Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΠΙΣΤΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΤΑΙΡΙΚΟ «ΚΑΝΟΝΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ»
Τόσο το έγκλημα της απιστίας (άρθρο 390 του Ποινικού Κώδικα) όσο και ο κανόνας της επιχειρηματικής κρίσης (ενσωματωμένος πλέον στο εταιρικό δίκαιο με το άρθρο 102 του νέου νόμο 4548) αποσκοπούν στην προστασία του εννόμου αγαθού της περιουσίας το οποίο διαχειρίζεται κάποιο ξένο πρόσωπο βάσει νόμου ή σύμβασης. Και οι δύο αυτοί κανόνες ρυθμίζουν την ίδια περίπου συμπεριφορά, την πρόκληση βλάβης επί ξένης περιουσίας με την οποία τελεί σε «ειδική» σχέση εκείνος που την διαχειρίζεται.
ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ
Το έγκλημα της απιστίας έχει καταρχάς την ιδιαιτερότητα ότι δεν τελείται από τον οποιοδήποτε αλλά μόνο από πρόσωπο το οποίο έχει βάσει νόμου ή δικαιοπραξίας την επιμέλεια- διαχείριση ξένης περιουσίας. Το πρόσωπο που εγκληματεί μπορεί να έχει διαφορετικές ιδιότητες: μπορεί να είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, άτομο που προσλήφθηκε από την εταιρεία για να τελέσει μία συγκεκριμένη και μόνο διαχειριστική ενέργεια ή άτομο στο οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο ανέθεσε για ορισμένο χρόνο τη διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων (το λεγόμενο υποκατάστατο όργανο).
Απιστία διαπράττεται από την στιγμή που προκληθεί βλάβη (οικονομική ζημία μη αμφισβητήσιμη και οριστική) σε ξένη περιουσία από πρόσωπο το οποίο την διαχειρίζεται κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης. Η βλάβη μπορεί να προκληθεί τόσο με ενέργεια (λ.χ. παίρνω ένα σοβαρό ρίσκο για την επιχείρηση με αποτέλεσμα να χαθεί σημαντικό κεφάλαιο) ή με παράλειψη (λ.χ. ο οικονομικός διευθυντής της εταιρείας αποφεύγει να πωλήσει ένα εκ των ακινήτων της σε πολύ υψηλή τιμή). Μπορεί επίσης η ζημία που θα προκληθεί στην ξένη περιουσία να είναι θετική, η περιουσία δηλαδή να είναι λιγότερη μετά την πλημμελή διαχειριστική ενέργεια ή να συνιστάται σε διαφυγόν κέρδος, να απέτρεψε δηλαδή η εσφαλμένη εταιρική ενέργεια την αύξηση της εταιρικής περιουσίας.
Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Ο πρόσφατος νόμος για τις ανώνυμες εταιρείες (ν. 4548/2018) προβλέπει ευθύνη «νόθο αντικειμενική» ευθύνη για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας. Νόθος αντικειμενική ευθύνη σημαίνει ότι ευθύνονται για κάθε διαχειριστικό πταίσμα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός εάν καταφέρει το ίδιο το υπαίτιο μέλος να ανταποδείξει ότι δεν ευθύνεται. Αυτό μπορεί να συμβεί:
- «…αν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου αποδείξει ότι κατέβαλε κατά την άσκηση των καθηκόντων του την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία που δραστηριοποιείται σε παρόμοιες συνθήκες. Η επιμέλεια αυτή κρίνεται με βάση και την ιδιότητα κάθε μέλους και τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί κατά το νόμο, το καταστατικό ή με απόφαση των αρμόδιων εταιρικών οργάνων.» ή,
- εάν οι επίμαχες πράξεις ή οι παραλείψεις στηρίζονται σε σύννομη απόφαση της γενικής συνέλευσης ή εν γένει σε εύλογη επιχειρηματική απόφαση.
Αυτός ο περίφημος κανόνας της επιχειρηματικής κρίσης προέρχεται ιστορικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και οδηγεί στην έλλειψη ευθύνης του μέλους του Δ.Σ. εάν αποφάσισε ορθώς με το κριτήριο του μέσου συνετού επιχειρηματία, με καλή πίστη και έχοντας συγκεντρώσει επαρκείς πληροφορίες προτού προβεί στην κρίσιμη για την περιουσία της εταιρείας διαχειριστική ενέργεια.
Συνδυάζοντας λοιπόν τις ρυθμίσεις του νόμου, τόσο στο ποινικό κομμάτι με το έγκλημα της απιστίας όσο και στο Δίκαιο των Εταιρειών με την ευμενή αντιμετώπιση του διαχειριστή ξένης περιουσίας που έδρασε σαν συνετός επιχειρηματίας, καταλαβαίνουμε ότι εάν πληρούται ο κανόνας της επιχειρηματικής κρίσης δεν στοιχειοθετείται σε καμία περίπτωση το έγκλημα της απιστίας. Το δυσάρεστο βέβαια είναι ότι παρά την αξία του κανόνα της επιχειρηματικής κρίσης η νομολογία των δικαστηρίων της χώρας μας δεν τον λαμβάνει υπόψη, με αποτέλεσμα αφενός να ποινικοποιείται αδίκως η εταιρική διαχείριση και αφετέρου να αποθαρρύνεται υπερβολικά το επιχειρηματικό ρίσκο (αποφυγή εκ μέρους των εταιρικών διοικητών τέλεσης πράξεων που είναι προφανώς προς όφελος της εταιρείας όπως η σύναψη συμβιβασμού).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΣΥΣΤΑΣΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΕΠΙ ΜΕΤΟΧΗΣ
Η επικαρπία συστήνεται, συνηθέστερα με σύμβαση ή, σπανιότερα, με χρησικτησία. Η μετοχή από την άλλη, υποδηλώνει τον τίτλο στον οποίο ενσωματώνεται-εμπίπτει, επομένως, στην έννοια του πράγματος. Ενσωματώνει, όμως παράλληλα και το μετοχικό δικαίωμα, εμπίπτει, επομένως, και στην έννοια του δικαιώματος.
