Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες

+30 210 3387530Κλείστε Ραντεβού
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΣ
  • ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
    • Εμπορικό Δίκαιο – Εταιρείες
    • Τροχαία Ατυχήματα
    • Ακίνητα – Αγοραπωλησίες – Μισθώσεις
    • Ακίνητα – Διαχείριση Ακινήτων
    • Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
    • Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
    • Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία – Σήματα
    • Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
    • Διοικητικό Δίκαιο
    • Εργατικό Δίκαιο
    • Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
    • Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
    • Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες
  • ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
  • ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
  • ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
    • Για Ιδιώτες
    • Για Επιχειρήσεις
  • ΠΕΛΑΤΟΛΟΓΙΟ
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • English
  • Ελληνικά
  • Home
  • ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  • Archive from category "ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ"
  • Page 17

ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕΣΩ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ

Τετάρτη, 02 Μαρτίου 2022 by spiliopouloslaw

Η νομική μορφή μιας υφιστάμενης εταιρείας, είναι δυνατόν να μεταβληθεί στο πλαίσιο του θεσμού της μετατροπής στη νομική μορφή άλλης εταιρείας. Στο ελληνικό δίκαιο δεν υφίσταται συγκεντρωτικός νόμος περί της μετατροπής εταιρειών, αλλά οι σχετικές διατάξεις προβλέπονται στα οικεία νομοθετήματα των εταιρειών, όπως το άρ. 66 ν. 2190/1920 και 51 ν. 3190/1955.

Μια ΑΕ, μπορεί να μετατραπεί σε ΕΠΕ σύμφωνα με τα άρ. 51 ν. 2190/1920 και 66 ν. 3190/1955, με τη λήψη απόφασης της γενικής συνέλευσης με συμβολαιογραφικό έγγραφο  κατόπιν εκτίμησης του ενεργητικού και παθητικού της.

Στην απόφαση πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όροι του καταστατικού της ΕΠΕ, ενώ πρέπει να τηρηθούν οι προϋποθέσεις και υποχρεώσεις που προβλέπονται σχετικά με την ίδρυση της ΕΠΕ.

Η μετατροπή μιας ΕΠΕ και σε ΑΕ απαιτεί, σύμφωνα με το άρ. 67 ν. 2190/1920 απόφαση της συνέλευσης των εταίρων της ΕΠΕ, με πλειοψηφία 3/4 και κατόπιν διενέργειας εκτίμησης του ενεργητικού και παθητικού. Η συμβολαιογραφική απόφαση περί μετατροπής πρέπει να περιέχει το καταστατικό της ΑΕ, στοιχεία για τη σύνθεση του πρώτου διοικητικού συμβουλίου καθώς και τις ακόλουθες πληροφορίες, ενώ πρέπει να κατατεθεί προς έγκριση στην αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου ανάπτυξης:

  • τη νομική μορφή που λαμβάνει η εταιρεία μέσω της μετατροπής
  • την επωνυμία της εταιρείας
  • τη συμμετοχή των εταίρων στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας κατά τις ισχύουσες διατάξεις
  • τον αριθμό και είδος των μετοχών/μεριδίων που λαμβάνουν οι μέτοχοι
  • τα δικαιώματα των διαφόρων ειδών μετόχων
  • πιθανώς επιπλέον ρυθμίσεις ανάλογα με την περίπτωση

Πρωτίστως, πρέπει να διενεργηθεί η αποτίμηση της αξίας του ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας. Η μετατροπή υπόκειται σε υποχρεώσεις δημοσιότητας του αντιστοίχου τύπου της μορφής προς την οποία μετατρέπεται η εταιρεία.

Η μετατροπή μιας ομόρρυθμης (ΟΕ) ή ετερόρρυθμης (ΕΕ) εταιρίας σε ΕΠΕ, είναι δυνατή κατ’ άρ. 53 ν. 3190/1955, με συμβολαιογραφική σύμβαση μετατροπής, που πρέπει να περιέχει το αναγκαίο περιεχόμενο που αναφέρθηκε και στην περίπτωση της μετατροπής της ΑΕ σε ΕΠΕ.

Η μετατροπή μιας ΟΕ ή ΕΕ σε ΑΕ είναι δυνατή κατ’ άρ. 67 παρ. 2 ν. 2190/1920, εφόσον δε συμφωνήθηκε κάτι διαφορετικό στο καταστατικό, με ομόφωνη απόφαση των εταίρων και κατόπιν εκτίμησης του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρείας.

Η επωνυμία της μετατρεπομένης εταιρείας, μπορεί να διατηρηθεί με αντικατάσταση μόνο της νομικής μορφής. Οι προσωπικά ευθυνόμενοι εταίροι της ΟΕ ή ΕΕ, ευθύνονται μετά την ίδρυση για τις παλαιές οφειλές της μετατρεπομένης εταιρείας, μέχρι την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας και για πέντε ακόμη έτη.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΟΦΕΙΛΗΣ- ΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΥΡΗ Η ΕΞΟΦΛΗΤΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ

Τετάρτη, 02 Μαρτίου 2022 by spiliopouloslaw

Ο οφειλέτης που εξοφλεί, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει εξοφλητική απόδειξη, ακόμη και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο όμως πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη της. Επιπλέον, στο κείμενο της απόδειξης πρέπει να προσδιορίζεται, αναλυτικά, το είδος της παροχής που καταβλήθηκε, και η αιτία της καταβολής, άλλως η απόδειξη είναι αόριστη.

 

Όταν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ο εκδότης της εξοφλητικής απόδειξης δεν μπορεί να επικαλεστεί μεταγενέστερα ότι η δήλωσή του που περιέχεται στην εξοφλητική απόδειξη δεν προέρχεται από τον ίδιο (μπορεί μόνο να προσβάλει το έγγραφο ως πλαστό). Ανταπόδειξη όμως επιτρέπεται ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης. Εάν το ιδιωτικό έγγραφο δεν έχει τον τύπο και τα στοιχεία εξοφλητικής απόδειξης, αλλά μιας δήλωσης περί μη οφειλής, η δήλωση αυτή αποτελεί απλή ομολογία γεγονότων.

 

Σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου 1218/2020:

“Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ.1 και 424 εδ. α' ΑΚ συνάγεται ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής που αποτελεί το αντικείμενό της. Σε περίπτωση προβολής από τον οφειλέτη της ένστασης καταβολής (εξόφλησης), πρέπει αυτός να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΑΠ 594/1999, ΑΠ 1482/1995, ΑΠ 1007/1995), την παροχή που καταβλήθηκε. Αν πρόκειται για χρηματική παροχή, πρέπει, για το ορισμένο της ένστασης, να αναφέρει τόσο στο συνολικό ποσό, όσο και τα επί μέρους κονδύλια, τα οποία το απαρτίζουν, την αιτία καθώς και τον χρόνο καταβολής, όχι, όμως, και τον ισχυρισμό, ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, το οποίο εξυπακούεται (ΑΠ 555/2008, ΑΠ 894/2007, ΑΠ 1405/2006, ΑΠ 1086/2006). Κατά τη διάταξη του άρθρου 424 ΑΚ, ο οφειλέτης, καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα, να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου. Από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους . Στο κείμενο της απόδειξης πρέπει να προσδιορίζεται, αναλυτικά, το είδος της παροχής που καταβλήθηκε, και η αιτία της καταβολής, άλλως η απόδειξη είναι αόριστη (ΑΠ 24/2000). Για την απόδειξη αρκεί ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, δηλαδή η απόδειξη πρέπει να φέρει ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη της (άρθρο 160 παρ.1 ΑΚ (ΑΠ 1537/2013, ΑΠ 680/2003). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση άρνησης, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δήλωσης από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (άρθρα 460, 461, 463 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 1254/2010). Η ως άνω αποδεικτική δύναμη (πλήρης απόδειξη) αναφέρεται μόνο στο ότι αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου. Δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης. Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης, επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΑΠ 1930/2013, ΑΠ 1051/2010, ΑΠ 1071/2010). Ως ανταπόδειξη στο άρθρο 445 ΑΚ, νοείται η απόδειξη του αντιθέτου, χωρίς την ανάγκη προσβολής του εγγράφου για πλαστότητα, με διεξαγωγή κύριας απόδειξης, δηλαδή απόδειξης που διεξάγεται από τον επικαλούμενο ότι η υπογραφή είναι γνήσια, αλλά τέθηκε υπό συνθήκες που δεν τον δεσμεύουν (ΑΠ 1445/2017). Εάν το ιδιωτικό έγγραφο δεν έχει τον τύπο και τα στοιχεία εξοφλητικής απόδειξης, αλλά μιας δήλωσης περί μη οφειλής, και δεν αμφισβητηθεί ή αν αναγνωριστεί η γνησιότητα της υπογραφής του από τον δηλούντα, προκύπτει μεν πλήρης απόδειξη ότι η υπερκείμενη και καλυπτόμενη από την υπογραφή δήλωση προέρχεται από αυτόν, μπορεί, όμως, να αμφισβητηθεί η περιεχόμενη σ' αυτό δήλωση και επιτρέπεται σ' αυτή την περίπτωση ανταπόδειξη ότι το περιεχόμενο δεν είναι αληθινό. Τούτο διότι, στην πραγματικότητα, ως προς το γεγονός της μη οφειλής, η δήλωση που περιέχεται σ' αυτό το ιδιωτικό έγγραφο, δεν είναι δικαιοπρακτική, αλλά απλή ομολογία γεγονότων, και έχει την αποδεικτική δύναμη της εξώδικης ομολογίας, του άρθρου 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και μπορεί να ανακληθεί αν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 891/2012, ΑΠ 1382/2010, ΑΠ 646/2009)”.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΑΓΩΓΗ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΜΕΛΩΝ Δ.Σ. – ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ

Τετάρτη, 02 Μαρτίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Αναφορικά με τα πρόσωπα και την εν γένει διαδικασία έγερσης αξιώσεων της ανώνυμης εταιρείας κατά των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου, στον Ν. 4548/2018  περιέχονται σχετικές καθοριστικές διατάξεις. Στα πλαίσια, λοιπόν,  του άρθρου 102 του ως άνω Νόμου, ορίζονται οι προϋποθέσεις ευθύνης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, ..

  

ενώ στα άρθρα 104 και 105 εκείνες, υπό τις οποίες μπορεί συγκεκριμένο ποσοστό της μειοψηφίας των μετόχων (1/20 κατ’ ελάχιστον, αντί του 1/10 που προέβλεπε το άρθρο 22β του Ν. 2190/1920) να ζητήσει την άσκηση σχετικής αγωγής, και σε περίπτωση αδράνειας της εταιρείας, να υποβάλει αίτηση διορισμού ειδικού προς τούτο εκπροσώπου. Συνεπώς, όπως συνέβαινε, αντίστοιχα, και υπό τον προϊσχύσαντα ν. 2190/1920, αν το αίτημα προς το Διοικητικό Συμβούλιο ή η απευθείας αίτηση για διορισμό ειδικού εκπροσώπου, σε περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως της μειοψηφίας (άρθρο 105 § 1 περ. δ` του ν. 4548/2018), υποβληθούν από ποσοστό της μειοψηφίας των μετόχων μικρότερο από το προβλεπόμενο στον Νόμο, τότε ελλείπει η ενεργητική νομιμοποίηση τόσο για τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου όσο και για την άσκηση της εταιρικής αγωγής, οι προϋποθέσεις της οποίας ανάγονται στο ουσιαστικό δίκαιο.

 

Ενόψει των ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι η αποδοχή του αιτήματος για διορισμό ειδικού εκπροσώπου δεν προϋποθέτει, την απόδειξη ή πιθανολόγηση της ύπαρξης εταιρικών αξιώσεων αποζημίωσης κατά των νυν ή πρώην διοικητών της εταιρείας, αλλά απλώς τη συνδρομή των τυπικών/διαδικαστικών προϋποθέσεων κάποιας από τις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στην παρ. 1 του άρθρου 105 του ν. 4548/2018. Απεναντίας, το κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν θα αρκεστεί σε αυτό, ήτοι στην διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του Νόμου, αλλά θα πρέπει να προβεί και σε εξέταση ουσίας, ήτοι κατά πόσον δεν συντρέχει προφανώς υπέρτερο και όχι απλώς υπέρτερο συμφέρον της εταιρείας, που να δικαιολογεί τη μη διεξαγωγή δικαστικού αγώνα σε βάρος των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

 

Στο σημείο αυτό υπάρχει διαφοροποίηση από το καθεστώς του Ν. 2190/1920, κατά το οποίο το Δικαστήριο δεν δικαιούτο να κρίνει την ουσιαστική και νομική βασιμότητα της υπό άσκηση αγωγής, ούτε να ερευνήσει το συμφέρον της εταιρείας προς άσκησή της. Η διαφοροποίηση αυτή είναι επιβεβλημένη, προκειμένου να βρίσκεται σε αρμονία με την υποχρέωση του Διοικητικού Συμβουλίου, να σταθμίζει το εταιρικό συμφέρον πριν προβεί στην άσκηση της εταιρικής αγωγής, είτε αυτοβούλως είτε κατόπιν αιτήσεως των μετόχων. Θα ήταν, δηλαδή, παράδοξο να απαιτείται η στάθμιση του εταιρικού συμφέροντος από το Διοικητικό Συμβούλιο πριν ασκήσει την εταιρική αγωγή, και εφόσον έκρινε την έλλειψη συνδρομής του, να διορίζεται ειδικός εκπρόσωπος από το Δικαστήριο με μόνο τον έλεγχο των τυπικών προϋποθέσεων (βλ. Α. Χριστοδούλου «Παρατηρήσεις επί των άρθρων 103-105 του ν. 4548/2018 αναφορικά με την άσκηση της εταιρικής αγωγής», ΔΕΕ 2011/1267 επ., Ν. Τέλλης «εσωτερική ευθύνη των διοικητών ΑΕ-άσκηση της εταιρικής αγωγής-μια πρώτη προσέγγιση υπό το φως του νέου δικαίου της ΑΕ», ΕπισκΕμπΔ 2019/38 επ).

 

Όπως, επισημαίνεται στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. 132/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (ΤΝΠ NOMOS): «[…] Το εταιρικό συμφέρον, λόγω και της γενικότητας της άνω έννοιας, το οποίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 103 του ίδιου ως άνω Νόμου, πρέπει να σταθμίσει το Διοικητικό Συμβούλιο προκειμένου να ασκήσει αγωγή κατά μελών του, είναι πολλές φορές ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπιστεί και οι σχετικές σταθμίσεις δυσχερές να αποτιμηθούν, αποτελώντας ζήτημα ούτως ή άλλως εξαιρετικά ρευστό, αφού η στάθμιση στην οποία αναφέρεται η διάταξη, αποφασίζεται βάσει του κανόνα της επιχειρηματικής κρίσης, η υπέρβαση των ορίων του οποίου δύσκολα διαπιστώνεται, ενώ ακόμα πιο δύσκολα μπορούν να ληφθούν μέτρα προστασίας από τους μετόχους σε περίπτωση αυθαίρετης κρίσης, με αποτέλεσμα ένα σπουδαίο όπλο της μειοψηφίας για την προστασία των συμφερόντων της και εκείνων της εταιρείας, να κινδυνεύει να μείνει αναποτελεσματικό (βλ. Ν. Ρόκας «Ο νέος νόμος για τις ανώνυμες εταιρίες», ΝοΒ 67.258 επ.). Για παράδειγμα, στην αιτιολογική έκθεση του άνω νόμου αναφέρεται ότι «...... Το εταιρικό συμφέρον ενδέχεται υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης να αντιτίθεται προφανώς στην άσκηση των αξιώσεων, εάν η σύγκριση ωφέλειας και ζημίας είναι αρνητική, πχ όταν υπάρχει κίνδυνος έντονης αρνητικής δημοσιότητας σε βάρος της εταιρείας, ή ανάλωσης των προσπαθειών και των πόρων της σε μακροχρόνιο και αμφίβολης έκβασης δικαστικό αγώνα, ενόψει ιδίως της αφερεγγυότητας της αντίδικης πλευράς». Ωστόσο, στην πράξη μπορεί να είναι δύσκολο να αποτιμηθούν τα παραπάνω στοιχεία και έτσι το δσ θα πρέπει να καταλήγει στην απόφαση μη άσκησης εταιρικής αγωγής μόνο σε πολύ προφανείς περιπτώσεις, όπου η ζημία της εταιρείας είναι οφθαλμοφανώς μικρότερη σε σχέση με τα έξοδα διεκδίκησής της ή με τον αρνητικό αντίκτυπο τυχόν αρνητικής δημοσιότητας, ιδίως από καταχρηστικές ή και εκβιαστικές αιτήσεις της μειοψηφίας, διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος τα μέλη του να βρεθούν υπεύθυνα έναντι της εταιρείας για παράβαση των καθηκόντων τους. Πάντως η υπερβολικά γενική και αφηρημένη έννοια του «εταιρικού συμφέροντος» και το συχνά δυσδιάκριτο περιεχόμενο αυτού, υπάρχει σοβαρή περίπτωση να αφήσει χώρο στην πράξη για καταχρηστικές πρακτικές από πλευράς δσ, το οποίο επικαλούμενο δήθεν εταιρικό συμφέρον να αποφεύγει την άσκηση εταιρικής αγωγής (Α. Χριστοδούλου Ν. Ρόκας ό.π) […]».

