ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ – ΠΟΤΕ ΙΣΧΥΕΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΕΝΤΟΛΕΑ
Είναι σύνηθες φαινόμενο, στην καθημερινή δικηγορική και συμβολαιογραφική πρακτική, να ορίζεται κατά τη σύνταξη ενός πληρεξουσίου, ότι αυτό εξακολουθεί να ισχύει και για το μετά το θάνατο του εντολέα χρονικό διάστημα.
Κατά τη διάταξη τέλος του άρθρου 223 ΑΚ, η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με το θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα αυτού που την έδωσε ή αυτού που την έλαβε. Από τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής συνάγεται ότι, καθιερώνεται μεν ως κανόνας ότι η πληρεξουσιότητα παύει με το θάνατο αυτού που την έδωσε, ορίζεται όμως ότι δεν αποκλείεται το αντίθετο συνέχισή της δηλαδή και μετά το θάνατο του πληρεξουσιοδότη, αν αυτό προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη σύμβαση ή από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ή από τη φύση των δικαιοπραξιών που ανατίθενται στον πληρεξούσιο.
Στην περίπτωση αυτή, είτε πρόκειται για πληρεξουσιότητα που συνεχίζεται και μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, είτε παρέχεται για να ισχύσει μόνο μετά το θάνατό του (πληρεξουσιότητα μεταθανάτιας ενέργειας), είναι νόμιμη, έστω και αν η πράξη που πρόκειται να ενεργήσει ο πληρεξούσιος αναφέρεται στην μεταβίβαση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του πληρεξουσιοδότη (ΑΠ 1401/2019).
Από τη διάταξη του άρθρου 218 ΑΚ, που ορίζει ότι η πληρεξουσιότητα παύει με ανάκληση, η δε παραίτηση από το δικαίωμα ανάκλησης είναι άκυρη, εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου, και εκείνη του άρθρου 724 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, ενώ αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη, εκτός αν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου ή τρίτου συνάγεται ότι, ναι μεν η πληρεξουσιότητα και η τυχόν εντολή που αποκτάται με αυτήν είναι κατ` αρχήν ελευθέρως ανακλητή λόγω του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, όμως από το δικαίωμα της ανάκλησης χωρεί κατ` εξαίρεση παραίτηση, που καθιστά αμετάκλητη την πληρεξουσιότητα (και την εντολή), εφόσον αυτή αποσκοπεί στην αποκλειστική ή έστω και παράλληλη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του αντιπροσώπου ή τρίτου ή αν αφορά συνάμα το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και του πληρεξουσίου του (αντιπροσώπου) ή τρίτου, οπότε καθίστανται ανέκκλητες (ΑΠ 486/2017, ΑΠ 392/2006, ΑΠ 1108/1984).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 223 ΑΚ, η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με το θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα αυτού που την έδωσε ή αυτού που την έλαβε. Από τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής συνάγεται ότι, καθιερώνεται μεν ως κανόνας ότι η πληρεξουσιότητα παύει με το θάνατο αυτού που την έδωσε, ορίζεται όμως ότι δεν αποκλείεται το αντίθετο, συνέχισή της δηλαδή και μετά το θάνατο του πληρεξουσιοδότη, αν αυτό προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη σύμβαση ή από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ή από τη φύση των δικαιοπραξιών που ανατίθενται στον πληρεξούσιο.
Στην περίπτωση αυτή, είτε πρόκειται για πληρεξουσιότητα που συνεχίζεται και μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, είτε παρέχεται για να ισχύσει μόνο μετά το θάνατό του (πληρεξουσιότητα μεταθανάτιας ενέργειας), είναι νόμιμη, έστω και αν η πράξη που πρόκειται να ενεργήσει ο πληρεξούσιος αναφέρεται στην μεταβίβαση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του πληρεξουσιοδότη. Βέβαια, μετά το θάνατο οι δικαιοπραξίες του πληρεξουσίου με τρίτους, ή με τον εαυτό του σε περίπτωση αυτοσύμβασης, καταρτίζονται στο όνομα των κληρονόμων (ΑΚ 1710), που μπορούν φυσικά να ανακαλέσουν την πληρεξουσιότητα με τους ίδιους όρους που θα μπορούσε να το κάνει αυτός που την έδωσε.
Ακυρότητα τέτοιας πληρεξουσιότητας και της πράξης του πληρεξουσίου μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, μπορεί να δημιουργηθεί μόνο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με τη μεθόδευση αυτή καταστρατηγούνται αναγκαστικού δικαίου ορισμοί του κληρονομικού δικαίου, όπως είναι η απαγόρευση κληρονομικών συμβάσεων. Τέτοια όμως σύμβαση, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 368 ΑΚ, δεν αποτελεί ούτε η πληρεξουσιότητα ούτε η σύμβαση μεταβίβασης μετά το θάνατο του πληρεξουσιοδότη ειδικού περιουσιακού στοιχείου που δεν αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, αφού είναι δυνατόν, σε κάθε περίπτωση, να επιτευχθεί με σύμβαση αμετάκλητης δωρεάς αιτία θανάτου (άρθρα 2032, 2034 ΑΚ).
Επιπλέον, η μεταθανάτια αυτή πληρεξουσιότητα, που δίδεται για μεταβίβαση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου, αποτελεί ενοχική επιβάρυνση του αιτία θανάτου διαδόχου (κληρονόμου ή κληροδόχου), που μπορεί να γίνει νόμιμα όχι μόνο με διαθήκη, αλλά και ανεξάρτητα απ` αυτή, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με το άρθρο 1710 ΑΚ, η αποκλειστικότητα της διαθήκης για μεταβιβάσεις με αιτία το θάνατο περιορίζεται στην άμεση και αυτοδίκαιη μεταβίβαση σε περίπτωση θανάτου και όχι στις ενοχικές επιβαρύνσεις του αιτία θανάτου διαδόχου, που από καμιά διάταξη δεν απαγορεύεται να γίνουν και με άλλο τύπο, εκτός από τη διαθήκη, ενόψει της και συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας των συμβάσεων.
Αντίθετα, από τη διάταξη του άρθρου 368 εδ. α` ΑΚ, που ορίζει ότι "σύμβαση για την κληρονομία προσώπου που ζει είτε με το ίδιο είτε με τρίτο πρόσωπο είτε για ολόκληρη είτε για ποσοστό της, είναι άκυρη", συνάγεται ότι η προβλεπόμενη απ` αυτήν απόλυτη ακυρότητα πλήττει συμβάσεις, οι οποίες αφορούν στο σύνολο της κληρονομίας ή σε ποσοστό αυτής. Στις κατά την εν λόγω διάταξη απαγορευμένες πράξεις εμπίπτουν όχι μόνο οι χαριστικές, αλλά και οι επαχθείς (με αντάλλαγμα) περιουσιακές επιδόσεις. Ακόμη, η ίδια διάταξη, ναι μεν αναφέρεται σε σύμβαση, πλην όμως η σχετική απαγόρευση για την ταυτότητα του νομικού λόγου καταλαμβάνει και την πληρεξουσιότητα (ΑΠ 617/2004).