Στη σύσταση επικαρπίας επί μετοχής εφαρμόζονται, κατ’ ακολουθίαν, οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα είτε περί επικαρπίας πράγματος είτε περί επικαρπίας δικαιώματος. Ο τρόπος σύστασης επικαρπίας επί μετοχών διαφοροποιείται, ειδικότερα, ανάλογα με τις επιμέρους διακρίσεις τους (ονομαστικές, άυλες και ανώνυμες).
Ως προς τις ονομαστικές μετοχές: Για τη σύσταση επικαρπίας επί ονομαστικών μετοχών, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1178 του Αστικού Κώδικα, δηλαδή οι διατάξεις για την επικαρπία δικαιώματος και απαίτησης. Για τη σύσταση επικαρπίας απαιτείται πρώτα απ’ όλα συμφωνία των μερών και κατόπιν παράδοση του τίτλου στον επικαρπωτή (κατά την έννοια της απλής παράδοσης κινητού πράγματος όπως αυτή ορίζεται στη διάταξη 1036 του Αστικού Κώδικα). Απαιτείται, τέλος, καταχώριση της επικαρπίας στο βιβλίο μετόχων για τη «νομιμοποίηση» του επικαρπωτή και των σχετικών δικαιωμάτων του έναντι της ΑΕ.
Ως προς τις άυλες μετοχές: Η σύσταση ενεχύρου επί άυλων μετοχών συνιστά σύσταση επικαρπίας επί δικαιώματος. Εφαρμόζονται ειδικές ρυθμίσεις,
Ως προς τις ανώνυμες μετοχές: Δεδομένης της κατάργησης των ανωνύμων μετοχών (από 1.1.2020), η προκείμενη αναφορά έχει ήδη ιστορική, μόνον, αξία. Σε περίπτωση επικαρπίας επί ανώνυμων μετοχών εφαρμόζονταν οι διατάξεις για την επικαρπία πράγματος. Συγκεκριμένα, συμφωνία των μερών και παράδοση της νομής, χωρίς υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένου τύπου.
Άσκηση δικαιώματος ψήφου κατά την επικαρπία μετοχών
Σε περίπτωση επικαρπίας επί μετοχών, ο ενεχυραστής έχει δικαίωμα κατά τη διάρκεια του ενεχύρου (εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά) να μετέχει στις ΓΣ και να ψηφίζει σ’ αυτές.
Είναι, επομένως, ενδεχόμενο:
(α) Το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη ΓΣ να ανήκει στον επικαρπωτή (επί έλλειψης, ειδικής, συμφωνίας ανάμεσα στον επικαρπωτή των μετοχών και τον (ψιλό) κύριο ή επί ύπαρξης αντιστοίχου περιεχομένου συμφωνίας τους).
(β) Το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη ΓΣ να ανήκει στον (ψιλό) κύριο: Προϋποτίθεται, όμως, σχετική συμφωνία του με τον επικαρπωτή των μετοχών καθώς επίσης και ανυπαρξία σχετικής καταστατικής απαγόρευσης [αν και πάντα είναι δυνατή η εξωεταιρική συμφωνία ψήφου μεταξύ επικαρπωτή και (ψιλού) κυρίου].
Άσκηση λοιπών μη περιουσιακών δικαιωμάτων
Εκείνος που φέρει το δικαίωμα ψήφου (συνηθέστερα ο επικαρπωτής) δικαιούται να ασκεί και τα μη περιουσιακά, μετοχικά δικαιώματα (ενδεικτικά: το δικαίωμα παράστασης στη ΓΣ, λήψης πληροφοριών και ακύρωσης απόφασης ΓΣ).
Αύξηση μετοχικού κεφαλαίου
Επί ονομαστικής αύξησης, η επικαρπία επί των νέων μετοχών καταλαμβάνει αυτοδικαίως και τις νέες μετοχές. Οι τελευταίες, εξάλλου, χορηγούνται χωρίς αντάλλαγμα στους μετόχους: η εν λόγω αύξηση δεν συνιστά αύξηση της εταιρικής περιουσίας της ΑΕ, αλλά λογιστική αναπροσαρμογή του υφιστάμενου μετοχικού της κεφαλαίου.
Επί πραγματικής αύξησης, λαμβάνει χώρα εισροή νέων περιουσιακών στοιχείων στην ΑΕ (σε αντίθεση με την ονομαστική όμοια). Συνυφασμένη με την πραγματική αύξηση είναι η άσκηση του δικαιώματος προτίμησης των μετόχων: ο (ψιλός) κύριος είναι εκείνος, μόνος αυτός, που δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης και να αποκτήσει (και) τις νέες μετοχές. Η επικαρπία φυσικά θα καταλαμβάνει και τις τελευταίες. Είναι δυνατή, πάντως, η άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος από τον επικαρπωτή -υπό την προϋπόθεση, όμως, σχετικής συμφωνίας.
Υποχρεώσεις και ευθύνη επικαρπωτή
Δεν ασκείται χωρίς περιορισμούς το δικαίωμα ψήφου στη ΓΣ, όταν φορέας του είναι ο επικαρπωτής. Οφείλει ο τελευταίος να μην το ασκεί καταχρηστικά. Να λαμβάνει υπόψη του, επίσης, τα εύλογα συμφέροντα του (ψιλού) κυρίου αλλά και τον σκοπό σύστασης της επικαρπίας.
Σε περίπτωση παραβίασης των συγκεκριμένων υποχρεώσεων του επικαρπωτή είναι δυνατό να θεμελιωθεί (ενδοσυμβατική ή/και αδικοπρακτική) ευθύνη σε βάρος του.
Η σύσταση επικαρπίας επί μετοχών δεν παρέχει, μόνον, προνόμια στον επικαρπωτή. Συνιστά, δυνητικά, δραστική επέμβαση (με πολλαπλές/εξαιρετικά σημαντικές συνέπειες) στη ζωή και ισορροπίες της ΑΕ αλλά και στην περιουσία του (ψιλού) κυρίου-μετόχου. Αναγκαίο, κατά τούτο, να λαμβάνονται οι αναγκαίες πρόνοιες τόσο στο πλαίσιο καταστατικών ρυθμίσεων όσο και κατά τη σύσταση της επικαρπίας. Οι συνέπειες, σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί να είναι δυνητικά ιδιαίτερα προβληματικές.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΜΕΛΟΥΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
Μετά τις πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις στον χώρο του Εταιρικού Δικαίου, η Γενική Συνέλευση μοιάζει να έχει τον κυρίαρχο ρόλο σε μία ανώνυμη εταιρεία. Ωστόσο, το όργανο που πρωταγωνιστεί στην πραγματικότητα είναι το Διοικητικό Συμβούλιο, μιας και δικαιούται να συγκαλεί εκτάκτως την Συνέλευση αλλά και να λαμβάνει τις πιο κρίσιμες, τελικά αποφάσεις και να κατευθύνει τη δράση της εταιρείας. Εκλεγέντα ή διορισθέντα μέλη του Δ.Σ. χάνουν την ιδιότητά τους σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις.
