Ο εκμισθωτής έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο και να αιτηθεί είτε την απόδοση του μισθίου από κοινού με την πληρωμή των οφειλόμενων μισθωμάτων, είτε μόνο την ικανοποίηση της απαίτησής του για τα οφειλόμενα εκ μέρους του μισθωτή του μισθώματα.
Κατά την διάρκεια της μισθωτικής σχέσης, ιδίως ενόψει συγκυριών οικονομικής δυσχέρειας, είναι αρκετά πιθανό να μην τηρούνται και εκπληρώνονται προσηκόντως οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών. Αυτό, το οποίο αρκετά συχνά ανακύπτει στην καθημερινή συναλλακτική πραγματικότητα, είναι η αδυναμία του μισθωτή να ανταποκριθεί στην υποχρέωση καταβολής του συμφωνηθέντος μισθώματος. Σε αυτήν την περίπτωση, ο εκμισθωτής έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο και να αιτηθεί είτε την απόδοση του μισθίου από κοινού με την πληρωμή των οφειλόμενων μισθωμάτων, είτε μόνο την ικανοποίηση της απαίτησής του για τα οφειλόμενα εκ μέρους του μισθωτή του μισθώματα. Προς ικανοποίηση, δε, της ως άνω χρηματικής αξίωσής του έναντι του μισθωτή, ο εκμισθωτής, αναλόγως των αποδεικτικών μέσων που έχει στην διάθεσή του μπορεί είτε να ασκήσει συναφή αγωγή, είτε να επιδιώξει την έκδοση διαταγής πληρωμής από το εκάστοτε αρμόδιο Δικαστήριο.
Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται αντιληπτό ότι η ικανοποίηση της απαίτησης του εκμισθωτή για οφειλόμενα μισθώματα εκ μέρους του μισθωτή, επί τη βάσει έκδοσης διαταγής πληρωμής, αποτελεί την πλέον συμφέρουσα για τον εκμισθωτή, από άποψη χρόνου και διαδικασίας, λύση και επιλογή. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να θεωρηθεί ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής για οφειλόμενα μισθώματα, αποτελεί μια «εύκολη» και άνευ προϋποθέσεων διαδικασία.
Ειδικότερα, υπό την έποψη των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εκμισθωτής δύναται να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, υπό τις απαραίτητες προϋποθέσεις ότι: α) η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, β) δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και γ) το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παραγραφών 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, η οποία κατατίθεται από τον δικαιούχου στη Γραμματεία του αρμοδίου Δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, ορισμένη μνεία της απαίτησης και του ακριβούς ποσού των χρημάτων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, ενώ ταυτόχρονα, πρέπει να συνυποβάλλονται όλα εκείνα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτουν η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη. Σε περίπτωση, δε, ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθ’ ου η αίτηση, συνυποβάλλονται, πέραν των ανωτέρω, και τα απαιτούμενα έγγραφα για την νομιμοποίησή τους.
Επισημαίνεται, σε αυτό το σημείο, ότι εάν τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο Δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο τελευταίος οφείλει, κατ’ άρθρο 628 παρ. 1α ΚΠολΔ, να απορρίψει την υποβληθείσα αίτηση ως απαράδεκτη. Στην υποθετική, δε, περίπτωση, κατά την οποία, παρά την έλλειψη της ανωτέρω διαδικαστικής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται κατόπιν άσκησης σχετικής ανακοπής εκ μέρους του καθ’ ου η διαταγή, σύμφωνα με τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην ως άνω περίπτωση, απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη μεταγενέστερη προσκομιδή των ανωτέρω αποδεικτικών εγγράφων. Συνεπώς, το Δικαστήριο, το οποίο δικάζει την ανακοπή, εάν από το σύνολο των εγγράφων, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύονται: α) η απαίτηση και το ποσό αυτής και β) η νομιμοποίηση τόσο του αιτούντος, όσο και του καθ’ ου η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από εκείνα που προσκομίστηκαν και υπεβλήθησαν στον Δικαστή που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον κατά τη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχτεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε.
Υπό την ίδια έποψη, τυγχάνει ακυρωτέα η διαταγή πληρωμής μισθωμάτων, όταν δεν περιγράφεται σε αυτή το ύψος του εκάστοτε οφειλόμενου μισθώματος για το κάθε επιμέρους χρονικό διάστημα, αλλά αναφέρεται μόνο το συνολικά οφειλόμενο ποσό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση αναφορικά με τη γενεσιουργό αιτία της οφειλής και το πώς αυτή έχει διαμορφωθεί. Ειδικότερα, η περιγραφή του ποσού των οφειλόμενων μηνιαίων μισθωμάτων, η οποία περιέχεται στην διαταγή πληρωμής, είναι αόριστη και ασαφής, όταν δεν αναφέρονται στην ίδια όλα τα βασικά στοιχεία που προσδιορίζουν την παροχή. Ακόμη, λοιπόν, και εάν αναφέρονται η έννομη σχέση της σύμβασης μίσθωσης, η οποία συνδέει τους διαδίκους και από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την καταβολή του μηνιαίου μισθώματος, το αρχικώς συμφωνηθέν ποσό του μηνιαίου μισθώματος, το ποσοστό αναπροσαρμογής του ανά μισθωτικό έτος, καθώς και το συνολικό οφειλόμενο ποσό εκ μέρους του μισθωτή, προκειμένου να ευδοκιμήσει η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής ενόψει οφειλόμενων μισθωμάτων, θα πρέπει να προσδιορίζονται τα επιμέρους οφειλόμενα υπόλοιπα ποσά μισθωμάτων κατά το ακριβές ύψος τους, οι μισθωτικοί μήνες που αυτά αφορούν, καθώς και η δήλη ημέρα καταβολής τους. Απεναντίας, εάν αναφέρεται αορίστως το οφειλόμενο συνολικό ποσό, καταλείπεται εύλογη αμφιβολία στον μισθωτή – καθ’ ου η αίτηση σχετικά με την υποχρέωσή του να προβεί στην εκπλήρωση της σχετικής παροχής, και ειδικότερα αναφορικά με το ποιων ακριβώς μισθωτικών μηνών οφείλονται μισθώματα και σε τι επιμέρους ποσό αυτά ανέρχονται.
