ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Είναι γεγονός ότι σήμερα μπορούν και στη χώρα μας όλα τα ζευγάρια ετερόφυλα ή ομόφυλα να κατοχυρώσουν νομικά την ερωτική τους σχέση μέσω της σύναψης του συμφώνου συμβίωσης, αντί για τη διενέργεια θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου. Η διαδικασία είναι καθαρά τυπική, εύκολη και εξαιρετικά γρήγορη ενώ στο κείμενο του συμφώνου συμβίωσης μπορούν να ρυθμισθούν πάσης φύσεως σχέσεις του ζευγαριού.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Η διαδικασία σύναψης του συμφώνου συμβίωσης είναι πολύ απλή και προϋποθέτει ουσιαστικά μόνο την έγγραφη αποτύπωση της βούλησης των δύο προσώπων. Σε αυτή την έγγραφη συμφωνία μπορούν να ρυθμισθούν τα διάφορα ζητήματα που αφορούν τη σχέση του ζευγαριού, όπως η διανομή των περιουσιακών τους στοιχείων σε περίπτωση χωρισμού τους ή, θανάτου του ενός, η διατροφή και η επιμέλεια των τέκνων που έχουν αποκτήσει ή θα αποκτήσουν.
Απαιτείται αρχικά, η επιλογή του αρμόδιου συμβολαιογράφου ενώπιον του οποίου θα συναφθεί το σύμφωνο συμβίωσης. Κατόπιν επικοινωνίας μαζί του, και αφού συμφωνήσουν οι δύο σύντροφοι για το περιεχόμενό του, το σύμφωνο είναι έτοιμο να υπογραφεί, χωρίς να χρειάζεται η παρουσία μαρτύρων. Για τη σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης θα χρειαστούν, και για τα δύο μέρη, ταυτότητα ή διαβατήριο, η διεύθυνση μόνιμης κατοικίας τους, ο αριθμός Δημοτολογίου, Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) και της Δ.Ο.Υ. στην οποία υπάγονται, ο Αριθμός του Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισής τους (Α.Μ.Κ.Α.), πιστοποιητικό της οικογενειακής τους κατάστασης καθώς και αναφορά του συνταξιοδοτικού φορέα ασφάλισης και του επαγγέλματός τους.
Ενδεικτικά αναφέρουμε, ως προς τα ζητήματα που δύνανται να ρυθμισθούν στο σύμφωνο συμβίωσης τα εξής:
- Τόσο για τα κληρονομικά όσο και για τα κοινωνικά και ασφαλιστικά δικαιώματα, καθώς επίσης και για τις παροχές, προβλέπεται πλήρης εξομοίωση των προβλέψεων του συμφώνου με τα αντίστοιχα δικαιώματα των συζύγων.
- Δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των προσώπων. Ο καθένας μπορεί, εφόσον συγκατατίθεται ο άλλος, να χρησιμοποιεί στις κοινωνικές σχέσεις το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του.
- Τέκνο που θα γεννηθεί κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε 300 ημέρες από τη λύση του, φέρει το επώνυμο που επέλεξαν οι γονείς του με κοινή και αμετάκλητη δήλωσή τους, η οποία μπορεί να συμπεριληφθεί στο σύμφωνο.
Αφού λοιπόν υπογραφεί το σύμφωνο συμβίωσης απαιτείται σε τελευταίο στάδιο, η κατάθεσή αντιγράφου του στο Ληξιαρχείο του τόπου κατοικίας των συντρόφων. Από την στιγμή της κατάθεσης του συμφώνου και της καταχώρησής του στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στο Ληξιαρχείο ξεκινάει και η ισχύς του.
Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται όταν και οι δύο σύντροφοι υπογράψουν αυτοπροσώπως ενώπιον συμβολαιογράφου σχετική συμφωνία για την λύση του και την καταθέσουν στο Ληξιαρχείο. Λύεται συνεπώς με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο καταρτίζεται. Μπορεί όμως και ο ένας από τους δύο συντρόφους να υπογράψει ενώπιον συμβολαιογράφου, μονομερώς, σχετική δήλωση για την λύση του συμφώνου και να την κοινοποιήσει μέσω δικαστικού επιμελητή στον άλλον σύντροφο. Το σύμφωνο συμβίωσης μπορεί τέλος, να λυθεί αυτοδικαίως εάν οι σύντροφοι συνάψουν γάμο μεταξύ τους είτε πολιτικό είτε θρησκευτικό, ή, εάν έστω ένας εξ αυτών συνάψει γάμο με τρίτον.
Με το σύμφωνο συμβίωσης εν κατακλείδι, δίνεται η δυνατότητα στους συντρόφους να ρυθμίσουν τους όρους της κοινής τους ζωής υπό το περίβλημα ενός «προγαμιαίου» συμβολαίου. Συνέπεια δε της απλότητας της διαδικασίας του είναι η αύξηση των συνηφθέντων συμφώνων συμβίωσης κατά 13,4% από το 2019 στο 2020 σύμφωνα με έγκυρα στοιχεία
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΣΕ Ο.Ε. Ή Ε.Ε. – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & ΣΤΑΔΙΑ
Η πιο απλή και ευέλικτη μορφή επιχειρηματικής δράσης είναι η ατομική επιχείρηση, καθώς διευθύνεται από ένα φυσικό πρόσωπο, το οποίο παίρνει και όλες τις αποφάσεις που αφορούν την επιχείρηση.
Αυτό βέβαια, ενώ προσδίδει ευελιξία στην επιχείρηση, αποτελεί και μειονέκτημα, καθώς η συγκέντρωση όλων των εξουσιών σε ένα πρόσωπο θέτει συγκεκριμένα όρια στην ανάπτυξη της επιχείρησης, που μπορεί όμως να είναι αντιοικονομικά και να περιορίζουν την ικανότητα ανταγωνισμού της επιχείρησης, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει πάντα και το πρόβλημα της διαδοχής του επιχειρηματία.
