ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕ ΜΕΤΟΧΕΣ ΕΙΣΗΓΜΕΝΕΣ ΣΕ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΗ ΑΓΟΡΑ
Σύμφωνα με τον πρόσφατο νόμο του 2018 που άλλαξε ριζικά το Δίκαιο των Ανωνύμων Εταιρειών «Εισηγμένη» Ανώνυμη Εταιρεία είναι εκείνη της οποίας οι μετοχές «προσφέρονται» σε ένα πολυμερές σύστημα, το οποίο διευθύνει ή διαχειρίζεται διαχειριστής αγοράς και το οποίο διευκολύνει την προσέγγιση συμφερόντων διαφόρων τρίτων ώστε να αγοράζουν ή να πουλήσουν μετοχές.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ (=ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΗ ΑΓΟΡΑ)
Η εισαγωγή μιας Α.Ε. σε ρυθμιζόμενη αγορά απαιτεί την υποβολή αίτησης από την εταιρεία προς: 1) τον διαχειριστή της αγοράς, 2)το χρηματιστήριο (εφόσον μιλάμε για ελληνική ανώνυμη εταιρεία στο Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε.) και 3)την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την έγκριση ενημερωτικού δελτίου και τη χορήγηση άδειας, για δημόσια προσφορά υφιστάμενων κινητών αξιών της (δηλαδή των μετοχών). Ωστόσο, όπως προβλέπεται από τον νόμο 3371/2005, δεν επιτρέπεται σε όλες τις ανώνυμες εταιρείες να εισαγάγουν τις μετοχές τους στο Χρηματιστήριο, υφίστανται λοιπόν, οι εξής προϋποθέσεις εισαγωγής:
- Η εν γένει κατάσταση της εταιρείας να είναι σύννομη,
- Τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας να είναι τουλάχιστον γενικά 1.000.000 ευρώ και ειδικά 3.000.000€, σε ενοποιημένη ή ατομική βάση. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τα παραπάνω ποσά μπορούν να αναπροσαρμοσθούν.
- Η εταιρεία να είναι συνεπής στην υποχρέωσή της περί κατάρτισης, έγκρισης και δημοσίευσης χρηματοοικονομικών καταστάσεων να έχει δηλαδή δημοσιεύσει ή υποβάλει τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις της για 3 τουλάχιστον οικονομικές χρήσεις εταιρικές χρήσεις, οι οποίες μάλιστα πρέπει να προηγούνται της υποβολής αιτήσεως εισαγωγής,
- Οι μετοχές να είναι νόμιμα εκδοθείσες (ιδίως να είναι ονομαατικές και όχι ανώνυμες, η έκδοση των οποίων έπαψε και απαγορεύεται ρητά από τον νόμο ήδη από τις 01.01.2020), ελεύθερα διαπραγματεύσιμες και πλήρως εξοφλημένες,
- Σε περίπτωση εκδόσεως μετοχών με δημόσια εγγραφή («δημόσια προσφορά»), η εισαγωγή τους γίνεται μετά τη λήξη της περιόδου, κατά τη διάρκεια της οποίας είναι δυνατή η υποβολή αιτήσεως συμμετοχής στη δημόσια εγγραφή,
- Η αίτηση εισαγωγής να αναφέρεται σε όλες τις μετοχές της ίδιας κατηγορίας (κοινές, ονομαστικές, άϋλες, δεσμευμένε, προνομιούχες ή εξαγοράσιμες) που έχουν ήδη εκδοθεί,
- Να πληρούνται οι ειδικότερες προϋποθέσεις εισαγωγής που τίθενται από τον κανονισμό του εκάστοτε χρηματιστηρίου και τέλος,
- Να έχει εκδοθεί και εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως άνω ενημερωτικό δελτίο προς το επενδυτικό κοινό (το οποίο ο νόμος αποκαλεί «Ενημερωτικό Δελτίο Προσφοράς κινητών αξιών και εισαγωγής τους για διαπραγμάτευση»).
Η εισαγωγή βεβαίως των μετοχών μιας ανώνυμης εταιρείας σε ρυθμιζόμενη αγορά οδηγεί αυτομάτως σε μεταβολή των υποχρεώσεών της. οφείλει να τις εκδώσει ή να τις μετατρέψει σε άυλες ή και να εκδίδει άυλους μόνο τίτλους. Για μια εισηγμένη Α.Ε., -επειδή υπάγεται στην κατηγορία των οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος-κάθε τροποποίηση του καταστατικού της προϋποθέτει έγκριση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, κατόπιν διεξαγωγής ενός τυπικού ελέγχου νομιμότητας. Μερική καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου επίσης απαγορεύεται στις εν λόγω εταιρείες. Η πρόσκληση για τη σύγκληση της Γ.Σ. των μετόχων της πρέπει να περιέχει πρόσθετες πληροφορίες, που τυγχάνουν δημοσιότητας υποχρεωτικά.
Η συγκεκριμένη Α.Ε. επιπλέον, είναι υποχρεωμένη να συντάσσει τις ετήσιες χρηματοοικονομικές της καταστάσεις, σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα του Κανονισμού 1606/2002 και οφείλει να εφαρμόζει τις αρχές της εταιρικής διακυβέρνησης, όπως αυτές καταγράφονται στις διατάξεις του νόμου 3016/2002 και να παράσχει στις αρμόδιες αρχές και το επενδυτικό κοινό πρόσθετη πληροφόρηση.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ – ΑΚΥΡΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΑΥΞΗΣΗ ΜΕΤΟΧΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΤΑΝ ΠΡΟΣΚΡΟΥΕΙ ΣΤΟ 281ΑΚ
Ακυρότητα μιας αποφάσεως γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρίας μπορεί να απορρέει και σε κάθε άλλη περίπτωση παραβιάσεως των ισχυουσών διατάξεων περί ανωνύμων εταιριών, αλλά και των κοινών διατάξεων, ήτοι σε κάθε περίπτωση αντιθέσεως της συγκεκριμένης αποφάσεως προς απαγορευτική διάταξη του παραπάνω νόμου ή προς αντίστοιχη απαγορευτική διάταξη του Αστικού Κώδικα, όπως η τοιαύτη του άρθρου 281, περί απαγορεύσεως της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, η ακυρότητα δε αυτή επέρχεται αυτοδίκαια και καθένας, που έχει έννομο συμφέρον, όπως ο μέτοχος της συγκεκριμένης ανώνυμης εταιρίας, δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ., να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας
Ειδικότερη μορφή ακυρότητας συντρέχει όταν οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως ανώνυμης εταιρίας λαμβάνονται από την πλειοψηφία κατά κατάχρηση δικαιώματος αυτής, δηλαδή κατά προφανή υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων, που διαγράφονται από την καλή πίστη, από τα χρηστά ήθη και οπό τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό, δεν υπαγορεύονται δε από το συμφέρον της εταιρίας, αλλά λαμβάνονται με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση των ατομικών συμφερόντων των μετόχων της πλειοψηφίας η τη βλάβη των μετόχων της μειοψηφίας.