Επίσης, ανεξάρτητα από την ως άνω ρητή απαγόρευση της ΑΚ 368 εδ. α`, το ανεπίτρεπτο πράξεων εν ζωή, που ρυθμίζουν την τύχη της περιουσίας μετά θάνατον ως συνόλου ή ποσοστού της, προκύπτει και από την αποκλειστικότητα στο θέμα αυτό των διατάξεων του κληρονομικού δικαίου, το όλο πνεύμα των οποίων, αλλά και η σαφής πρώτη διάταξή του, δηλαδή η ΑΚ 1710 παρ.1, γνωρίζουν μόνο το νόμο ή τη διαθήκη ως μέσα που μπορούν να καθορίζουν τη μεταβίβαση της περιουσίας ενός προσώπου ως συνόλου ή ποσοστού της μετά το θάνατό του σε άλλο πρόσωπο, άρα δεν αναγνωρίζουν για το σκοπό αυτό άλλη δικαιοπραξία και ιδίως μάλιστα την πληρεξουσιότητα μεταθανάτιας ενέργειας. Η ελευθερία του διατιθέναι παρέχει άλλωστε στο διαθέτη ευρεία εξουσία ως προς το περιεχόμενο της διαθήκης και επομένως ως προς τη ρύθμιση της τύχης της περιουσίας μετά το θάνατο, ώστε να ικανοποιείται επαρκώς στο ζήτημα αυτό η ιδιωτική του αυτονομία.
Με τα δεδομένα αυτά η εντολή και πληρεξουσιότητα του πληρεξουσιοδότη προς τον πληρεξούσιο στο μέτρο που παρέχεται εξουσία διάθεσης του συνόλου της περιουσίας του πληρεξουσιοδότη ή ποσοστού της μετά το θάνατό του υπέρ ορισμένων προσώπων είναι άκυρη ως αντικειμένη στις διατάξεις των άρθρων 368 εδ. α` και 1710 παρ.1 ΑΚ και η τυχόν παρά ταύτα σύναψη σύμβασης από τον πληρεξούσιο δυνάμει αυτής της πληρεξουσιότητας θα κριθεί κατά τις ΑΚ 229 επ ΑΚ
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΚΟΥΣΙΑ ΝΟΣΗΛΕΙΑ (ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΗ) – ΤΙ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ -ΠΟΙΟΣ ΤΗΝ ΖΗΤΑ.
Ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και παραμονή του για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Ρυθμίζεται τόσο στον Αστικό Κώδικα όσο και από τους Ν. 2071/1992 και Ν. 2716/1999.
Ποιες οι προϋποθέσεις της και ο σκοπός της.
Προϋποθέσεις για τη θέση οποιουδήποτε προσώπου σε ακούσια νοσηλεία είναι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 95 παρ. 2 του Ν. 2071/1992, οι εξής:
- A) Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή.
- B) Να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του.
Γ) Η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια:
- είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, ή
- η νοσηλεία του ασθενή που πάσχει από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.
Καθίσταται εναργές ότι η ακούσια νοσηλεία λειτουργεί ως προληπτικό μέσο για την αποτροπή τέλεσης βίαιων εγκλημάτων από ψυχικά ασθενείς.
Ποιος εκκινεί την διαδικασία.
Την ακούσια νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν:
- Ο σύζυγός του.
- Ο συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα.
- Ο συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό.
- Όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του.
- Ο εισαγγελέας πρωτοδικών αυτεπάγγελτα σε επείγουσες περιπτώσεις και μόνο εφόσον δεν υφίσταται κανένα από τα ανωτέρω πρόσωπα.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 1687 Α.Κ. «Όταν η κατάσταση ενός προσώπου επιβάλλει την ακούσια νοσηλεία του σε μονάδα ψυχικής υγείας, αυτή γίνεται μετά από προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου και κατά τις διατάξεις ειδικών νόμων». Κατά συνέπεια, η ακούσια νοσηλεία είναι θεσμός δημοσίου δικαίου, αλλά περιγράφεται στον Αστικό Κώδικα και ρυθμίζεται περαιτέρω από διατάξεις ειδικών νόμων. Ο θεσμός, λοιπόν, δέχεται ουσιαστική ρύθμιση από ένα νομοθέτημα και συγχρόνως ρυθμίζεται δικονομικά με την εφαρμογή των διατάξεων της πολιτικής δικονομίας (εκούσια δικαιοδοσία).
Στον νόμο 2071/92 για τον «Εκσυγχρονισμό και την Οργάνωση Συστήματος Υγείας», ρυθμίζεται ειδικότερα και εκτενέστερα ο θεσμός της ακούσιας νοσηλείας. Πιο συγκεκριμένα, κατά το αρ. 95 παρ. 1 «Ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και η παραμονή του, για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Από την ακούσια νοσηλεία διακρίνεται η «φύλαξη» ασθενή με το άρθρο 69 επ. του Ποιν. Κώδικα. Η αντιμετώπιση τοξικομανών, διέπεται από ειδική νομοθεσία». Στο σημείο αυτό, χρήζει η παράθεση του περί «φύλαξης» ασθενή άρθρου 69 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, κατά το οποίο, «Αν κάποιος που τέλεσε αξιόποινη πράξη, η οποία απειλείται με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους, απαλλάχθηκε από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής (άρθρο 34), το δικαστήριο διατάσσει κατάλληλο για τη θεραπεία του μέτρο, εφόσον κρίνει ότι, εξαιτίας της κατάστασής του, υπάρχει κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κίνδυνος, αν αφεθεί ελεύθερος, να τελέσει και άλλα τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλήματα. Η διάταξη της απόφασης που αφορά στο θεραπευτικό μέτρο εκτελείται με φροντίδα της εισαγγελικής αρχής».
Όσον αφορά στις προϋποθέσεις για τη θέση οποιουδήποτε σε ακούσια νοσηλεία, αυτές αναφέρονται σωρευτικά στην παράγραφο 2 του άρθρου 95 του Ν. 2071/92 και είναι οι εξής: Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή, η οποία να τον καθιστά ανίκανο να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του και η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια είτε να αποκλεισθεί η θεραπεία του είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, ή η νοσηλεία ασθενή που πάσχει από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.
Συγχρόνως, στη παρ. 3 του αρ.95 προβλέπεται, ότι η αδυναμία ή ή άρνηση προσώπου να προσαρμόζεται στις κοινωνικές ή ηθικές ή πολιτικές αξίες, που φαίνεται να επικρατούν στην κοινωνία, δεν αποτελεί καθ' αυτή ψυχική διαταραχή.
Η διαδικασία για την ακούσια νοσηλεία κινείται κατόπιν απευθυνόμενης προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του φερόμενου ως ασθενή, αιτήσεως, του συζύγου, ή συγγενή σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενή εκ πλαγίου μέχρι και τον δεύτερο βαθμό ή όποιου έχει την επιμέλεια του προσώπου. Εάν δεν υπάρχει κάποιο από τα παραπάνω πρόσωπα, η ακούσια νοσηλεία διατάσσεται αυτεπάγγελτα από τον εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή. Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δυο ψυχιάτρων.
