ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΜΕ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ
Σήμερα, η συγχώνευση, η διάσπαση και η μετατροπή εταιρειών είναι ιδιαίτερα συνήθεις στην πράξη και αποκαλούνται «εταιρικοί μετασχηματισμοί». Σκοπός αυτών, μπορεί να είναι είτε η εξυγίανση της επιχείρησης και η αντιμετώπιση κρίσιμων οικονομικών προβλημάτων είτε η αναδιάρθρωση της επιχείρησης ώστε να καταστεί πιο ανταγωνιστική. Η περίπτωση της συγχώνευσης, στην οποία υπόκεινται όλες σχεδόν οι εταιρικές μορφές, πραγματοποιείται μέσω σύστασης νέας εταιρείας ή, μέσω της απορρόφησης.
Απορρόφηση είναι η πράξη μέσω της οποίας περισσότερες εταιρείες, που ονομάζονται απορροφώμενες, μεταβιβάζουν σε μια άλλη εταιρεία το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεών τους, αφού οι απορροφώμενες εταιρείες έχουν λυθεί, χωρίς όμως να τεθούν στην διαδικασία της εκκαθάρισης.
Σημαντικό στοιχείο είναι ότι στους μετόχους ή στους εταίρους των απορροφώμενων εταιρειών διατίθενται εταιρικές συμμετοχές (ή, αλλιώς μερίδια της απορροφώσας εταιρείας), ενδεχομένως με απευθείας καταβολή χρημάτων, για ποσό όμως που δεν πρέπει να υπερβαίνει το 10% της ονομαστικής αξίας των διατιθέμενων εταιρικών συμμετοχών. Σημειώνουμε δε, ότι σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, η ονομαστική αξία προσδιορίζεται το λιγότερο στο ποσό των 4 λεπτών του ευρώ και, το περισσότερο στο ποσό των 100 ευρώ και πρέπει να είναι η ίδια για όλες τις μετοχές.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Η διαδικασία συγχώνευσης έχει πολλά διαφορετικά στάδια. Πρέπει αρχικά να συνταχθεί σχέδιο συγχώνευσης από το Διοικητικό Συμβούλιο ή από τους διαχειριστές της εταιρείας στο οποίο να αναφέρονται οι εταιρείες που μετέχουν στην συγχώνευση, τα πλεονεκτήματα που παρέχονται στους μετόχους/εταίρους των απορροφώμενων εταιρειών, η προτεινόμενη σχέση ανταλλαγής εταιρικών συμμετοχών κ.α. Το σχέδιο συγχώνευσης πρέπει οπωσδήποτε να καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ. για κάθε μία από τις εταιρείες που πρόκειται να απορροφηθούν.
Έπειτα, το Διοικητικό Συμβούλιο ή οι διαχειριστές της εταιρείας συντάσσουν δεύτερο κείμενο, μία Έκθεση- Ενημέρωση, στην οποία αιτιολογείται το σχέδιο συγχώνευσης αλλά και η σχέση ανταλλαγής μεταξύ των εταιρικών συμμετοχών στις απορροφώμενες εταιρείες προς τις εταιρικές συμμετοχές στην απορροφώσα εταιρεία. Σε τρίτο στάδιο, ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες, συνήθως ορκωτοί λογιστές, εξετάζουν το σχέδιο της σύμβασης συγχώνευσης, συντάσσουν και εκείνοι γραπτή έκθεση με παρατηρήσεις- η οποία δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ.- και την απευθύνουν στη συνέλευση ή στους εταίρους της εταιρείας.
Για να εγκριθεί τέλος η συγχώνευση, απαιτείται η λήψη απόφασης που να εγκρίνει το σχέδιο συγχώνευσης με αυξημένη πλειοψηφία ή όπως ορίζει το καταστατικό κάθε εταιρείας. Η απόφαση λαμβάνεται είτε από τη Γενική Συνέλευση ως ανώτατο όργανο, είτε από τους εταίρους της εταιρείας και μόλις εκδοθεί, οι εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποι των απορροφώμενων εταιρειών συντάσσουν υπό τον τύπο ιδιωτικού εγγράφου, την σύμβαση συγχώνευσης, βασισμένη στο σχέδιο και την δημοσιεύουν στο Γ.Ε.ΜΗ.
ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗΣ
Από την ημερομηνία κατά την οποία καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ. η σύμβαση συγχώνευσης:
- η απορροφώσα εταιρεία καθίσταται «καθολική» διάδοχος όλων των απορροφώμενων εταιρειών που συγχωνεύτηκαν, δηλαδή ως προς το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των εννόμων σχέσεων που ανήκαν στις εταιρείες που συγχωνεύτηκαν.
- Οι μέτοχοι ή οι εταίροι των απορροφώμενων εταιρειών καθίστανται μέτοχοι της απορροφώσας εταιρείας.
- Οι απορροφώμενες εταιρείες παύουν οριστικά να υπάρχουν.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΥΘΥΝΗ ΕΚΠΡΟΣΩΠΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΧΡΕΩΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ
Η μελέτη του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, καθώς και της σχέσης του με τα λοιπά φορολογικά αδικήματα περιλαμβάνει τρεις βασικές μορφές εκδήλωσής: τη φοροαποφυγή, τη φοροδιαφυγή και την φοροϋπερημερία. Το έγκλημα μπορεί να διαπράξει μόνον εκείνος που υποχρεούται να καταβάλει τα βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη, δηλαδή ο «πρωτοφειλέτης», αλλά και ο εγγυητής ή συνυπόχρεος καταβολής του χρέους.
Μπορεί, στην ελληνική έννομη τάξη να αποκλείεται η ποινική ευθύνη των νομικών προσώπων, αυτό όμως δεν σημαίνει πως αποκλείεται και τυχόν ποινική ευθύνη των νομίμων εκπροσώπων των νομικών προσώπων, για εγκλήματα που έχουν τελεστεί στο πλαίσιο της λειτουργίας του νομικού προσώπου. Σε αυτό το πλαίσιο, στην ο νομοθέτης με τον νόμο 1882/1990, προσδιορίζει τα πρόσωπα εκείνα, που ευθύνονται ως αυτουργοί μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, επειδή κατέχουν ορισμένες ιδιότητες που τους συνδέουν με νομικά πρόσωπα ή και ενώσεις προσώπων στερούμενες νομικής προσωπικότητα. Και μάλιστα, εν προκειμένω ο νομοθέτης δεν καθιστά ποινικά υπεύθυνους μόνο τους νόμιμους εκπροσώπους, κατά τη συνήθη έννοια του όρου, αλλά και άλλα φυσικά πρόσωπα, όπως π.χ. γραμματείς ή ταμίες και άλλους.
- Προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες:
Ευθύνονται διευθύνοντες, ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι ή διοικητές ή γενικοί διευθυντές αυτών ή κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε αμέσως, είτε εμμέσως, είτε από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση στη διοίκηση ή διαχείριση των εταιρειών αυτών ή με οποιονδήποτε τρόπο αναμίχθηκε, ολικώς ή μερικώς, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικώς ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των προέδρων των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφ' όσον ασκούν πράγματι, προσωρινώς ή διαρκώς, ένα από τα καθήκοντα των προσώπων που αναφέρονται πιο πάνω.
- Προκειμένου για εταιρείες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες ή περιορισμένης ευθύνης:
Ευθύνονται οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, κάθε εταίρος, σωρευτικώς ή μη,
- Προκειμένου για συνεταιρισμούς:
Ευθύνονται οι πρόεδροι ή γενικοί γραμματείς και διαχειριστές αυτών, σωρευτικώς ή μη,
- Προκειμένου για κοινοπραξίες, κοινωνίες και αστικές εταιρίες, που ασκούν επιχείρηση:
Ευθύνονται τα μέλη αυτών, σωρευτικώς ή μη,
- Προκειμένου για αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά:
Ευθύνονται οι διευθυντές ή αντιπρόσωποι ή πράκτορες που έχουν στην Ελλάδα, σωρευτικώς ή μη,
Τέλος, προκειμένου για νομικά πρόσωπα, που δεν υπάγονται στις παραπάνω κατηγορίες, ευθύνονται οι εκπρόσωποι αυτών.
Περαιτέρω, ο νόμος ορίζει ότι για τα πρόσωπα που ευθύνονται συνεπεία της οποιασδήποτε μορφής θέσης τους σε εταιρεία, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιοδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν μετά τη λύση των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Για τα χρέη που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά την απόκτησή της ιδιότητας αυτής υπό των ανωτέρω, η ποινική δίωξη ασκείται μετά τρεις μήνες από την απόκτηση της ιδιότητας αυτής. Παρατηρείται λοιπόν το γεγονός ότι παρά την μη αποδοχή ευθύνης των νομικών προσώπων στο νομικό μας σύστημα, ο συγκεκριμένος νόμος διευρύνει ίσως και υπερβολικά την ευθύνη των εκπροσώπων τους, ώστε να διασφαλισθεί ότι από κάποιον τελικά θα εξοφληθεί το χρέος.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΛΙΑΝΕΜΠΟΡΙΟ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, τις περισσότερες θέσεις εργασίας -πάνω από 150.000- σε σχέση με άλλους επιχειρηματικούς κλάδους δημιούργησε την τελευταία εικοσαετία το λιανεμπόριο τροφίμων, το επίπεδο ανταγωνισμού του οποίου χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα υψηλό, ενώ καμία τέτοια εταιρεία δεν έχει «σημαντική δύναμη στην αγορά». Δικαίως έχει αναφερθεί μάλλον ότι ο συγκεκριμένος κλάδος μπορεί να δώσει ή δίνει ήδη λύση στο μόνιμο πρόβλημα της ανεργίας στη χώρα μας, όσο και αν αυτή τείνει να περιοριστεί τα τελευταία χρόνια…
Στη μελέτη διατυπώνεται η μάλλον ορθή άποψη ότι στον κλάδο των σούπερ μάρκετ δεν υπάρχουν χαρακτηριστικά που διευκολύνουν τη συμπαιγνία μεταξύ επιχειρήσεων, παρά την ομοιομορφία των προϊόντων των υπηρεσιών αλλά και των παρόμοιων τιμών και προσφορών που αυτά προσφέρουν. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη μελέτη: «Δεν υπάρχουν εμπόδια εισόδου στην αγορά, οι αλυσίδες χρησιμοποιούν πληθώρα καινοτομιών, ο κλάδος χαρακτηρίζεται από πληθώρα επιχειρήσεων, η δομή του κόστους των αλυσίδων παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις, δεν υπάρχουν συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ αλυσίδων ή συμμετοχές μιας επιχείρησης στο μετοχικό κεφάλαιο μιας άλλης και η τάση της ζήτησης είναι σταθερή καθώς η συμπαιγνία είναι ευκολότερο να διατηρηθεί όταν υπάρχει υψηλός ρυθμός αύξησης της ζήτησης».
Σε αντίστοιχη μελέτη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών ο κλάδος των σούπερ μάρκετ ή των οποιωνδήποτε παρεμφερών καταστημάτων χαρακτηρίζεται κυρίως από στοιχεία τέλειου ανταγωνισμού», καθώς μεταξύ άλλων η κάθε αλυσίδα είναι μικρή σε σχέση με τη συνολική-μονίμως μεγάλη - ζήτηση (δεδομένου ότι μιλάμε για είδη πρώτης ανάγκης). Υπάρχει πάντοτε ελεύθερη είσοδος νέων επιχειρήσεων στην αγορά, έγκειται δε στα δικά τους επιχειρηματικά «κόλπα» το αν θα καταφέρουν μεσοπρόθεσμα να αποσπάσουν κάποια μερίδα καταναλωτών. Επίσης, παρατηρείται δικαίως ότι στη χώρα καμία εταιρεία λιανεμπορίου τροφίμων δεν έχει « αρκετά σημαντική δύναμη στην αγορά», σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου ορισμένες αλυσίδες έχουν μερίδια αγοράς ακόμη και μεγαλύτερα του 50%. Μία τέτοια επιχείρηση ωστόσο, αναμφίβολα έχει επιβλαβές για τον εμπορικό ανταγωνισμό αποτέλεσμα, αφού προσεγγίζει την έννοια της επιχείρησης-μονοπωλίου, η οποία οδηγεί άμεσα σε οικονομική καταστροφή των μικρότερων καταστημάτων του λιανεμπορίου και σε όσα καταστήματα συνηθίζουμε να αποκαλούμε απλοϊκά «μπακάλικο της γειτονίας».