I.Μέλος του Δ.Σ. καταρχάς, χάνει την ιδιότητά του μόλις λήξει ο χρόνος της θητείας του. Χάριν της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας, ο χρόνος της θητείας μπορεί να ορίζεται εν μέρει ελεύθερα από το καταστατικό, δεν μπορεί όμως να υπερβαίνει την εξαετία. Αν τυχόν το καταστατικό προβλέπει μεγαλύτερη της εξαετίας διάρκεια θητείας, τότε και πάλι ισχύει νομίμως μόνο εξαετής θητεία. Προς διασφάλιση βέβαια της εύρυθμης λειτουργίας της εταιρείας, η θητεία των μελών του Δ.Σ. παρατείνεται μέχρι να συγκληθεί και να αποφασίσει για τον διορισμό των επόμενων μελών η Γενική Συνέλευση.
II.Άλλοι λόγοι απώλειας της ιδιότητας του μέλους του Δ.Σ. είναι προσωποπαγείς και αφορούν τις περιπτώσεις της παραίτησης (συνήθως απαιτείται να γίνεται με έγγραφη δήλωση του παραιτούμενου μέλους), του θανάτου, της θέσης σε δικαστική συμπαράσταση ή της πτώχευσης του μέλους.
III.Διαφορετική είναι η περίπτωση ανάκλησης μέλους του Δ.Σ. Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, κάθε μέλος του Δ.Σ. είναι ελεύθερα ανακλητό, είτε από την Γενική Συνέλευση είτε από τους μετόχους που το διόρισαν και συγκεκριμένα, στην δεύτερη περίπτωση, μετόχων που εκπροσωπούν το 1/10 του καταβληθέντος μετοχικού κεφαλαίου. Απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης ανάκλησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας της εταιρείας καθώς και η συνδρομή σπουδαίου λόγου (λ.χ. πταίσματος κατά την άσκηση των καθηκόντων του), στο πρόσωπο του διορισθέντος μέλους.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει στην ως άνω περίπτωση, το γεγονός ότι αναλόγως της σχέσης που υφίσταται μεταξύ του μέλους του Δ.Σ. και της ανώνυμης εταιρείας ενδέχεται η τελευταία να ευθύνεται- μετά την ανάκληση- σε αποζημίωση του μέλους του Δ.Σ., ιδίως όταν συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Αντιθέτως, εάν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν έχει συναφθεί, και, το μέλος του Δ.Σ. και η Α.Ε. συνδέονται παραδείγματος χάριν με σύμβαση εντολής ή έργου, η εταιρεία δεν οφείλει μετά την ανάκληση να καταβάλει στο μέλος του Δ.Σ. την λεγόμενη «αποζημίωση απόλυσης».
IV.Τέλος, σε περίπτωση λύσης της ανώνυμης εταιρείας, το Δ.Σ. παύει να υπάρχει ως όργανο και τις δράσεις του αναλαμβάνουν οι διοριζόμενοι από την Γενική Συνέλευση εκκαθαριστές. Μέχρι όμως να διορισθούν οι εκκαθαριστές, τα μέλη του Συμβουλίου συνεχίζουν την άσκηση της διαχείρισης. Εξαιρείται η περίπτωση όπου η Α.Ε. λύεται συνεπεία πτωχεύσεως.
Σαφές πρέπει να γίνει ότι ακόμη και το ελλιπές/«κολοβό» Δ.Σ. δεν σταματά τη λειτουργία του. Το μέλος που για κάποιον από τους παραπάνω λόγους έχασε την ιδιότητά του, αναπληρώνεται άμεσα από κάποιο από τα αναφερόμενα στο καταστατικό της εταιρείας αναπληρωματικά μέλη. Αν το καταστατικό δεν προβλέπει σχετικά, μπορεί ο διορισμός των αναπληρωτών να γίνει από το υπάρχον Δ.Σ., εφόσον τα μέλη του είναι τουλάχιστον τρία, ή από την επόμενη Γενική Συνέλευση που θα συγκληθεί.
Όπως δε ο διορισμός, έτσι και η απώλεια της ιδιότητας του μέλους του Δ.Σ. υποβάλλεται σε δημοσιότητα στον διαδικτυακό τόπο του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.ΜΗ.), ενέργεια ωστόσο, που έχει χαρακτήρα δηλωτικό και όχι συστατικό (υποχρεωτικό).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΤΑΙΡΙΚΩΝ ΜΕΡΙΔΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΕ ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ
Κύριο και ουσιώδες γνώρισμα του εταιρικού μορφώματος της Ε.Π.Ε. αποτελεί η συνύπαρξη στοιχείων που προσιδιάζουν τόσο στις προσωπικές, όσο και στις κεφαλαιουχικές εταιρίες. Η εν λόγω συνύπαρξη αντανακλάται έντονα στο ζήτημα του κληρονομητού της εταιρικής συμμετοχής και των εταιρικών μεριδίων, στο οποίο ο νομοθέτης φαίνεται να προσανατολίζεται περισσότερο προς τα κεφαλαιουχικά στοιχεία της Ε.Π.Ε. εισάγοντας διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, από τις οποίες δεν χωρεί απόκλιση. Το κληρονομητό της εταιρικής συμμετοχής και των εταιρικών μεριδίων θεμελιώνεται στον Ν.3190/1955, όπως ισχύει σήμερα, και στην πρόβλεψη ότι ο θάνατος εταίρου δεν επιφέρει την λύση της εταιρίας.