Ο εισαγγελέας αφού διαπιστώσει την συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων και εφόσον οι δυο ιατρικές γνωματεύσεις συνηγορούν υπέρ της ακούσιας νοσηλείας του φερόμενου στην αίτηση ως ασθενή, ο εισαγγελέας διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας που εδρεύει στον τόπο κατοικίας του ασθενή (εκτός αν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν την νοσηλεία του αλλού). Αν, ωστόσο, οι προαναφερθείσες γνωματεύσεις διαφέρουν μεταξύ τους, ο εισαγγελέας δύναται να εισάγει την αίτηση στο πολυμελές πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία του του αρ. 95 παρ. 6. Μάλιστα, στην περίπτωση που η διαδικασία κινείται αυτεπάγγελτα από το εισαγγελέα, ή σε περίπτωση άρνησης του φερόμενου ως ασθενή να εξεταστεί, ο εισαγγελέας δύναται να διατάξει την μεταφορά του δεύτερου για εξέταση και σύνταξη γνωματεύσεων σε δημόσια ψυχιατρική κλινική. Σε τρείς μέρες από την μεταφορά του ασθενούς στη κλινική, κατόπιν διαταγής του εισαγγελέα, ζητείται με αίτηση του τελευταίου, να επιληφθεί το πολυμελές πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, που συνεδριάζει εντός 10 ημερών «κεκλεισμένων των θυρών». Η απόφαση αυτή του πολυμελούς πρωτοδικείου προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα της έφεσης και της ανακοπής κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας.
Η ακούσια νοσηλεία παύει, εφόσον σταματήσουν να συντρέχουν οι ως άνω αναφερόμενες προϋποθέσεις του αρ. 95 του Ν. 2071/1992. Βέβαια, η διάρκεια της νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες (πλην εξαιρετικών περιπτώσεων που η κατάσταση του ασθενούς χρήζει παράτασης της νοσηλείας κατά τα προβλεπόμενα στο αρ.99 παρ. 4). Μετά την πάροδο των τριών πρώτων μηνών της νοσηλείας, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής και άλλος ένας ψυχίατρος του τομέα ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο εισαγγελέας δικαιούται να διαβιβάσει την έκθεση αυτή στο πολυμελές πρωτοδικείο της περιφέρειάς του με αίτησή του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η Ακούσια νοσηλεία.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΟΡΦΗΣ
Η προηγούμενη νομική μορφή μιας υπάρχουσας επιχείρησης, μπορεί να μετατραπεί σε άλλη εταιρική μορφή. Αυτό ονομάζεται μετατροπή εταιρίας, έννοια υπό την οποία εμφανίζεται και στους σχετικούς νόμους. Η Ελλάδα δεν έχει ένα πρότυπο του νόμου που αφορά γενικά σε μετασχηματισμούς. Μερικές από τις σχετικές ρυθμίσεις περιέχονται στο Κ.Ν. 2190/1920 (άρθρο 66, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 2339/1995 και το άρθρο 67, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 409 / 1986). Οι σχετικές ρυθμίσεις, επίσης, προβλέπονται και στο ν. 3190/1955 (άρ. 51, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 2339/1995 και άρ. 53).
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, οι εμπορικές εταιρίες με έδρα στην Ελλάδα μπορούν να μετασχηματιστούν μέσω της συγχώνευσης, διάσπασης (διάσπαση, απόσχιση), μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων ή την αλλαγή της νομικής μορφής (μετατροπή).
Σύμφωνα με το άρθρο 51 ν. 3190/1955 και το άρθρο 66 ν. 2190/1920, η μετατροπή μίας ανώνυμης εταιρείας σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης γίνεται με συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία εγκρίνεται η μετατροπή από τη γενική συνέλευση των εταίρων της εταιρίας που επιθυμεί να αλλάξει νομική μορφή, μετά από προηγούμενη εκτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού. Η απόφαση που εγκρίνει την μετατροπή καθώς και οι απαραίτητες δηλώσεις συγκατάθεσης από τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να καταρτίζονται συμβολαιογραφικά.
Σύμφωνα με το άρθρο 67 ν. 2190/1920, η μετατροπή της ΕΠΕ σε ΕΠΕ απαιτεί απόφαση των εταίρων που λαμβάνεται από μια πλειοψηφία τριών τετάρτων της συνέλευσης, μετά από προηγούμενη εκτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού. Η απόφαση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει το καταστατικό της εταιρείας, τη σύνθεση του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου και να υποβληθεί στην αρμόδια υπηρεσία προς δημοσίευση.
Μετατροπή της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας σε μια εταιρεία περιορισμένης γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 53 ν. 3190/1955 με συμβολαιογραφική πράξη. Η συμβολαιογραφική πράξη πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που είναι απαραίτητα να αναφέρονται σ’ ένα καταστατικό ΕΠΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 67 § 2 ν. 2190/1920, η μετατροπή της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας σε ανώνυμη εταιρία γίνεται με ομόφωνη απόφαση όλων των εταίρων και μετά από προηγούμενη εκτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού.
Η επωνυμία του νομικού προσώπου που μετατρέπεται μπορεί να διατηρηθεί ως μέρος της επωνυμίας της ΕΠΕ. Μετά την μετατροπή, η προσωπική ευθύνη των ομόρρυθμών εταίρων, παραμένει σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει πριν την μετατροπή.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΥΘΥΝΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΑΕ Ή ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΕΠΕ ΓΙΑ ΧΡΕΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ
Ο νόμος προβλέπει, εις ολόκληρον ευθύνη του διαχειριστή για τα χρέη της ΕΠΕ προς το Δημόσιο από φόρους εισοδήματος και παρακρατούμενους φόρους, ανεξαρτήτως αν οι εταίροι λάβουν απόφαση περί αναβιώσεως ή παρατάσεως της διαρκείας της. Η προστασία του διαχειριστή παρέχεται με προσφυγή …
ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου αλλά και με αίτηση αναστολής προκειμένου να ακυρωθεί η σχετική πράξη της Εφορίας.
Η ίδια ευθύνη αλλά και προστασία προβλέπεται στον νόμο και για τον διευθύνοντα σύμβουλο της ΑΕ ή εκπρόσωπο της ΑΕ.
Σε κάθε περίπτωση, οι προϋποθέσεις του νόμου είναι περίπλοκες και μπορεί υπό προϋποθέσεις (ειδικά με βάση την τελευταία τροποποίηση του νόμου) να μην ευθύνεται ο διαχειριστής για τα χρέη της εταιρείας προς το Δημόσιο.
Δύο είναι τα σημαντικά ζητήματα που πρέπει να γίνουν σαφή ως προς την προστασία ενός διαχειριστή ΕΠΕ (ή και διευθύνοντος συμβούλου ΑΕ καθώς υπάρχει νομική ομοιότητα) και τις ενέργειες που πρέπει να κάνει:
α) η προθεσμία για δικαστική προσφυγή και προστασία κατά της πράξης του Δημοσίου (Εφορία, ΙΚΑ, ΕΦΚΑ) είναι πάρα πολύ σύντομες και πρέπει άμεσα να προστρέξει στον δικηγόρο του καθώς η απώλεια των προθεσμιών εκ του νόμου οδηγεί σε οριστική απώλεια της δυνατότητας δικαστικής προστασίας,
β) η προστασία στον διοικούμενο-πολίτη μπορεί να είναι δικαστικώς πολυεπίπεδη δηλαδή να προβληθεί και να προκληθεί από τον δικηγόρο του πελάτη δικαστικώς η ακυρότητα της ίδιας της πράξης επιβολής φόρου/προστίμου/δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων είτε για λόγους τυπικούς ήτοι διαδικαστικά λάθη της Διοίκησης στην έκδοση της πράξης είσπραξης και δέσμευσης είτε και για λόγους ουσιαστικούς ήτοι για λόγους που αφορούν στο ίδιο το ποσό και το αβάσιμο της αξίωσης του Δημοσίου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ
ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ
Η διάσπαση των ανωνύμων εταιρειών, διέπεται από τα άρθρα 81-89 του ν. 2190/1920 και εμφανίζεται με τις εξής μορφές:
- Η διάσπαση με απορρόφηση, γίνεται με την μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων μίας ανώνυμης εταιρείας (που λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση) σε άλλη προϋπάρχουσα ανώνυμη εταιρεία.