Χαρακτηριστική περίπτωση καταχρήσεως δικαιώματος από την πλειοψηφία των μετόχων ανώνυμης εταιρίας είναι εκείνη, κατά την οποία αποφασίζεται η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, χωρίς η αύξηση αυτή να υπαγορεύεται από το συμφέρον της εταιρίας, αλλά με αποκλειστικό σκοπό να επέλθει βλάβη της μειοψηφίας δια της μεταβολής του συσχετισμού της ποσοστιαίας συμμετοχής της στο μετοχικό κεφάλαιο, ιδίως οσάκις συντρέχει αδυναμία της να συμμετάσχει στην αποφασισθείσα αύξηση του κεφαλαίου λόγω οικονομικής αδυναμίας ή για κάποιο άλλο λόγο. Αντιθέτως, όταν με την αποφασισθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου επέρχεται και η ωφέλεια της εταιρίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για κατάχρηση δικαιώματος της πλειοψηφίας κατά τη λήψη της σχετικής αποφάσεως, έστω και αν επέρχεται συγχρόνως ωφέλεια της πλειοψηφίας ή και βλάβη της μειοψηφίας των μετόχων.
Απαιτείται, δηλαδή, για να προσκρούει η περί αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων στη γενική απαγόρευση καταχρήσεως δικαιώματος κατ` άρθρο 281 του A.Κ., να συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις, ήτοι:
1) η εταιρία να μην έχει κάποια ειδικότερη και συγκεκριμένη ανάγκη για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της,
2) οι μέτοχοι της πλειοψηφίας να γνωρίζουν ότι οι αντίστοιχοι μέτοχοι της μειοψηφίας δεν είναι πράγματι σε θέση να συμμετάσχουν στη σχεδιαζόμενη αύξηση λόγω οικονομικής αδυναμίας και όχι λόγω απλής αντιθέσεώς τους στην αύξηση
3) αποκλειστική επιδίωξη και σκοπός της πλειοψηφίας να επιτύχει διά της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου την ενίσχυση της δικής της θέσεως και την αντίστοιχη αποδυνάμωση της θέσεως της μειοψηφίας με την αδυναμία της τελευταίας να ασκήσει το δικαίωμα προτιμήσεως στην αναλογική προς τη συμμετοχή της στο μετοχικό κεφάλαιο ανάληψη των νέων μετοχών.
Η κατά τα παραπάνω ακυρότητα των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως της ανώνυμης εταιρίας, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 35α παρ 2 του Ν. 2190/1920, να αντιταχθεί μετά την πάροδο διετούς αποσβεστικής προθεσμίας από την υποβολή στο Υπουργείο Εμπορίου του αντιγράφου των πρακτικών της γενικής συνελεύσεως κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση, μετά την πάροδο της οποίας (διετίας) επέρχεται ίαση της άκυρης απόφασης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Η ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΑΘΕΜΙΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ
Ένα από τα ισχυρότερα μέσα για την επικράτηση στην αγορά είναι αναμφίβολα η ευνοϊκή διαμόρφωση των τιμών. Η ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών αποτελεί τον πυρήνα του αθέμιτου ανταγωνισμού και ο κρατικός ή συμβατικός καθορισμός των τιμών δεν συνάδει με τις αρχές της ελεύθερης αγοράς. Η υποτίμηση δηλαδή με σκοπό την απόκτηση ανταγωνιστικού προβαδίσματος είναι κατ’ αρχήν νόμιμη μπορεί δε να καταστεί αθέμιτη με την συνδρομή αθέμιτων περιστατικών.
Πρέπει να αναφέρουμε σε πρώτη φάση, ότι η υποτίμηση δεν αποτελεί αθέμιτο τρόπο ανταγωνισμού, ακόμη και όταν οδηγεί στην δημιουργία «μονοπωλίου». Είναι δυνατό και νόμιμο δηλαδή, μία οικονομικά ισχυρή επιχείρηση (π.χ. μία αλυσίδα σουπερ μάρκετ), να μειώσει κατά πολύ τις τιμές της, «συρρικνώνοντας» τα λειτουργικά της έξοδα και πετυχαίνοντας ευνοϊκότερες τιμές από τους προμηθευτές. Αυτή η πρακτική, μπορεί να δημιουργεί μία άνιση μάχη μεταξύ των οικονομικά ισχυρών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, δεν γίνεται όμως κακόβουλα και, με πρόθεση παραγκωνισμού των τελευταίων, αλλά προς όφελος της αγοράς και, περισσότερο των καταναλωτών.
Σύμφωνα άλλωστε, με τις κρατούσες εμπορικές συνήθειες, χάριν εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, συμβαίνει συχνά στην πράξη να πωλούνται προϊόντα σε τιμές κάτω του κόστους λόγω μειωμένης ζήτησης ή, επειδή είναι εκτός εποχής ή μόδας.
Η υποτίμηση, από την άλλη, μπορεί να καταστεί αθέμιτη, όταν η επιχείρηση που προβαίνει σε αυτή αποσκοπεί στη ζημία ή χειρότερα, στην εκτόπιση ορισμένου/ορισμένων ανταγωνιστών, ώστε μόνο εκείνη να παραμείνει στην αγορά και στη συνέχεια, να ανεβάζει τις τιμές κατ’ αρέσκεια. Οι προθέσεις της επιχείρησης που διενεργεί την υποτίμηση είναι καθοριστικές και οπωσδήποτε καθίστανται αθέμιτες όταν, χωρίς προφανή εμπορικό λόγο (λ.χ. περίοδος των τακτικών-εποχιακών εκπτώσεων), πωλούνται προϊόντα σε τιμές κάτω του κόστους για ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα.
Επειδή ο σκοπός αφανισμού των ανταγωνιστών δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί στην πράξη, η υποτίμηση είναι ομοίως αθέμιτη και στην περίπτωση, που εξωθεί τις υπόλοιπες επιχειρήσεις να ακολουθήσουν την «ισχυρή», πωλώντας επίσης σε τιμές κάτω του κόστους τα προϊόντα τους, με κίνδυνο υποβάθμισης, αν όχι και καταστροφής του σχετικού επιχειρηματικού κλάδου.