Όσον αφορά την μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου, ο Ν.3190/1995 ορίζει πως δεν δύναται με καταστατική διάταξη να απαγορευτεί η μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου αιτία θανάτου και ότι, στην περίπτωση που υφίσταται πρόβλεψη τέτοιου περιεχομένου, αυτή είναι αυτοδικαίως άκυρη και δεν επιφέρει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Μέσω της ανωτέρω πρόβλεψης ο νομοθέτης προβαίνει στην στάθμιση ενός ζεύγους αντιτιθέμενων συμφερόντων, αφενός αυτών των κληρονόμων να υπεισέλθουν στην εταιρία, αφετέρου αυτών των εταίρων και του δικαιώματος τους να αποφασίζουν για την είσοδο νέων προσώπων, όπου και φαίνεται να προκρίνει αυτά των πρώτων. Σχετικά με την κληρονομική διαδοχή, σε περίπτωση όπου δεν υπάρχει διαθήκη, αυτή επέρχεται με τον θάνατο του κληρονομούμενου εταίρου, ενώ, στην περίπτωση όπου υφίστανται περισσότεροι του ενός κληρονόμοι, αυτοί αποκτούν τα εταιρικά μερίδια και την μερίδα συμμετοχής κατ’ ιδανικά μέρη και δημιουργείται μεταξύ τους κοινωνία δικαιώματος.
Εντούτοις, ο προσωπικός χαρακτήρας της Ε.Π.Ε. στο εξεταζόμενο ζήτημα δεν κάμπτεται εντελώς. Συγκεκριμένα καίτοι η εταιρία δεν μπορεί να απαγορεύσει την μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου αιτία θανάτου, εντούτοις μπορεί, εφόσον βέβαια υπάρχει αντίστοιχα καταστατική πρόβλεψη να υποδεικνύει η ίδια συγκεκριμένο πρόσωπο για την εξαγορά των εταιρικών μεριδίων του κληρονόμου, σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν επιθυμεί την παραμονή του στην εταιρία. Σε αυτήν την περίπτωση, η υπόδειξη μπορεί να γίνει μέσα σε ένα μήνα από την εγγραφή της μεταβίβασης αιτία θανάτου στο βιβλίο εταίρων, με σχετική δήλωση προς τον κληρονόμο ή κληροδόχο. Η δε αποτίμηση της αξίας του μεταβιβασθέντος εταιρικού μεριδίου, μπορεί να λάβει χώρα με δύο τρόπους: α) μεταξύ συμφωνίας μεταξύ των κληρονόμων και της εταιρίας και β) με δικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας της εταιρίας, το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ
Έμποροι και επιχειρήσεις ακόμα και διαφορετικές εταιρείες μπορούν να συνεργαστούν σε κοινό εμπορικό σκοπό μέσω κοινοπραξίας. Η συνεργασία δύο ή περισσότερων εμπόρων (ατομικών επιχειρήσεων ή και εταιριών) μπορεί να γίνει και με τη μορφή της κοινοπραξίας. Οι σχέσεις που διαμορφώνονται πρέπει να αποτυπωθούν σε συμφωνία των συνεργαζόμενων προσώπων και με αυτόν τον τρόπο θα ρυθμίζονται οι σχέσεις τους με τους τρίτους αλλά και μεταξύ τους.
Η συνεργασία που εκδηλώνεται ως κοινοπραξία αντιμετωπίζεται είτε ως ομόρρυθμη εταιρεία είτε ως αστική εταιρεία είτε και ως άλλο είδος εμπορικής εταιρείας του οποίου ο τύπος προβλέπεται συγκεκριμένα από το νόμο.
Αναλόγως της διαμόρφωσης της συμφωνίας και του εταιρικού τύπου που επιλέγουν τα μέρη για τη συνεργασία τους επέρχονται και διαφορετικές συνέπειες και αποτελέσματα ως προς τις υποχρεώσεις της κοινοπραξίας και των συνεργαζόμενων προσώπων.
Στο δίκαιο των εταιρειών υπό ευρεία έννοια, δηλαδή των ενώσεων προσώπων, που συνιστώνται με σύμβαση και επιδιώκουν κοινό σκοπό με τη συμβολή των μελών τους, δεν προβλέπεται η κοινοπραξία ως ιδιαίτερος τύπος.
Αφότου, εμφανίσθηκε και δρα στην πράξη, η κοινοπραξία είναι δυνατόν να έχει το χαρακτήρα είτε αστικής εταιρείας, εάν από τη φύση και το σκοπό της δεν είναι εμπορική, οπότε δεν θα έχει νομική προσωπικότητα και θα διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 741 επ. ΑΚ. είτε εμπορικής εταιρείας, οπότε εμπίπτει στο πεδίο του εμπορικού δικαίου και θα πρέπει να υπαχθεί σε έναν από τους εταιρικούς τύπους, που αναγνωρίζονται από αυτό, γιατί στις εταιρείες του εμπορικού δικαίου, για λόγους προστασίας των τρίτων, αλλά και των εταίρων, ισχύει η αρχή του κλειστού αριθμού, σύμφωνα με την οποία αποκλείεται η υιοθέτηση άλλου τύπου εταιρείας, διαφορετικού από εκείνους, που αυτό αναγνωρίζει.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρον 741 Α. Κ.. 20 ΕΝ και 2 του Β. Δ. της 2/14-5-1835 "Περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων". συνάγεται ότι η κοινοπραξία, η οποία, με ιδιαίτερη επωνυμία ή με τα ονόματα όλων των μελών της, αναλαμβάνει, ως ανάδοχος, την εκτέλεση τεχνικού έργου, το οποίο, κατά τα ουσιώδη στοιχεία του. αποτελεί επιχείρηση χειροτεχνίας και επομένως αντικειμενικά εμπορική πράξη, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, έχει το χαρακτήρα ομόρρυθμης εταιρείας.
Εάν όμως αυτή δεν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕΝ, για τις ομόρρυθμες εταιρείες, διατυπώσεις δημοσιότητας, λειτουργεί ως ομόρρυθμη εταιρία «εν τοις πράγμασι», με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό, δηλαδή εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας σε όλη του την έκταση, ως προς τη διαχείριση της εταιρίας, την ευθύνη των εταίρων, τη λύση και τις συνέπειες αυτής.
