Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες

+30 210 3387530Κλείστε Ραντεβού
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΣ
  • ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
    • Εμπορικό Δίκαιο – Εταιρείες
    • Τροχαία Ατυχήματα
    • Ακίνητα – Αγοραπωλησίες – Μισθώσεις
    • Ακίνητα – Διαχείριση Ακινήτων
    • Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
    • Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
    • Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία – Σήματα
    • Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
    • Διοικητικό Δίκαιο
    • Εργατικό Δίκαιο
    • Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
    • Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
    • Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες
  • ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
  • ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
  • ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
    • Για Ιδιώτες
    • Για Επιχειρήσεις
  • ΠΕΛΑΤΟΛΟΓΙΟ
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • English
  • Ελληνικά
  • Home
  • Articles posted by spiliopouloslaw
  • Page 24

ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΟΦΕΙΛΗΣ- ΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΥΡΗ Η ΕΞΟΦΛΗΤΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ

Τετάρτη, 02 Μαρτίου 2022 by spiliopouloslaw

Ο οφειλέτης που εξοφλεί, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει εξοφλητική απόδειξη, ακόμη και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο όμως πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη της. Επιπλέον, στο κείμενο της απόδειξης πρέπει να προσδιορίζεται, αναλυτικά, το είδος της παροχής που καταβλήθηκε, και η αιτία της καταβολής, άλλως η απόδειξη είναι αόριστη.

 

Όταν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ο εκδότης της εξοφλητικής απόδειξης δεν μπορεί να επικαλεστεί μεταγενέστερα ότι η δήλωσή του που περιέχεται στην εξοφλητική απόδειξη δεν προέρχεται από τον ίδιο (μπορεί μόνο να προσβάλει το έγγραφο ως πλαστό). Ανταπόδειξη όμως επιτρέπεται ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης. Εάν το ιδιωτικό έγγραφο δεν έχει τον τύπο και τα στοιχεία εξοφλητικής απόδειξης, αλλά μιας δήλωσης περί μη οφειλής, η δήλωση αυτή αποτελεί απλή ομολογία γεγονότων.

 

Σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου 1218/2020:

“Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ.1 και 424 εδ. α' ΑΚ συνάγεται ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής που αποτελεί το αντικείμενό της. Σε περίπτωση προβολής από τον οφειλέτη της ένστασης καταβολής (εξόφλησης), πρέπει αυτός να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΑΠ 594/1999, ΑΠ 1482/1995, ΑΠ 1007/1995), την παροχή που καταβλήθηκε. Αν πρόκειται για χρηματική παροχή, πρέπει, για το ορισμένο της ένστασης, να αναφέρει τόσο στο συνολικό ποσό, όσο και τα επί μέρους κονδύλια, τα οποία το απαρτίζουν, την αιτία καθώς και τον χρόνο καταβολής, όχι, όμως, και τον ισχυρισμό, ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, το οποίο εξυπακούεται (ΑΠ 555/2008, ΑΠ 894/2007, ΑΠ 1405/2006, ΑΠ 1086/2006). Κατά τη διάταξη του άρθρου 424 ΑΚ, ο οφειλέτης, καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα, να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου. Από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους . Στο κείμενο της απόδειξης πρέπει να προσδιορίζεται, αναλυτικά, το είδος της παροχής που καταβλήθηκε, και η αιτία της καταβολής, άλλως η απόδειξη είναι αόριστη (ΑΠ 24/2000). Για την απόδειξη αρκεί ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, δηλαδή η απόδειξη πρέπει να φέρει ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη της (άρθρο 160 παρ.1 ΑΚ (ΑΠ 1537/2013, ΑΠ 680/2003). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση άρνησης, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δήλωσης από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (άρθρα 460, 461, 463 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 1254/2010). Η ως άνω αποδεικτική δύναμη (πλήρης απόδειξη) αναφέρεται μόνο στο ότι αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου. Δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης. Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης, επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΑΠ 1930/2013, ΑΠ 1051/2010, ΑΠ 1071/2010). Ως ανταπόδειξη στο άρθρο 445 ΑΚ, νοείται η απόδειξη του αντιθέτου, χωρίς την ανάγκη προσβολής του εγγράφου για πλαστότητα, με διεξαγωγή κύριας απόδειξης, δηλαδή απόδειξης που διεξάγεται από τον επικαλούμενο ότι η υπογραφή είναι γνήσια, αλλά τέθηκε υπό συνθήκες που δεν τον δεσμεύουν (ΑΠ 1445/2017). Εάν το ιδιωτικό έγγραφο δεν έχει τον τύπο και τα στοιχεία εξοφλητικής απόδειξης, αλλά μιας δήλωσης περί μη οφειλής, και δεν αμφισβητηθεί ή αν αναγνωριστεί η γνησιότητα της υπογραφής του από τον δηλούντα, προκύπτει μεν πλήρης απόδειξη ότι η υπερκείμενη και καλυπτόμενη από την υπογραφή δήλωση προέρχεται από αυτόν, μπορεί, όμως, να αμφισβητηθεί η περιεχόμενη σ' αυτό δήλωση και επιτρέπεται σ' αυτή την περίπτωση ανταπόδειξη ότι το περιεχόμενο δεν είναι αληθινό. Τούτο διότι, στην πραγματικότητα, ως προς το γεγονός της μη οφειλής, η δήλωση που περιέχεται σ' αυτό το ιδιωτικό έγγραφο, δεν είναι δικαιοπρακτική, αλλά απλή ομολογία γεγονότων, και έχει την αποδεικτική δύναμη της εξώδικης ομολογίας, του άρθρου 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και μπορεί να ανακληθεί αν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 891/2012, ΑΠ 1382/2010, ΑΠ 646/2009)”.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΑΓΩΓΗ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΜΕΛΩΝ Δ.Σ. – ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ

Τετάρτη, 02 Μαρτίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Αναφορικά με τα πρόσωπα και την εν γένει διαδικασία έγερσης αξιώσεων της ανώνυμης εταιρείας κατά των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου, στον Ν. 4548/2018  περιέχονται σχετικές καθοριστικές διατάξεις. Στα πλαίσια, λοιπόν,  του άρθρου 102 του ως άνω Νόμου, ορίζονται οι προϋποθέσεις ευθύνης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, ..

  

ενώ στα άρθρα 104 και 105 εκείνες, υπό τις οποίες μπορεί συγκεκριμένο ποσοστό της μειοψηφίας των μετόχων (1/20 κατ’ ελάχιστον, αντί του 1/10 που προέβλεπε το άρθρο 22β του Ν. 2190/1920) να ζητήσει την άσκηση σχετικής αγωγής, και σε περίπτωση αδράνειας της εταιρείας, να υποβάλει αίτηση διορισμού ειδικού προς τούτο εκπροσώπου. Συνεπώς, όπως συνέβαινε, αντίστοιχα, και υπό τον προϊσχύσαντα ν. 2190/1920, αν το αίτημα προς το Διοικητικό Συμβούλιο ή η απευθείας αίτηση για διορισμό ειδικού εκπροσώπου, σε περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως της μειοψηφίας (άρθρο 105 § 1 περ. δ` του ν. 4548/2018), υποβληθούν από ποσοστό της μειοψηφίας των μετόχων μικρότερο από το προβλεπόμενο στον Νόμο, τότε ελλείπει η ενεργητική νομιμοποίηση τόσο για τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου όσο και για την άσκηση της εταιρικής αγωγής, οι προϋποθέσεις της οποίας ανάγονται στο ουσιαστικό δίκαιο.