Η έρευνα εμβαθύνει περαιτέρω, εντοπίζοντας ότι τα στοιχεία για 55 κατηγορίες προϊόντων (τρόφιμα, είδη οικιακής χρήσης και ατομικής φροντίδας) δείχνουν ότι κάθε κατηγορία προϊόντων ελέγχεται από δυο-τρεις επιχειρήσεις σουπερ-μαρκετ, συνεπεία διαφόρων παραγόντων όπως των προσφορών ή των συμφερουσών συμφωνιών με τους προμηθευτές που μπορεί να έχει συνάψει μια οικονομικά ισχυρότερη επιχείρηση. Παρ’ όλα αυτά, τονίζεται ότι «ο κλάδος παρουσιάζει την πιο εκτενή συνεργατική κουλτούρα στην εφοδιαστική αλυσίδα στην Ελλάδα μεταξύ προμηθευτών και σούπερ μάρκετ. Αυτό του επιτρέπει να προμηθεύει το φθηνότερο καλάθι στην Ευρώπη ιδιαίτερα με τοπικά προϊόντα και να εξασφαλίζει υγιή κερδοφορία των προμηθευτών για επενδύσεις».
Βάσει τέλος μίας παλαιότερης έρευνας, η οποία έχει όμως αξία δεδομένου ότι αναφέρεται σε περίοδο πριν από την οικονομική κρίση, βρέθηκε ότι την τριετία 2001-2003 οι παραγωγικές επενδύσεις των 55 μεγαλύτερων εταιρειών του σχετικού κλάδου (σούπερ μάρκετ και λοιπά καταστήματα) ξεπερνούν το ένα δισεκατομμύριο ευρώ, πραγματοποιήθηκαν δε από ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων χωρίς επιδοτήσεις από το κράτος και «κατατάσσουν τον κλάδο των σούπερ μάρκετ ως έναν από τους κορυφαίους στην Ελλάδα ως προς το ύψος των επενδύσεων». Επίσης οι δέκα ελληνικές αλυσίδες σουπερ μάρκετ βρέθηκε ότι είχαν «σχεδόν τα ίδια ποσοστά εξόδων (20,2% επί των πωλήσεων), με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές (20,1%)», ενώ η χαμηλότερη κερδοφορία τους οφείλεται αποκλειστικά στο μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς, στον μεγάλο αριθμό καταστημάτων ανά κάτοικο και στη δύσκολη συγκοινωνία (πολλά νησιά, οδικό δίκτυο) κ.ά.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΗΧΗΤΙΚΗΣ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ
Ένας σημαντικός παράγοντας που εξετάζεται προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα κατοχυρωμένο εμπορικό σήμα προσβάλλει ένα άλλο είναι η ηχητική σύγκριση των δύο, καθώς είναι πιθανόν να προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό λόγω της μεγάλης ηχητικής ομοιότητάς τους. Κατά την εξέταση αυτή λαμβάνεται υπόψιν μια σειρά κριτηρίων, τα οποία εν συντομία αναλύονται παρακάτω.
Κατ’ αρχάς, αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι αν πράγματι τα δύο σήματα ομοιάζουν ηχητικά. Για την κατάφαση της ομοιότητας δεν αρκεί τα δύο σήματα να έχουν ορισμένα κοινά γράμματα, ιδίως αν τα κοινά τους γράμματα δεν είναι τα κυρίαρχα. Το αυτό ισχύει κατά κανόνα τόσο για ελληνικούς όσο και για λατινικούς χαρακτήρες, καθώς πλέον θεωρείται πως ο μέσος καταναλωτής είναι σε θέση να διακρίνει τα γράμματα του λατινικού αλφαβήτου. Ακόμη, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει πρόσφατα κρίνει ότι δεν αρκεί η ύπαρξη κοινού αριθμού συλλαβών στη λέξη ή στις λέξεις που απαρτίζουν τα δύο σήματα, καθώς η προφορά κάθε μίας μπορεί να οδηγεί σε σημαντική διαφοροποίηση που να μην επιτρέπει την σύγχυση μεταξύ των σημάτων.
Αλλά ακόμη κι αν τα σήματα προφέρονται με όμοιο ή παρεμφερή τρόπο, η διαφορετική σημασία εκάστου είναι δυνατή να αποκλείσει τον κίνδυνο σύγχυσης. Ειδικότερα, έχει νομολογιακά κριθεί ότι η διαφορετική έννοια δύο λέξεων, όσο κι αν αυτές ομοιάζουν κατά την προφορά τους, ερεθίζει με πλήρως διαφορετικό τρόπο τον ανθρώπινο εγκέφαλο, κάτι που οδηγεί σε μια εντελώς διαφορετική αντίληψη της κάθε ένδειξης.
Ένας άλλος παράγοντας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για το αν η ηχητική ομοιότητα δύο σημάτων είναι δυνατή να προξενήσει κίνδυνο σύγχυσης, είναι οι συναλλακτικές περιστάσεις στις οποίες χρησιμοποιούνται τα δύο σήματα. Για παράδειγμα, τα κριτήρια διαπίστωσης του κινδύνου σύγχυσης θα είναι πολύ πιο ελαστικά και χαμηλά στην περίπτωση όπου ο καταναλωτής συναλλάσσεται συνήθως ζητώντας προφορικά τα φέροντα το σήμα προϊόντα (λόγου χάριν παραγγέλνοντας το προϊόν σε έναν χώρο εστίασης) σε σχέση με συναλλαγές όπου η ηχητική αποτύπωση του σήματος δεν είναι πρωταρχικό γνώρισμά του, όπως για παράδειγμα μεταξύ δύο σημάτων αυτοκινήτων ή ασφαλιστικών εταιρειών, όπου σημαντικότερη φαίνεται να είναι για τον μέσο συναλλασσόμενο η οπτική παρά η ηχητική του αποτύπωση.