Έτσι, ισχύει η απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων και ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, ο οποίος καθιερώνεται, επί ομόρρυθμης εταιρίας, με τη διάταξη του άρθρου 22 ΕΝ. Κατ' αυτόν κάθε ομόρρυθμος εταίρος μπορεί μόνος του να δεσμεύει την εταιρία, ανεξάρτητα από τη σύμπραξη ή ακόμη και την εναντίωση των άλλων. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση είναι ενδοτικού δικαίου και ως εκ τούτου επιτρέπεται στους ομόρρυθμους εταίρους να περιλάβουν στο καταστατικό ρυθμίσεις που παρεκκλίνουν από το νόμο. Έτσι, μπορούν να ορίσουν ότι η εκπροσώπηση της εταιρίας θα γίνεται από περισσότερους, ενεργούντες χωριστά ή από κοινού.
Εφόσον όμως η ομόρρυθμη εταιρία δεν υποβληθεί στις διατυπώσεις της δημοσιότητας, τις σχετικές καταστατικές ρυθμίσεις που αποκλίνουν από τη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 22 ΕΝ. δεν μπορούν να επικαλεστούν οι εταίροι έναντι των τρίτων και ως εκ τούτου έναντι αυτών ισχύει σε κάθε περίπτωση, ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης.
Η έλλειψη δε διατυπώσεων δημοσιότητας, δεν αναπληρώνεται ούτε από τη δημόσια άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, ούτε από την κατάθεση - αντιγράφου του καταστατικού στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Επομένως στην ανωτέρω περίπτωση, τα μέλη της κοινοπραξίας ευθύνονται απεριόριστα και εις ολόκληρον με αυτήν για τις υποχρεώσεις της, δηλαδή υπάρχει μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΣΚΟΠΟΥ
Ο Ευρωπαϊκός Όμιλος Οικονομικού Σκοπού είναι ένας θεσμός ευρωπαϊκού εταιρικού δικαίου που έχει ως σκοπό την διευκόλυνση της διασυνοριακής συνεργασίας επιχειρήσεων και πάσης φύσεως φυσικών και νομικών προσώπων, με έδρα σε κάποιο κράτος-μέλος της Ένωσης, χωρίς να χρειάζεται να συστήσουν εταιρεία υπαγόμενη σε κάποιο από τα εθνικά τους δίκαια. Η σύστασή του μέσω ενωσιακού Κανονισμού (2137/29185)-δεν είναι πρόσφατη- προτάθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ήταν αναμενόμενη, με αναμφισβήτητο δεδομένο το άνοιγμα των αγορών και τη διεθνοποίηση της οικονομίας.
Σκοπός του ομίλου θα είναι η ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων-μελών του μέσω της συνένωσης των πόρων και των ικανοτήτων τους. Με τον τρόπο αυτό θα υπάρξουν καλύτερα αποτελέσματα απ' ό,τι αν το κάθε μέλος ενεργούσε μεμονωμένα, οπότε θα αργούσε σίγουρα περισσότερο να εδραιωθεί στην αγορά.
Τα μέλη ενός Ε.Ο.Ο.Σ. θα πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο, προερχόμενα από διαφορετικά κράτη-μέλη. Μπορεί να πρόκειται για εταιρείες και άλλες νομικές οντότητες ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, που έχουν συσταθεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία μιας χώρας της ΕΕ και έχουν την έδρα τους επίσης σε κάποιο κράτος της Ένωσης. Μπορεί να αποτελείται από φυσικά πρόσωπα τα οποία ασκούν βιομηχανική, εμπορική, βιοτεχνική ή γεωργική δραστηριότητα ή δραστηριότητα ελευθερίου επαγγέλματος.
Η σύσταση του Ε.Ο.Ο.Σ. γίνεται με σύμβαση. Για να είναι έγκυρη η σύμβαση σύστασης θα πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεωτικά κάποια στοιχεία όπως την επωνυμία, την έδρα, το σκοπό και την διάρκεια του ομίλου (όταν αυτή δεν είναι αόριστη), καθώς και το όνομα, τον αριθμό και τον τόπο εγγραφής-εφόσον υπάρχει-κάθε μέλους του ομίλου. Η σύμβαση αυτή θα πρέπει να κατατεθεί στο μητρώο που έχει υποδείξει κάθε χώρα της Ένωσης (συνεπώς σε αντίστοιχο αριθμό μητρώων με τον αριθμό των κρατών προέλευσης των μελών που απαρτίζουν τον όμιλο). Με την εν λόγω καταχώρηση στο μητρώο, παρέχεται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα στον ΕΟΟΣ στο έδαφος της Ένωσης. Στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης επίσης, θα πρέπει να δημοσιεύεται ανακοίνωση σχετικά με τη σύσταση ή την εκκαθάριση ενός ΕΟΟΣ.
Μεγάλο προσόν που χαρίζει ευελιξία στον Ευρωπαϊκό Όμιλο Οικονομικού Σκοπού είναι ότι δεν θα πρέπει απαραίτητα να συστήνεται με κεφάλαιο, τα μέλη του δηλαδή είναι ελεύθερα να χρησιμοποιήσουν εναλλακτικές μεθόδους χρηματοδότησης του ομίλου. Διαθέτει περαιτέρω, ευελιξία και στο κομμάτι της εσωτερικής του διαμόρφωσης καθώς με τη σύμβαση σύστασης του ομίλου, είναι δυνατόν να απονέμονται σε ορισμένα μέλη περισσότερες ψήφοι, υπό τον όρο ότι κανένα μέλος δεν έχει την πλειοψηφία των ψήφων, δεν ισχύει δηλαδή κατ’ απόλυτο τρόπο η αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης για τα μέλη του ομίλου. Στον ευρωπαϊκό κανονισμό ρύθμισης δε, αναφέρονται κάποιες αποφάσεις που πρέπει να λαμβάνονται με ομοφωνία υποχρεωτικά.
Ο Ε.Ο.Ο.Σ. πρέπει να έχει τουλάχιστον δύο όργανα τα μέλη του που ενεργούν συλλογικά υπό την μορφή συνέλευσης και τον διαχειριστή ή τους διαχειριστές του, οι οποίοι δρουν επ' ονόματί του και τον δεσμεύουν με τις ενέργειές τους έναντι τρίτων, ακόμη και όταν οι πράξεις τους δεν εμπίπτουν στους στόχους του ομίλου.