 

Ενόψει των ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι η αποδοχή του αιτήματος για διορισμό ειδικού εκπροσώπου δεν προϋποθέτει, την απόδειξη ή πιθανολόγηση της ύπαρξης εταιρικών αξιώσεων αποζημίωσης κατά των νυν ή πρώην διοικητών της εταιρείας, αλλά απλώς τη συνδρομή των τυπικών/διαδικαστικών προϋποθέσεων κάποιας από τις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στην παρ. 1 του άρθρου 105 του ν. 4548/2018. Απεναντίας, το κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν θα αρκεστεί σε αυτό, ήτοι στην διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του Νόμου, αλλά θα πρέπει να προβεί και σε εξέταση ουσίας, ήτοι κατά πόσον δεν συντρέχει προφανώς υπέρτερο και όχι απλώς υπέρτερο συμφέρον της εταιρείας, που να δικαιολογεί τη μη διεξαγωγή δικαστικού αγώνα σε βάρος των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

 

Στο σημείο αυτό υπάρχει διαφοροποίηση από το καθεστώς του Ν. 2190/1920, κατά το οποίο το Δικαστήριο δεν δικαιούτο να κρίνει την ουσιαστική και νομική βασιμότητα της υπό άσκηση αγωγής, ούτε να ερευνήσει το συμφέρον της εταιρείας προς άσκησή της. Η διαφοροποίηση αυτή είναι επιβεβλημένη, προκειμένου να βρίσκεται σε αρμονία με την υποχρέωση του Διοικητικού Συμβουλίου, να σταθμίζει το εταιρικό συμφέρον πριν προβεί στην άσκηση της εταιρικής αγωγής, είτε αυτοβούλως είτε κατόπιν αιτήσεως των μετόχων. Θα ήταν, δηλαδή, παράδοξο να απαιτείται η στάθμιση του εταιρικού συμφέροντος από το Διοικητικό Συμβούλιο πριν ασκήσει την εταιρική αγωγή, και εφόσον έκρινε την έλλειψη συνδρομής του, να διορίζεται ειδικός εκπρόσωπος από το Δικαστήριο με μόνο τον έλεγχο των τυπικών προϋποθέσεων (βλ. Α. Χριστοδούλου «Παρατηρήσεις επί των άρθρων 103-105 του ν. 4548/2018 αναφορικά με την άσκηση της εταιρικής αγωγής», ΔΕΕ 2011/1267 επ., Ν. Τέλλης «εσωτερική ευθύνη των διοικητών ΑΕ-άσκηση της εταιρικής αγωγής-μια πρώτη προσέγγιση υπό το φως του νέου δικαίου της ΑΕ», ΕπισκΕμπΔ 2019/38 επ).

 