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΥ ΣΗΜΕΡΑ
Το αντίθετο φαινόμενο της υποτίμησης, είναι ο πληθωρισμός- η αύξηση των τιμών-ο οποίος εκτινάχθηκε βάσει έγκυρων στοιχείων στο 10,7 % στην Ελλάδα και στο 8,1% στην ευρωζώνη. Τον τελευταίο καιρό, γίνεται πολύς λόγος για τα αίτια του πληθωρισμού, ένα δε εκ των σημαντικότερων είναι η αύξηση του κόστους ενέργειας η οποία βέβαια εξαρτάται άμεσα και από την υποτίμηση που υφίσταται το ευρωπαϊκό νόμισμα (ευρώ) έναντι του δολαρίου. Η υποτίμηση του νομίσματος οδηγεί με τη σειρά της σε ραγδαία αύξηση των τιμών του πετρελαίου και της βενζίνης.
Μία ακόμη αιτία, θα μπορούσε να αναζητηθεί στην τάση των επιχειρήσεων να αυξάνουν σημαντικά τις τιμές τους (τα ονομαζόμενα «markups»), προκειμένου να διατηρήσουν υψηλά περιθώρια κέρδους, σε μία συγκυρία όπου μπορούν και πρέπει να βρουν επαρκή ζήτηση. Σημειώνεται ενδεικτικά ότι στην Ελλάδα, τον Φεβρουάριου του 2022, καταγράφηκε σημαντική άνοδος στις τιμές παραγωγού, ύψους 21,9 % ενώ, σύμφωνα με μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδας, το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 45,8% τους πρώτους εννέα μήνες του 2021, έναντι της μείωσης- κατά 18,9% - που είχε παρατηρηθεί την αντίστοιχη περίοδο του 2020.
Το δύσκολο ζήτημα που μένει να αντιμετωπισθεί είναι η εύρεση των κατάλληλων μέτρων αντιπληθωριστικής πολιτικής.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΣΗΜΑ: ΕΝΝΟΙΑ – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΓΚΥΡΗΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ
Η σπουδαιότητα και πραγματική αξία των εμπορικών σημάτων, αναδεικνύεται καθημερινά στην πράξη μέσω της συχνότητας, με την οποία εξελίσσονται οι διαδικασίες κατοχύρωσης, μεταβίβασης και εκμετάλλευσης τους. Τι μπορεί να υπαχθεί όμως στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εμπορικού σήματος και κατά κύριο λόγο, μπορεί να μεταβιβαστεί το σήμα, και εάν ναι υπό ποιες προϋποθέσεις;
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2239/1994 «Περί σημάτων», με τον οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς την πρώτη Οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ της 21.12.1988 «Για την προσέγγιση των νομοθεσιών των Κρατών μελών περί σημάτων» (89/104/ΕΟΚ), σήμα θεωρείται κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, μπορούν δε να αποτελέσουν σήμα ιδίως οι λέξεις, τα ονόματα φυσικών ή νομικών προσώπων, τα ψευδώνυμα, οι απεικονίσεις, τα σχέδια, τα γράμματα, οι αριθμοί, οι ήχοι, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών φράσεων και το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 2, 6 και 14 του ιδίου ως άνω Νόμου προκύπτει ότι το δικαίωμα για αποκλειστική χρήση του σήματος παρέχεται από και μόνο με την καταχώρηση αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού, σε ειδικό βιβλίο σημάτων, που τηρείται στο Υπουργείο Εμπορίου, η καταχώρηση δε συνίσταται στη σημείωση της λέξης «κατεχωρήθη», όταν το σήμα γίνει δεκτό με αμετάκλητη απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Ως υπηρεσία νοείται η δραστηριότητα που ασκείται για λογαριασμό τρίτου και δεν οδηγεί στην παραγωγή ή κυκλοφορία προϊόντων. Οι υπηρεσίες, για να είναι ικανές να οδηγούν σε απόκτηση σήματος υπηρεσιών, πρέπει να αποτελούν δραστηριότητες αυτοτελείς και αυθύπαρκτες και να ασκούνται προς όφελος τρίτου. Τέτοιες είναι π.χ. οι υπηρεσίες που προσφέρουν τραπεζικές, ασφαλιστικές, μεταφορικές επιχειρήσεις (Β. Αντωνόπουλος, ό.π., σελ. 391 αριθ. 465).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Νόμου, η καταχώρηση του σήματος παρέχει στο δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ιδίως παρέχει το δικαίωμα της χρήσεως αυτού, το δικαίωμα να επιθέτει αυτό στα προϊόντα ή εμπορεύματα, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα.
Κατά το άρθρο 22 §§ 1-2 του Νόμου περί σημάτων, το δικαίωμα επί του σήματος είναι μεταβιβαστό εν ζωή και αιτία θανάτου, ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως, με τη μεταβίβαση δε επέρχεται ειδική διαδοχή ως προς τα δικαιώματα του σήματος. Η μεταβίβαση, δε, του σήματος προϋποθέτει αφ’ενός έγκυρη μεταβιβαστική δικαιοπραξία που μπορεί να είναι άτυπη και αφ’ετέρου καταχώρησή της στα βιβλία σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης. Χωρίς την καταχώρηση η μεταβίβαση δεν έχει ισχύ έναντι των τρίτων (άρθρο 22 § 3). Η κτήση του σήματος εκ μέρους του προς ον η μεταβίβαση επέρχεται από και με την κατάρτιση της μεταβιβαστικής συμβάσεως. Χωρίς ή πριν από την καταχώρηση, ούτε ο μεταβιβάζων - αφού από της συνάψεως της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας δεν είναι πλέον κύριος του σήματος - ούτε ο αποκτών νομιμοποιούνται ως ενάγοντες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων επί αγωγής με βάση τις περί σημάτων διατάξεις. Η άτυπη, όμως, μεταβίβαση του σήματος μπορεί να λειτουργήσει, κατά μετατροπή, ως μεταβίβαση διακριτικού γνωρίσματος του προϊόντος ή της υπηρεσίας, όπως αυτό χρησιμοποιείται στις συναλλαγές. Αλλά και η μεταβίβαση του διακριτικού γνωρίσματος προϊόντος ή υπηρεσίας συνεπάγεται την απώλεια του διακριτικού γνωρίσματος για τον μεταβιβάσαντα και την απόκτηση του από τον αποκτώντα ο οποίος και δικαιούται πλέον να το χρησιμοποιεί και να προστατεύεται έναντι των τρίτων που προσβάλλουν το δικαίωμα του αυτό βασικά από τις διατάξεις 1 και 13 του ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΣΕ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
Δεν είναι λίγες οι φορές που στο καταστατικό μίας ομόρρυθμης εταιρείας προβλέπεται πως, σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των ομόρρυθμων εταίρων, η εταιρεία θα συνεχίζεται μεταξύ των λοιπών εταίρων και των κληρονόμων του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση όπου έχουμε ανήλικο κληρονόμο, ιδίως ενόψει της ιδιότητας υπό την οποία θα συμμετέχει στην εταιρεία, καθώς και του βαθμού στον οποίο θα ευθύνεται για τα χρέη της.