Αποτέλεσμα αυτού είναι, πολλές ατομικές επιχειρήσεις να μετασχηματίζονται, έτσι ώστε, πρώτον, να εξασφαλίζεται η συνέχιση της επιχείρησης μετά τον θάνατο ή την αποχώρηση του επιχειρηματία, δεύτερον να συνεργάζονται περισσότερα φυσικά πρόσωπα για τη διαχείριση της επιχείρησης και τρίτον, να διασπάται το φορολογητέο εισόδημα που προκύπτει από την λειτουργία της επιχείρησης σε περισσότερα φυσικά πρόσωπα και να επιτυγχάνεται φορολογική ελάφρυνση.
Όσον αφορά την πιο συχνή μετατροπή ατομικής επιχείρησης, που είναι σε προσωπική εταιρεία, σχετικές διατάξεις δεν υπάρχουν στην νομοθεσία αλλά ακολουθούνται τα άρθρα 38-44 του Εμπορικού Κώδικα και το άρθρο 741 του Αστικού Κώδικα που αφορούν την σύσταση προσωπικής εταιρείας.
Επιπλέον, πρέπει να εκτιμηθεί η αξία των περιουσιακών στοιχείων που εισφέρονται, να συσταθεί καταστατικό και να ακολουθηθεί η διαδικασία ίδρυσης που προβλέπεται για τις προσωπικές εταιρείες και συγκεκριμένα αναλυτικότερα η μετατροπή μιας ατομικής επιχείρησης περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια:
- Εκτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού της ατομικής επιχείρησης ύστερα από απογραφή, που διενεργείται από τον ιδιοκτήτη της ατομικής επιχείρησης και το συνέταιρο ή συνέταιρους που προσλαμβάνει,
- Σύνταξη πρωτοκόλλου καταστροφής, στην περίπτωση που προκύψουν άχρηστα από την απογραφή, που θα συνταχθεί από επιτροπή, που θα αποτελείται από τον ιδιοκτήτη της ατομικής επιχείρησης και δύο ακόμα επιχειρηματίες,
- Κλείσιμο των βιβλίων της ατομικής επιχείρησης,
- Σύνταξη εταιρικού, που δεν οφείλει να είναι συμβολαιογραφικό έγγραφο καθώς αφορά δημιουργία προσωπικής εταιρείας, εκτός εάν, μεταξύ των εισφερομένων, υπάρχει εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου,
- Έκδοση άδειας λειτουργίας, η οποία γίνεται με την υποβολή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. της «Δήλωσης Έναρξης Δραστηριότητας», με τα σχετικά δικαιολογητικά που προβλέπονται, καθώς και την καταβολή του Φόρου Συγκέντρωσης Κεφαλαίου 1%,
- Θεώρηση βιβλίων από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. των βιβλίων και στοιχείων που προβλέπονται από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων,
- Προσκόμιση στο αρμόδιο επιμελητήριο δύο αντιγράφων του καταστατικού της εταιρείας, προκειμένου να ελεγχθεί η επωνυμία και ο διακριτικός τίτλος και να χορηγηθεί η σχετική βεβαίωση,
- Κατάθεση στο Πρωτοδικείο αντιγράφου του καταστατικού, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την σύσταση της εταιρείας, προκειμένου να καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία και να εκπληρωθεί η επιταγή για δημοσιότητα της σύστασης της εταιρείας, και
- Άνοιγμα βιβλίων της προσωπικής εταιρείας με εγγραφή των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού χωρίς να εκδοθεί τιμολόγιο πώλησης των περιουσιακών στοιχείων, καθώς πρόκειται για μετατροπή και συνέχιση των εργασιών της ατομικής επιχείρησης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΛΛΑΓΗ ΕΠΩΝΥΜΟΥ – ΛΟΓΟΙ ΑΛΛΑΓΗΣ ΕΠΩΝΥΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Η αλλαγή επωνύμου, είναι μια αρκετή πολύπλοκη, τυπική και χρονοβόρα διαδικασία, η οποία απαιτεί την συνδρομή ενός εξειδικευμένου δικηγόρου. Στο παρόν άρθρο, θα εξετάσουμε τους λόγους εκείνους που δικαιολογούν και επιτρέπουν την αλλαγή του επωνύμου καθώς και την διαδικασία αλλαγής.
Ως γνωστόν, το επώνυμο μας, αποτελεί βασικό στοιχείο της προσωπικότητας μας, καθώς μας συνοδεύει και πολλές φορές ακόμα και μας χαρακτηρίζει σε όλη την διάρκεια της ζωή μας.
Στην διαδικασία για αλλαγή του επωνύμου ο νομοθέτης προσπαθεί να εξισορροπήσει δύο “αντίρροπες δυνάμεις”. Στην μια πλευρά, η ιδιωτική βούληση και το επώνυμο ως στοιχείο της προσωπικότητας του κάθε ατόμου, που συνιστά το διακριτικό του γνώρισμα σε κάθε κοινωνική του συναναστροφή και στην άλλη, η αλλαγή του επωνύμου απασχολεί την έννομη τάξη ενόψει της ανάγκης εξασφάλισης και διατήρησης της ασφάλειας των συναλλαγών με την προστασία του δημόσιου συμφέροντος.
Ποιοι είναι όμως οι συνηθέστεροι λόγοι για τους οποίους ζητείται και εγκρίνεται η αλλαγή επωνύμου;
Ι. Λόγοι για τους οποίους είναι επιτρεπτή η μεταβολή του επωνύμου.