 

Τα ίδια ως άνω, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει να γίνουν δεκτά και στην περίπτωση του άρθρου 105, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι η σχετική αρνητική δημοσιότητα δημιουργείται ήδη με την αίτηση της μειοψηφίας προς το δικαστήριο για τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου. Έπειτα, το δικαστήριο εμπλέκεται σε στάθμιση και αξιολόγηση καθαρά επιχειρηματικών αποφάσεων με αμφίβολο αποτέλεσμα, κατά πόσο δηλαδή η έννοια του «εταιρικού συμφέροντος» θα εφαρμοστεί σωστά (Ν. Ρόκας όπ). Ειδικώς, δε, στην περίπτωση του άρθρου 105 του ανωτέρω Νόμου, από την ανάγκη συνδρομής «προφανώς υπέρτερου συμφέροντος της εταιρείας» υποδηλώνεται η βούληση του νομοθέτη να προβαίνει ο δικαστής σε φειδωλή χρήση αυτής της δυνατότητας σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες επί ενασκήσεως των επίμαχων αξιώσεων το νομικό πρόσωπο θα εκτίθετο σε επαρκώς στοιχειοθετημένο κίνδυνο σημαντικής βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, όπως τρώσης της φήμης, του κύρους και της αξιοπιστίας της, κατά τα άνω.  Παρ’ όλο μάλιστα που το γράμμα του νόμου αρκείται στο να δικαιολογεί απλώς το υπέρτερο εταιρικό συμφέρον και όχι να επιβάλλει τη μη διεξαγωγή δικαστικού αγώνα, ο δικαστής στην πράξη, για να αρνηθεί τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου, καλείται ουσιαστικά να κάνει έλεγχο που θυμίζει έλεγχο αναλογικότητας, ήτοι θα πρέπει ο μη διορισμός ειδικού εκπροσώπου, με άλλα λόγια η μη διεξαγωγή της δίκης κατά των εταιρικών διοικητών, να μην είναι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του εταιρικού συμφέροντος και να αντέχει επιτυχώς έναν έλεγχο κόστους-ωφέλειας, από τη σκοπιά των εταιρικών συμφερόντων (Ν. Τέλλης ό.π).

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΙΔΙΚΟ ΦΟΡΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ (Ε.Φ.Α.)

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

Στα πλαίσια της ενημέρωσης των πολιτών αναφορικά με ζητήματα που αφορούν στο ισχύον φορολογικό καθεστώς, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων εξέδωσε έναν αναλυτικό οδηγό με ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με τον Ειδικό Φόρο επί των ακινήτων. Ειδικότερα:

 

 Ποιοί είναι υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης ειδικού φόρου επί των ακινήτων (Ε.Φ.Α.);

Υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης ειδικού φόρου επί των ακινήτων είναι:

α) Οι νομικές οντότητες και τα νομικά πρόσωπα που έχουν δικαιώματα πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας σε ακίνητα τα οποία βρίσκονται στην Ελλάδα και δεν υπάγονται σε μια από τις ρητά και περιοριστικά αναφερόμενες εξαιρέσεις στο άρθρο 15 του ν. 3091/2002 (Α’ 330).

β) Ανεξάρτητα από το εάν απαλλάσσονται ή μη από τον φόρο, εφόσον ανήκουν σε μια από τις κατωτέρω κατηγορίες:

βα) Ανώνυμες εταιρείες και εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, οι οποίες έχουν ως σκοπό, σύμφωνα με το καταστατικό τους, την αγορά, διαχείριση, επένδυση και εκμετάλλευση ακινήτων, ανεξάρτητα από το αν έχουν έσοδα από τη δραστηριότητα αυτή.

ββ) Ναυτιλιακές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 89/1967 (Α΄132), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και πλοιοκτήτριες εταιρείες εμπορικών πλοίων.

βγ) Νομικά πρόσωπα, τα οποία αποδεδειγμένα επιδιώκουν στην Ελλάδα σκοπούς κοινωφελείς, πολιτιστικούς, θρησκευτικούς, εκπαιδευτικούς.

βδ) Εταιρείες που έχουν την έδρα τους, σύμφωνα με το καταστατικό τους, στην Ελλάδα ή σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων το σύνολο των ονομαστικών μετοχών, μεριδίων ή μερίδων ανήκουν σε ίδρυμα ημεδαπό ή αλλοδαπό, εφόσον αποδεδειγμένα επιδιώκει στην Ελλάδα κοινωφελείς σκοπούς.

Στις περιπτώσεις ββ’, βγ’ και βδ’, εφόσον συντρέχει περίπτωση απαλλαγής από τον φόρο (σχετ. άρθρο 15, παρ. 2, περ. γ΄ και στ΄ και παρ. 3, περ. δ΄), αυτή χορηγείται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., κατ’ έτος, μετά από έλεγχο των δικαιολογητικών που προσκομίζει το νομικό πρόσωπο.

 

  1. Πότε υποβάλλεται η δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων;

Η δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων υποβάλλεται μέχρι την 20ή Μαΐου του έτους φορολογίας.

 

  1. Πώς υποβάλλεται η αρχική δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων;

Από το έτος 2014 η αρχική δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου.

 

  1. Πώς υποβάλλεται η τροποποιητική δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων;

Η τροποποιητική δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων υποβάλλεται χειρόγραφα στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., στον οποίο έχει υποβληθεί η αρχική ηλεκτρονική δήλωση.

 

  1. Υποχρεούνται τα νομικά πρόσωπα που απαλλάσσονται να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά απαλλαγής στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ.;

Τα νομικά πρόσωπα οφείλουν να φυλάσσουν τα δικαιολογητικά απαλλαγής στην έδρα της επιχείρησής τους και να τα προσκομίζουν σε κάθε περίπτωση που αυτά θα ζητηθούν, με εξαίρεση τα νομικά πρόσωπα των περ. γ΄ και στ΄ της παρ. 2 και αυτά της περ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 3091/2002, τα οποία υποβάλλουν στη Δ.Ο.Υ. τα σχετικά δικαιολογητικά για τη χορήγηση της απαλλαγής. Σε περίπτωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης ειδικού φόρου επί ακινήτων, η οποία υποβάλλεται χειρόγραφα, συνυποβάλλονται και τα απαιτούμενα, κατά περίπτωση, δικαιολογητικά.

 

  1. Με τι συντελεστή φορολογούνται τα νομικά πρόσωπα που είναι υποκείμενα σε ειδικό φόρο επί των ακινήτων;

Από το έτος 2010 και για κάθε επόμενο ο συντελεστής φορολόγησης είναι 15% επί της αξίας των ακινήτων, όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 17 του ν. 3091/2002.