Στόχος του ομίλου τέλος, δεν είναι να πραγματοποιεί ο ίδιος κέρδη. Κέρδη του θεωρούνται κέρδη των μελών του, τα οποία κατανέμονται μεταξύ τους κατά την αναλογία που προβλέπεται στη συστατική σύμβαση ή, εάν δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση κατά ίσα μέρη. Τα κέρδη ή οι ζημίες ενός Ε.Ο.Ο.Σ. είναι φορολογητέα στα μέλη του. Συνεπεία όμως της συμβατικής ελευθερίας των μελών του Ε.Ο.Ο.Σ. και του γεγονότος ότι δεν είναι υποχρεωμένα να καταβάλουν κάποιο ελάχιστο κεφάλαιο άμεσα κατά την ίδρυσή του, κάθε μέλος ευθύνεται αλληλεγγύως και απεριόριστα για τα χρέη του ομίλου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΙΔΡΥΣΗΣ ΤΩΝ OFF-SHORE ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ: ΤΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ & ΤΑ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ
Ο βομβαρδισμός των επιχειρηματιών στις μέρες μας με δυσβάσταχτους φόρους έχει καταστήσει συνήθη την ίδρυση των λεγόμενων «off-shore», ή, αλλιώς υπεράκτιων εταιρειών. Μία off-shore εταιρεία ιδρύεται σε μία χώρα που θεωρείται φορολογικός παράδεισος, για τον λόγο ότι εκεί θα επιβαρυνθεί με φορολογία σημαντικά χαμηλότερη, σε σύγκριση με την φορολογία λ.χ. στην Ελλάδα. Δεν είναι επίσης σπάνιο μία υπεράκτια εταιρεία να ιδρύεται με σκοπό την κάλυψη εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Ι. ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ
Πέρα από την προσφερόμενη δυνατότητα να καλύψει κανείς τα παράνομα έσοδά του ιδρύοντας μία off-shore εταιρεία, μπορεί αντιστοίχως με απόλυτα νόμιμο τρόπο να κάνει ορισμένες έξυπνες επιχειρηματικές κινήσεις που θα αποβούν κερδοφόρες μελλοντικά. Ένα δε από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της υπεράκτιας εταιρείας, είναι ότι δεν χρειάζεται ο επιχειρηματίας που την ιδρύει να λάβει θέση εμφανούς εταίρου. Μπορεί έναντι αυτού να διορίσει ένα δεύτερο πρόσωπο ως διευθυντή της εταιρείας, έτσι ώστε να διασφαλίσει την ανωνυμία του, πάντα διατηρώντας την δυνατότητα να δημιουργήσει περισσότερες από μία offshore εταιρείες σε διαφορετικά κράτη, κρατώντας ανωνυμία για κάθε μία από αυτές.
Για την διαχείριση μιας υπεράκτιας εταιρείας περαιτέρω, δεν απαιτείται η αυτοπρόσωπη παρουσία του ιδρυτή/ιδιοκτήτη της, αλλά μπορεί να διορισθεί για την τέλεση διαφόρων διαδικαστικών ενεργειών ένας δικηγόρος ως «αντίκλητος». Η ανωνυμία του ιδρυτή σε συνδυασμό με την ανάθεση ενεργειών μίας off-shore εταιρείας σε εντεταλμένο δικηγόρο, αποτελούν συνδυαστικά το σπουδαιότερο πλεονέκτημά της, αφού εξασφαλίζεται και ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων του ιδρυτή της.
Πόλο έλξης για τους επιχειρηματίες αποτελεί φυσικά και η σημαντικά μειωμένη τους φορολογία, ο λόγος άλλωστε για τον οποίο έχουν γίνει και γνωστές. Η μηδενική ή εξαιρετικά χαμηλή φορολογία επί των εισοδημάτων που προσφέρουν, δίνει στην εταιρεία τη δυνατότητα να αυξήσει πιο εύκολα τα έσοδά της. Ζωντανό είναι το παράδειγμα των νησιών Cayman, όπου υπάρχει μηδενική φορολογία, δηλαδή ο εταιρικός φόρος είναι στο 0%, όπως επίσης μηδενικός είναι και ο φόρος εισοδήματος και ο φόρος ενοικίων.
Ένα ακόμη πλεονέκτημα οικονομικού χαρακτήρα των off-shore εταιρειών είναι τα χαμηλά λογιστικά έξοδα και οι ελάχιστες παρεμβάσεις που θα χρειαστεί να κάνει ο λογιστής, που θα αναλάβει την επίβλεψή τους. Φυσικά ένας λογιστής είναι απαραίτητος, αλλά οι διαδικασίες είναι απλές και δε θα προκύπτουν συχνά ανάγκες απασχόλησής του. Διατηρώντας μια offshore εταιρεία επιπροσθέτως, δεν είναι απαραίτητη η έκδοση οικονομικών αναφορών και των λεγόμενων ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, όπως γίνεται σχεδόν σε όλες τις υπόλοιπες μορφές εταιρειών στις περισσότερες χώρες παγκοσμίως. Τα στοιχεία της εταιρείας όπως για παράδειγμα η κερδοφορία, ο κύκλος εργασιών και τα έξοδα παραμένουν προστατευμένα, καθώς δεν υφίσταται υποχρέωση δημοσίευσής τους.
ΙΙ. ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ
Ως αντιστάθμισμα των πολλών πλεονεκτημάτων της, η υπεράκτια εταιρεία έχει το αρνητικό στοιχείο ότι συχνά υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί σχετικά με το είδος της επιχείρησης, που μπορεί να ασκεί, χωρίς την ανάγκη για λήψη κάποιας ειδικής άδειας. Για ευνόητους λόγους επίσης, λογική και αναμενόμενη είναι η πιο αυστηρή αντιμετώπισή τους από τα πιστωτικά ιδρύματα. Για παράδειγμα, για να ανοίξει κάποιος τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα μιας υπεράκτιας εταιρείας, ώστε να συμμορφώνεται με τους σχετικούς κανονισμούς κατά του ξεπλύματος χρήματος, η τράπεζα θα απαιτεί κατά κανόνα τα έγγραφα επαλήθευσης της ταυτότητας από τους υπογράφοντες στο λογαριασμό καθώς και μία ή περισσότερες επαγγελματικές συστατικές επιστολές από έναν πληρεξούσιο, ένα λογιστή ή ακόμα και έναν τραπεζίτη που θα γνωρίζει τον δικαιούχο ιδρυτή.