Οι λόγοι που δικαιολογούν την αλλαγή του επωνύμου, δεν αναφέρονται ρητά στο νόμο ούτε είναι περιορισμένοι αριθμητικά. Στην υπ. Αριθ. Φ131360/22379/13 Εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών προβλέπονται ενδεικτικά ορισμένοι σοβαροί λόγοι, δυνάμει των οποίων είναι επιτρεπτή η αλλαγή επωνύμου. Η νομολογία μας επιτρέπει να τους εντάξουμε σε πέντε κατηγορίες:
- Ψυχολογικοί λόγοι: Προσφάτως έγινε δεκτό από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι σοβαρός λόγος είναι και η ανυπαρξία συναισθηματικού δεσμού του ενδιαφερόμενου με τον γονέα του, του οποίου φέρει το επώνυμο.
- Κακόηχο του επωνύμου:Τα κακόηχα επώνυμα, δυνανται να προκαλέσουν θυμηδία και περιφρόνηση σε βάρος του προσώπου που τα φέρει ή μπορεί να είναι δυσκολοπροφέρετα και να δημουργούν δυσκολίες στις κοινωνικές συναναστροφές του ατόμου.
- Ξενικό επώνυμο: Τα μουσουλμανικά επώνυμα αποτελούν το συνηθέστερο παράδειγμα αυτής της κατηγορίας.
- Αντίθετο προς την αντίληψη της κοινωνίας περί ηθικής: Πρόκειται για επώνυμα που το άκουσμα τους δύναται να προσβάλλει το κοινό περί ηθικής αίσθημα.
- Κακή φήμη που έχει αποκτήσει το συγκεκριμένο επώνυμο από πράξεις άλλου προσώπου: Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί όταν το επώνυμο ενός πρόσωπο έχει συνδεθεί με ειδεχθείς και πολλές φορές κολάσιμες πράξεις ενός προσώπου, το επώνυμο του οποίου φέρει ο ενδιαφερόμενος.
ΙΙ. Διαδικασία αλλαγής επωνύμου.
Δυνάμει του άρθρο 94 παρ. 6 του ν. 3852/2010, αρμόδια για την έκδοση των σχετικών με την πρόσληψη και αλλαγή επωνύμου πράξεων είναι τα όργανα των οικείων Δήμων. Για την αλλαγή του επωνύμου απαιτείται να ακολουθηθεί μια ιδιαιτέρως τυπική και αυστηρή διαδικασία, η οποία συνοψίζεται στα κατωτέρω βήματα:
- Ο ενδιαφερόμενος καταθέτει αίτηση ενώπιον του αρμόδιου Δήμου στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο του οποίου ζητείται η πρόσληψη. Στην ίδια αίτηση επισυνάπτονται και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα.
- Ακολουθεί η δημοσίευση περίληψης της αίτησης αλλαγής επωνύμου σε μία εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην πρωτεύουσα ή την περιφέρεια του νομού, ή γειτονικού νομού του Δήμου που έχει κατατεθεί η αίτηση.
- Μεσολαβεί χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από τηΝ δημοσίευση στην εφημερίδα, εντός του οποίου χρονικού διαστήματος, μπορεί οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον να υποβάλει στον Δήμαρχο τις αντιρρήσεις του, εκθέτοντας τους σχετικούς λόγους.
- Έπειτα από την πάροδο της προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών, ο Δήμαρχος εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση, με την οποία αποδέχεται ή απορρίπτει το αίτημα του ενδιαφερόμενου για την αλλαγή του επωνύμου του.
Η απόφαση του Δημάρχου, η οποία αποδέχεται την ζητηθείσα αλλαγή επωνύμου, κοινοποιείται στις αρχές που τηρούν το δημοτολόγιο και το μητρώο αρρένων, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, στην Εισαγγελία και στις Αστυνομικές Αρχές του τόπου γεννήσεως και κατοικίας του ενδιαφερομένου καθώς και στον ίδιο τον ενδιαφερόμενο για να την προσκομίσει στην Αστυνομική Αρχή του τόπου της κατοικίας του, κατά την έκδοση νέου δελτίου ταυτότητος.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΚΙΝΗΤΑ – ΟΔΗΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΜΕ ΥΠΟΘΗΚΗ Ή ΜΕ ΔΑΝΕΙΟ
Είναι γνωστό πως λόγω της κρίσης, πολλά ακίνητα προσφέρονται πλέον σε πολύ χαμηλές τιμές.
Ωστόσο, η αγορά οποιουδήποτε ακινήτου (αγορά κατοικίας, καταστήματος, οικοπέδου, αγρού) ενέχει κινδύνους που πολλές φορές οι αγοραστές αγνοούν, με αποτέλεσμα να προβαίνουν σε μη συμφέρουσες αγορές ή να αποκτούν «προβληματικά» ακίνητα με νομικά ελαττώματα.
Η σωστή νομική συμβουλή στο θέμα της αγοράς ακινήτου είναι κομβικής σημασίας, προκειμένου ο υποψήφιος αγοραστής να προστατευτεί.
Ο νομικός έλεγχος περιλαμβάνει την έρευνα σε υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο του τόπου που βρίσκεται το ακίνητο, με σκοπό να διαπιστωθεί η νομιμότητα και ορθή καταχώριση του τίτλου ή τίτλων ιδιοκτησίας του ακινήτου (συμβόλαια), τυχόν διεκδικήσεις τρίτων ή δουλείες (πχ. ενδέχεται στην αγορά ενός οικοπέδου ή αγρού τμήμα του να πρέπει να παραχωρείται ως δίοδος σε γειτονικό ακίνητο κτλ.)
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να προηγείται προσεκτική έρευνα του ακινήτου που πρόκειται να αγοραστεί, έτσι ώστε να εξεταστεί :
Α)Αν το ακίνητο είναι αυθαίρετο, αν η οικοδομική άδεια αντιστοιχεί στην πραγματική του έκταση ή αν υπάρχουν υπερβάσεις στη δηλωθείσα έκταση του.
Β) Αν το ακίνητο φέρει κάποια υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης.