- Η διάσπαση με σύσταση νέων εταιρειών, γίνεται με την μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων μίας ανώνυμης εταιρείας (που λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση) σε άλλες ανώνυμες εταιρείες, που συνιστώνται ταυτόχρονα έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών που εκδίδονται από τις επωφελούμενες εταιρίες
- Η διάσπαση με απορρόφηση και σύσταση νέων εταιρειών, γίνεται με την μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων μίας ανώνυμης εταιρείας (που λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση) εν μέρει σε άλλες υφιστάμενες ανώνυμες εταιρείες και εν μέρει σε άλλες ανώνυμες εταιρείες, που συστήνονται ταυτόχρονα έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών που εκδίδονται από τις επωφελούμενες εταιρίες.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 ν. 2190/1920, απαιτείται η λήψη απόφασης από τις γενικές συνελεύσεις όλων των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση.
Σύμφωνα με το άρθρο 82 ν. 2190/1920, τα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση της επιχείρησης πρέπει να καταρτίσουν εγγράφως μία σύμβαση διάσπασης, η οποία θα πρέπει αντίστοιχα να περιέχει τα στοιχεία που αναφέρονται ανωτέρω στην περίπτωση της συγχώνευσης.
Για την έκθεση σχετικά με τη διάσπαση και τις δηλώσεις για την συγχώνευση εταιρειών εφαρμόζονται αναλόγως τα άρ. 71-74 ν. 2190/1920.
Σύμφωνα με το άρ. 88 ν. 2190/1920, ισχύουν για τη διάσπαση με σύσταση νέων εταιρειών, όσα αναφέρονται στα άρ. 82-86 ν. 2190/1920.
Για τη διάσπαση με απορρόφηση και σύσταση νέων εταιρειών εφαρμόζονται, κατ’ άρ. 89 ν. 2190/1920, όσα αναφέρονται στα άρ. 81 παρ. 4, 82-87 ν. 2190/1920.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ: ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΣΤΟ ΕΦΑΠΑΞ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Πιο γρήγορα αλλά σαφώς «ψαλιδισμένο», θα καταβάλλεται το εφάπαξ των δημοσίων υπαλλήλων. Ο τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ, όπως διαμορφώθηκε με τον «νόμο Κατρούγκαλου», επιφέρει μείωση που τείνει να αγγίζει το 23%, καθώς οι εισφορές που πληρώνονται από το 2014 και εντεύθεν στα Ταμεία Πρόνοιας του Δημοσίου και του Ιδιωτικού τομέα δεν έχουν ανταποδοτικότητα.
Έτσι, με την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ, ένας υπάλληλος που συνταξιοδοτείται το 2022 με 35ετία θα πάρει δύο τμήματα εφάπαξ με τα εξής ποσά:
- Το πρώτο τμήμα του εφάπαξ θα είναι για τα έτη έως το 2013 και θα υπολογιστεί με το 60% του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών της πενταετίας 2009-2013, επί τα έτη ασφάλισης έως το 2013.
- Το δεύτερο τμήμα του εφάπαξ θα είναι η επιστροφή των εισφορών που πλήρωσε από το 2014 έως το 2022, χωρίς τόκο.
Η έκδοση, ωστόσο, της απόφασης για την χορήγηση του «εφάπαξ» με την οριστική σύνταξη είναι προ των πυλών, καθώς προβλέπεται στο σχέδιο που βρίσκεται σε εξέλιξη από τα πρώην Ταμεία Πρόνοιας του Δημοσίου, στα οποία ο χρόνος αναμονής για την είσπραξη του βοηθήματος έχει ήδη μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με το παρελθόν που οι καθυστερήσεις έφταναν στα 3 χρόνια και χρειαζόταν «μέσον» για να βγει νωρίτερα.
Το κλειδί για να βγαίνει το εφάπαξ μαζί με την οριστική σύνταξη βρίσκεται στην ηλεκτρονική απεικόνιση της υπαλληλικής πορείας των ασφαλισμένων μέσω του «ηλεκτρονικού ΔΑΥΚ» (Δελτίο Απεικόνισης Υπηρεσιακής Κατάστασης) που άρχισε να εφαρμόζεται στις συντάξεις του ΕΦΚΑ-Δημοσίου. Το ηλεκτρονικό ΔΑΥΚ είναι ο «καθρέφτης» των μισθών και των ετών υπηρεσίας που έχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, και η επί σειρά ετών χειροκίνητη ενημέρωσή του (από υπηρεσία σε υπηρεσία) αποτελούσε βασική αιτία καθυστερήσεων στην απονομή συντάξεων και εφάπαξ. Τα τελευταία δύο χρόνια που το Δελτίο των υπηρεσιακών μεταβολών έχει μπει σε ψηφιακή τροχιά, η ενημέρωση για τα έτη ασφάλισης και τις αποδοχές γίνεται ηλεκτρονικά ώστε όταν φτάνει η ώρα της συνταξιοδότησης, οι χρόνοι να μειώνονται σημαντικά.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΜΕΝΟΥ – ΑΡΜΟΔIOΤΗΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
Συχνά ο κληρονόμος, έπειτα από την επαγωγή σε αυτόν κληρονομίας, καλείται να αποδείξει το κληρονομικό του δικαίωμα, λόγου χάριν στο πλαίσιο μιας αγοραπωλησίας. Προκειμένου να προστατευθεί τόσο ο ίδιος όσο και ο εκάστοτε συναλλασσόμενος, κάθε κληρονόμος δύναται να υποβάλλει αίτηση προς έκδοση κληρονομητηρίου.
Το κληρονομητήριο, είναι ένα πιστοποιητικό, που εκδίδεται ύστερα από δικαστική απόφαση, επί του οποίου βεβαιώνεται το κληρονομικό δικαίωμα του κληρονόμου, δημιουργώντας παράλληλα μαχητό τεκμήριο έναντι τρίτων αναφορικά με την ιδιότητά του ως κληρονόμου. Ζήτημα, ωστόσο, δημιουργείται, στις περιπτώσεις εκείνες που παρουσιάζουν στοιχεία αλλοδαπότητας, είτε ως προς την ιθαγένεια, είτε ως προς την κατοικία του κληρονομούμενου.