Σημαντικό είναι σε κάθε περίπτωση ότι, ενώ ο ηχητικός παράγοντας μπορεί να αποδειχθεί σημαντικός για την διαπίστωση ή όχι της προσβολής ενός σήματος από ένα άλλο, η αντιπαραβολή δύο σημάτων δεν περιορίζεται ποτέ μόνο στο ηχητικό τους μέρος, αλλά ο εξεταστής προβαίνει σε μία πολυπαραγοντική εκτίμηση του λεκτικού, απεικονιστικού, ηχητικού και εννοιολογικού μέρους κάθε
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΜΕΛΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
Ο νόμος προβλέπει χαρακτηριστικά ότι με βάση τον εκτελεστό τίτλο (διαταγή πληρωμής συνηθέστερα, ή εκτελεστή δικαστική απόφαση) κατά της ομόρρυθμης ή της ετερόρρυθμης εταιρείας μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση και σε βάρος της περιουσίας των ομόρρυθμων εταίρων αυτής.
Η σύμπτωση της νομικής θέσης του ομορρύθμου εταίρου µε εκείνη της εταιρείας αποτυπώνεται, µμάλιστα, διάχυτα σε όλες τις ουσιαστικές και δικονομικές σχέσεις του µέλους και όχι µόνο στην αναγκαστική εκτέλεση. Ως αλληλέγγυα υπόχρεος λοιπόν, ο ομόρρυθμος εταίρος οφείλει να ανεχθεί την εναγωγή του από το δανειστή, που δικαιούται µε τη σειρά του να απαιτήσει την καταβολή του χρέους κατ’ αρέσκεια από οποιονδήποτε, είτε δηλαδή από την εταιρεία είτε από τον ή τους ομορρύθμους εταίρους της. Η άσκηση της αγωγής κατά της εταιρείας όμως, εμποδίζει λόγω εκκρεμοδικίας την άσκηση όμοιου περιεχομένου αγωγής και κατά του ομορρύθμου µέλους. Εάν δε, ασκηθεί κοινή αγωγή και κατά των ομόρρυθμων εταίρων και κατά της εταιρείας, τότε µμεταξύ τους δημιουργείται αυτό που νομικά ονομάζουμε «σχέση αναγκαίας ομοδικίας», η οποία με τη σειρά της οδηγεί στην επέκταση του δεδικασµένου και της εκτελεστότητας έναντι αμφότερων.
Όταν εντούτοις, ο εταιρικός δανειστής απευθύνει την αγωγή ατομικά κατά των ομόρρυθμων µελών της εταιρείας, οφείλει για να θεμελιώσει την ευθύνη τους ενώπιον του Δικαστηρίου, να εξειδικεύσει ότι στρέφεται κατ’ αυτών ως µελών της οφειλέτιδας εταιρείας. Δικονομικά επίσης, υπάρχει η δυνατότητα ο µη εναχθείς ομόρρυθμος εταίρος να «προσεπικληθεί» από την εναχθείσα εταιρεία. Σε επίπεδο εκτελέσεως, τέλος, ο δανειστής δικαιούται να αρχίσει ή να συνεχίσει εκτέλεση παράλληλα κατά της εταιρίας και των ομόρρυθμων εταίρων της, χωρίς όπως προαναφέραμε να έχει την υποχρέωση να ικανοποιηθεί πρώτα την εταιρεία.
Περαιτέρω, η υποχρέωση του ομορρύθμου εταίρου να ανεχθεί την εναγωγή του ή την εναντίον του επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως δεν συναρτάται µε την ιδιότητά του ως ομορρύθμου µέλους κατά τον χρόνο διεξαγωγής της δίκης ή επίσπευσης της εκτέλεσης. Προϋποθέτει µόνο την κατά το ουσιαστικό δίκαιο ύπαρξη ή διατήρηση της ευθύνης του ως προς το εταιρικό χρέος. Έτσι η «εκτελεστότητα» αντιτάσσεται κατά του ομορρύθμου εταίρου για χρέη προγενέστερα ή μεταγενέστερα της εισόδου του στην εταιρεία, εκτός αν συναφθεί αντίθετη σχετική συμφωνία και τηρηθούν ως προς αυτήν χάριν της προστασίας των δανειστών οι διατυπώσεις δημοσιότητας.
Οι εταιρικοί δανειστές έχουν εξάλλου το δικαίωμα να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση κατά ομορρύθμου εταίρου για να ικανοποιήσουν αξίωσή τους κατά της εταιρείας, µε βάση εκτελεστό τίτλο κατά της τελευταίας, χωρίς να είναι ανάγκη να έχουν αποκτήσει εκτελεστό τίτλο και κατά του εν λόγω εταίρου, ή να έχουν προβεί προηγουμένως σε εκτέλεση κατά της Ο.Ε. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη του νόμου αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα ότι για να αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση κατά ενός προσώπου χρειάζεται να εκδοθεί εναντίον του εκτελεστός τίτλος. Αυτό σημαίνει δικονομικά ότι «διευρύνονται τα υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας» (άρθρο 920 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Ο εταίρος έχει τη δυνατότητα να αμυνθεί µε τη διαδικασία των ανακοπών που προβλέπονται κατά της εναντίον του επιχειρηθησοµένης αναγκαστικής εκτέλεσης. Αν, για παράδειγμα, ο εταίρος δεν ευθύνεται για οποιονδήποτε βάσιμο λόγο και κατ’ επέκταση δεν οφείλει, δεν υπόκειται σε αναγκαστική εκτέλεση κατά το άρθρο 920.
Απ’ όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι τελικά ο εταιρικός δανειστής αποκτά πρακτικά πλεονεκτήματα στρεφόμενος κατά της προσωπικής εταιρείας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΚΑΙ DOMAIN NAMES – ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ & ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ
Ως απαραίτητο εργαλείο πλέον, για την επέκταση δραστηριοτήτων κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, έχει καταστεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο, στον οποίο το πρόσωπο (φυσικό ή/και νομικό) θα παρουσιάζεται και θα διαφημίζεται.
Το δικαίωμα στο όνομα, είναι μία από τις δύο εκφάνσεις της προσωπικότητας που ρυθμίζονται ειδικότερα στον Αστικό Κώδικα, και σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητάς του, κατά την διάταξη του άρθρου 58 ΑΚ, ο προσβαλλόμενος στο όνομα του, δικαιούται να ζητήσει άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς να απαιτείται υπαιτιότητα του προσβάλλοντος.