Γ)Αν το ακίνητο διεκδικείται από κάποιον τρίτο ή τράπεζα.
Δ)Αν το ακίνητο έχει δηλωθεί ορθώς στο κτηματολόγιο όπου προβλέπεται.
Ε)Αν οι τίτλοι ιδιοκτησίας (συμβόλαια) του ακινήτου ανταποκρίνονται στην πραγματική του κατάσταση.
Περαιτέρω, στις περιπτώσεις εκείνες που το ακίνητο πρόκειται να αγοραστεί με δάνειο, η παρουσία δικηγόρου καθ’ ΄όλη τη διάρκεια της αγοροπωλησίας κρίνεται επιβεβλημένη, προκειμένου να εξεταστούν τόσο οι όροι χρηματοδότησης του αγοραστή, όσο και τήρηση της σωστής διαδικασίας κατά την συμβολαιογραφική μεταβίβαση.
Εκτός όμως από την αγορά ακινήτου με δάνειο, συνηθίζεται και η αγορά ακινήτου το οποίο έχει υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, προκειμένου ο αγοραστής να αποκτήσει το ακίνητο ελεύθερο βαρών, θα πρέπει να συμφωνηθεί εγγράφως προκειμένου να διασφαλιστεί η συναλλαγή.
Επίσης, θα πρέπει να έχει ελεγχθεί διεξοδικά ότι η οφειλή που πρόκειται να εξοφληθεί ή συμψηφιστεί με το τίμημα, αντιστοιχεί στην οφειλή που βαρύνει με προσημείωση ή υποθήκη το ακίνητο.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΚΑ (ΙΚΑ) ΣΕ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ – ΠΑΘΟΝΤΟΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ (ΜΠρΗλείας 139/2021)
Το δικάσαν κατ’ έφεση Μονομελές Πρωτοδικείο (ΜΠρΗλείας 139/2021), απέρριψε ως αβάσιμη έφεση του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Το εκκαλούν, επικαλούμενο ότι, για τις οφειλόμενες παροχές για μερική αναπηρία συνεπεία τραυματισμού σε τροχαίο ατύχημα που υπέστη ασφαλισμένος του, υποκαταστάθηκε εκ του νόμο στην αξίωση του τελευταίου για αποζημίωση έναντι του ζημιώσαντος αυτόν, ζήτησε την καταβολή εκ μέρους του υποχρέου των παροχών σύνταξης μερικής αναπηρίας, κύριας και επικουρικής.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.5 του Ν.Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.1 του Ν. 4476/1965 και το άρθρο 18 του Α.Ν. 1654/1986, συνάγεται ότι το ΙΚΑ, για τις οφειλόμενες ασφαλιστικές παροχές προς ασφαλισμένους, οι οποίοι δικαιούνται αποζημίωση για ζημία που προξενήθηκε σε αυτούς λόγω ασθενείας, αναπηρίας ή, όπως εν προκειμένω, τραυματισμού, υποκαθίσταται εκ του νόμου κατά το ποσό των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωση του τελευταίου κατά του ζημιώσαντος. Η υποκατάσταση αυτή επέρχεται εκ του νόμου και ανατρέχει στον χρόνο που γεννήθηκε η ζημία.
Όσον αφορά στο ζήτημα της επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής των επίδικων αξιώσεων του εκκαλούντος, το δικαστήριο έκρινε πως, καθόσον η ένδικη ζημία του παθόντος ήταν προβλέψιμη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ήδη από την αρχή, η αξίωση αποζημίωσης υπέρ του εκκαλούντος για όλη τη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, γεννήθηκε ήδη αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, ήτοι το ατύχημα και ο τραυματισμός.
Ειδικότερα, το δικαστήριο διαπίστωσε πως η λόγω του ατυχήματος κατάσταση της υγείας του ασφαλισμένου και η εξ αυτής ανικανότητά του για εργασία και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν προβλεπτή από την αρχή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ούτε το εκκαλούν επικαλέστηκε ότι, πέρα από τον αρχικό βαρύτατο τραυματισμό του ασφαλισμένου, υπήρξε και κάποια άλλη περαιτέρω επιπλοκή της υγείας του, που να συνιστά απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης και να θεμελιώνει νέα παραγραφή με αφετηρία τον χρόνο εμφανίσεως των εν λόγω συνεπειών.
Επεσήμανε, πως η έκδοση αποφάσεων του Διευθυντή του ΙΚΑ, με τις οποίες παρατάθηκε η χορήγηση στον ασφαλισμένο σύνταξης συνήθους και μερικής αναπηρίας εξαιτίας του επιδίκου ατυχήματος για τον ένδικο χρόνο, έχουν αξία για τον καθορισμό του τελικού ύψους της μεταβιβαζόμενης στο εκκαλούν αξιώσεως του παθόντος-ασφαλισμένου του και δεν συνιστούν όρο για τη γένεση το πρώτον της αξιώσεως του εκκαλούντος. Αντίθετη άποψη, κατά την οποία η γένεση της αξιώσεως αποζημιώσεως του εκκαλούντος κατά του υπόχρεου εξαρτάται από την έκδοση της αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου του ΙΚΑ, θα ήταν αντίθετη στο άρθρο 18 του Ν.1456/1986, που συνδέει τη μεταβίβαση της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος με τη γένεση της αξιώσεως αλλά και θα μετέθετε χρονικά την έναρξη της παραγραφής, συνδέοντας αυτή με πράξη (έκδοση πράξεως του αρμοδίου οργάνου του ΙΚΑ) που εμπίπτει στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του δανειστή, με αποτέλεσμα, ουσιαστικά, να επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής σε βάρος του υπόχρεου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ – ΚΑΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΘΙΟΥ – ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΓΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
Κατά το άρθρο 594 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί εμπορικών μισθώσεων κατ’ άρθ. 15 του π.δ/τος 34/1995, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει αμέσως τη μίσθωση αν ο μισθωτής, παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή, δεν μεταχειρίζεται το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε.