 

  1. Προσωπικές εταιρείες (Ο.Ε., Ε.Ε.) που εξαιρούνται από τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων είναι υπόχρεες σε υποβολή δήλωσης;

ΟΧΙ. Οι προσωπικές εταιρείες, εφόσον απαλλάσσονται, δεν υποχρεούνται στην υποβολή δήλωσης, οφείλουν όμως να φυλάσσουν τα δικαιολογητικά απαλλαγής στην έδρα της επιχείρησής τους και να τα προσκομίζουν σε κάθε περίπτωση που αυτά θα ζητηθούν.

 

  1. Πού ορίζονται τα δικαιολογητικά τα οποία απαιτούνται για τη χορήγηση των απαλλαγών;

Τα δικαιολογητικά τα οποία απαιτούνται για την εξαίρεση από την καταβολή του ειδικού φόρου επί των ακινήτων ορίζονται στην ΠΟΛ 1056/2017 (Β’ 1325, ΑΔΑ: 70ΚΣΗ-ΝΘ2) Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., όπως τροποποιήθηκε με την ΠΟΛ 1081/2018 (Β΄1768, ΑΔΑ: ΩΦ6Τ46ΜΠ3Ζ-ΡΨΒ) Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..

 

  1. Ποια είναι η διαδικασία χορήγησης της απαλλαγής στα νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων γ’ και στ’ της παρ. 2 και της περ. δ’ της παρ. 3;

Ο νόμιμος εκπρόσωπος των ανωτέρω νομικών προσώπων υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του Ιανουαρίου κάθε έτους και προσκομίζει και τα απαραίτητα δικαιολογητικά, όπως αυτά αναγράφονται στην ΠΟΛ 1056/2017 Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., για κάθε κατηγορία προσώπου και η απαλλαγή χορηγείται από τον αρμόδιο προϊστάμενο.

 

  1. Ποιες είναι οι κυρώσεις στην περίπτωση που δεν υποβληθεί δήλωση από το νομικό πρόσωπο, ενώ έχει αυτή την υποχρέωση;

Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης ειδικού φόρου επί των ακινήτων από το νομικό πρόσωπο επιβάλλονται οι ακόλουθες κυρώσεις:

α) αυτοτελές πρόστιμο το οποίο ορίζεται στο ποσό των εκατό (100) €, εφόσον δεν προκύπτει με τη δήλωση ποσό φόρου για καταβολή,

β) εφόσον προκύπτει ποσό φόρου για καταβολή, πέραν του ανωτέρω αυτοτελούς προστίμου επιβάλλεται και τόκος για κάθε μήνα καθυστέρησης

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΛΥΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ FRANCHISE

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Η σύμβαση franchise, είναι μια σύμβαση συνεργασίας, μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, με την οποία η μία επιχείρηση (franchisor) παραχωρεί στην άλλη (franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του λεγόμενου «πακέτου δικαιόχρησης» (“franchising” ή “franchise”), με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες.

  

Η ως άνω περιγραφείσα συμφωνία αποκαλύπτει τα τυπολογικά γνωρίσματα της σύμβασης franchise, τα οποία είναι:

  1. H παραχώρηση των διακριτικών γνωρισμάτων και της τεχνογνωσίας από το δικαιοδότη, ό,τι δηλαδή συνθέτει το «πακέτο»,
  2. H υποχρέωση του δικαιοδότη να υποστηρίζει το δικαιοχρήστη και να ελέγχει κάθε άλλο δικαιοχρήστη, αλλά και η υποχρέωση του δικαιοχρήστη να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του δικαιοδότη και τις αρχές του συστήματος, καταβάλλοντας τα συμφωνηθέντα χρηματικά ποσά στο δικαιοδότη.

Με βάση τα ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία μιας σύμβασης franchise ορισμένου ή αόριστου χρόνου, αποτελεί κατ` αρχήν η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από τον αντισυμβαλλόμενο του καταγγέλλοντος, καθώς και εκείνα τα περιστατικά που, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της συμβάσεως, καθιστούν κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή για το ένα ή και αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη τη συνέχιση της συμβατικής δεσμεύσεως, όπως συμβαίνει όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών που καθιστά αδύναμη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας.

Καταγγελία που έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο ή με επίκληση τέτοιου λόγου που αποδείχθηκε μεταγενέστερα είτε μη σπουδαίος, είτε αναληθής, είναι άκυρη και γι` αυτό δεν επιφέρει τη λήξη της σύμβασης franchise, σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη ύπαρξης σπουδαίου λόγου.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί, ότι η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας σε όλες τις περιπτώσεις (εκτός από αυτήν της καταγγελίας της εταιρικής σύμβασης ορισμένου χρόνου, όπως αναφέρθηκε, κατά την κρατούσα στη νομολογία θέση), υπόκειται σε έλεγχο ως προς την καταχρηστικότητα της άσκησής της.

 

Έτσι, εάν η καταγγελία υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, απαγορεύεται και είναι άκυρη.

 

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ βέβαια, για να θεωρηθεί ή άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζομένων μ' αυτή αντικειμενικών κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, στο συγκεκριμένο κύκλο συναλλαγών

 

 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

Η ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

 

Η συγχώνευση εταιριών είναι δυνατή, είτε με τη δημιουργία μιας νέας εταιρείας ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων στο σύνολό τους, από δύο ή περισσότερες εταιρείες σε μια νέα εταιρεία (εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή ανώνυμη εταιρία), που συνίσταται από αυτές,  είτε μέσω της απορρόφησης, ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων, στο σύνολό τους, από μία εταιρία σε μία άλλη (άρθρο 68 επ. ν. 2190/1920 και το άρθρο 54 του ν. 3190/1955).

Σε περίπτωση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης η συγχώνευση πρέπει να εγκρίνεται από πλειοψηφία τριών τετάρτων των εταίρων των συμμετεχουσών εταιριών. Η συγχώνευση μπορεί μόνο να ολοκληρωθεί δύο μήνες μετά την τήρηση των υποχρεώσεων δημοσιότητας, και εφόσον οι πιστωτές της εταιρείας δεν έχουν υποβάλλει αντιρρήσεις (άρθρο 54 ν. 3190/1955).

Στην περίπτωση της συγχώνευσης η εταιρεία μεταβιβάζει όλα τα περιουσιακά στοιχεία της σε μία ή περισσότερες προϋπάρχουσες ή νέες εταιρείες που ιδρύονται.

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 55 του νόμου 3190/1955, τα μέρη οφείλουν να συνάψουν συμβολαιογραφική σύμβαση συγχώνευσης, το κείμενο της οποίας πρέπει να περιέχει τις βασικές διατάξεις σύμφωνα με το ν. 3190/1955.

Η συγχώνευση ΑΕ διέπεται από τα άρθρα 68-80 του ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ 497/87). Σύμφωνα με το άρθρο 72 του ν. 2190/1920, η συγχώνευση απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων όλων των εταιριών που συμμετέχουν στη συγχώνευση. Σύμφωνα με το άρθρο 69 του ν. 2190/1920, απαιτείται αρχικά ένα σχέδιο της σύμβασης συγχώνευσης.

Το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης πρέπει να περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:

  1. Τη νομική μορφή της εταιρείας, την εταιρική επωνυμία και διακριτικό τίτλο, την έδρα των εταιρειών που συμμετέχουν στη συγχώνευση, και τους αριθμούς ΜΑΕ.
  2. Την σχέση ανταλλαγής των μετοχών και ενδεχομένως την αξία της επιπλέον εισφοράς, σύμφωνα με το άρθρο. 68 ν. 2190/1920.
  3. Τις λεπτομέρειες της μεταβίβασης των νέων μετοχών που εκδίδονται από την εταιρία που απορροφά.

Το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι ενέργειες της εισφέρουσας εταιρείας θεωρούνται ότι γίνονται για λογαριασμό της απορροφώσας (ημερομηνία συγχώνευσης) καθώς και τη διάθεση των κερδών που προκύπτουν από αυτό το σημείο μέχρι την ολοκλήρωση της συγχώνευσης σύμφωνα με τα άρθρα 74 και 75ν. 2190/1920.