Όπως, επισημαίνεται στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. 132/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (ΤΝΠ NOMOS): «[…] Το εταιρικό συμφέρον, λόγω και της γενικότητας της άνω έννοιας, το οποίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 103 του ίδιου ως άνω Νόμου, πρέπει να σταθμίσει το Διοικητικό Συμβούλιο προκειμένου να ασκήσει αγωγή κατά μελών του, είναι πολλές φορές ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπιστεί και οι σχετικές σταθμίσεις δυσχερές να αποτιμηθούν, αποτελώντας ζήτημα ούτως ή άλλως εξαιρετικά ρευστό, αφού η στάθμιση στην οποία αναφέρεται η διάταξη, αποφασίζεται βάσει του κανόνα της επιχειρηματικής κρίσης, η υπέρβαση των ορίων του οποίου δύσκολα διαπιστώνεται, ενώ ακόμα πιο δύσκολα μπορούν να ληφθούν μέτρα προστασίας από τους μετόχους σε περίπτωση αυθαίρετης κρίσης, με αποτέλεσμα ένα σπουδαίο όπλο της μειοψηφίας για την προστασία των συμφερόντων της και εκείνων της εταιρείας, να κινδυνεύει να μείνει αναποτελεσματικό (βλ. Ν. Ρόκας «Ο νέος νόμος για τις ανώνυμες εταιρίες», ΝοΒ 67.258 επ.). Για παράδειγμα, στην αιτιολογική έκθεση του άνω νόμου αναφέρεται ότι «...... Το εταιρικό συμφέρον ενδέχεται υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης να αντιτίθεται προφανώς στην άσκηση των αξιώσεων, εάν η σύγκριση ωφέλειας και ζημίας είναι αρνητική, πχ όταν υπάρχει κίνδυνος έντονης αρνητικής δημοσιότητας σε βάρος της εταιρείας, ή ανάλωσης των προσπαθειών και των πόρων της σε μακροχρόνιο και αμφίβολης έκβασης δικαστικό αγώνα, ενόψει ιδίως της αφερεγγυότητας της αντίδικης πλευράς». Ωστόσο, στην πράξη μπορεί να είναι δύσκολο να αποτιμηθούν τα παραπάνω στοιχεία και έτσι το δσ θα πρέπει να καταλήγει στην απόφαση μη άσκησης εταιρικής αγωγής μόνο σε πολύ προφανείς περιπτώσεις, όπου η ζημία της εταιρείας είναι οφθαλμοφανώς μικρότερη σε σχέση με τα έξοδα διεκδίκησής της ή με τον αρνητικό αντίκτυπο τυχόν αρνητικής δημοσιότητας, ιδίως από καταχρηστικές ή και εκβιαστικές αιτήσεις της μειοψηφίας, διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος τα μέλη του να βρεθούν υπεύθυνα έναντι της εταιρείας για παράβαση των καθηκόντων τους. Πάντως η υπερβολικά γενική και αφηρημένη έννοια του «εταιρικού συμφέροντος» και το συχνά δυσδιάκριτο περιεχόμενο αυτού, υπάρχει σοβαρή περίπτωση να αφήσει χώρο στην πράξη για καταχρηστικές πρακτικές από πλευράς δσ, το οποίο επικαλούμενο δήθεν εταιρικό συμφέρον να αποφεύγει την άσκηση εταιρικής αγωγής (Α. Χριστοδούλου Ν. Ρόκας ό.π) […]».

 

Τα ίδια ως άνω, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει να γίνουν δεκτά και στην περίπτωση του άρθρου 105, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι η σχετική αρνητική δημοσιότητα δημιουργείται ήδη με την αίτηση της μειοψηφίας προς το δικαστήριο για τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου. Έπειτα, το δικαστήριο εμπλέκεται σε στάθμιση και αξιολόγηση καθαρά επιχειρηματικών αποφάσεων με αμφίβολο αποτέλεσμα, κατά πόσο δηλαδή η έννοια του «εταιρικού συμφέροντος» θα εφαρμοστεί σωστά (Ν. Ρόκας όπ). Ειδικώς, δε, στην περίπτωση του άρθρου 105 του ανωτέρω Νόμου, από την ανάγκη συνδρομής «προφανώς υπέρτερου συμφέροντος της εταιρείας» υποδηλώνεται η βούληση του νομοθέτη να προβαίνει ο δικαστής σε φειδωλή χρήση αυτής της δυνατότητας σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες επί ενασκήσεως των επίμαχων αξιώσεων το νομικό πρόσωπο θα εκτίθετο σε επαρκώς στοιχειοθετημένο κίνδυνο σημαντικής βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, όπως τρώσης της φήμης, του κύρους και της αξιοπιστίας της, κατά τα άνω.  Παρ’ όλο μάλιστα που το γράμμα του νόμου αρκείται στο να δικαιολογεί απλώς το υπέρτερο εταιρικό συμφέρον και όχι να επιβάλλει τη μη διεξαγωγή δικαστικού αγώνα, ο δικαστής στην πράξη, για να αρνηθεί τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου, καλείται ουσιαστικά να κάνει έλεγχο που θυμίζει έλεγχο αναλογικότητας, ήτοι θα πρέπει ο μη διορισμός ειδικού εκπροσώπου, με άλλα λόγια η μη διεξαγωγή της δίκης κατά των εταιρικών διοικητών, να μην είναι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του εταιρικού συμφέροντος και να αντέχει επιτυχώς έναν έλεγχο κόστους-ωφέλειας, από τη σκοπιά των εταιρικών συμφερόντων (Ν. Τέλλης ό.π).