Το άρθρο 810 του ΚΠολΔ ορίζει ως αρμόδιο για την έκδοση κληρονομητηρίου το δικαστήριο της περιφέρειας όπου ο θανών είχε κατά τον χρόνο θανάτου την κατοικία του, ή επικουρικά την διαμονή του. Εφόσον ο θανών είχε την τελευταία κατοικία του στην Ελλάδα, το ζήτημα της αρμοδιότητας επιλύεται εύκολα. Αν, δε, η ιθαγένειά του ήταν η ελληνική, βρίσει ευλόγως εφαρμογή το ελληνικό δίκαιο. Τι ισχύει, όμως, για πρόσωπα με αλλοδαπή ιθαγένεια ή/και τόπο κατοικίας;
Για την αντιμετώπιση του ζητήματος διακρίνουμε τις ακόλουθες περιπτώσεις:
Α. Πολίτες κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Προκειμένου για πολίτες κρατών-μελών της Ε.Ε., οι οικείες διατάξεις του ΚΠολΔ «εκτοπίζονται» από τον Κανονισμό 650/2012, σύμφωνα με το α. 4 του οποίου ισχύει γενική δωσιδικία των δικαστηρίων όπου ο θανών είχε τη συνήθη διαμονή του κατά τον χρόνο θανάτου. Επικουρικά, αν η συνήθης διαμονή του δεν βρισκόταν σε κράτος-μέλος, το α. 10 του Κανονισμού αναγνωρίζει δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους-μέλους όπου βρίσκονται περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο θανών α) είχε την ιθαγένεια του στο κράτος-μέλος ή β) είχε προηγούμενη συνήθη διαμονή στο κράτος-μέλος εντός της τελευταίας πενταετίας πριν τον θάνατό του.
Ακόμη όμως και σε περίπτωση που δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, το α. 11 δίνει την δυνατότητα έκδοσης του κληρονομητηρίου από κράτος-μέλος με το οποίο η υπόθεση παρουσιάζει «επαρκή δεσμό». Εδώ θα μπορούσε να υπαχθεί μία περίπτωση όπου η κληρονομιαία περιουσία βρίσκεται σε κράτος-μέλος, υπάρχει, δε, μία μακροχρόνια εκ των πραγμάτων σχέση του θανούντος με το συγκεκριμένο κράτος, πλην όμως δεν πληρούνται τα κριτήρια της ιθαγένειας ή της συνήθους διαμονής.
Όσον αφορά στο εφαρμοστέο δίκαιο, δίνεται προτεραιότητα στο δίκαιο του τόπου της συνήθους διαμονής του κληρονομούμενου, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για δίκαιο κράτους-μέλους ή όχι (α. 21). Ενδιαφέρον προξενεί εδώ η δυνατότητα που παρέχεται με το α. 22 στον κληρονομούμενο να ορίσει ο ίδιος (λόγου χάριν στο κείμενο της διαθήκης του) ως εφαρμοστέο δίκαιο σχετικά με την κληρονομική του διαδοχή το δίκαιο του κράτους της ιθαγένειάς του.
Β. Πολίτες κρατών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ο ανωτέρω Κανονισμός δεν βρίσκει εφαρμογή όταν ο θανών δεν είχε την ιθαγένεια κράτους-μέλος της ΕΕ. Στην περίπτωση αυτή, θα ισχύσουν οι οικείες διατάξεις του ΚΠολΔ αναφορικά με τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τις οποίες θα πρέπει να υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου ώστε να επιληφθεί υπόθεσης που αφορά πρόσωπο με αλλοδαπή ιθαγένεια (α.3 ΚΠολΔ).
Αναφορικά με την έκδοση κληρονομητηρίου, δικαιοδοσία για την έκδοσή του έχουν κατ’ αρχήν τα δικαστήρια της περιφέρειας όπου ο θανών είχε την κατοικία του ή, επικουρικά, τη διαμονή του κατά τον χρόνο του θανάτου (α. 810 ΚΠολΔ). Επομένως, αν η κατοικία του κληρονομούμενου δεν βρισκόταν κατά τον χρόνο θανάτου στην Ελλάδα, κατ’ αρχήν τα ελληνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια για την έκδοση κληρονομητηρίου.
Ωστόσο, καθιερώνεται με το α. 40 ΚΠολΔ ειδική συντρέχουσα δωσιδικία για τα δικαστήρια της περιφέρειας όπου ο θανών είχε την περιουσία του ή μέρος αυτής, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια ή τον τόπο κατοικίας του. Μπορεί, επομένως, να ζητηθεί από το αρμόδιο ελληνικό δικαστήριο η έκδοση κληρονομητηρίου αλλοδαπού, ο οποίος κατέλειπε περιουσία στην Ελλάδα, χωρίς μάλιστα να ενδιαφέρει το αν ο θεσμός του κληρονομητηρίου υφίσταται ως τέτοιος και στο αλλοδαπό κράτος (Απόφ. 578/2004 ΜΠρΡοδ, 765/2016 ΕιρΧαν).
Το δίκαιο που θα εφαρμοστεί από τα ελληνικά δικαστήρια θα εξαρτηθεί στην περίπτωση αυτή από την ιθαγένεια του θανούντος, καθώς, στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν φέρει ιθαγένεια κράτους-μέλους της ΕΕ, θα ισχύσει το α. 8 του Αστικού Κώδικα, το οποίο ορίζει για τις κληρονομικές σχέσεις ως εφαρμοστέο το δίκαιο της ιθαγένειας του θανούντος.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ – ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΓΙΑ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΑ ΜΙΣΘΩΜΑΤΑ
Ο εκμισθωτής έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο και να αιτηθεί είτε την απόδοση του μισθίου από κοινού με την πληρωμή των οφειλόμενων μισθωμάτων, είτε μόνο την ικανοποίηση της απαίτησής του για τα οφειλόμενα εκ μέρους του μισθωτή του μισθώματα.
Κατά την διάρκεια της μισθωτικής σχέσης, ιδίως ενόψει συγκυριών οικονομικής δυσχέρειας, είναι αρκετά πιθανό να μην τηρούνται και εκπληρώνονται προσηκόντως οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών. Αυτό, το οποίο αρκετά συχνά ανακύπτει στην καθημερινή συναλλακτική πραγματικότητα, είναι η αδυναμία του μισθωτή να ανταποκριθεί στην υποχρέωση καταβολής του συμφωνηθέντος μισθώματος. Σε αυτήν την περίπτωση, ο εκμισθωτής έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο και να αιτηθεί είτε την απόδοση του μισθίου από κοινού με την πληρωμή των οφειλόμενων μισθωμάτων, είτε μόνο την ικανοποίηση της απαίτησής του για τα οφειλόμενα εκ μέρους του μισθωτή του μισθώματα. Προς ικανοποίηση, δε, της ως άνω χρηματικής αξίωσής του έναντι του μισθωτή, ο εκμισθωτής, αναλόγως των αποδεικτικών μέσων που έχει στην διάθεσή του μπορεί είτε να ασκήσει συναφή αγωγή, είτε να επιδιώξει την έκδοση διαταγής πληρωμής από το εκάστοτε αρμόδιο Δικαστήριο.
Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται αντιληπτό ότι η ικανοποίηση της απαίτησης του εκμισθωτή για οφειλόμενα μισθώματα εκ μέρους του μισθωτή, επί τη βάσει έκδοσης διαταγής πληρωμής, αποτελεί την πλέον συμφέρουσα για τον εκμισθωτή, από άποψη χρόνου και διαδικασίας, λύση και επιλογή. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να θεωρηθεί ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής για οφειλόμενα μισθώματα, αποτελεί μια «εύκολη» και άνευ προϋποθέσεων διαδικασία.
Ειδικότερα, υπό την έποψη των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εκμισθωτής δύναται να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, υπό τις απαραίτητες προϋποθέσεις ότι: α) η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, β) δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και γ) το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παραγραφών 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, η οποία κατατίθεται από τον δικαιούχου στη Γραμματεία του αρμοδίου Δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, ορισμένη μνεία της απαίτησης και του ακριβούς ποσού των χρημάτων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, ενώ ταυτόχρονα, πρέπει να συνυποβάλλονται όλα εκείνα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτουν η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη. Σε περίπτωση, δε, ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθ’ ου η αίτηση, συνυποβάλλονται, πέραν των ανωτέρω, και τα απαιτούμενα έγγραφα για την νομιμοποίησή τους.