Τα δικαιώματα που η απορροφώσα εταιρεία παρέχει σε μεμονωμένους μετόχους και τους κατόχους των ειδικών δικαιωμάτων (όπως οι μετοχές, χωρίς δικαίωμα ψήφου, οι προνομιούχες μετοχές, ομολογίες κλπ), ή τα μέτρα που προβλέπονται για τα πρόσωπα αυτά.

Κάθε ειδική παροχή που χορηγείται σε μέλη του ΔΣ ή σε ελεγκτές. Συμφωνία για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων στο σύνολό τους από κάθε εισφέρουσα εταιρεία σε αντάλλαγμα για την παραχώρηση μετοχών της απορροφώσας εταιρίας.

Διάφορες άλλες ρυθμίσεις, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης

Με τη συγχώνευση μεταβιβάζει, συνεπώς, μια εταιρεία ολόκληρη την περιουσία της είτε σε άλλη, ήδη υφιστάμενη εταιρεία, είτε σε εταιρεία που ιδρύεται για πρώτη φορά.

Στην περίπτωση της ΑΕ, η διαδικασία της συγχώνευσης προβλέπεται στα άρθρα 68-80 του ν. 2190/1920. Κατά το άρ. 72 ν. 2190/1920 η διενέργεια της συγχώνευσης απαιτεί αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων των μετόχων όλων των εμπλεκομένων εταιριών. Το δε άρ. 69 ν. 2190/1920 προβλέπει ότι πρέπει πρωτίστως να καταρτιστεί σχέδιο της σύμβασης συγχώνευσης.

Το σχέδιο της σύμβαση συγχώνευσης θα πρέπει, σύμφωνα με το νόμο, να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:

  • την ειδικότερη μορφή, την επωνυμία και την έδρα των εταιριών που συγχωνεύονται, καθώς και τον αριθμό μητρώου τους
  • τη σχέση ανταλλαγής των μετοχών και, ενδεχομένως, το ύψος του χρηματικού ποσού μετρητών που προβλέπει το άρ. 68 ν. 2190/1920
  • τις διατυπώσεις παράδοσης των νέων μετοχών που εκδίδει η απορροφούσα εταιρία
  • την ημερομηνία από την οποία οι μετοχές που παραδίδονται στους μετόχους της ή των απορροφουμένων εταιριών, παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη της απορροφούσας εταιρίας, καθώς και κάθε ειδικό όρο σχετικό με το δικαίωμα αυτό
  • την ημερομηνία από την οποία οι πράξεις της ή των απορροφουμένων εταιριών θεωρούνται, από λογιστική άποψη, ότι γίνονται για λογαριασμό της απορροφούσας εταιρίας, και την τύχη των οικονομικών αποτελεσμάτων της ή των απορροφουμένων εταιριών, που θα προκύψουν από την ημερομηνία υατή μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της συγχώνευσης όπως προβλέπται στα άρ. 74 και 75 ν. 2190/1920
  • τα δικαιώματα που εξασφαλίζει η απορροφούσα εταιρία στους μετόχους που έχουν ειδικά δικαιώματα στην ή στις απορροφούμενες εταιρίες, καθώς και στους κατόχους άλλων τίτλων, πλην μετοχών, ή τα μέτρα που προτείνονται γι’ αυτούς
  • όλα τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα που, ενδεχομένως, παρέχονται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και στους τακτικούς ελεγκτές των συχωνευομένων εταιριών
  • τυχόν άλλες ρυθμίσεις ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε περίπτωσης

Σύμφωνα με το άρθρο 69 § 4 ν. 2190/1920, το Διοικητικό Συμβούλιο της κάθε εταιρείας που συμμετέχει στη συγχώνευση πρέπει να εκπονήσει λεπτομερή έκθεση ελέγχου, με το οποίο να διευκρινίζεται το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης από οικονομική και νομική άποψη.

Ειδικότερα, η έκθεση ελέγχου πρέπει να περιέχει στοιχεία για τη σχέση ανταλλαγής σύμφωνα με το άρθρο 71 ν. 2190/1920, και πρέπει να περιλαμβάνει δήλωση ως προς το εάν η προτεινόμενη τιμή ανταλλαγής των μετοχών (ή και η αξία της επιπλέον εισφοράς σε μετρητά στην περίπτωση της απορρόφησης) είναι δίκαιη.

Θα πρέπει να αναφέρει τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για να καθοριστεί η σχέση ανταλλαγής, τους λόγους για τους οποίους χρήση αυτών των μεθόδων είναι κατάλληλη καθώς και την σχέση ανταλλαγής ή το αποτέλεσμα αντίστοιχα αν είχε γίνει χρήση διαφορετικών μεθόδων.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να καθορίζεται η σημασία που έχει αποδοθεί στις διάφορες μεθόδους για τον καθορισμό της προτεινόμενης σχέσης ανταλλαγής και τα ιδιαίτερα προβλήματα που προέκυψαν κατά την αξιολόγηση.

Σύμφωνα με το άρθρο 74 ν. 2190/1920, η σύμβαση συγχώνευσης πρέπει να εγκρίνεται από το Υπουργείο Εμπορίου. Οι αποφάσεις συγχώνευσης των γενικών συνελεύσεων υποβάλλονται για το σκοπό αυτό στην υπηρεσία μαζί με την συμβολαιογραφική σύμβαση συγχώνευσης καθώς και μια δήλωση σύμφωνα με το Ν. 1599/1986. Οι σχετικές υποχρεώσεις δημοσιότητας πρέπει να τηρούνται σε κάθε στάδιο.

Συγχώνευση με ίδρυση νέας εταιρείας γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 80 ν. 2190/1920, με την αντίστοιχη εφαρμογή των διατάξεων για τις συγχωνεύσεις που περιέχονται στα άρθρα 68 έως 77 του ν. 2190/1920. Κατά την περίπτωση αυτή προκύπτει μία νέα εταιρία από τη συγχώνευση των προϋφισταμένων εταιρειών.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΥΘΥΝΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΗΣ

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

Ο διευθυντής μίας εταιρείας ,είναι υπεύθυνος για κάθε νόμιμη υποχρέωση της εταιρείας και συνεπώς, ευθύνεται για την παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεών της.

To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) με την απόφαση Busuttil κατά Μάλτας της 3.6.2021 (αρ. προσφυγής 48431/18) έκρινε νόμιμο το τεκμήριο (σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο) ότι ο διευθυντής μίας εταιρείας είναι υπεύθυνος για κάθε νόμιμη υποχρέωση της εταιρείας και συνεπώς ευθύνεται για την παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεών της – Μη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας (αρθ. 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ)

 

Τεκμήριο αντικειμενικής ευθύνης διευθυντή χρεοκοπημένης εταιρείας για μη καταβολή χρεών της προς το Δημόσιο και ασφαλιστικών εισφορών. Ο προσφεύγων καταδικάστηκε ποινικά, αφού είχε αποχωρήσει από την εταιρεία, παρότι ο ίδιος ισχυριζόταν ότι αγνοούσε την οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Ο ίδιος επικαλέστηκε ότι εφαρμόστηκε εναντίον του «τεκμήριο ενοχής» με βάση απλά το ότι υπήρξε διευθυντής αυτής της εταιρείας.

 

Σύμφωνα με την κρίση του ΕΔΔΑ, το εθνικό δίκαιο που προέβλεπε ότι ο προσφεύγων, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του ως διευθυντής, αναλάμβανε και την υποχρέωση καταβολής των σχετικών φορολογικών χρεών της, προκειμένου να διατηρηθεί ένα λειτουργικό σύστημα προς το συμφέρον όλων, είναι συμβατό με την ΕΣΔΑ, εφόσον ο ίδιος ως κατηγορούμενος δεν στερήθηκε τα μέσα για την ανατροπή του παραπάνω τεκμηρίου.

Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, το τεκμήριο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ότι ο διευθυντής είναι υπεύθυνος για κάθε νόμιμη υποχρέωση της εταιρείας, δεν ήταν παράλογο στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.

 

Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 6 §2 της ΕΣΔΑ).