Με την αποδοχή της κληρονομίας του θανόντος, είτε αυτή γίνει ρητά είτε σιωπηρά μέσω της μη έγκαιρης αποποίησής της, οι κληρονόμοι υπεισέρχονται στη θέση του κληρονομούμενου. Κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν πως και ο ανήλικος κληρονόμος θα έπρεπε να λαμβάνει θέση ομόρρυθμου εταίρου, κάτι που όμως προσκρούει στα εξής προβλήματα:
1) Αποκτά ο ανήλικος ως ομόρρυθμος εταίρος υποχρεωτικά και την εμπορική ιδιότητα, παρόλο που κάτι τέτοιο απαγορεύεται σε μη έχοντες πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα;
Όχι. Συγκεκριμένα, προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα αυτό, ο ανήλικος κληρονόμος κατά την κρατούσα άποψη λαμβάνει θέση ετερόρρυθμου εταίρου στην εταιρεία έως ότου ενηλικιωθεί, εφόσον ως τότε δεν έχει την ικανότητα απόκτησης της εμπορικής ιδιότητας. Ως εκ τούτου, επιλύεται με τον τρόπο αυτό το ανωτέρω πρόβλημα, καθώς ο ετερόρρυθμος εταίρος δεν είναι υποχρεωμένος να φέρει την εμπορική ιδιότητα.
Φυσικά, μέχρι την ενηλικίωσή του, τα απορρέοντα από την εταιρική του συμμετοχή δικαιώματα και η εν γένει διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ασκούνται από επίτροπο ή το πρόσωπο που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου.
2) Ευθύνεται ο ανήλικος ως ομόρρυθμος εταίρος προσωπικά και απεριόριστα για τα χρέη της εταιρείας;
Όχι. Εδώ θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των εταιρικών χρεών που προέκυψαν πριν και μετά τον θάνατο του κληρονομούμενου. Για τα προϋπάρχοντα του θανάτου χρέη, για τα οποία φυσικά ο κληρονομούμενος ευθυνόταν όσο ζούσε προσωπικά και απεριόριστα, γίνεται δεκτό ότι πράγματι ο ανήλικος θα ευθύνεται μόνο μέχρι το ενεργητικό της κληρονομίας για τυχόν χρέη της εταιρείας πριν τον θάνατο του κληρονόμου, καθώς τα χρέη αυτά θεωρούνται βάρη της κληρονομίας, την οποία ο ανήλικος αποδέχεται με το ευεργέτημα της απογραφής. Ισχύει, δηλαδή, για τα βάρη αυτά ό,τι και για κάθε άλλο χρέος της κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος.
Από την άλλη, για τα ανακύπτοντα μετά την κληρονομική διαδοχή χρέη, αν γίνει δεκτό ότι ο κληρονόμος λαμβάνει θέση ετερόρρυθμου εταίρου, η συνακόλουθη ευθύνη του θα είναι περιορισμένη και σε καμία περίπτωση προσωπική, δεδομένου ότι δεν θα επέχει πλέον θέση ομόρρυθμου εταίρου στην εταιρεία.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΙΚΗΣ ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ
ΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
Η αστική εταιρεία διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 741-783 του ΑΚ, ενώ αναλογικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις του ν. 4072/2012 περί ομόρρυθμων εταιρειών, εφόσον πρόκειται για αστική εταιρεία με νομική προσωπικότητα (άρθρο 784 ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 270 παρ.1 ν. 4072/2012). Πρόκειται για συμβατική ένωση δύο ή περισσότερων προσώπων (φυσικών ή νομικών) με ιδιότυπη αμφοτεροβαρή εταιρική σύμβαση διαρκείας, που προβλέπεται από τον ΑΚ ως εταιρεία με ή χωρίς νομική προσωπικότητα. Οι εταίροι επιδιώκουν σκοπό κοινό, ιδίως οικονομικό, με κοινή συμβολή μέσω της καταβολής εισφορών.
- I) Σύσταση
Εφόσον η εταιρεία επιδιώκει οικονομικό σκοπό, τότε για την κτήση νομικής προσωπικότητας απαιτείται η τήρηση του νομικού πλαισίου που διέπει τις ομόρρυθμες εταιρείες.
Α. Σύναψη (κατ’ αρχήν άτυπης) σύμβασης (άρθρο 741 ΑΚ) μεταξύ των εταίρων (τουλάχιστον δύο). Επί της ουσίας πρόκειται για το καταστατικό της υπό ίδρυση εταιρείας, το οποίο συντάσσεται με έγγραφο ιδιωτικό ή δημόσιο και υπογράφεται από τους ιδρυτές εταίρους. Στο περιεχόμενο της εν λόγω εταιρικής σύμβασης αναγράφονται μεταξύ άλλων, τα στοιχεία των εταίρων, η έδρα και η επωνυμία της εταιρείας, ο επιδιωκόμενος σκοπός (δύναται να είναι και εμπορικός), το εταιρικό κεφάλαιο και η συμμετοχή σε αυτό μέσω των εισφορών, η διάρκεια και ο εκπρόσωπος της εταιρείας.
Β. Καταχώριση (άρθρο 251 ν.4072/2012) της ιδρυτικής πράξης (εταιρικής σύμβασης) με τη σύμπραξη όλων των εταίρων ή κατ’ εξουσιοδότηση στο Γ.Ε.ΜΗ. Η πράξη αυτή έχει συστατικό χαρακτήρα για τη δημιουργία του νομικού προσώπου.
- II) Διαχείριση- Εκπροσώπηση
Η διαχείριση αναφέρεται στον διακανονισμό των εσωτερικών υποθέσεων της εταιρείας, ενώ ή εκπροσώπηση αφορά στη ρύθμιση των εξωτερικών της σχέσεων.
Διαχειριστής-εκπρόσωπος είναι υποχρεωτικά εταίρος, όχι τρίτος (άρθρο 254 παρ.1 ν. 4072/2012). Στην αστική εταιρεία χωρίς νομική προσωπικότητα υπάρχει εσωτερική διαχείριση και αντιπροσώπευση (όχι εκπροσώπηση) των εταίρων στις σχέσεις με τρίτους (διατάξεις περί εντολής, άρθρα 754, 714 επ. 229 ΑΚ). Αν η αστική εταιρεία έχει νομική προσωπικότητα υπάρχει εταίρος διαχειριστής- εκπρόσωπος.
Εκ του νόμου η διαχείριση εκπροσώπηση στις αστικές εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα είναι συλλογική (άρθρο 748 ΑΚ) και οι εταίροι αποφασίζουν ομόφωνα και όλοι μαζί συναλλάσσονται με τρίτους δεσμεύοντας την εταιρεία. Αντίθετα είναι ατομική (άρθρο 270 παρ. 1 συνδ. 254 παρ. 2, ν. 4072/2012) στην έχουσα νομική προσωπικότητα εταιρεία, δηλαδή κάθε εταίρος αποφασίζει μόνος του μια πράξη και την εκτελεί δεσμεύοντας την εταιρεία.