Το όνομα ειδικότερα, προστατεύεται με την ειδική διάταξη του άρθρου 58 Α, σύμφωνα με το οποίο ορίζεται ότι:
«Αν σ’ αυτόν που δικαιούται να φέρει ένα όνομα αμφισβητείται από άλλον το δικαίωμα αυτό, ή αν κάποιος χρησιμοποιεί παράνομα ορισμένο όνομα, ο δικαιούχος ή εκείνος που βλάπτεται, μπορεί να ζητήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, δεν αποκλείεται».
Το όνομα του προσώπου, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι προσθήκες ή οι παραλλαγές, ακόμα και τα ψευδώνυμα όταν εξατομικεύουν ένα πρόσωπο, αποτελεί διακριτικό γνώρισμα του ατόμου, ουσιώδες στοιχείο της ταυτότητας του και χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητάς του. Για τον λόγο αυτό, το δικαίωμα στο όνομα, δεν περιορίζεται απλώς και μόνο στην προστασία της εξατομικευτικής λειτουργίας του ονόματος, αλλά η προσβολή του συνιστά προσβολή του δικαιώματος στην προσωπικότητα και συνεπώς παράλληλα με την διάταξη του άρθρου 58 ΑΚ, τυγχάνει εφαρμογής και η διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 58 ΑΚ, εκτός από το όνομα του φυσικού προσώπου, προστατεύει και την επωνυμία του νομικού προσώπου.Η προστασία του ονόματος συνεπώς, επεκτείνεται και στην επιχειρηματική δραστηριότητα του προσώπου και καλύπτει κάθε διακριτικό γνώρισμα που αποτελεί χαρακτηριστικό του προσώπου, σύμβολο «της σφαίρας δράσης του».
Σχετικά με τις αξιώσεις του προσβαλλόμενου στην περίπτωση προσβολής της προσωπικότητάς του, κατά την 58 ΑΚ, ο προσβαλλόμενος στο όνομα του δικαιούται να ζητήσει άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον χωρίς να απαιτείται υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Επιπλέον, στην περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων των διατάξεων 914 επ. ΑΚ, δύναται να ζητήσει και αποζημίωση, ενώ εφαρμόζεται και στις προσβολές αυτές η διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ για την ηθική ικανοποίηση του προσβαλλόμενου. Τέλος, ο προσβαλλόμενος δύναται να ασκήσει ασφαλιστικά μέτρα ή αναγνωριστική αγωγή.
Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, για την επέκταση των δραστηριοτήτων κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, απαραίτητο εργαλείο κατέστη η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο, στον οποίο το πρόσωπο (φυσικό ή/και νομικό), θα παρουσιάζεται και θα διαφημίζεται.
Βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελεί η δημιουργία μίας ιστοσελίδας, όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση συναλλαγών. Η είσοδος στην ως άνω ιστοσελίδα θα γίνεται μέσω του ονόματος χώρου (domain name), το οποίο κατ` ουσία επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ιστοσελίδας.
Το όνομα χώρου (domain name), δεν μπορεί κατ’ αρχήν να ταυτιστεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Εντούτοις, όταν χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, το όνομα χώρου λειτουργεί κατά έμμεσο τρόπο ως διακριτικό γνώρισμα, καθώς τελεί την πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία του διακριτικού γνωρίσματος στις ηλεκτρονικές εμπορικές συναλλαγές.
Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι από τον πρώτο τυχόντα, θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημιές στην επιχείρηση, που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία.
Για την διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των παραπάνω επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο domain name μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος.
Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από το ότι οι κάτοχοι domain name, στην πράξη εμφανίζονται στο διαδίκτυο με τα διακριτικά γνωρίσματα, που τους κατέστησαν γνωστούς στον υλικό κόσμο, δηλαδή χρησιμοποιούν το όνομα, την επωνυμία τους ή το σήμα τους, δεδομένων μάλιστα των περιορισμένων ορίων παροχής domain name για κάθε χρήση αλλά και της επιβαλλόμενης συντομίας για του είδους αυτού την επικοινωνία.
Συνεπώς, το όνομα χώρου θα πρέπει να απολαμβάνει προστασίας αντίστοιχης με εκείνη των διακριτικών γνωρισμάτων αλλά και ένα άλλο διακριτικό γνώρισμα θα πρέπει να προστατεύεται από τη χρήση ενός ονόματος χώρου.
Σε περίπτωση προσβολής, ο προσβαλλόμενος δύναται να επιδιώξει την άρση και την παράλειψη της προσβολής, η οποία θα συνίσταται στην παύση της χρήσης του συγκεκριμένου domain name από τον αντίδικό του και την διαγραφή του από το Μητρώο της ΕΕΤΤ, ως καταχωρήσαντα το επίδικο domain name.
Σε περίπτωση που στο domain name αναφέρεται όνομα ή επωνυμία νομικού προσώπου, τότε παρέχεται στον προσβαλλόμενο η προστασία των άρθρων 57, 58 και 59 ΑΚ. Η περίπτωση αυτή συνιστά, παράνομη χρήση ξένου ονόματος, όπου σύμφωνα με την 58 ΑΚ, την άρση της προσβολής μπορεί να ζητήσει όχι μόνον ο δικαιούχος, αλλά και κάθε τρίτος που βλάπτεται από την παράνομη αυτή συμπεριφορά.
Φυσικά, παράνομη προσβολή δεν υφίσταται στην περίπτωση συνωνυμίας, ούτε στην περίπτωση όπου η χρήση έγινε μετά από συναίνεση του δικαιούχου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕ ΜΕΤΟΧΕΣ ΕΙΣΗΓΜΕΝΕΣ ΣΕ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΗ ΑΓΟΡΑ
Σύμφωνα με τον πρόσφατο νόμο του 2018 που άλλαξε ριζικά το Δίκαιο των Ανωνύμων Εταιρειών «Εισηγμένη» Ανώνυμη Εταιρεία είναι εκείνη της οποίας οι μετοχές «προσφέρονται» σε ένα πολυμερές σύστημα, το οποίο διευθύνει ή διαχειρίζεται διαχειριστής αγοράς και το οποίο διευκολύνει την προσέγγιση συμφερόντων διαφόρων τρίτων ώστε να αγοράζουν ή να πουλήσουν μετοχές.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ (=ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΗ ΑΓΟΡΑ)
Η εισαγωγή μιας Α.Ε. σε ρυθμιζόμενη αγορά απαιτεί την υποβολή αίτησης από την εταιρεία προς: 1) τον διαχειριστή της αγοράς, 2)το χρηματιστήριο (εφόσον μιλάμε για ελληνική ανώνυμη εταιρεία στο Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε.) και 3)την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την έγκριση ενημερωτικού δελτίου και τη χορήγηση άδειας, για δημόσια προσφορά υφιστάμενων κινητών αξιών της (δηλαδή των μετοχών). Ωστόσο, όπως προβλέπεται από τον νόμο 3371/2005, δεν επιτρέπεται σε όλες τις ανώνυμες εταιρείες να εισαγάγουν τις μετοχές τους στο Χρηματιστήριο, υφίστανται λοιπόν, οι εξής προϋποθέσεις εισαγωγής:
- Η εν γένει κατάσταση της εταιρείας να είναι σύννομη,
- Τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας να είναι τουλάχιστον γενικά 1.000.000 ευρώ και ειδικά 3.000.000€, σε ενοποιημένη ή ατομική βάση. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τα παραπάνω ποσά μπορούν να αναπροσαρμοσθούν.