 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΞΟΔΟΣ ΕΤΑΙΡΟΥ ΑΠΟ ΕΠΕ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

Υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που μπορεί να καθιστούν αδύνατη τη συνέχιση της εταιρικής σχέσης και να υποχρεώνουν τον εταίρο να επιθυμεί να απομακρυνθεί από την ΕΠΕ. Σπουδαίος λόγος για την έξοδο εταίρου υπάρχει όταν η συνέχιση της εταιρίας είναι, για λόγους αντικειμενικούς ή υποκειμενικούς, δυσβάστακτη για τον εξερχόμενο εταίρο.

 Αντικειμενικό λόγο εξόδου μπορούν να συνιστούν, μεταξύ άλλων, η μη σύγκληση της συνέλευσης των εταίρων για μεγάλο χρονικό διάστημα, η αδυναμία λειτουργίας της και λήψης αποφάσεων λόγω χωρισμού των εταίρων σε δύο αντιμαχόμενες ομάδες, η άσκηση ανταγωνισμού από άλλο ή άλλους εταίρους, η άρνηση παράδοσης των βιβλίων της εταιρίας στον διαχειριστή κλπ.

Η εκτίμηση για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου είναι αντικειμενική και λαμβάνει χώρα στα πλαίσια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και μετά από στάθμιση συμφερόντων.

Περαιτέρω η έξοδος εταίρου με την επίκληση σπουδαίου λόγου πρέπει να αποτελεί το έσχατο μέσο. Η έξοδος εταίρου της ΕΠΕ για σπουδαίο λόγο αποτελεί, κατ` ανάλογη εφαρμογή των κρατούντων στις προσωπικές εταιρίες, περίπτωση μερικής λύσης και μερικής εκκαθάρισης της ΕΠΕ, λόγω της οποίας ο εξερχόμενος εταίρος δικαιούται να λάβει την «αξία εκκαθάρισης» της εταιρικής του μερίδας ή - κατ` άλλη διατύπωση - δικαιούται να αξιώσει κάθε ποσό, που θα δικαιούταν, αν κατά το χρόνο της τελεσιδικίας της απόφασης, που επιτρέπει την έξοδο του, γινόταν λύση και εκκαθάριση της εταιρίας.

Στην περίπτωση της ΕΠΕ ρητά προβλέπεται από το νόμο ότι ο εξερχόμενος εταίρος δικαιούται να λάβει την πραγματική αξία των αποτελούντων τη μερίδα του εταιρικών, μεριδίων. Ο νόμος συνδέει πάντοτε την καταβολή της αξίας συμμετοχής με πραγματική μείωση του κεφαλαίου. Η αξία, δηλαδή, της μερίδας συμμετοχής καταβάλλεται από την εταιρική περιουσία, η οποία μειώνεται αντίστοιχα.

Ειδικότερα, ως προς την πραγματική αυτή αξία, πρέπει να λεχθεί ότι κάθε εταιρικό μερίδιο έχει αξία αφενός ονομαστική, που είναι η αξία του κλάσματος (μέρους) του εταιρικού κεφαλαίου και προκύπτει από το καθοριζόμενο στο καταστατικό ελάχιστο ποσό μερίδας συμμετοχής σε συνδυασμό προς τη συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο του συγκεκριμένου εταίρου και αφετέρου πραγματική αξία, που είναι η εκάστοτε, με βάση την εταιρική περιουσία, προσδιοριζόμενη αξία.

Για την εξεύρεση της τελευταίας προσδιορίζεται λογιστικά η πραγματική αξία της καθαρής εταιρικής περιουσίας, η οποία διαιρούμενη με τον αριθμό των εταιρικών μεριδίων, δίνει την πραγματική αξία του καθενός από αυτά. Η ονομαστική και η πραγματική αξία του εταιρικού μεριδίου μόνο κατά το χρόνο σύστασης της εταιρίας συμπίπτουν, ενώ μετά από αυτήν η πραγματική αξία μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από την ονομαστική, τούτο δε απεικονίζεται στον σχετικό ισολογισμό της εταιρίας.

Προκειμένου περί ΕΠΕ, ο ισολογισμός αποτελεί το πλαίσιο, μέσα στο οποίο πρέπει να επιχειρείται η εξακρίβωση της αληθινής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρίας.

Εφόσον, όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εξομοιώνεται η έξοδος του εταίρου προς τη μερική λύση της εταιρίας, προκύπτει ότι, κατ` αρχήν, ως βάση υπολογισμού της αποζημίωσης δεν θα πρέπει να λαμβάνεται ο ετήσιος ισολογισμός, ο οποίος δεν περιλαμβάνει στοιχεία, όπως τα αφανή αποθεματικά, η πελατεία, η φήμη, η οργάνωση και η απόδοση της επιχείρησης, αλλά θα πρέπει, τουλάχιστον, να καταρτιστεί ειδικός «ισολογισμός εκκαθάρισης», που θα εμφανίζει την πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας.

Κατά το άρθρο 33 παρ. 2 εδ. α` του Ν 3190/1955 «πας εταίρος δύναται να εξέλθη της εταιρίας ένεκα σπουδαίου λόγου, κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών».

Αρμόδιο δικαστήριο, είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και προσδιορίζει συγχρόνως και την αξία της μερίδας.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΕΚΤΑΚΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΟΧΙΑΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

Σύμβαση δανεισμού εργαζομένων μεταξύ επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση έκτακτων και εποχιακών αναγκών.

 

Τα τελευταία χρόνια, ενόψει της ανάγκης αντιμετώπισης έκτακτων, απρόβλεπτων και εποχιακών αναγκών, ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις συμβάλλονται μεταξύ τους στα πλαίσια συμβάσεων δανεισμού εργαζομένων. Η σύμβαση δανεισμού είναι μία τριμερής σύμβαση μεταξύ: α) του αρχικού εργοδότη, β) του δεύτερου εργοδότη και γ) του εργαζόμενου,

Περισσότερα

 

στα πλαίσια της οποίας ο αρχικός εργοδότης παραχωρεί, επί της ουσίας δανείζει, τις υπηρεσίες του εργαζόμενου, με την απαραίτητη συγκατάθεση του τελευταίου, στον δεύτερο εργοδότη. Ο δανεισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη συναίνεση του εργαζομένου, η οποία παρέχεται είτε με την αρχική σύμβαση εργασίας, είτε μεταγενέστερα εν όψει συγκεκριμένου δανεισμού. Η συναίνεση μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του εργαζόμενου, όπως συμβαίνει λ.χ. όταν ο εργαζόμενος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του στον τρίτο και είναι απαραίτητη, ιδίως όταν μεταβάλλεται ο τόπος της παροχής ή το είδος της παρεχόμενης εργασίας, αφού η αλλαγή αυτή καλυπτόμενη από τη συναίνεση του μισθωτού δεν συνιστά τότε μονομερή μεταβολή των εργασιακών όρων εκ μέρους του αρχικού εργοδότη.

 

Από την συνδυαστική επισκόπηση των διατάξεων των άρθρων 361, 648 και 651 ΑΚ, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, βάσει της οποίας ο εργοδότης θα παραχωρήσει με τη μορφή δανεισμού εργαζομένου τον μισθωτό σε τρίτον, προς τον οποίο αυτός θα παρέχει την εργασία του. Στην περίπτωση αυτή εργοδότης παραμένει, με όλες τις συναφείς υποχρεώσεις, ο αρχικός (ή παραχωρών), ενώ είναι δυνατή συμφωνία ότι ο τρίτος (δευτερογενής, κατά παραχώρησή ή περαιτέρω εργοδότης) θα καταβάλλει το μισθό ή μέρος του χωρίς όρους ή υπό ορισμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς. Ο θεσμός αυτός, που στην πράξη εμφανίζεται αρκετά συχνά μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου ομίλου, δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 651 του ΑΚ, κατά την οποία κατά κανόνα στη σύμβαση εργασίας η αξίωση του εργοδότη στην εργασία του μισθωτού είναι αμεταβίβαστη, διότι από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω αναφερομένων διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι αυτή η συμφωνία είναι νόμιμη και επιτρεπτή μεταξύ εργοδότη και τρίτου, μόνον αν συναινεί ο μισθωτός, έστω και αν δεν μεταβάλλονται οι όροι εργασίας του.