Προϋπόθεση του παρεχόμενου στον εκμισθωτή δικαιώματος προς άμεση καταγγελία της μίσθωσης είναι αφενός μεν ότι ο μισθωτής δεν χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε με τους όρους της σύμβασης, αφετέρου δε ότι εμμένει στην κακή ή αντισυμβατική χρήση παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή.
Με την ανωτέρω διάταξη θεσπίζεται νόμιμη υποχρέωση του μισθωτή να χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια, δηλαδή με την αντικειμενικά κρινόμενη επιμέλεια του συνετού ανθρώπου και να αποφεύγει πράξεις ή παραλείψεις οφειλόμενες σε πταίσμα του, σε περίπτωση δε που παραβεί την υποχρέωσή του αυτή ιδρύεται δικαίωμα του εκμισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση.
Μεταχείριση του μισθίου όχι με επιμέλεια συνιστά τόσο η καταστροφή μερών, συστατικών ή παραρτημάτων του μισθίου, όσο και κάθε βλάβη αυτών ή κάθε αυθαίρετη, χωρίς τη συναίνεση του εκμισθωτή, επέμβαση του μισθωτή, εξαιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου, που έχουν γίνει και προοριστεί από τον εκμισθωτή για την εξυπηρέτηση του οικονομικού του σκοπού.
Τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία στηρίζουν το δικαίωμα της καταγγελίας πρέπει να συντρέχουν κατά τον χρόνο της άσκησης της καταγγελίας, ήτοι της περιέλευσης αυτής στο μισθωτή (ΑΠ 1676/2009, 739/2008, 285/2007, 1712/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 ΑΚ, ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 592 του ίδιου Κώδικα, ο μισθωτής δεν ευθύνεται για φθορές ή μεταβολές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 574, 594, 330, 297 και 298 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρ. 44 π.δ. 34/ 1995) προκύπτει ότι ο μισθωτής, είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον εκμισθωτή για κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο τελευταίος, υπό την προϋπόθεση να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, για τις φθορές ή μεταβολές που προκλήθηκαν στο μίσθιο, με εξαίρεση αυτές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση. Ειδικά, σε περίπτωση καταστροφής ή αφαίρεσης πράγματος του μισθίου, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη δαπάνη για την αντικατάστασή του (ΑΠ 495/2008).
Ως συμφωνημένη χρήση νοείται εκείνη που ανταποκρίνεται στις ειδικότερες συμφωνίες και στους συγκεκριμένους σκοπούς των συμβαλλομένων, το είδος και τον προορισμό του μίσθιου πράγματος και, συμπληρωματικά, στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Η έννοια αυτή είναι ευρύτερη από την απλώς συνηθισμένη χρήση, η οποία ισχύει αν δεν υπάρχει ιδιαίτερη συμφωνία, η οποία επιτρέπεται, κατ` άρθρ. 361 ΑΚ, λόγω του ότι οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 591, 592 και 599 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα είναι, ενδοτικού δικαίου (ΑΠ .529/ 2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) [§1].
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 592, 594, 599 σε συνδυασμό με το άρθρο 330 ΑΚ, προκύπτει ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί το μίσθιο, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, με επιμέλεια, και όπως ειδικότερα έχει συμφωνηθεί, ώστε να είναι σε θέση κατά τη λήξη της συμβάσεως, να αποδώσει τούτο χωρίς φθορές, με εξαίρεση εκείνες που προκλήθηκαν από τη συνήθη χρήση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, διότι διαφορετικά, υπέχει υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής από την ανεπίτρεπτη, πέραν της συνήθους χρήσεως, φθορά του μισθίου.
Προκύπτει, επίσης, ότι για τη θεμελίωση της σχετικής αγωγής του εκμισθωτού απαιτείται η ύπαρξη συμβάσεως μισθώσεως, επενεχθείσες στο μίσθιο φθορές, ποσό ζημίας, όχι, όμως, και υπαιτιότητα του μισθωτή, ο οποίος για να καταλύσει την αγωγή, έχει δικαίωμα να προτείνει κατ` ένσταση, ότι οι φθορές του μισθίου οφείλονται σε γεγονός για το οποίο ο ίδιος δεν υπέχει ευθύνη, ή σε ανώτερη βία.
Επομένως, επί αγωγής με αίτημα, την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω φθορών στο μίσθιο, πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να προσδιορίζονται κατ` άρθρο 118/216 ΚΠολΔ με σαφήνεια: α) πόσα και ποια μέρη του μισθίου υπέστησαν ολική ή μερική φθορά (είδος, ποσότητα και ποιότητα) και β) πόση η απαιτούμενη δαπάνη σε υλικά (ποσότητα, ποιότητα αυτών και η επιμέρους αξία κάθε υλικού) και για αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού (αριθμός, ειδικότητα προσωπικού και μέρες απασχόλησης).
Κακή δε χρήση του μισθίου υπάρχει όταν ο μισθωτής χρησιμοποιεί το μίσθιο χωρίς επιμέλεια (καταστροφή, φθορά των μερών του μισθίου, συστατικών ή παραρτημάτων, αυθαίρετη, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή επέμβαση του μισθωτή εξαιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου (βλ. σχετ. ΑΠ 559/1996 ΕλλΔνη 38.107, ΕΑ 7729/1996 ΕΔΠ 1998.80) και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων.
Κακή χρήση συνιστά όμως και η μη χρησιμοποίηση του μισθίου ή μέρους ή συστατικών ή παραρτημάτων του, η οποία επιφέρει μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου καθώς και όταν από την αχρησία προκαλείται ζημία στον εκμισθωτή λόγω της φύσης και του προορισμού του μισθίου (ΑΠ 1498/1988 ΕλλΔνη 31.107, ΕΑ 5663/1995 ΕλλΔνη 39.184).
