ίδια συμπεριφορά συστηματικά, δεν απαιτείται επίδοση νεότερης όχλησης κάθε φορά καθώς είναι άσκοπο να υποχρεώνεται ο εκμισθωτής στην δαπάνη και στον χρόνο αναμονής δεύτερης ή και τρίτης όχλησης.
Εφόσον μετά την πρώτη επίδοση όχλησης ο μισθωτής είχε εξοφλήσει, αλλά στην συνέχεια οφείλει και πάλι μισθώματα, η δυστροπία θεωρείται επανειλημμένη, οπότε την δεύτερη φορά δεν θα μπορεί να αποτρέψει την έκδοση διαταγής απόδοσης ακόμα κι αν εξοφλήσει.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