Δυνατόν είναι το θέμα της διαχείρισης-εκπροσώπησης να ρυθμίζεται καταστατικά. Υπάρχει το μοντέλο της ατομικής (άρθρο 750 ΑΚ), της κατά πλειοψηφίας (άρθρο 748 παρ. 2 ΑΚ) και της κατ’ εξουσιοδότησης διαχείρισης-εκπροσώπησης (άρθρο 749 ΑΚ).
Δικαίωμα εναντίωσης του εταίρου (άρθρο 750 ΑΚ), είναι το από το καταστατικό προβλεπόμενο δικαίωμα να περιορίσει τη διαχειριστική εξουσία άλλου διαχειριστή εταίρου πριν την επιχείρηση πράξης με τρίτο (αρ. 254 παρ. 2 συνδ. αρ. 257 παρ.3). Στην χωρίς νομική προσωπικότητα εταιρεία η κοινοποίηση της εναντίωσης στον τρίτο καθιστά μη δεσμευτική την επιχειρούμενη από τρίτο εταίρο πράξη (άρθρο 750 παρ. 2 ΑΚ)
III) Κέρδη και ζημίες
Οι εταίροι της αστικής εταιρείας χωρίς νομική προσωπικότητα ευθύνονται ευθέως και προσωπικά έναντι των τρίτων δανειστών για εταιρικά χρέη κατά την αναλογία του εταιρικού τους μεριδίου (αρ. 759 ΑΚ). Αντίθετα αν υπάρχει νομική προσωπικότητα, ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (άρθρα 70-71) και παράλληλα οι εταίροι συνευθύνονται ατομικά και απεριόριστα εις ολόκληρον (270 παρ. 1, 249 παρ. 1 ν. 4072/2012).
Στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης συντάσσεται ισολογισμός στον οποίο εμφαίνονται τα κέρδη και οι ζημιές της εταιρείας. Τα κέρδη διανέμονται βάσει του ποσοστού εισφοράς των εταίρων. Οι εισφορές δεν είναι απαραίτητο να είναι χρηματικές αλλά μπορεί να συνίσταται και σε εισφορές είδους όπως παροχή χώρου στέγασης της έδρας ή και προσωπική εργασία για την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας.
- IV) Συμμετοχή στην Αστική Εταιρεία
Απαγορεύεται η αλλαγή του αριθμού των εταίρων ή των προσώπων των εταίρων, διότι διαφορετικά επέρχεται ουσιώδης αλλοίωση της αρχικής εταιρικής σύμβασης. Για το λόγο αυτό για να γίνουν δεκτές οι αλλαγές αυτές πρέπει να επιτρέπονται ρητά από την εταιρική σύμβαση ή αυτή να τροποποιείται ομόφωνα (άρθρο 253 παρ. 1 ν. 4072/2012).
Η είσοδος νέου εταίρου μπορεί να γίνει επομένως αν το προβλέπει η εταιρική σύμβαση ή κατόπιν ομόφωνης τροποποίησης του καταστατικού της, με σύμβαση των παλαιών και του νέου και ταυτόχρονη καταβολή (741 ΑΚ) εισφοράς από το νέο εταίρο.
Στην χωρίς νομική προσωπικότητα αστική εταιρεία δεν προβλέπεται δικαίωμα εξόδου. Αντίθετα στην έχουσα η έξοδος είναι δυνατή για προσωπικούς λόγους σύμφωνα με το άρθρο 260 παρ. 1 ν. 4072/2012 (θάνατος, πτώχευση, δικαστική συμπαράσταση, συνταξιοδότηση). Έξοδος επιτρέπεται και διαμέσου δηλώσεως (άρθρο 261 παρ. 2 ν. 4072/2012), με επιστροφή της αξίας της εταιρικής συμμετοχής.
Η εταιρική ιδιότητα μεταβιβάζεται αν προβλέπεται στο καταστατικό με σύμβαση εν ζωή ή αιτία θανάτου.
ΣΩΜΑΤΕΙΟ
Σωματείο είναι η ένωση πολλών (τουλάχιστον 20, άρθρο 78 ΑΚ) φυσικών είτε νομικών προσώπων που επιδιώκουν σκοπό ιδανικό και πάντως σε καμία περίπτωση κερδοσκοπικό, έχει δε νομική προσωπικότητα. Το ότι το σωματείο κατά βάση έχει ιδεολογικό σκοπό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να έχει οικονομική δραστηριότητα. Δυνατόν λοιπόν να υπάρχει και σωματείο με οικονομικό σκοπό.
- I) Σύσταση
Α. Για την σύσταση του σωματείου απαιτείται η σύνταξη πρακτικού ιδρύσεως (πρόκειται για το καταστατικό του σωματείου, άρθρο 80 ΑΚ). Η συστατική αυτή πράξη πρέπει να είναι έγγραφη και να φέρει ιδιόχειρη την υπογραφή του εκδότη. Περιεχόμενο απαραίτητο του πρακτικού είναι η αναγραφή του τόπου που έγινε η σύσκεψη για τη σύνταξή του, της απόφασης που έλαβαν τα μέλη για την ίδρυσή του σωματείου, των βασικών όρων αυτού (όπως έδρα, επωνυμία, νομική μορφή).
Β. Έκδοση δικαστικής διαταγής (άρθρο 81 ΑΚ) κατόπιν υποβολής αιτήσεως (άρθρο 79 ΑΚ) εγγραφής του σωματείου στο ειδικό βιβλίο, η οποία και εγκρίνει την ίδρυση του σωματείου μετά από έλεγχο νομιμότητας της μέχρι τούδε διαδικασίας και κυρίως του κατατεθέντος καταστατικού.
Γ. Εγγραφή στο βιβλίο σωματείων του Πρωτοδικείου της έδρας του οπότε το σωματείο αποκτά προσωπικότητα (άρθρο 83 ΑΚ).
ΙΙ) Διαχείριση- Διοίκηση
Το σωματείο διοικείται (άρθρο 92 ΑΚ) από τα μέλη του (τα οποία έχουν ίσα δικαιώματα, άρθρο 89 ΑΚ), μέσω της συμμετοχής τους στο Διοικητικό Συμβούλιο υπό τους όρους που θέτει το καταστατικό. Για την ανάδειξη μελών του ΔΣ είναι δυνατή η διενέργεια εκλογών στη Γενική Συνέλευση (άρθρο 93 ΑΚ). Η ιδιότητα του μέλους δεν είναι προαπαιτούμενο για την υποβολή υποψηφιότητας. Το ΔΣ εκπροσωπεί το σωματείο από τη στιγμή που συγκροτηθεί σε σώμα, ενώ την ίδια στιγμή γίνεται και η κατανομή αξιωμάτων (κυρίως προέδρου, γενικού γραμματέα, ταμία).