Επισημαίνεται, σε αυτό το σημείο, ότι εάν τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο Δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο τελευταίος οφείλει, κατ’ άρθρο 628 παρ. 1α ΚΠολΔ, να απορρίψει την υποβληθείσα αίτηση ως απαράδεκτη. Στην υποθετική, δε, περίπτωση, κατά την οποία, παρά την έλλειψη της ανωτέρω διαδικαστικής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται κατόπιν άσκησης σχετικής ανακοπής εκ μέρους του καθ’ ου η διαταγή, σύμφωνα με τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην ως άνω περίπτωση, απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη μεταγενέστερη προσκομιδή των ανωτέρω αποδεικτικών εγγράφων. Συνεπώς, το Δικαστήριο, το οποίο δικάζει την ανακοπή, εάν από το σύνολο των εγγράφων, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύονται: α) η απαίτηση και το ποσό αυτής και β) η νομιμοποίηση τόσο του αιτούντος, όσο και του καθ’ ου η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από εκείνα που προσκομίστηκαν και υπεβλήθησαν στον Δικαστή που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον κατά τη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχτεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε.
Υπό την ίδια έποψη, τυγχάνει ακυρωτέα η διαταγή πληρωμής μισθωμάτων, όταν δεν περιγράφεται σε αυτή το ύψος του εκάστοτε οφειλόμενου μισθώματος για το κάθε επιμέρους χρονικό διάστημα, αλλά αναφέρεται μόνο το συνολικά οφειλόμενο ποσό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση αναφορικά με τη γενεσιουργό αιτία της οφειλής και το πώς αυτή έχει διαμορφωθεί. Ειδικότερα, η περιγραφή του ποσού των οφειλόμενων μηνιαίων μισθωμάτων, η οποία περιέχεται στην διαταγή πληρωμής, είναι αόριστη και ασαφής, όταν δεν αναφέρονται στην ίδια όλα τα βασικά στοιχεία που προσδιορίζουν την παροχή. Ακόμη, λοιπόν, και εάν αναφέρονται η έννομη σχέση της σύμβασης μίσθωσης, η οποία συνδέει τους διαδίκους και από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την καταβολή του μηνιαίου μισθώματος, το αρχικώς συμφωνηθέν ποσό του μηνιαίου μισθώματος, το ποσοστό αναπροσαρμογής του ανά μισθωτικό έτος, καθώς και το συνολικό οφειλόμενο ποσό εκ μέρους του μισθωτή, προκειμένου να ευδοκιμήσει η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής ενόψει οφειλόμενων μισθωμάτων, θα πρέπει να προσδιορίζονται τα επιμέρους οφειλόμενα υπόλοιπα ποσά μισθωμάτων κατά το ακριβές ύψος τους, οι μισθωτικοί μήνες που αυτά αφορούν, καθώς και η δήλη ημέρα καταβολής τους. Απεναντίας, εάν αναφέρεται αορίστως το οφειλόμενο συνολικό ποσό, καταλείπεται εύλογη αμφιβολία στον μισθωτή - καθ’ ου η αίτηση σχετικά με την υποχρέωσή του να προβεί στην εκπλήρωση της σχετικής παροχής, και ειδικότερα αναφορικά με το ποιων ακριβώς μισθωτικών μηνών οφείλονται μισθώματα και σε τι επιμέρους ποσό αυτά ανέρχονται.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΔΙΑΖΥΓΙΟ – ΑΥΛΟ ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ
Η διαδικασία έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου διενεργείται πλέον και άυλα, ηλεκτρονικά.
Για την υποβολή αιτήματος έκδοσης άυλου συναινετικού διαζυγίου και την εκκίνηση της διαδικασίας, απαιτείται αυθεντικοποίηση των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων – χρηστών.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Επικρατείας (ΦΕΚ Β’ 6390/31.12.2021), η διαδικασία έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου διενεργείται πλέον και άυλα, ηλεκτρονικά, μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr-EΨΠ).
Η αυθεντικοποίηση των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων – χρηστών, στην παραπάνω πλατφόρμα, γίνεται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους
α) Με τη χρήση των κωδικών–διαπιστευτηρίων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης,
β) Με τη χρήση των κωδικών–διαπιστευτηρίων των συστημάτων ηλεκτρονικής τραπεζικής (e-banking) των πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως ορίζονται στο στοιχείο 1 της παρ. 1 του άρθρ. 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 (ΕΕ L 176), περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, όπως ορίζονται στο στοιχείο 17 της παρ. 1 του άρθρ. 4 του εν λόγω Κανονισμού, όταν τα υποκαταστήματα αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα, είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε σύμφωνα με το άρθρ. 36 του ν. 4261/2014 (Α’ 107) σε τρίτη χώρα, του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, καθώς και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος και των ιδρυμάτων πληρωμών όπως ορίζονται στο άρθρ. 1 του ν. 4537/2018 (Α’ 84),
γ) Με τη χρήση εγκεκριμένου πιστοποιητικού ηλεκτρονικής υπογραφής.
Εκκίνηση διαδικασίας / δημιουργία υπόθεσης λύσης γάμου
Την διαδικασία του άυλου διαζυγίου εκκινεί ένας εκ των δύο δικηγόρων (των μερών που επιθυμούν τη λύση του γάμου), ο οποίος συνδέεται στην εφαρμογή μέσω κωδικών «PORTAL OLOMELEIA» και δημιουργεί σε αυτή την Υπόθεση της λύσης του γάμου εκκινώντας με αυτόν τον τρόπο τη διαδικασία.
Άντληση στοιχείων από Μητρώο Πολιτών
Μετά την εκκίνηση της διαδικασίας, η εφαρμογή ανακτά αυτόματα, μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρ. 84 του ν. 4727/2020 και το άρθρ. 47 του ν. 4623/2019 (Α’ 134), τα εξής στοιχεία από το Μητρώο Πολιτών:
α. όνομα και επώνυμο κάθε συζύγου, τους Α.Φ.Μ. και Α.Μ.Κ.Α. αυτών,
β. το είδος του γάμου, όπως προκύπτει από την αυτόματη λήψη της ενεργής ληξιαρχικής πράξης γάμου και
γ. τον αριθμό των τέκνων που τυχόν έχουν οι σύζυγοι, καθώς και στοιχεία αυτών, μέσω αυτόματης λήψης πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης.
Προσοχή: Σε περίπτωση κατά την οποία τα παραπάνω στοιχεία δεν έχουν καταχωρηθεί ή δεν έχουν καταχωρηθεί σωστά, η διαδικασία δεν προχωρά.