- Η εταιρεία να είναι συνεπής στην υποχρέωσή της περί κατάρτισης, έγκρισης και δημοσίευσης χρηματοοικονομικών καταστάσεων να έχει δηλαδή δημοσιεύσει ή υποβάλει τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις της για 3 τουλάχιστον οικονομικές χρήσεις εταιρικές χρήσεις, οι οποίες μάλιστα πρέπει να προηγούνται της υποβολής αιτήσεως εισαγωγής,
- Οι μετοχές να είναι νόμιμα εκδοθείσες (ιδίως να είναι ονομαατικές και όχι ανώνυμες, η έκδοση των οποίων έπαψε και απαγορεύεται ρητά από τον νόμο ήδη από τις 01.01.2020), ελεύθερα διαπραγματεύσιμες και πλήρως εξοφλημένες,
- Σε περίπτωση εκδόσεως μετοχών με δημόσια εγγραφή («δημόσια προσφορά»), η εισαγωγή τους γίνεται μετά τη λήξη της περιόδου, κατά τη διάρκεια της οποίας είναι δυνατή η υποβολή αιτήσεως συμμετοχής στη δημόσια εγγραφή,
- Η αίτηση εισαγωγής να αναφέρεται σε όλες τις μετοχές της ίδιας κατηγορίας (κοινές, ονομαστικές, άϋλες, δεσμευμένε, προνομιούχες ή εξαγοράσιμες) που έχουν ήδη εκδοθεί,
- Να πληρούνται οι ειδικότερες προϋποθέσεις εισαγωγής που τίθενται από τον κανονισμό του εκάστοτε χρηματιστηρίου και τέλος,
- Να έχει εκδοθεί και εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως άνω ενημερωτικό δελτίο προς το επενδυτικό κοινό (το οποίο ο νόμος αποκαλεί «Ενημερωτικό Δελτίο Προσφοράς κινητών αξιών και εισαγωγής τους για διαπραγμάτευση»).
Η εισαγωγή βεβαίως των μετοχών μιας ανώνυμης εταιρείας σε ρυθμιζόμενη αγορά οδηγεί αυτομάτως σε μεταβολή των υποχρεώσεών της. οφείλει να τις εκδώσει ή να τις μετατρέψει σε άυλες ή και να εκδίδει άυλους μόνο τίτλους. Για μια εισηγμένη Α.Ε., -επειδή υπάγεται στην κατηγορία των οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος-κάθε τροποποίηση του καταστατικού της προϋποθέτει έγκριση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, κατόπιν διεξαγωγής ενός τυπικού ελέγχου νομιμότητας. Μερική καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου επίσης απαγορεύεται στις εν λόγω εταιρείες. Η πρόσκληση για τη σύγκληση της Γ.Σ. των μετόχων της πρέπει να περιέχει πρόσθετες πληροφορίες, που τυγχάνουν δημοσιότητας υποχρεωτικά.
Η συγκεκριμένη Α.Ε. επιπλέον, είναι υποχρεωμένη να συντάσσει τις ετήσιες χρηματοοικονομικές της καταστάσεις, σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα του Κανονισμού 1606/2002 και οφείλει να εφαρμόζει τις αρχές της εταιρικής διακυβέρνησης, όπως αυτές καταγράφονται στις διατάξεις του νόμου 3016/2002 και να παράσχει στις αρμόδιες αρχές και το επενδυτικό κοινό πρόσθετη πληροφόρηση.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ – ΑΚΥΡΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΑΥΞΗΣΗ ΜΕΤΟΧΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΤΑΝ ΠΡΟΣΚΡΟΥΕΙ ΣΤΟ 281ΑΚ
Ακυρότητα μιας αποφάσεως γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρίας μπορεί να απορρέει και σε κάθε άλλη περίπτωση παραβιάσεως των ισχυουσών διατάξεων περί ανωνύμων εταιριών, αλλά και των κοινών διατάξεων, ήτοι σε κάθε περίπτωση αντιθέσεως της συγκεκριμένης αποφάσεως προς απαγορευτική διάταξη του παραπάνω νόμου ή προς αντίστοιχη απαγορευτική διάταξη του Αστικού Κώδικα, όπως η τοιαύτη του άρθρου 281, περί απαγορεύσεως της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, η ακυρότητα δε αυτή επέρχεται αυτοδίκαια και καθένας, που έχει έννομο συμφέρον, όπως ο μέτοχος της συγκεκριμένης ανώνυμης εταιρίας, δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ., να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας
Ειδικότερη μορφή ακυρότητας συντρέχει όταν οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως ανώνυμης εταιρίας λαμβάνονται από την πλειοψηφία κατά κατάχρηση δικαιώματος αυτής, δηλαδή κατά προφανή υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων, που διαγράφονται από την καλή πίστη, από τα χρηστά ήθη και οπό τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό, δεν υπαγορεύονται δε από το συμφέρον της εταιρίας, αλλά λαμβάνονται με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση των ατομικών συμφερόντων των μετόχων της πλειοψηφίας η τη βλάβη των μετόχων της μειοψηφίας.