Ανώτερο όργανο από το ΔΣ είναι η Γενική Συνέλευση (άρθρο 94 ΑΚ) στην οποία έχουν δικαίωμα συμμετοχής όλα τα μέλη του σωματείου. Έχει το τεκμήριο αρμοδιότητας για τις πράξεις που δεν είναι υπεύθυνο το ΔΣ, ενώ διατηρεί αποκλειστικότητα σε μια σειρά από αρμοδιότητες, οι κυριότερες εκ των οποίων είναι η εκλογή του ΔΣ μέσω ψηφοφορίας, η αποβολή μέλους, η έκκριση ισολογισμού κλπ.
Το νομικό πρόσωπο του σωματείου ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν (άρθρο 70 και 71 ΑΚ).
III) Ζητήματα εισόδου-εξόδου μελών
Εκ του νόμου η είσοδος νέων μελών στο σωματείο είναι ελεύθερη (άρθρο 86 ΑΚ), υπό τις προϋποθέσεις που θέτει το καταστατικό, δίχως όμως να είναι παράνομη η θέσπιση ανώτατου ορίου μελών (ενδοτικό δίκαιο). Αντίθετα το δικαίωμα εξόδου από το σωματείο ασκείται ελεύθερα και μάλιστα περιβάλλεται με ισχύ αναγκαστικού δικαίου (άρθρο 87 ΑΚ) συνεπώς δεν νοείται στην περίπτωση αυτή οποιοσδήποτε περιορισμός του που θα ανάγκαζε σε παραμονή μέλη σωματείου που επιθυμούν να αποχωρήσουν. Προβλέπεται υποχρέωση γνωστοποίησης 3 μηνών τουλάχιστον πριν την έξοδο.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΜΚΟ (ΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ) – ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ
Οι MΚΟ ορίζονται από την Παγκόσμια Τράπεζα ως «ιδιωτικοί οργανισμοί που ασκούν δραστηριότητα για να απαλύνουν τον πόνο, να προωθήσουν τα συμφέροντα των φτωχών, την προστασία του περιβάλλοντος, την παροχή βασικών κοινωνικών υπηρεσιών, ή αναλαμβάνουν την ανάπτυξη της κοινότητας»
Στην πράξη η ΜΚΟ, είναι μια μη κερδοσκοπική (από την φύση της), μη κυβερνητική οργάνωση. Οι εισφορές των εταίρων μπορούν να συνίστανται στην εργασία τους, σε χρήματα, μόνον όμως για την επίτευξη των σκοπών της εταιρίας και τη λειτουργία αυτής, όχι για κερδοσκοπικούς σκοπούς, άλλα αντικείμενα ή σε κάθε άλλη παροχή. Τυχόν κέρδη που επιφέρει, δεν μοιράζονται στους ιδρυτές ή στα μέλη της, αλλά χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των στόχων της.
- ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΜΚΟ
Για την ίδρυση ΜΚΟ, πρέπει να συμπράξουν τουλάχιστον δύο συμβαλλόμενοι, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να επιδιώκουν αμοιβαία κοινό σκοπό. Τα ιδρυτικά μέλη της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος ηλικίας τους σύμφωνα με το άρθρο 127 του ΑΚ. Συμμετοχή ανηλίκου στην ίδρυση αστικής εταιρίας επιτρέπεται μόνο κατόπιν δικαστικής άδειας.
Η διοίκηση της εταιρίας ανήκει σε όλους μαζί τους εταίρους, εκτός αν συμφωνηθεί η ύπαρξη διοίκησης (Πρόεδρος, Γραμματέας, Ταμίας) για την ευκολότερη εκπροσώπησή της και την ευελιξία της λειτουργίας της.
Αν η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ανατέθηκε σε έναν ή σε μερικούς εταίρους, οι υπόλοιποι αποκλείονται από τη διαχείριση, αλλά έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση επί των πεπραγμένων και των αποφάσεων, ανάλογα και των δικαιωμάτων τους, κατά το καταστατικό τους.
Το καταστατικό αποτελεί το έγγραφο σύστασης της εταιρίας και προδιαγράφει όλα τα βασικά θέματα που αφορούν στην έδρα, στις σχέσεις των εταίρων, στον ορισμό του διαχειριστή στη διάρκεια ζωής της εταιρίας και στη διάλυσή της. Το καταστατικό υπογράφεται από όλους τους εταίρους στο πίσω φύλλο κάθε σελίδας. Δε χρειάζεται να συνταχθεί από συμβολαιογράφο ή να υπογραφεί από αυτόν.
Στη συνέχεια απευθυνόμαστε σε ένα λογιστή για περαιτέρω ενέργειες που απαιτούνται στη Δ.Ο.Υ. της έδρας της εταιρίας και για μία σειρά ενεργειών για την τελική διαδικασία σύστασης αυτής (δημοσιεύσεις της ίδρυσής της – ιδιωτικού συμφωνητικού), την λειτουργία της, έναρξη εργασιών στη Δ.Ο.Υ. έδρας της, με τις απαραίτητες ενέργειες που κάθε φορά θα ισχύουν και απαιτούνται.
- ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ «ΜΗΤΡΩΟ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΞΕΝΩΝ ΜΚΟ»
Απαραίτητη προυπόθεση για την ίδρυση ΜΚΟ, είναι η εγγραφή της στο μητρώο ελληνικών και ξένων ΜΚΟ. Η υλοποίηση της παραπάνω διαδικασίας γίνεται ως εξής:
- Οι φορείς που επιθυμούν να προχωρήσουν στην ίδρυση ΜΚΟ και να εγγραφούν στο «Μητρώο Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ)», οφείλουν να υποβάλουν ηλεκτρονικά αίτηση εγγραφής μέσω της σχετικής διαδικτυακής εφαρμογής του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου “ngo.migration.gov.gr”, συμπληρώνοντας υποχρεωτικά όλα τα πεδία της εφαρμογής και υποβάλλοντας ηλεκτρονικά τα στοιχεία και δικαιολογητικά που αναφέρονται στο άρθρο 2 της παρούσας. Όλα τα αλλοδαπά έγγραφα απαιτείται να είναι επικυρωμένα και μεταφρασμένα σύμφωνα με την κείμενη ελληνική, ισχύουσα, νομοθεσία.
- Εντός χρονικού διαστήματος τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης και πλήρους φακέλου για την ίδρυση ΜΚΟ, εξετάζονται τα δικαιολογητικά που προβλέπονται στο άρθρο 2 της παρούσας. Σε περίπτωση που διαπιστωθούν ελλείψεις στα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ο αιτών φορέας ενημερώνεται εγγράφως, ώστε να προβεί εντός διαστήματος δεκαπέντε (15) ημερών στην κατάθεση των συμπληρωματικών εγγράφων, ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, απορρίπτεται η αίτηση εγγραφής του φορέα στο Μητρώο.
- Εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις εγγραφής και κατόπιν σχετικής εισήγησης της αρμόδιας υπηρεσίας, ο αιτών φορέας δύναται να εγγραφεί στο Μητρώο, με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα Συντονισμού Εμπλεκομένων Φορέων του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.
- Ο Ειδικός Γραμματέας Συντονισμού Εμπλεκομένων Φορέων διατηρεί σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα επαλήθευσης των υποβληθέντων στοιχείων με όλες τις αρμόδιες κρατικές αρχές καθώς και το δικαίωμα, κατά τη συνεκτίμηση όλων των ανωτέρω σε συνδυασμό με στοιχεία που αφορούν τη δράση των υπό ένταξη φορέων και κατά την διακριτική του ευχέρεια, να απορρίψει την αίτηση εγγραφής του φορέα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Ο ΝΕΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ
Ο νέος αναπτυξιακός νόμος (ν. 4887/2022), που πρόκειται να ισχύσει από τον Ιανουάριο του 2023, αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την ίδρυση, την επέκταση και την διαφοροποίηση της παραγωγής των επιχειρήσεων. Θα επιτρέψει στην ουσία στους επιχειρηματίες να αναπτύξουν την δραστηριότητά τους μέσω σύγχρονων μορφών επενδύσεων.
Στο πρόγραμμα του αναπτυξιακού νόμου δικαιούνται να υπαχθούν καταρχάς, πολλές διαφορετικές επιχειρήσεις και συγκεκριμένα οι εμπορικές εταιρείες, εταιρείες υπό συγχώνευση ή υπό ίδρυση, οι συνεταιρισμοί, οι Κοινοπραξίες (εφόσον είναι καταχωρημένες στο Γ.Ε.ΜΗ.) και υπό κάποιες προϋποθέσεις οι δημόσιες και δημοτικές επιχειρήσεις μαζί με τις θυγατρικές τους.
Περαιτέρω, οι αιτήσεις για την υπαγωγή μίας επιχείρησης στο καθεστώς του νέου αναπτυξιακού νόμου, οι οποίες οφείλουν να υποβληθούν έως τις 31 Οκτωβρίου 2022, πρέπει να αφορούν οπωσδήποτε σε ένα από τα παρακάτω:
- Δημιουργία νέας μονάδας (προφανώς με σκοπό ενίσχυσης των νέων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε κλάδους της πρωτογενούς παραγωγής, στον ψηφιακό μετασχηματισμό κ.α., ενώ περιλαμβάνεται και η κάλυψη δαπανών για τις τυχόν απαιτούμενες ερευνητικές δραστηριότητες)
- Επέκταση της δυναμικότητας υφιστάμενης μονάδας-επιχείρησης (αυτό θα πρέπει να πιστοποιείται από ειδικότερα επίσημα στοιχεία).
- Διαφοροποίηση παραγωγής μονάδας σε προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν έχουν παραχθεί προηγουμένως από την ίδια μονάδα.
- Θεμελιώδη αλλαγή του συνόλου της παραγωγικής διαδικασίας υφιστάμενης μονάδας-επιχείρησης (λ.χ. με σκοπό την ενίσχυση επενδυτικών σχεδίων που αφορούν δραστηριότητες κυκλικής οικονομίας και βιώσιμης ανάπτυξης).
- Απόκτηση του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού από επιχειρηματική εγκατάσταση που έχει κλείσει και η αγορά γίνεται από επενδυτή που δε συσχετίζεται με τον πωλητή.
Για να ενταχθεί μια εταιρεία στο θεσμικό πλαισίου του νέου νόμου, επιπλέον, είναι απαραίτητο να μην έχει ξεκινήσει πριν υποβάλει την σχετική Αίτηση, το επιδοτούμενο έργο (αγορά μηχανημάτων, πληρωμή προκαταβολών κλπ).
Τα ποσοστά επιδότησης που πρόκειται να δοθούν δυνάμει του νέου νόμου (ενίσχυση με επιχορήγηση χρημάτων, φορολογική απαλλαγή), κυμαίνονται αναλόγως το μέγεθος της επιχείρησης και αναλόγως την Περιφέρεια στην οποία θα υλοποιηθεί το επενδυτικό σχέδιο. Τα επενδυτικά έργα ξεκινάνε από ελάχιστο ποσό των 100.000 € (εκτός από Συνεταιρισμούς, Κοινωνικές Συνεταιριστικές επιχειρήσεις κ.α. όπου το ελάχιστο είναι 50.000€).
ΛΗΨΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
Τα ποσοστά επιχορήγησης που θα χορηγηθούν δυνάμει του νέου νόμου, ακολουθούν τον «Νέο Χάρτη Ενισχύσεων» (με διάρκεια ισχύος από το 2022 ως το 2027), ο οποίος επικεντρώνεται στην παροχή τεσσάρων κινήτρων τα οποία είναι: η φορολογική απαλλαγή, η επιχορήγηση, η επιδότηση χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) και η επιδότηση κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης.
Στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις παρέχονται όλα τα είδη των ενισχύσεων, περιλαμβανομένης και της επιχορήγησης, ενώ στις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις παρέχονται τα κίνητρα της φορολογικής απαλλαγής, της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης και της επιδότησης του μισθολογικού κόστους (πλην επιχορήγησης). Οι μικρές επιχειρήσεις λαμβάνουν το 80% της ενίσχυσης όταν πρόκειται για επιχορήγηση, πλην ορισμένων "ειδικών κατηγοριών" όπου λαμβάνουν το 100% της ενίσχυσης του παραπάνω χάρτη. Σε περίπτωση που αντί για επιχορήγηση, ζητηθεί φορολογική απαλλαγή, τότε λαμβάνουν το 100% της ενίσχυσης.
Οι μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις λαμβάνουν το 80% της ενίσχυσης όταν πρόκειται για φοροαπαλλαγή, πλην ορισμένων "ειδικών κατηγοριών" όπου λαμβάνουν το 100% της ενίσχυσης. Δεν προβλέπεται γι’ αυτές ενίσχυση με τη μορφή επιχορήγησης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ ΜΕΛΩΝ ΔΣ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ
Το άρθρο 177 του ν. 4548/2018 περί (ποινικών) «παραβάσεων μελών διοικητικού συμβουλίου», αποσκοπεί μεταξύ άλλων στην διαφύλαξη του εταιρικού κεφαλαίου και των συμφερόντων των πιστωτών.