Εισαγωγή τελικού σχεδίου ιδιωτικού συμφωνητικού – Ενημέρωση εκκίνησης της διαδικασίας
Ο δικηγόρος που εκκινεί την ηλεκτρονική διαδικασία, καταχωρεί υποχρεωτικά στην εφαρμογή το τελικό σχέδιο του ιδιωτικού συμφωνητικού στο σχετικό πεδίο της εφαρμογής. Περαιτέρω, καταχωρεί υποχρεωτικά τα στοιχεία του συμβολαιογράφου, επιλέγοντάς τον από τη λίστα των συμβολαιογράφων, καθώς επίσης τον Α.Φ.Μ. και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του αντιδίκου δικηγόρου. Μετά την υποβολή όλων των απαραίτητων στοιχείων, ο δικηγόρος που εκκινεί τη διαδικασία, είτε αποθηκεύει προσωρινά την υπόθεση, είτε προχωρά σε οριστική υποβολή της αίτησης. Μετά το πέρας της ως άνω περιγραφόμενης διαδικασίας, οι δύο δικηγόροι, οι δύο σύζυγοι και ο συμβολαιογράφος, λαμβάνουν ηλεκτρονική ενημέρωση για την εκκίνηση της διαδικασίας. Ειδικότερα δε, ο αντίδικος δικηγόρος ενημερώνεται ηλεκτρονικά, προκειμένου να εισέλθει στην εφαρμογή και να επιβεβαιώσει όλα τα στοιχεία που έχουν καταχωρηθεί. Στο σημείο αυτό, η διαδικασία μπορεί να ακυρωθεί με πρωτοβουλία οποιουδήποτε μέρους, εισάγοντας υποχρεωτικά και τον λόγο ακύρωσης, οπότε και αποστέλλεται ηλεκτρονική ενημέρωση σε όλα τα μέρη προς γνώση τους.
Επιβεβαίωση στοιχείων και αναμονή επιβεβαίωσης από τον έτερο δικηγόρο
Μετά την επιβεβαίωση των στοιχείων της υπόθεσης από τον έτερο δικηγόρο, καθώς και την εισαγωγή από αυτόν των επιπλέον στοιχείων που απαιτούνται για τη σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης, εγκρίνεται από αυτόν το καταχωρημένο από το δικηγόρο τελικό σχέδιο του συμφωνητικού, και είτε απορρίπτει είτε επιβεβαιώνει το περιεχόμενο αυτού. Ο δικηγόρος που αποδέχεται τα στοιχεία της υπόθεσης, καταχωρεί τα στοιχεία του, ώστε να συνταχθεί συμβολαιογραφική πράξη. Στο σημείο αυτό, η διαδικασία μπορεί να ακυρωθεί με πρωτοβουλία οποιουδήποτε εκ των δύο δικηγόρων, εισάγοντας υποχρεωτικά και τον λόγο ακύρωσης, οπότε και αποστέλλεται ηλεκτρονικό μήνυμα σε όλα τα μέρη προς ενημέρωση.
Ενημέρωση συζύγων / έγκριση ή απόρριψη του σχεδίου ιδιωτικού συμφωνητικού
Σε επόμενο στάδιο, οι σύζυγοι εισέρχονται στην εφαρμογή, μέσω κωδικών taxisnet, και λαμβάνουν γνώση του εγκεκριμένου, από αμφότερους τους δικηγόρους, σχεδίου ιδιωτικού συμφωνητικού. Κατόπιν αυτών, εγκρίνουν ή απορρίπτουν το σχέδιο. Σε περίπτωση έγκρισης του περιεχομένου του συμφωνητικού, μέσω επιβεβαίωσης, οι σύζυγοι εισάγουν τα στοιχεία που απαιτούνται για την σύνταξη της πράξης. Μόλις και οι δύο σύζυγοι εγκρίνουν το συμφωνητικό, αποστέλλεται σε όλα τα μέρη (δικηγόροι, σύζυγοι, συμβολαιογράφος) ηλεκτρονική ενημέρωση για τη συναίνεση των συζύγων, οπότε και σηματοδοτείται η εκκίνηση της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρ. 1441 του Αστικού Κώδικα. Στο σημείο αυτό, η διαδικασία μπορεί να ακυρωθεί με πρωτοβουλία οποιουδήποτε μέρους, εισάγοντας υποχρεωτικά και τον λόγο ακύρωσης, οπότε και αποστέλλεται ηλεκτρονική ενημέρωση σε όλα τα μέρη.
Προθεσμία 10 ημερών
Μετά την πάροδο δέκα (10) ημερών, προθεσμία η οποία εκκινεί από την ημέρα που οι σύζυγοι ενέκριναν το σχέδιο που επεξεργάστηκε και καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους, ολοκληρώνεται η διαδικασία και τα μέρη δεν δύναται να υπαναχωρήσουν μέσω της εφαρμογής, ενώ διατηρούν το δικαίωμα υπαναχώρησης κατόπιν συνεννόησης με τον συμβολαιογράφο. Κατόπιν αυτού, όλα τα μέρη, ενημερώνονται ηλεκτρονικά για την παρέλευση της προθεσμίας. Στην περίπτωση κατά την οποία τα μέρη, μετά την παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου, αδρανήσουν να προβούν σε οποιαδήποτε αλλαγή κατάστασης στην ήδη υπάρχουσα υπόθεση, εντός τριών (3) μηνών από την εκκίνηση της διαδικασίας, η υπόθεση που έχει δημιουργηθεί ακυρώνεται αυτόματα μέσω της εφαρμογής και τα μέρη θα πρέπει να εκκινήσουν την διαδικασία από την αρχή.
Είσοδος συμβολαιογράφου
Μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών, ο συμβολαιογράφος ενημερώνεται μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι πρέπει να συνδεθεί στην εφαρμογή μέσω κωδικών taxisnet. Μετά την είσοδό του στην εφαρμογή, ο συμβολαιογράφος δύναται να επεξεργαστεί το τελικό συμβολαιογραφικό έγγραφο λύσεως γάμου. Κατόπιν, ο συμβολαιογράφος, δύναται να κατεβάσει το έγγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης σε ψηφιακή μορφή.
Υπογραφή τελικής πράξης
Την τελική συμβολαιογραφική πράξη δύνανται να εγκρίνουν οι σύζυγοι, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, δυνάμει του άρθρ. 24 του ν. 4727/2020 μέσω της εφαρμογής, είτε να υπογράφουν εκτός της εφαρμογής δια ζώσης ιδιοχείρως, είτε με ηλεκτρονική υπογραφή ισοδύναμη της ιδιόχειρης (εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή). Ο συμβολαιογράφος, ως δημόσιος λειτουργός, τηρεί στο αρχείο του το υπογεγραμμένο φυσικό ή εγκεκριμένο ψηφιακό έγγραφο. Μέχρι και τη στιγμή που η συμβολαιογραφική πράξη θα εγκριθεί και από τους δύο αντίδικους, δύναται να ακυρώνεται η διαδικασία από τον συμβολαιογράφο. Μόλις ολοκληρωθεί η ακύρωση, τότε αποστέλλεται ηλεκτρονική ενημέρωση σε όλους τους εμπλεκόμενους.