Χαρακτηριστική περίπτωση καταχρήσεως δικαιώματος από την πλειοψηφία των μετόχων ανώνυμης εταιρίας είναι εκείνη, κατά την οποία αποφασίζεται η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, χωρίς η αύξηση αυτή να υπαγορεύεται από το συμφέρον της εταιρίας, αλλά με αποκλειστικό σκοπό να επέλθει βλάβη της μειοψηφίας δια της μεταβολής του συσχετισμού της ποσοστιαίας συμμετοχής της στο μετοχικό κεφάλαιο, ιδίως οσάκις συντρέχει αδυναμία της να συμμετάσχει στην αποφασισθείσα αύξηση του κεφαλαίου λόγω οικονομικής αδυναμίας ή για κάποιο άλλο λόγο. Αντιθέτως, όταν με την αποφασισθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου επέρχεται και η ωφέλεια της εταιρίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για κατάχρηση δικαιώματος της πλειοψηφίας κατά τη λήψη της σχετικής αποφάσεως, έστω και αν επέρχεται συγχρόνως ωφέλεια της πλειοψηφίας ή και βλάβη της μειοψηφίας των μετόχων.
Απαιτείται, δηλαδή, για να προσκρούει η περί αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων στη γενική απαγόρευση καταχρήσεως δικαιώματος κατ` άρθρο 281 του A.Κ., να συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις, ήτοι:
1) η εταιρία να μην έχει κάποια ειδικότερη και συγκεκριμένη ανάγκη για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της,
2) οι μέτοχοι της πλειοψηφίας να γνωρίζουν ότι οι αντίστοιχοι μέτοχοι της μειοψηφίας δεν είναι πράγματι σε θέση να συμμετάσχουν στη σχεδιαζόμενη αύξηση λόγω οικονομικής αδυναμίας και όχι λόγω απλής αντιθέσεώς τους στην αύξηση
3) αποκλειστική επιδίωξη και σκοπός της πλειοψηφίας να επιτύχει διά της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου την ενίσχυση της δικής της θέσεως και την αντίστοιχη αποδυνάμωση της θέσεως της μειοψηφίας με την αδυναμία της τελευταίας να ασκήσει το δικαίωμα προτιμήσεως στην αναλογική προς τη συμμετοχή της στο μετοχικό κεφάλαιο ανάληψη των νέων μετοχών.
Η κατά τα παραπάνω ακυρότητα των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως της ανώνυμης εταιρίας, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 35α παρ 2 του Ν. 2190/1920, να αντιταχθεί μετά την πάροδο διετούς αποσβεστικής προθεσμίας από την υποβολή στο Υπουργείο Εμπορίου του αντιγράφου των πρακτικών της γενικής συνελεύσεως κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση, μετά την πάροδο της οποίας (διετίας) επέρχεται ίαση της άκυρης απόφασης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Η ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΑΘΕΜΙΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ
Ένα από τα ισχυρότερα μέσα για την επικράτηση στην αγορά είναι αναμφίβολα η ευνοϊκή διαμόρφωση των τιμών. Η ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών αποτελεί τον πυρήνα του αθέμιτου ανταγωνισμού και ο κρατικός ή συμβατικός καθορισμός των τιμών δεν συνάδει με τις αρχές της ελεύθερης αγοράς. Η υποτίμηση δηλαδή με σκοπό την απόκτηση ανταγωνιστικού προβαδίσματος είναι κατ’ αρχήν νόμιμη μπορεί δε να καταστεί αθέμιτη με την συνδρομή αθέμιτων περιστατικών.
Πρέπει να αναφέρουμε σε πρώτη φάση, ότι η υποτίμηση δεν αποτελεί αθέμιτο τρόπο ανταγωνισμού, ακόμη και όταν οδηγεί στην δημιουργία «μονοπωλίου». Είναι δυνατό και νόμιμο δηλαδή, μία οικονομικά ισχυρή επιχείρηση (π.χ. μία αλυσίδα σουπερ μάρκετ), να μειώσει κατά πολύ τις τιμές της, «συρρικνώνοντας» τα λειτουργικά της έξοδα και πετυχαίνοντας ευνοϊκότερες τιμές από τους προμηθευτές. Αυτή η πρακτική, μπορεί να δημιουργεί μία άνιση μάχη μεταξύ των οικονομικά ισχυρών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, δεν γίνεται όμως κακόβουλα και, με πρόθεση παραγκωνισμού των τελευταίων, αλλά προς όφελος της αγοράς και, περισσότερο των καταναλωτών.
Σύμφωνα άλλωστε, με τις κρατούσες εμπορικές συνήθειες, χάριν εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, συμβαίνει συχνά στην πράξη να πωλούνται προϊόντα σε τιμές κάτω του κόστους λόγω μειωμένης ζήτησης ή, επειδή είναι εκτός εποχής ή μόδας.
Η υποτίμηση, από την άλλη, μπορεί να καταστεί αθέμιτη, όταν η επιχείρηση που προβαίνει σε αυτή αποσκοπεί στη ζημία ή χειρότερα, στην εκτόπιση ορισμένου/ορισμένων ανταγωνιστών, ώστε μόνο εκείνη να παραμείνει στην αγορά και στη συνέχεια, να ανεβάζει τις τιμές κατ’ αρέσκεια. Οι προθέσεις της επιχείρησης που διενεργεί την υποτίμηση είναι καθοριστικές και οπωσδήποτε καθίστανται αθέμιτες όταν, χωρίς προφανή εμπορικό λόγο (λ.χ. περίοδος των τακτικών-εποχιακών εκπτώσεων), πωλούνται προϊόντα σε τιμές κάτω του κόστους για ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα.
Επειδή ο σκοπός αφανισμού των ανταγωνιστών δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί στην πράξη, η υποτίμηση είναι ομοίως αθέμιτη και στην περίπτωση, που εξωθεί τις υπόλοιπες επιχειρήσεις να ακολουθήσουν την «ισχυρή», πωλώντας επίσης σε τιμές κάτω του κόστους τα προϊόντα τους, με κίνδυνο υποβάθμισης, αν όχι και καταστροφής του σχετικού επιχειρηματικού κλάδου.