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΕ ΠΙΣΤΑ «ΚΑΡΤ» – ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ (ΜονΕφΠατρ 243/2021)

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Την αποκλειστική υπαιτιότητα του αθλητικού σωματείου και του προστηθέντος αυτού διευθυντή – υπευθύνου λειτουργίας πίστας προορισμένης για ψυχαγωγία με βενζινοκίνητα αυτοκινητίδια ανοιχτού τύπου («καρτ»), για τραυματισμό που έλαβε χώρα στην εν λόγω πίστα, αναγνώρισε το Μονομελές Εφετείο Πατρών (ΜονΕφΠατρ 243/2021), καταδικάζοντας αμφότερους τους εναγομένους στην καταβολή εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.

 

Πιο συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιοι για το ατύχημα είναι το σωματείο, στο οποίο ανήκε η εν λόγω πίστα, η οποία λειτουργούσε χωρίς νόμιμη άδεια και ο υπ’ αυτού προστηθείς υπεύθυνος λειτουργίας της πίστας και διευθυντής της.

Η υπαιτιότητα του σωματείου, ως ιδιοκτήτη της πίστας, κρίθηκε ότι συνίσταται στο γεγονός ότι λειτουργούσε την πίστα, την οποία διέθετε ελεύθερα στο κοινό, χωρίς την απαιτούμενη άδεια, για την έκδοση της οποίας απαιτείται προηγούμενος έλεγχος κι έγκριση της ορθής και σύννομης λειτουργίας της εγκατάστασης.

Η υπαιτιότητα του διευθυντή – υπευθύνου λειτουργίας της πίστας, στον οποίο είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα σχετικά με τη διαμόρφωση, την επίβλεψη και την ευθύνη λειτουργίας της τελευταίας, συνίσταται, κατά τη κρίση του δικαστηρίου, στο γεγονός ότι αφενός δεν έλαβε κανένα προστατευτικό μέτρο ασφάλειας για τους κινούμενους με οχήματα στην πίστα πελάτες, αφετέρου δε, αν και γνώριζε ότι δεν υπήρχε η απαιτούμενη άδεια λειτουργίας της πίστας, παρ’ όλα αυτά έθεσε σε λειτουργία την εγκατάσταση, ενώ, αντίθετα, θα έπρεπε να μην επιτρέπει τη χρήση της πίστας έως ότου ληφθεί η απαιτούμενη νόμιμη άδεια για την ασφαλή χρήση της.

Όσον αφορά στη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, το δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς ισχυρισμούς των εναγομένων, τονίζοντας πως ο ενάγων κινείτο στην πίστα με κανονική ταχύτητα, έχοντας διανύσει μόλις εβδομήντα μέτρα πορείας, η δε ανατροπή του οχήματος του και ο εξ αυτής τραυματισμός του προήλθε αποκλειστικά και μόνο από την κακή διαμόρφωση του χωμάτινου οδοστρώματος της πίστας.

Κατόπιν τούτων, το δικαστήριο καταδίκασε τους εναγόμενους στην καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, για τον υπολογισμό του ύψους της οποίας έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων, το είδος και την έκταση της σωματικής βλάβης του ενάγοντος, του σωματικού πόνου που υπέστη και της ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας του λόγω της χειρουργικής επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε, σε συνδυασμό με το άγχος του για τις πιθανές επιπλοκές στην υγεία του.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ – ΔΥΣΤΡΟΠΙΑ ΜΙΣΘΩΤΗ – ΔΙΑΤΑΓΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΜΙΣΘΙΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ – ΔΥΣΤΡΟΠΙΑ ΜΙΣΘΩΤΗ – ΔΙΑΤΑΓΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΜΙΣΘΙΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ

 

Σκοπός της ταχείας διαδικασίας έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου είναι ο εξοπλισμός του εκμισθωτή με εκτελεστό τίτλο κατά του μισθωτή, ο οποίος εκδηλώνει δυστροπία ως προς την καταβολή μισθωμάτων.