Ολοκλήρωση διαδικασίας από συμβολαιογράφο
Μόλις εγκριθεί η συμβολαιογραφική πράξη, ο συμβολαιογράφος εισέρχεται στην εφαρμογή για να οριστικοποιήσει το διαζύγιο, επιλέγοντας και επιβεβαιώνοντας την επιλογή του, εισάγοντας τον αριθμό της συμβολαιογραφικής πράξης και την ημερομηνία σύνταξής της. Κατά το στάδιο αυτό, απαγορεύεται να ακυρωθεί η διαδικασία. Ο συμβολαιογράφος κατά την οριστικοποίηση τηρεί το δικαίωμα να μεταβάλλει το κείμενο της συμβολαιογραφικής πράξης στην εφαρμογή, βάση αλλαγών που τυχόν προέκυψαν κατά την υπογραφή. Κατά το στάδιο αυτό, η εφαρμογή θα αποστέλλει την τελική συμβολαιογραφική πράξη στις θυρίδες των δύο πολιτών της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr). Οι σύζυγοι, οι δικηγόροι και ο συμβολαιογράφος λαμβάνουν ηλεκτρονική ενημέρωση για την ολοκλήρωση της συμβολαιογραφικής διαδικασίας. Σε περίπτωση θρησκευτικού γάμου, οι σύζυγοι ενημερώνονται ηλεκτρονικά προκειμένου να προβούν σε Πνευματική Λύση του γάμου. Η εφαρμογή ενημερώνει το μητρώο πολιτών μέσω διαλειτουργικότητας, το οποίο επιστρέφει έναν κωδικό/μοναδικό αναγνωριστικό, με βάση τον οποίο οι σύζυγοι ή οι δικηγόροι θα μπορούν να επικοινωνήσουν με τον αρμόδιο ληξίαρχο για την εξέλιξη της υπόθεσης, αν αυτό χρειαστεί. Οι δύο σύζυγοι, οι δύο δικηγόροι και ο συμβολαιογράφος ενημερώνονται ηλεκτρονικά για την ολοκλήρωση της συμβολαιογραφικής διαδικασίας. Σε περίπτωση οποιουδήποτε τεχνικού σφάλματος κατά την επικοινωνία με το μητρώο των πολιτών, ο συμβολαιογράφος θα λάβει γνώση ηλεκτρονικά περί του σχετικού σφάλματος και θα έχει τη δυνατότητα να ξαναπροσπαθήσει να ολοκληρώσει τη διαδικασία.
Πνευματική λύση του γάμου – Εισαγωγή στοιχείων από συμβολαιογράφο
Αν ο γάμος ήταν θρησκευτικός, ο συμβολαιογράφος θα πρέπει να εισάγει στην εφαρμογή τα στοιχεία από την απόφαση πνευματικής λύσης του γάμου και ειδικότερα την ημερομηνία έκδοσης αυτής, την αρμόδια Μητρόπολη και τον σχετικό αριθμό πρωτοκόλλου της.
Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα - τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφαλείας
- Για τους σκοπούς εφαρμογής της παρούσας, το Υπουργείο Δικαιοσύνης ενεργεί υπό την ιδιότητα του Υπεύθυνου Επεξεργασίας σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016 (L 119), Γ.Κ.Π.Δ.) και τον ν.4624/2019 (Α΄137).
Ο Υπεύθυνος Επεξεργασίας οφείλει να τηρεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, καθώς και τις διατάξεις του ν.4624/2019 (Α΄137). Οι εμπλεκόμενοι δικηγόροι και συμβολαιογράφοι λειτουργούν ως αυτοτελώς Υπεύθυνοι Επεξεργασίας.
Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία τυγχάνουν να διαλειτουργούν, περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα, προκειμένου να υλοποιηθούν οι διατάξεις της παρούσας και της σχετικής νομοθεσίας επί τη βάσει της οποίας εκδίδεται και αφορούν στα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης.
Τα δεδομένα όλων των υποθέσεων που ακυρώθηκαν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, διαγράφονται αυτομάτως.
Για τους σκοπούς της απόφασης, η συμβολαιογραφική πράξη που λύει τον γάμο, διατηρείται στην θυρίδα ως δημόσιο έγγραφο, το οποίο τηρείται και στο αρχείο του συμβολαιογράφου ως δημοσίου λειτουργού.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕΣΩ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ
Η νομική μορφή μιας υφιστάμενης εταιρείας, είναι δυνατόν να μεταβληθεί στο πλαίσιο του θεσμού της μετατροπής στη νομική μορφή άλλης εταιρείας. Στο ελληνικό δίκαιο δεν υφίσταται συγκεντρωτικός νόμος περί της μετατροπής εταιρειών, αλλά οι σχετικές διατάξεις προβλέπονται στα οικεία νομοθετήματα των εταιρειών, όπως το άρ. 66 ν. 2190/1920 και 51 ν. 3190/1955.
Μια ΑΕ, μπορεί να μετατραπεί σε ΕΠΕ σύμφωνα με τα άρ. 51 ν. 2190/1920 και 66 ν. 3190/1955, με τη λήψη απόφασης της γενικής συνέλευσης με συμβολαιογραφικό έγγραφο κατόπιν εκτίμησης του ενεργητικού και παθητικού της.
Στην απόφαση πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όροι του καταστατικού της ΕΠΕ, ενώ πρέπει να τηρηθούν οι προϋποθέσεις και υποχρεώσεις που προβλέπονται σχετικά με την ίδρυση της ΕΠΕ.
Η μετατροπή μιας ΕΠΕ και σε ΑΕ απαιτεί, σύμφωνα με το άρ. 67 ν. 2190/1920 απόφαση της συνέλευσης των εταίρων της ΕΠΕ, με πλειοψηφία 3/4 και κατόπιν διενέργειας εκτίμησης του ενεργητικού και παθητικού. Η συμβολαιογραφική απόφαση περί μετατροπής πρέπει να περιέχει το καταστατικό της ΑΕ, στοιχεία για τη σύνθεση του πρώτου διοικητικού συμβουλίου καθώς και τις ακόλουθες πληροφορίες, ενώ πρέπει να κατατεθεί προς έγκριση στην αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου ανάπτυξης:
- τη νομική μορφή που λαμβάνει η εταιρεία μέσω της μετατροπής
- την επωνυμία της εταιρείας
- τη συμμετοχή των εταίρων στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας κατά τις ισχύουσες διατάξεις
- τον αριθμό και είδος των μετοχών/μεριδίων που λαμβάνουν οι μέτοχοι
- τα δικαιώματα των διαφόρων ειδών μετόχων
- πιθανώς επιπλέον ρυθμίσεις ανάλογα με την περίπτωση
Πρωτίστως, πρέπει να διενεργηθεί η αποτίμηση της αξίας του ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας. Η μετατροπή υπόκειται σε υποχρεώσεις δημοσιότητας του αντιστοίχου τύπου της μορφής προς την οποία μετατρέπεται η εταιρεία.
Η μετατροπή μιας ομόρρυθμης (ΟΕ) ή ετερόρρυθμης (ΕΕ) εταιρίας σε ΕΠΕ, είναι δυνατή κατ’ άρ. 53 ν. 3190/1955, με συμβολαιογραφική σύμβαση μετατροπής, που πρέπει να περιέχει το αναγκαίο περιεχόμενο που αναφέρθηκε και στην περίπτωση της μετατροπής της ΑΕ σε ΕΠΕ.
Η μετατροπή μιας ΟΕ ή ΕΕ σε ΑΕ είναι δυνατή κατ’ άρ. 67 παρ. 2 ν. 2190/1920, εφόσον δε συμφωνήθηκε κάτι διαφορετικό στο καταστατικό, με ομόφωνη απόφαση των εταίρων και κατόπιν εκτίμησης του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρείας.
Η επωνυμία της μετατρεπομένης εταιρείας, μπορεί να διατηρηθεί με αντικατάσταση μόνο της νομικής μορφής. Οι προσωπικά ευθυνόμενοι εταίροι της ΟΕ ή ΕΕ, ευθύνονται μετά την ίδρυση για τις παλαιές οφειλές της μετατρεπομένης εταιρείας, μέχρι την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας και για πέντε ακόμη έτη.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