Ωστόσο, ο εκμισθωτής δεν μπορεί να ζητήσει την αποκατάσταση των ζημιών σε τέτοιο βαθμό, που η εκτέλεση των αντίστοιχων εργασιών να επαναφέρει το μίσθιο στην αρχική (πριν από τη μίσθωση) κατάστασή του, ή και να βελτιώνει ακόμη την κατάσταση αυτή (ΕΑ 3237/ 1990 ΕΔΠ 1990,152, ΕΑ 5649/1987 ΕΔΠ 1989,159, ΕΑ 8634/ 1986 ΕΔΠ 1987,132) [§3].
Τέλος, το χρηματικό ποσό, το οποίο δίδεται, κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, από τον μισθωτή στον εκμισθωτή, "ως εγγύηση" (στην πραγματικότητα εγγυοδοσία), διέπεται ως προς την λειτουργία του και ιδίως την τύχη του, από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, κατά την αυτή διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Έτσι, αυτό είναι δυνατόν να δόθηκε ως συμβατική εγγυοδοσία, είτε προς εξασφάλιση του μισθώματος και μάλιστα ως προκαταβολή αυτού, είτε ως ποινική ρήτρα.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 404, 405, 406 και 407 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση που στη σύμβαση μίσθωσης το διδόμενο ποσό χρηματικής εγγυήσεως, για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτού, μπορεί να συμφωνηθεί, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 406 ΑΚ, για κάθε περίπτωση αντίστοιχης παραβίασης, ανεξαρτήτως άλλης ζημίας του εκμισθωτή, έναντι της οποίας δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό το χρηματικό ποσό, στο οποίο ανάγεται η ποινική ρήτρα.
Η αξίωση του μισθωτή για απόδοση της εγγυοδοσίας, γίνεται ληξιπρόθεσμη, με τη λήξη της μίσθωσης και επιστρέφεται αν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημίες στο μίσθιο και εφ` όσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά.
Συνεπώς, στην αγωγή, ή ανταγωγή με την οποία ζητείται, η επιστροφή της πιο πάνω "εγγυήσεως" ή στην ένσταση συμψηφισμού, για να είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα πρέπει να εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε η "εγγύηση" καθώς και η αιτία για την οποία υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ – Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗ ΝΕΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 35 Ν. 4786/2021
Με τη νέα ερμηνευτική ρύθμιση αποσαφηνίζεται πλέον, προς άρση πάσης τυχόν αμφιβολίας, ότι, εφόσον ο κληρονόμος που ενηλικιώνεται δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα της απογραφής μέχρι τη συμπλήρωση ενός (1) έτους αφότου ενηλικιώθηκε, δικαιούται, εντός της ετήσιας αυτής προθεσμίας του άρθρου 1912 ΑΚ, να αποποιηθεί την κληρονομία
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, με την ερμηνευτική ρύθμιση που εισάγεται σύμφωνα με το άρθρο 77 του Συντάγματος, αποσαφηνίζεται προς άρση πάσης αμφιβολίας, ότι, εφόσον ο κληρονόμος που ενηλικιώνεται δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα της απογραφής μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους αφότου ενηλικιώθηκε, δικαιούται, εντός της ετήσιας αυτής προθεσμίας του άρθρου 1912 ΑΚ, να αποποιηθεί την κληρονομία.
Η θέσπιση ειδικής ρύθμισης σχετικά με τους κληρονόμους που ενηλικιώνονται κρίθηκε αναγκαία, προκειμένου να μην υφίστανται αμφισημίες ή ασάφειες ως προς τη βούληση του νομοθέτη, που εν προκειμένω εμφορείται, αφενός από τη μέγιστη δυνατή προστασία του κληρονόμου που ενηλικιώνεται και αφετέρου από το γεγονός ότι όταν ο νόμος επιτρέπει το μείζον, ήτοι την απόλαυση των ευεργετημάτων της κληρονομίας, επιτρέπει ευνόητα και το έλασσον, ήτοι την πλήρη απέκδυση από αυτήν.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΚΙΝΗΤΑ – ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΜΕ ΑΔΕΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ ΠΟΥ ΕΜΠΟΔΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΟΜΑΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΣΊΑΣ Ή ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΙΔΟΚΤΗΣΙΩΝ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ συνάγεται ότι, επιτρέπεται στους ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών να ρυθμίσουν τον τρόπο χρήσης των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων πραγμάτων της συνιδιοκτησίας και να καθορίσουν το ποσοστό συμμετοχής κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας στις κοινόχρηστες δαπάνες αυτής, έστω και αν υπάρχει κανονισμός που ρυθμίζει αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική απόφαση θα ληφθεί από την παμψηφία των συνιδιοκτητών.
Σε περίπτωση που δεν έχει καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον του 60% των συγκυριών μπορεί να ζητήσει δικαστικώς την κατάρτιση κανονισμού.
Σε περίπτωση που έχει καταρτιστεί κανονισμός, ο οποίος όμως εμφανίζει ελλείψεις, μπορεί να ζητηθεί δικαστικώς από την πλειοψηφία τουλάχιστον του 65% των συγκυριών η συμπλήρωση των ελλείψεων ή και η τροποποίηση του κανονισμού.
Για να συμβεί όμως η τελευταία περίπτωση, θα πρέπει να υπάρχουν ελλείψεις στον υπάρχοντα κανονισμό, που να εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των διακεκριμένων ιδιοκτησιών.
Έτσι, αν υπάρχει κανονισμός που ρυθμίζει τις σχέσεις των συνιδιοκτητών χωρίς να εμφανίζει ελλείψεις, αλλά ορισμένοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι οι διατάξεις του αδικούν αυτούς, οι τελευταίοι δεν έχουν δικαίωμα έστω και αν αποτελούν το 65% της ιδιοκτησίας να ζητήσουν δικαστικώς την τροποποίησή του.