Η εν θέματι διάταξη τυποποιεί ως αξιόποινες πέντε διαφορετικές συμπεριφορές με κοινό συνεκτικό στοιχείο την ιδιότητα του δράστη: οποιοδήποτε (ακόμα και μη εκτελεστικό) μέλος διοικητικού συμβουλίου, οι οποίες συμπεριφορές κατηγοριοποιούνται στις παρακάτω δύο ενότητες:
1) Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει: (α) την πρωτογενή υποχρέωση σύνταξης και έγκρισης ουσιωδώς ακριβών, μη παραπλανητικών και κατά νόμο, ως προς το περιεχόμενό τους, χρηματοοικονομικών ή ενοποιημένων καταστάσεων της εταιρείας, εκθέσεων διαχείρισης (οι οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις) και κάθε άλλης υποχρεωτικής από τον νόμο ετήσιας έκθεσης, και (β) τη δευτερογενή απαγόρευση διανομής κερδών ή άλλων ωφελημάτων σε μετόχους της εταιρείας ή τρίτο πρόσωπο, στις περιπτώσεις που δεν τηρείται το πρωτογενές (υπό α) καθήκον αληθολογίας, ακρίβειας και συμμόρφωσης προς τον νόμο, πολλώ δε μάλλον όταν δεν έχουν συνταχθεί οι εν λόγω καταστάσεις κ.λπ.
2) Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει: (α) την απαγόρευση της εν γνώσει εξαγοράς εξαγοράσιμων μετοχών ή πρόκλησης απόκτησης από την εταιρεία ιδίων μετοχών της ή τίτλων κτήσης μετοχών της ή μετοχών της μητρικής της ή τίτλων κτήσης μετοχών της μητρικής της, κατά παράβαση του νόμου αλλά και (β) την απαγόρευση χορήγησης προκαταβολής, δανείου ή εγγύησης είτε επιβαρύνοντας την εταιρεία, με σκοπό να αποκτήσει τρίτος μετοχές αυτής, είτε επιβαρύνοντας θυγατρική της, με σκοπό να αποκτήσει τρίτος μετοχές της μητρικής της, κατά παράβαση του νόμου.
Οποιοδήποτε μέλος του ΔΣ υποπέσει σε κάποια από τις ανωτέρω παραβάσεις (είτε της πρώτης είτε της δεύτερης ενότητας) τιμωρείται με φυλάκιση έως πέντε (5) έτη και με χρηματική ποινή από 10.000 μέχρι 100.000 ευρώ.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ
Σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ: «απόφαση της Συνέλευσης είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο Νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το Δικαστήριο, ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται μετά την πάροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης. Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων». Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης Σωματείου, καθώς και οι αποφάσεις των άλλων οργάνων του (Διοικητικού Συμβουλίου και Εφορευτικής Επιτροπής), εφόσον αντιβαίνουν στο Νόμο ή το καταστατικό, είναι άκυρες, η δε ακυρότητά τους αυτή, ένεκα γενικότερων λόγων δημόσιας τάξεως και ασφαλείας των συναλλαγών, απαιτείται απαραιτήτως να κηρυχθεί από το Δικαστήριο κατόπιν έγερσης σχετικής αγωγής. Αναφύεται, ωστόσο, εν προκειμένω το εύλογο και κρίσιμο ερώτημα, εάν δηλαδή η παραβίαση μιας διάταξης Νόμου ή του καταστατικού αρκεί από μόνη της για την πρόκληση της ακυρότητας ή εάν απαιτείται και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του Νόμου ή του καταστατικού και της ληφθείσας απόφασης.
Η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα εντοπίζεται μέσω της Νομολογίας των Δικαστηρίων της Χώρας, στο πλαίσιο της οποίας γίνεται δεκτό ότι για τη θεμελίωση του ακυρώσιμου της ληφθείσας απόφασης δεν αρκεί οποιαδήποτε παράβαση του Νόμου ή του καταστατικού, αλλά εξετάζεται αν η συγκεκριμένη παράβαση άσκησε επιρροή στη λήψη της απόφασης και ιδιαίτερα στη διαμόρφωση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας. Η αποδοχή, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση ακυροτήτων ανεξαρτήτως αιτιώδους συνάφειας θα αποτελούσε αφόρητη τυπολατρία και δεν θα εξυπηρετούσε τα αληθινά συμφέροντα τόσο των μελών όσο και του σωματείου, θα έθετε δε τη λήψη των αποφάσεων υπό τον συνεχή κίνδυνο ανατροπής τους με δικαστική απόφαση.
Ενόψει των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι μόνο όταν παραβιάζονται κανόνες προβλεπόμενοι από το Νόμο ή το καταστατικό, που εξασφαλίζουν τη νομιμότητα κατά τη θεσμική λειτουργία του συγκεκριμένου οργάνου του σωματείου (π.χ. παράβαση διάταξης σχετικά με τη μυστικότητα ψηφοφορίας, άσκηση εξουσιών από πρόσωπα άλλα από εκείνα που ορίζει ο Νόμος ή το καταστατικό κ.λπ.), δεν αναζητείται η αιτιώδης συνάφεια της παράβασης με την απόφαση που ελήφθη και το κατά πόσο η παράβαση αυτή την επηρέασε (κάτι άλλωστε δυσχερές), διότι οι κανόνες αυτοί έχουν θεσπισθεί για να προστατεύουν τα δικαιώματα τόσο της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας των μελών του σωματείου.
Αντιθέτως, στις λοιπές περιπτώσεις παραβάσεων του Νόμου ή του καταστατικού Σωματείου (π.χ. ανεπίτρεπτη συμμετοχή στην ψηφοφορία προσώπων, ανεπίτρεπτος αποκλεισμός από αυτήν προσώπων, μη καταχώρηση ενστάσεως από την εφορευτική επιτροπή κ.λπ.), προσαπαιτείται η παράβαση να επέδρασε αιτιωδώς στο αποτέλεσμα της ληφθείσας απόφασης. Εξάλλου, κατά τη μάλλον κρατούσα στη Νομολογία άποψη, στοιχείο της ιστορικής βάσης της ακυρωτικής αγωγής του άρθρου 101 ΑΚ αποτελεί, μεταξύ άλλων, η συνδρομή της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβάσεως του Νόμου ή του καταστατικού και της απόφασης που ελήφθη από τα όργανα του Σωματείου (ή του Συνεταιρισμού), την οποία πρέπει να επικαλεσθεί ο ενάγων, διαφορετικά η αγωγή του τυγχάνει απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η αντίθετη εκδοχή ότι το εναγόμενο Σωματείο (Συνεταιρισμός) πρέπει να επικαλεσθεί, υπό τη μορφή ενστάσεως, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, διότι διαφορετικά επιβαρύνεται αδικαιολόγητα η θέση του ενάγοντος, δε φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στον Νόμο, όπου στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ νομίμου λόγω ευθύνης και αποτελέσματος αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