.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΔΙΑΦΩΝΙΕΣ ΕΤΑΙΡΩΝ ΣΕ ΜΙΑ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ Ή ΕΤΕΡΡΟΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ – ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΝΟΥΝΤΟΣ ΕΤΑΙΡΟΥ
Σε μία ομόρρυθμη ή ετερρόρυθμη εταιρεία είναι σύνηθες να υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες και αντιδικίες ως προς την διαχείριση, την εκπροσώπηση της εταιρείας, τις συναλλαγές και τις εταιρικές επιλογές. Ο νομοθέτης έχει καλύψει κάθε δυνατή τέτοια προβληματική περίπτωση και έχει εισάγει συγκεκριμένη δικαστική επίλυση του όποιου προβλήματος ανακύπτει.
Μία εκ των λύσεων για την επίλυση των διαφωνιών είναι η απομάκρυνση του διαφωνούντος εταίρου, με δύο τρόπους:
- Είτε επιλέγει ο ίδιος να εξέλθει και να φύγει από την εταιρεία
- Eίτε επιλέγει κάποιος άλλος εταίρος την δικαστική προσφυγή για να εκδιωχθεί ο εταίρος από την εταιρεία
Στην πρώτη περίπτωση ο εταίρος που διαφωνεί επιλέγει να φύγει από την εταιρεία (έξοδος εταίρου). Φυσικά δεν θα χαρίσει την μερίδα του και την εταιρική του συμμετοχή στους άλλους άλλους εταίρους. Θα αποζημιωθεί πλήρως και αυτό γίνεται με δικαστική εκτίμηση της εταιρικής του συμμετοχής-μερίδας και με καταβολή χρημάτων σε αξία όση και η αξία της μερίδας του στην εταιρεία. Μάλιστα ο υπολογισμός γίνεται όχι με στενά λογιστική αποτίμηση (φορολογική αποτίμηση) αλλά με συνυπολογισμό και άλλων υπεραξιών όπως η πελατεία, τα διαφυγόντα κέρδη του μέλλοντος, η δυναμική της εταιρείας κλπ.
Στην δεύτερη περίπτωση που ο εταίρος που διαφωνεί δεν επιθυμεί να εξέλθει και να φύγει μόνος του, ο νομοθέτης έχει εισάγει με αυστηρές προϋποθέσεις την δικαστική δυνατότητα των άλλων εταίρων να τον απομακρύνουν από την εταιρεία.
Δηλαδή οι άλλοι εταίροι έχουν την επιλογή να προβούν σε αποκλεισμό-απομάκρυνση του εταίρου από την εταιρεία.
Και πάλι χρειάζεται δικαστική απόφαση και πάλι ο εταίρος αυτός θα αποζημιωθεί για την εταιρική μερίδα που χάνει αλλά οι άλλοι εταίροι θα μπορούν να συνεχίσουν μόνοι τους την λειτουργία της εταιρείας τους.
Η ύστατη λύση είναι η λύση και εκκαθάριση της εταιρείας, αν καμία από τις παραπάνω επιλογές δεν είναι δυνατή.
Φυσικά δυνατή είναι και η αντικατάσταση ενός διαχειριστή-εκπροσώπου από την εταιρεία, δηλαδή η απομάκρυνσή του από την διοίκηση αλλά χωρίς να απομακρυνθεί και από την εταιρεία ως εταίρος.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ
Σύμφωνα με το άρθρο 69 ΑΚ είναι δυνατός ο δικαστικός διορισμός προσωρινής διοίκησης νομικού προσώπου, κατά την διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας, για συγκεκριμένους περιοριστικά απαριθμούμενους στην διάταξη λόγους.
Eιδικότερα, με την διάταξη αυτή, η οποία έχει όλως εξαιρετικό και επικουρικό χαρακτήρα και ελέγχεται υπό το πρίσμα της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, επιδιώκεται η προστασία των συμφερόντων του νομικού προσώπου, λαμβαονμένης υπόψιν της μεγάλης σημασίας που έχει η ομαλή του λειτουργία στην εν γένει άσκηση της οικονομικής του δραστηριότητας. Προσωρινή διοίκηση ορίζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου: α) λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για την διοίκηση του νομικού προσώπου ή β) τα συμφέροντα των τελευταίων συγκρούονται με αυτά του νομικού προσώπου.
Πιο συγκεκριμένα, έχει νομολογιακά κριθεί ότι η παραπάνω έλλειψη της διοίκησης μπορεί να είναι είτε πλασματική, όταν, μεταξύ άλλων, οφείλεται σε δυστροπία, κακοβουλία ή διαφωνίες των μελών του διοικητικού συμβουλίου, άρνηση ή αδιαφορία τους για την άσκηση των αναγκαίων πράξεων διοίκησης, είτε πραγματική, σε περιπτώσεις θανάτου, βαριάς ασθένειας ή μακρόχρονης απουσίας του μέλους της διοίκησης, είτε νομική, λόγου χάριν σε περιπτώσεις παραίτησης, έστω και σιωπηρής, μέλους του διοικητικού συμβουλίου, ακύρωσης απόφασης της γενικής συνέλευσης ή λήξης της θητείας του διοικητικού συμβουλίου.
Αντίστοιχα, σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ μελών της διοίκησης υπάρχει ενδεικτικά σε περίπτωση αντιδικίας μεταξύ μέλους και νομικού προσώπου, σε περίπτωση σύναψης σύμβασης μεταξύ μέλους της διοίκησης και του νομικού προσώπου (άρθρο 66 ΑΚ), καθώς και σύναψης αυτοσύμβασης (άρθρο 235 ΑΚ), καθώς και σε περίπτωση άσκησης από τα μέλη της διοίκησης ανταγωνιστικής προς την εταιρεία δραστηριότητας ή συμμετοχής τους σε ανταγωνιστική εταιρεία.