Τούτο διότι, ο ιδιοκτήτης κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας κατά την αγορά της, έλαβε υπόψη του για τη διαπίστωση της αγοραίας αξίας της, την στάθμιση του συμφέροντός του και την προβλεπόμενη από τον κανονισμό χρήση της οριζόντιας ιδιοκτησίας του, η οποία (χρήση), δεν είναι λογικό να μεταβάλλεται εκ των υστέρων εις βάρος του, χωρίς τη θέλησή του από μια πλειοψηφία συνιδιοκτητών (65%), τους οποίους πιθανώς να μην γνώριζε καθόλου και να μην τελούσε σε συμβατικό δεσμό κατά το χρόνο αγοράς της ιδιοκτησίας του.
Επομένως, αν δεν υπάρχουν ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών κατά τον προορισμό τους, δεν επιτρέπεται η κατά τα τον προαναφερόμενο τρόπο τροποποίηση του κανονισμού, ο οποίος μπορεί πλέον να τροποποιηθεί μόνο με τον τρόπο που τυχόν αυτός ορίζει, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929.
Συνεπώς, συνάγεται ότι η διευκόλυνση που προβλέπει ο νομοθέτης για την τροποποίηση του κανονισμού με άδεια δικαστηρίου, υφίσταται μόνο όταν υπάρχουν ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των διακεκριμένων ιδιοκτησιών. Η δυσλειτουργία δε αυτή που προκαλείται από τις ελλείψεις του κανονισμού πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΔΑΠΑΝΗ ΒΕΛΤΙΩΜΕΝΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ: ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Στα πλαίσια διαφορών που προκύπτουν από τροχαία ατυχήματα, αρκετά συχνά αιτούμενη και σημαντική από οικονομικής άποψης είναι η συνιστάμενη σε δαπάνη για βελτιωμένη διατροφή αξίωση αποζημίωσης. Η εν λόγω αξίωση εμπίπτει στο εννοιολογικό περιεχόμενο των νοσηλίων, ήτοι των δαπανών εκείνων που ήταν ή πρόκειται να είναι στο μέλλον αναγκαίες για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, ανεξαρτήτως αν ο τελευταίος πράγματι προέβη σε αυτές, περιλαμβάνεται στο αιτητικό των περισσοτέρων συναφών αγωγών, πλην όμως για την επιδίκασή της πρέπει αφενός να εκτίθενται λεπτομερώς στοιχεία και δεδομένα για το ορισμένο της προβολής της, αφετέρου να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
Ειδικότερα, σε περίπτωση έγερσης αξίωσης αποζημίωσης ενόψει αυτοκινητικού ατυχήματος, συνιστάμενης σε δαπάνη πρέπει, κατά τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 και 216 παρ. 1α΄ και β΄ ΚΠολΔ να αναφέρονται και να εξειδικεύονται:
α) ποια ήταν η τροφή, την οποία ελάμβανε ο παθών προ του ατυχήματος, ώστε να κριθεί η ανάγκη του για βελτιωμένη τροφή,
β) σε τι συνίσταται η βελτιωμένη διατροφή μετά το ατύχημα και τι μονάδες βάρους (ή άλλου είδους μονάδα) λαμβάνει και αντί πόσου τιμήματος ανά μονάδα, καθώς και ποια είναι η θερμιδική αξία αυτής.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι η βελτιωμένη διατροφή δεν χορηγείται ενόψει κάθε σωματικής κάκωσης, αλλά μόνο όταν αυτή επιβάλλεται για ιατρικούς λόγους στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά κανόνα αποκλείεται όταν η βελτιωμένη διατροφή περιλαμβάνεται κατά περιεχόμενο στο καθημερινό διαιτολόγιο ενός μέσου ανθρώπου.
Σε απόλυτη αντιστοιχία προς τα ήδη αναφερθέντα, τα Δικαστήρια δεν προχωρούν καν στον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας, αλλά απορρίπτουν ως αόριστο το αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης δαπάνης για βελτιωμένη διατροφή όταν δεν προσδιορίζεται εκ μέρους του ενάγοντος στο εισαγωγικό δικόγραφο ποια ήταν η τροφή που ελάμβανε κατά το προ του ατυχήματος χρονικό διάστημα, ώστε να κριθεί η ανάγκη του για βελτιωμένη τροφή, πόσες μονάδες βάρους (ή άλλου είδους μονάδα) λαμβάνει και έναντι πόσου τιμήματος ανά μονάδα.
Απορρίπτεται, δε, ως ουσία αβάσιμο αγωγικό αίτημα, το οποίο αφορά την καταβολή αποζημίωσης στον ενάγοντα λόγω δαπανών βελτιωμένης διατροφής, στην περίπτωση που ο ίδιος δεν αποδείξει ότι οποιαδήποτε τυχόν βελτίωση της διατροφής του έγινε κατόπιν υπόδειξης του θεράποντος ιατρού του, δια της προσκόμισης οιασδήποτε σχετικής ιατρικής βεβαίωσης ή υπόδειξη προς τούτο.