 

Διευκρινίζεται σε αυτό το σημείο, ότι ο δανεισμός εργαζόμενων εμφανίζεται με δύο μορφές, ήτοι: αφενός ως γνήσιος, στο εννοιολογικό περιεχόμενο του οποίου υπάγεται ο ήδη περιγραφείς θεσμός, αφετέρου ως μη γνήσιος, ο οποίος αφορά την δραστηριότητα των εταιρειών προσωρινής απασχόλησης. Ειδικότερα, για γνήσιο δανεισμό γίνεται λόγος όταν ο εργαζόμενος, ενώ προσφέρει την εργασία του κανονικά στον αρχικό εργοδότη, παραχωρείται για κάποιο χρονικό διάστημα (συνήθως σύντομο) σε τρίτη επιχείρηση. Αυτό συμβαίνει συνήθως μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων (όμιλος). Απεναντίας, μη γνήσιο δανεισμός υπάρχει όταν η σύμβαση εργασίας μεταξύ εργαζόμενου και αρχικού εργοδότη προβλέπει ότι ο εργαζόμενος δεν θα προσφέρει την εργασία του στον αρχικό εργοδότη, αλλά σε τρίτο που θα υποδεικνύει ο αρχικός εργοδότης. Ο μη γνήσιος δανεισμός χαρακτηρίζεται και ως κατ’ επιχείρηση δανεισμός, διότι ο αρχικός εργοδότης είναι επιχείρηση, της οποίας αντικείμενο εργασίας είναι ακριβώς να παραχωρεί εργαζόμενους σε τρίτους 

 

Στην περίπτωση του γνήσιου δανεισμού ο δευτερογενής/έμμεσος εργοδότης ασκεί στο δικό του όνομα και με δική του ευθύνη το διευθυντικό δικαίωμα, το οποίο περιλαμβάνει την εξουσία καθορισμού του είδους και του τόπου της εργασίας, ελέγχου και εποπτείας αυτής και λήψεως παντός εν γένει μέτρου συντείνοντας στην κανονική της εκτέλεση. Μόνος δε υπόχρεος στην καταβολή του μισθού παραμένει ο αρχικός εργοδότης δυνάμει της σύμβασης εργασίας, αφού η σύμβαση δεν μεταβάλλεται ως προς την υποχρέωση αυτή, εκτός αν υπάρξει ειδική συμφωνία. Αντίθετα, ο αρχικός αυτός εργοδότης δεν υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης του μισθωτού αντιπαροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης στο νέο εργοδότη (προς ον η παραχώρηση), διότι η παροχή της παράνομης αυτής εργασίας δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του μισθωτού που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας έναντι ταυ [αρχικού] εργοδότη του, αλλά στις ιδιαίτερες σχέσεις του εργαζομένου με το ν ο εργοδότη, εκτός αν ειδικώς συνομολογήθηκε να επιβαρύνεται ο αρχικός εργοδότης για την περίπτωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησης.

 

 Η σύμβαση δανεισμού δεν επηρεάζει τη σύμβαση εργασίας και αφού αντισυμβαλλόμενος παραμένει ο αρχικός εργοδότης, μετά του οποίου εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σχέση, αυτός και βαρύνεται κατά βάση με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας, π.χ. με την καταβολή, πέραν του μισθού και των συναφών επιδομάτων αλλά και των σχετικών με την καταβολή τους λοιπών υποχρεώσεων, όπως της παρακράτησης του αναλογούντος στις μισθωτές υπηρεσίες του εργαζομένου φόρου, και με τη χορήγηση όλων των α ει ν και την πληρωμή των ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών, βλ. σχετ. ΑΠ 800/2014, ΔΕΕ 2015, σελ. 565, ΧρΙΔ 2015, σελ. 226). Ειδικά ως προς τις τελευταίες γίνεται δεκτό ότι, επειδή ακριβώς με τον δανεισμό του εργαζόμενου δεν δημιουργείται νέα, ισοδύναμη και ανεξάρτητη σχέση εργασίας σε αντικατάσταση της αρχικής αλλ’ αντιθέτως η εργασία παρέχεται στο - δευτερογενή εργοδότη με την ίδια, αρχική, σύμβασή, χωρίς η αλλαγή της κατεύθυνσης της παροχής της εργασίας να καταλύει τον υπάρχοντα ενοχικό δεσμό, ο δανειζόμενος εργαζόμενος εξακολουθεί να ανήκει στο προσωπικό του αρχικού εργοδότη παρά την ένταξή του στην εκμετάλλευση του τρίτου, με αποτέλεσμα η μέριμνα για την κοινωνική του ασφάλιση να βαρύνει τον πρώτο (βλ. ΕφΑθ 163/1989, ΕλλΔ/νη 1991, σελ. 594). Για τον ίδιο λόγο, οι όροι της σύμβασης εργασίας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή τους. Επιπλέον, σε καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης (βλ. ΑΠ 1160/2015, ΝΟΜΟΣ), ενώ υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά τη διάρκεια του δανεισμού, δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία (περί όλων των ανωτέρω βλ. και ΑΠ 1580/2012, ΔΕΝ 2013, σελ. 634· ΑΠ 1731/2007, ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1162/2006, ΝΟΜΟΣ- ΕφΠειρ 311/2016, ΝΟΜΟΣ- ΕφΛαρ 235/2012, Δικογραφία 2012, σελ. 574).

 

Τέλος, τον κατά δανεισμό (δευτερογενή) εργοδότη βαρύνουν οι υποχρεώσεις σεβασμού των όρων δημόσιας τάξης που ισχύουν κατά την εκτέλεση της εργασίας και η τήρηση της υποχρέωσης προνοίας για την εξασφάλιση όρων και συνθηκών κατ’ αυτήν για την προστασία της ζωής και της υγείας του κατά παραχώρηση μισθωτού. Συνεπώς, σε περίπτωση παραβίασής τους κατά τον χρόνο του δανεισμού και δη σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, και τραυματισμού του, ο εργαζόμενος μπορεί να στραφεί, συντρεχόντων και των λοιπών νομίμων όρων ευθύνης, κατά του δευτερογενούς εργοδότη, καθόσον έγνομη σημασία και επιρροή έχει η ιδιότητα του εργοδότη κατά την επέλευση του ατυχήματος, αφού αυτός υπέχει την εξ αυτού σχετική ευθύνη και όχι ο κατά την πρόσληψη του παθόντος εργαζόμενου και μέχρι τον δανεισμό του εργοδότης (βλ. ΑΠ 1116/2011, ΔΕΕ 2012/821), υπό την έννοια ότι ο δευτερογενής εργοδότης ευθύνεται αυτοτελώς για τις δικές του παραβάσεις που οφείλονται στην παραβίαση των μέτρων ασφάλειας και υγιεινής και που σκοπούν, στην προστασία του εργαζόμενου μισθωτού (βλ. ΑΠ 1245/2002, ΕΕΔ τ. 63, σελ. 294- ΕφΠειρ 311/2016 όπ.π.).

 

Σημειώνεται σε κάθε περίπτωση, ότι η συνολική διάρκεια της σύμβασης δανεισμού, συμπεριλαμβανομένων και των ενδεχομένων ανανεώσεων που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από 36 μήνες, ενώ αν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ανασταλεί η λειτουργία της εργασιακής σχέσης για λόγους όπως ασθένεια, στράτευση, εγκυμοσύνη κ.λπ. δεν επηρεάζεται η νομοθετικώς προβλεπόμενη διάρκεια. Σε περίπτωση δε υπέρβασης τού εν λόγω χρονικού ορίου επέρχεται η μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη. Αξίζει δε να υπογραμμισθεί ότι δεν επιτρέπεται παραχώρηση μέσω σύμβασης δανεισμού όταν:

 

  1. i. Μέσω αυτής σκοπείται ουσιαστικά η αντικατάσταση εργαζομένων, οι οποίοι ασκούν το δικαίωμα της απεργίας.
  2. ii. Το προηγούμενο εξάμηνο ο έμμεσος εργοδότης έχει πραγματοποιήσει απολύσεις εργαζομένων της ίδιας ειδικότητας για οικονομικοτεχνικούς λόγους ή το προηγούμενο δωδεκάμηνο ομαδικές απολύσεις.

iii. Ο έμμεσος εργοδότης υπάγεται στις διατάξεις που ορίζουν προσλήψεις μέσω ΑΣΕΠ και

  1. iv. Η εργασία λόγω της φύσης της εγκυμονεί ιδιαίτερους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΠΡΟΣΥΜΦΩΝΟ Ή ΜΟU (Memorandum of Understanding)Ή ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΕΙΔΗ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Τα επιχειρηματικά σχέδια κοινής δράσης συχνά ξεκινούν με κάποιο συμφωνητικό ως προσχέδιο της οριστικής συμφωνίας. Ομοίως η επίλυση επιχειρηματικών διαφορών σε αρκετές περιπτώσεις επιλύονται με διαπραγματεύσεις και με προδιαμόρφωση των βασικών πλαισίων συμφωνίας.