Την αίτηση νομιμοποιείται να υποβάλει ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου οποιοσδήποτε δικαιολογεί έννομο συμφέρον, όπως λόγου χάριν οι μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας, τα ίδια τα μέλη της διοίκησης, αλλά και τρίτα πρόσωπα, τα οποία επιδιώκουν την άσκηση των δικαιωμάτων τους κατά της εταιρείας, μεταξύ των οποίων και η φορολογική αρχή.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Η «ΝΕΟΦΥΗΣ»-«START-UP» ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ, ΣΥΣΤΑΣΗ & ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ
Νεοφυής επιχείρηση (Start-Up) είναι ένας προσωρινός οργανισμός που σχηματίζεται με σκοπό την ταχεία ανάπτυξη, χρησιμοποιώντας ένα επαναλαμβανόμενο και «ικανό να επεκταθεί» επιχειρηματικό μοντέλο. «Start-Up» επιχείρηση θεωρείται επίσης μια εταιρεία σχεδιασμένη κατά τρόπο τέτοιο ώστε να αναπτύσσεται γρήγορα. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα λοιπόν των επιχειρήσεων αυτών αποτελούν ο ρυθμός ανάπτυξης τους και η καινοτομία.
Η συγκεκριμένη μορφή επιχειρήσεων, αν και μετρά ήδη αρκετές δεκαετίες ζωής, ήρθε πρόσφατα και πάλι στο προσκήνιο λόγω της πρόσφατης διεθνούς οικονομικής κρίσης, και μάλιστα για τις περισσότερες αγορές βρίσκεται σε στάδιο εκ νέου εξέτασης. Οι Start-Up επιχειρήσεις πρωτοεμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 κυρίως στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α., κοιτίδα εκατοντάδων καινοτόμων επιχειρήσεων σε πολλούς διαφορετικούς τομείς. Αφορμή για την δημιουργία τους έδωσε μια διαφωνία μεταξύ των εργαζομένων της επιχείρησης «Shockley Semiconductor» και του ιδρυτή της. Οι εργαζόμενοι αποχώρησαν από την εταιρεία και ξεκίνησαν να ιδρύουν νέες δικές τους εταιρείες, με τις φρέσκες τους ιδέες που έφεραν νέα δεδομένα στην αγορά, τα οποία τελικά αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν ακόμη και οι πρώην εργοδότες τους.
Η μέθοδος των Start-Ups διαδόθηκε με γοργούς ρυθμούς και το ενδιαφέρον για αυτές ενισχύθηκε με το ξεκίνημα της νέας χιλιετίας, όταν έκαναν την εμφάνισή τους οι διαδικτυακές «dot com» επιχειρήσεις, συνεπεία της ταχύτατης ανάπτυξης του διαδικτύου. Τα κριτήρια που καθιστούν μια επιχείρηση νεοφυή είναι τα ακόλουθα:
- Η αρχική μορφή της επιχείρησης πρέπει να είναι προσωρινή, καθώς το επενδυτικό πλάνο που καταρτίζεται γι’ αυτήν προβλέπει την εξέλιξη της σε κανονική-τυπική επιχείρηση (εταιρεία δηλαδή με την μορφή μιας εξ όσων προβλέπει ο νόμος, ομόρρυθμη, ανώνυμη κ.α.). Η μέση διάρκεια «ζωής» μιας Start-Up επιχείρησης είναι το ένα έτος καθώς σε δύο χρόνια το πολύ θα πρέπει να έχει αποκτήσει δομή και λειτουργίες κανονικής επιχείρησης. Ουσιαστικά, με την υλοποίηση του επενδυτικού πλάνου, οι ιδιοκτήτες θα πρέπει να αποφασίσουν τι είδους νομική μορφή θα πάρει το εγχείρημά τους. Συνηθέστερες νομικές μορφές που υιοθετούν οι Start-Up είναι -αν και έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε όλες τις υπάρχουσες εταιρικές μορφές- οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και οι ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες.
- Το επαναλαμβανόμενο μοντέλο που πρέπει να χρησιμοποιήσει η επιχείρηση αφορά το γεγονός ότι το προϊόν (ή η υπηρεσία) που θα δημιουργηθεί και θα «παρέχεται» από την αρχικώς νεοφυή επιχείρηση θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή να χρησιμοποιείται από τους πελάτες της εταιρείας χωρίς μετατροπές σε αυτό.
- Το κοινό στο οποίο απευθύνονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες της θα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλο ώστε να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης.
- Πρέπει να φέρει ένα καινοτόμο στίγμα και να συστήνεται με σκοπό να προσφέρει μια λύση σε συγκεκριμένο πρόβλημα ή μια επιθυμία των πελατών της και συνήθως σχετίζεται με προϊόντα και υπηρεσίες νέας τεχνολογίας που εξυπηρετούν σημαντικά σύγχρονες ανάγκες της καθημερινότητάς τους.
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ & ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ
Το ξεκίνημα μιας νεοφυούς επιχείρησης περιλαμβάνει την ιδέα της επιχειρηματικής ευκαιρίας, τον έλεγχο της επιχειρηματικής προοπτικής την ανάπτυξη ουσιαστικά του αρχικού προϊόντος και την ανεύρεση χρηματοδότησης. Χρειάζονται επίσης αποσαφήνιση των διαδικασιών και την οργάνωση μέσω συστημάτων διαχείρισης δεδομένων, την ανάπτυξη προϊόντος με βάση το επιχειρηματικό πλάνο και την αξιολόγηση της αγοράς, τη δημιουργία δικτύου πωλήσεων με βάση τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και την ανάπτυξη σχεδίου προώθησής του, την υποστήριξη και εξυπηρέτηση πελατών.
Οι Νεοφυείς επιχειρήσεις παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαμηλό κόστος υλοποίησης το οποίο συνδυάζεται με υψηλό οικονομικό ρίσκο αφενός αλλά και υψηλή απόδοση κερδών σε περίπτωση επιτυχίας αφετέρου. Η αναζήτηση και εν τέλει η λήψη χρηματοδότησης για μια «Start -Up» επιχείρηση μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω κεφαλαίων που ειδικά χρηματοδοτούν την ίδρυση και ανάπτυξη τέτοιου είδους επιχειρήσεων, όπως τα Openfund και StartTech Ventures διαφόρων τραπεζών, καθώς και τα κεφάλαια που προέρχονται από ειδικές χρηματοδοτικές πλατφόρμες Crowdfunding όπως τα Groopio , Give & Fund και άλλα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