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΥ ΣΗΜΕΡΑ
Το αντίθετο φαινόμενο της υποτίμησης, είναι ο πληθωρισμός- η αύξηση των τιμών-ο οποίος εκτινάχθηκε βάσει έγκυρων στοιχείων στο 10,7 % στην Ελλάδα και στο 8,1% στην ευρωζώνη. Τον τελευταίο καιρό, γίνεται πολύς λόγος για τα αίτια του πληθωρισμού, ένα δε εκ των σημαντικότερων είναι η αύξηση του κόστους ενέργειας η οποία βέβαια εξαρτάται άμεσα και από την υποτίμηση που υφίσταται το ευρωπαϊκό νόμισμα (ευρώ) έναντι του δολαρίου. Η υποτίμηση του νομίσματος οδηγεί με τη σειρά της σε ραγδαία αύξηση των τιμών του πετρελαίου και της βενζίνης.
Μία ακόμη αιτία, θα μπορούσε να αναζητηθεί στην τάση των επιχειρήσεων να αυξάνουν σημαντικά τις τιμές τους (τα ονομαζόμενα «markups»), προκειμένου να διατηρήσουν υψηλά περιθώρια κέρδους, σε μία συγκυρία όπου μπορούν και πρέπει να βρουν επαρκή ζήτηση. Σημειώνεται ενδεικτικά ότι στην Ελλάδα, τον Φεβρουάριου του 2022, καταγράφηκε σημαντική άνοδος στις τιμές παραγωγού, ύψους 21,9 % ενώ, σύμφωνα με μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδας, το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 45,8% τους πρώτους εννέα μήνες του 2021, έναντι της μείωσης- κατά 18,9% - που είχε παρατηρηθεί την αντίστοιχη περίοδο του 2020.
Το δύσκολο ζήτημα που μένει να αντιμετωπισθεί είναι η εύρεση των κατάλληλων μέτρων αντιπληθωριστικής πολιτικής.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΣΗΜΑ: ΕΝΝΟΙΑ – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΓΚΥΡΗΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ
Η σπουδαιότητα και πραγματική αξία των εμπορικών σημάτων, αναδεικνύεται καθημερινά στην πράξη μέσω της συχνότητας, με την οποία εξελίσσονται οι διαδικασίες κατοχύρωσης, μεταβίβασης και εκμετάλλευσης τους. Τι μπορεί να υπαχθεί όμως στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εμπορικού σήματος και κατά κύριο λόγο, μπορεί να μεταβιβαστεί το σήμα, και εάν ναι υπό ποιες προϋποθέσεις;
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2239/1994 «Περί σημάτων», με τον οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς την πρώτη Οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ της 21.12.1988 «Για την προσέγγιση των νομοθεσιών των Κρατών μελών περί σημάτων» (89/104/ΕΟΚ), σήμα θεωρείται κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, μπορούν δε να αποτελέσουν σήμα ιδίως οι λέξεις, τα ονόματα φυσικών ή νομικών προσώπων, τα ψευδώνυμα, οι απεικονίσεις, τα σχέδια, τα γράμματα, οι αριθμοί, οι ήχοι, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών φράσεων και το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 2, 6 και 14 του ιδίου ως άνω Νόμου προκύπτει ότι το δικαίωμα για αποκλειστική χρήση του σήματος παρέχεται από και μόνο με την καταχώρηση αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού, σε ειδικό βιβλίο σημάτων, που τηρείται στο Υπουργείο Εμπορίου, η καταχώρηση δε συνίσταται στη σημείωση της λέξης «κατεχωρήθη», όταν το σήμα γίνει δεκτό με αμετάκλητη απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Ως υπηρεσία νοείται η δραστηριότητα που ασκείται για λογαριασμό τρίτου και δεν οδηγεί στην παραγωγή ή κυκλοφορία προϊόντων. Οι υπηρεσίες, για να είναι ικανές να οδηγούν σε απόκτηση σήματος υπηρεσιών, πρέπει να αποτελούν δραστηριότητες αυτοτελείς και αυθύπαρκτες και να ασκούνται προς όφελος τρίτου. Τέτοιες είναι π.χ. οι υπηρεσίες που προσφέρουν τραπεζικές, ασφαλιστικές, μεταφορικές επιχειρήσεις (Β. Αντωνόπουλος, ό.π., σελ. 391 αριθ. 465).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Νόμου, η καταχώρηση του σήματος παρέχει στο δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ιδίως παρέχει το δικαίωμα της χρήσεως αυτού, το δικαίωμα να επιθέτει αυτό στα προϊόντα ή εμπορεύματα, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα.
Κατά το άρθρο 22 §§ 1-2 του Νόμου περί σημάτων, το δικαίωμα επί του σήματος είναι μεταβιβαστό εν ζωή και αιτία θανάτου, ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως, με τη μεταβίβαση δε επέρχεται ειδική διαδοχή ως προς τα δικαιώματα του σήματος. Η μεταβίβαση, δε, του σήματος προϋποθέτει αφ’ενός έγκυρη μεταβιβαστική δικαιοπραξία που μπορεί να είναι άτυπη και αφ’ετέρου καταχώρησή της στα βιβλία σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης. Χωρίς την καταχώρηση η μεταβίβαση δεν έχει ισχύ έναντι των τρίτων (άρθρο 22 § 3). Η κτήση του σήματος εκ μέρους του προς ον η μεταβίβαση επέρχεται από και με την κατάρτιση της μεταβιβαστικής συμβάσεως. Χωρίς ή πριν από την καταχώρηση, ούτε ο μεταβιβάζων - αφού από της συνάψεως της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας δεν είναι πλέον κύριος του σήματος - ούτε ο αποκτών νομιμοποιούνται ως ενάγοντες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων επί αγωγής με βάση τις περί σημάτων διατάξεις. Η άτυπη, όμως, μεταβίβαση του σήματος μπορεί να λειτουργήσει, κατά μετατροπή, ως μεταβίβαση διακριτικού γνωρίσματος του προϊόντος ή της υπηρεσίας, όπως αυτό χρησιμοποιείται στις συναλλαγές. Αλλά και η μεταβίβαση του διακριτικού γνωρίσματος προϊόντος ή υπηρεσίας συνεπάγεται την απώλεια του διακριτικού γνωρίσματος για τον μεταβιβάσαντα και την απόκτηση του από τον αποκτώντα ο οποίος και δικαιούται πλέον να το χρησιμοποιεί και να προστατεύεται έναντι των τρίτων που προσβάλλουν το δικαίωμα του αυτό βασικά από τις διατάξεις 1 και 13 του ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