Όλα αυτά τα συμφωνητικά ονομάζονται από τα συμβαλλόμενα μέρη MOU (Memorandum of Understanting) ή Σύμβαση Πλαίσιο ή Προσύμφωνο ή και με άλλες παραπλήσιες ονομασίες.

Υπογραμμίζουμε ότι, η σωστή διαμόρφωση του περιεχομένου των συμφωνιών αυτών εναπόκειται στο νομικό σύμβουλο, που θα αποδώσει τη σωστή διατύπωση στη σύμβαση προς εξασφάλιση του εντολέα του.

            Υπάρχουν διαφόρων ειδών συμβάσεις ή προσύμφωνα. Ειδικότερα:

  1. Επιστολή προθέσεων: Με την «επιστολή προθέσεων» ο ένας επιχειρηματίας ενημερώνει εγγράφως και επισήμως τον άλλο επιχειρηματία για την πρόθεσή του και την θέλησή του α) να διαπραγματευθούν και β) ενδεχομένως να καταλήξουν σε κάποια συμφωνία. Εκδηλώνει την πρόθεσή του για τις προπαρασκευαστικές διαδικασίες και διαπραγματεύσεις που ίσως οδηγήσουν στην οριστική υπογραφή συμβάσεως χωρίς όμως να υπάρχει δέσμευση κατάληξης τελικά σε συμφωνία.
  2. MOU: Το Memorandum of understanding αποτελεί συμφωνητικό που δεν είναι οριστική συμφωνία ούτε δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη ότι θα καταλήξουν οπωσδήποτε σε οριστική συμφωνία. Ωστόσο, περιγράφει δεσμευτικώς τη διαδικασία διαπραγματεύσεων μέχρι την οριστική συμφωνία, το χρονικό πλαίσιο αυτών, τους στόχους και τις γενικές γραμμές τόσο της διαπραγμάτευσης όσο και της πιθανής συμφωνίας. Παράλληλα περιγράφει το είδος των διαπραγματεύσεων αλλά και το βαθμό αποκάλυψης πληροφοριών από το ένα συμβαλλόμενο μέρος προς το άλλο. Με αυτό το συμφωνητικό τίθεται χρονοδιάγραμμα, σειρά και βήματα κινήσεων και εργασιών αλλά και ενδεχόμενες κυρώσεις από παραβίαση αυτών.
  3. Προσύμφωνο: Το προσύμφωνο, αποτελεί μεν προσυμβατική συμφωνία, δηλαδή συμφωνία πριν την οριστική συμφωνία ως προ στάδιο αυτής. Δεν είναι όμως η οριστική συμφωνία ή οριστική σύμβαση που θα επιφέρει τις τελικές οικονομικές συνέπειες. Πάντως, είναι απολύτως δεσμευτικό και μπορεί να υποχρεώσει τα μέρη που το υπέγραψαν να καταλήξουν και να υπογράψουν και την τελική συμφωνία. Αν στη συνέχεια κάποιο από τα μέρη διστάσει και δεν επιθυμεί πλέον την σύβαση ο άλλος συμβαλλόμενος μπορεί είτε να τον εξαναγκάσει δικαστικώς σε τελική συμφωνία είτε θα ζητήσει αποζημίωση για την μη κατάρτιση της τελικής σύμβασης.
  4. Σύμβαση πλαίσιο: Η «σύμβαση πλαίσιο», είναι η σύμβαση με την οποία καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών. Από τη σύμβαση – πλαίσιο δεν απορρέει υποχρέωση των μερών να συνάψουν συμβάσεις. Απορρέει όμως η υποχρέωση, αν στο μέλλον συνάψουν συμβάσεις, αυτές να διέπονται δεσμευτικά από τους όρους που περιέχονται στη σύμβαση – πλαίσιο.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι:

α) σημασία έχει το περιεχόμενο της συμφωνίας που θα υπογραφεί και σε καμία περίπτωση η ονομασία της σύμβασης (πάγια άποψη του Αρείου Πάγου βλ. ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 881/2010, ΑΠ 466/2010)

β) η υπογραφή μίας συμφωνίας προκαθορίζει τις υποχρεώσεις και τις επόμενες κινήσεις του, συνεπώς ας μην βιαστεί, ας μην αποδεχθεί προ διατυπωμένες συμφωνίες, πρώτα ας συμβουλευτεί.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  • 15
  • 16
  • 17
  • 18
  • 19

Δίπλα σας αποτελεσματικά & με συνέπεια

Επικοινωνήστε μαζί μας

Please enable JavaScript in your browser to complete this form.
Ονομ/νυμο *
Loading

ΒΑΣΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Εμπορικό Δίκαιο - Εταιρείες
Τροχαία Ατυχήματα
Ακίνητα - Διαχείριση Ακινήτων
Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία - Σήματα
Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
Διοικητικό Δίκαιο
Εργατικό Δίκαιο
Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες

ΠΡΟΦΙΛ

Αρχική
Το Γραφείο μας
Τομείς Δραστηριότητας
Υποθέσεις
Συνεργάτες
Νομικά Θέματα για Ιδιώτες
Νομικά Θέματα για Επιχειρήσεις
Πελατολόγιο
Επικοινωνία
Όροι Χρήσης - Πολιτική Απορρήτου - Πολιτική Χρήσης Cookies

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΠΗΛΙΟΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ & Συνεργάτες
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Βουκουρεστίου 18, Αθήνα 106 71
210 3387530, 210 3387540
E-mail: spilios@spiliopouloslaw.com

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Αποτυχία, παρακαλούμε προσπαθήστε ξανά.
Σας ευχαριστούμε για την εγγραφή σας.

© 2024 - spiliopouloslaw.com

TOP

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε τη βέλτιστη εμπειρία πλοήγησης στον ιστότοπό μας.

Μπορείτε να μάθετε ποια cookies χρησιμοποιούμε ή να τα απενεργοποιήσετε στις .

  • English (Αγγλικά)
  • Ελληνικά
Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες
Powered by  GDPR Cookie Compliance
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Απολύτως απαραίτητα cookies

Το αυστηρώς απαραίτητο cookie θα πρέπει να είναι ενεργοποιημένο ανά πάσα στιγμή, ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας για ρυθμίσεις cookie.

Εάν απενεργοποιήσετε αυτό το cookie, δεν θα μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που επισκέπτεστε αυτόν τον ιστότοπο θα χρειαστεί να ενεργοποιήσετε ή να απενεργοποιήσετε ξανά τα cookies.

Στατιστικά

Τα στατιστικά cookie βοηθούν τους κατόχους ιστοτόπων να κατανοήσουν πώς αλληλεπιδρούν οι επισκέπτες με ιστότοπους συλλέγοντας και αναφέροντας πληροφορίες ανώνυμα.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Marketing

Τα cookies μάρκετινγκ χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των επισκεπτών σε ιστότοπους. Η πρόθεση είναι να προβάλλονται διαφημίσεις που είναι σχετικές και ελκυστικές για τον μεμονωμένο χρήστη και, ως εκ τούτου, πιο πολύτιμες για εκδότες και διαφημιστές τρίτων.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Πολιτική Cookies

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Πολιτική Cookie