Κλείνοντας, επισημαίνεται ότι αφενός η βελτιωμένη διατροφή δεν χορηγείται σε κάθε περίπτωση σωματικής κάκωσης, αλλά μόνο όταν αυτό επιβάλλεται για ιατρικούς λόγους, αφετέρου ότι σε κάθε περίπτωση κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας οι διατροφικές συνήθειες του σύγχρονου μέσου πολίτη καλύπτουν τις διατροφικές ανάγκες ακόμα και ενός εξασθενημένου οργανισμού, εφόσον περιλαμβάνουν γαλακτοκομικά, κρέας, ψάρι και φρούτα, με συνέπεια η συνήθης διατροφή να καλύπτει τη βελτιωμένη με την έννοια που δίνεται από τον εκάστοτε ενάγοντα (ΕφΛαμ 22/2010, Επιδικία 2011/47, Αθ. Κρητικό, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 1998, παρ. 221), καθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο εξαιρετικά δυσχερή την επιδίκαση της εν λόγω αξίωσης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ – ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ – ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΟΜΗ
Η πιο συνήθης περίπτωση κατά την οποία ανακύπτει ζήτημα αναφορικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας είναι αυτή της λύσης του γάμου. Κατ’ αρχήν, το άρθρο 1513 προβλέπει την εξακολούθηση της άσκησης «από κοινού και εξίσου», κάτι όμως που εν τοις πράγμασι είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμβεί. Γι’ αυτό και το άρθρο 1514 δίνει την δυνατότητα κατανομής της μεταξύ των δύο, είτε με κοινή συμφωνία, είτε δικαστικά.
Η κατανομή της γονικής μέριμνας μπορεί να συμφωνηθεί από τους δύο γονείς και εξωδικαστικά, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, το οποίο όμως θα πρέπει να έχει ισχύ τουλάχιστον δύο ετών. Σε περίπτωση διαφωνίας, προβλέπεται η δυνατότητα κατανομής της γονικής μέριμνας μέσω του θεσμού της διαμεσολάβησης, είτε, τέλος, με την έκδοση δικαστικής απόφασης.
Α. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ
Σύμφωνα με το άρθρο 1511 ΑΚ, η γονική μέριμνα διακρίνεται στην επιμέλεια του τέκνου (η οποία περιλαμβάνει ενδεικτικά την ανατροφή, την επίβλεψη, την εκπαίδευσή και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του), την διαχείριση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του σε υποθέσεις, δικαιοπραξίες ή δίκες που αφορούν το ίδιο ή την περιουσία του. Ένας τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο μπορεί να κατανεμηθεί η γονική μέριμνα είναι λειτουργικά, με την ανάθεση σε καθέναν από τους δύο γονείς μέρους της γονικής μέριμνας. Λόγου χάριν, δύναται τοι δικαστήριο να «σπάσει» την ευρύτερη έννοια της γονικής μέριμνας αναθέτοντας, ανάλογα βέβαια και με τις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε υπόθεσης, την διαχείριση όλης ή μέρους της περιουσίας του τέκνου στον έναν γονέα, την δικαστική του εκπροσώπηση στον άλλον, κ.ο.κ.
Ένας δεύτερος τρόπος κατανομής είναι η λεγόμενη χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας, η δυνατότητα δηλαδή να ανατεθεί εν μέρει ή συνολικά η γονική μέριμνα και στους δύο γονείς, αλλά σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα στον καθέναν. Πρόκειται για μία δυνατότητα που βρίσκει εφαρμογή ιδίως σε ζητήματα επιμέλειας του τέκνου, η οποία από τη φύση της απαιτεί σε μεγαλύτερο βαθμό την εμπλοκή και των δύο γονέων. Έτσι, συχνά η κατανομή του συνόλου της επιμέλειας ή και μέρους αυτής (πχ η επίβλεψη του τέκνου) γίνεται χρονικά, λόγου χάριν με τον ορισμό εναλλασσόμενης επιμέλειας ανά εβδομάδα/δεκαπενθήμερο/μήνα κλπ.
Φυσικά, η διάκριση δεν είναι απόλυτη, αφού τόσο οι γονείς όσο και ο διαμεσολαβητής ή ο δικαστής, καλούνται να αποφασίσουν λαμβάνοντας υπόψιν τις ιδιαίτερες συνθήκες της εκάστοτε περίπτωσης, και πάντοτε θέτοντας ως γνώμονα το συμφέρον του τέκνου. Συνεπώς, μπορεί να επιλεγεί κατά την κατανομή της γονικής μέριμνας ένας συνδυασμός των ανωτέρω εναλλακτικών, αν αυτό κριθεί ότι μπορεί να εξυπηρετήσει με τον βέλτιστο τρόπο τις ανάγκες του τέκνου, διασφαλίζοντας παράλληλα την υγιή του ανάπτυξη και την ψυχική του ισορροπία.
Β. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΜΗ
Εξαίρεση στα όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω εισάγει το άρθρο 1519, το οποίο αναφέρεται στις όψεις εκείνες της επιμέλειας που αναγνωρίζονται από το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο ως ο «σκληρός πυρήνας» αυτής, και για τις οποίες οι δύο γονείς καλούνται να συναποφασίζουν, ανεξάρτητα από τυχόν συμφωνία για κατανομή της γονικής μέριμνας. Αυτές είναι οι αποφάσεις που αφορούν την ονοματοδοσία του τέκνου, το θρήσκευμα, τα ζητήματα αναφορικά με την υγεία του (μη συμπεριλαμβανομένων των επειγόντων ή εντελώς τρεχόντων), καθώς και τα ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν καθοριστικά στο μέλλον του (λόγου χάριν αν το τέκνο θα εγγραφεί σε γενικό ή επαγγελματικό λύκειο κλπ). Για τα ως άνω ζητήματα, ακριβώς λόγω της εξαιρετικής τους σημασίας, ο νομοθέτης απαιτεί από τους δύο γονείς την από κοινού διαχείριση και συναπόφαση.
Φυσικά, είναι δυνατόν τα ως άνω ζητήματα να επιλυθούν και δια της δικαστικής οδού, σε περίπτωση που οι δύο γονείς αδυνατούν να καταλήξουν σε έναν κοινό τρόπο αντιμετώπισής τους. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο της οποιασδήποτε συμφωνίας ή απόφασης είναι το ίδιο το τέκνο και η όσο το δυνατόν καλύτερη εξυπηρέτηση των δικών του αναγκών και συμφερόντων.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