 Η διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου αποτελεί τίτλο εκτελεστό, που εκτελείται μόλις παρέλθουν είκοσι ημέρες από την επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση.

Βασική προϋπόθεση για να δικαιολογηθεί η έκδοση διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου ακινήτου είναι η καθυστέρηση στην καταβολή μισθώματος από δυστροπία.

 

Δυστροπία υφίσταται ακόμα κι αν η καθυστέρηση οφείλεται σε οικονομική δυσχέρεια του μισθωτή. Η οικονομική αδυναμία δεν αποτελεί εύλογη αιτία μη καταβολής του μισθώματος, καθώς ο μισθωτής που συμβάλλεται στην συγκεκριμένη μισθωτική σχέση αποδέχεται την ικανότητα προς πορισμό των απαιτούμενων οικονομικών μέσων για την εκπλήρωσης της συμβατικής του υποχρέωσης προς καταβολή του μισθώματος καθ' όλο το διάστημα της μίσθωσης.

Για την έκδοση της διαταγής απόδοσης απαιτείται η έναρξη της μίσθωσης να αποδεικνύεται εγγράφως. Κατά την διατύπωση του άρθρου 637 ΚΠολΔ με έγγραφο πρέπει να αποδεικνύεται μόνο η έναρξη της μίσθωσης. Δεν είναι αναγκαία η απόδειξη με έγγραφο της εξακολούθησης της μίσθωσης, όταν παρήλθε ο ορισμένος αρχικός συμβατικός χρόνος και η μίσθωση συνεχίζεται χωρίς να υπογραφεί τροποποιητικό έγγραφο παράτασης της διάρκειάς της, επειδή ο μισθωτής εξακολουθεί να έχει στην κατοχή του το μίσθιο και ο εκμισθωτής το γνωρίζει και δεν εναντιώνεται.

Η διάταξη του άρθρου 639 παρ. 2 περ β ΚΠολΔ προβλέπει ότι στην αίτηση πρέπει να γίνεται “επίκληση του εγγράφου από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση”. Κατά συστηματική ερμηνεία  πρέπει να γίνει δεκτό ότι νοείται το έγγραφο από το οποίο αποδεικνύεται η έναρξη της μίσθωσης.

Αποκλείεται η έκδοση διαταγής απόδοσης, όταν η σύμβαση μίσθωσης έχει λήξει ή έχει λυθεί, όπως ενδεικτικά με καταγγελία και εφόσον έχουν επέλθει τα αποτελέσματα της καταγγελίας, αφού στην περίπτωση αυτή δεν οφείλεται μίσθωμα αλλά αποζημίωση χρήσης.

Για την έκδοση διαταγή απόδοσης μισθίου, είναι απαραίτητο να επιδοθεί από τον εκμισθωτή στον μισθωτή με δικαστικό επιμελητή, έγγραφη όχληση τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την κατάθεση της αίτησης. Στην όχληση πρέπει να αναφέρονται τα οφειλόμενα μισθώματα και το χρονικό διάστημα στο οποίο αντιστοιχούν.

Αν ο μισθωτής καταβάλλει τα οφειλόμενα μισθώματα εντός του δεκαπενθημέρου και η καταβολή αποδεικνύεται εγγράφως (όπως λόγου χάρη με έγγραφη εξοφλητική απόδειξη που εξέδωσε ο εκμισθωτής ή με το αποδεικτικό κατάθεσης του ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του εκμισθωτή) τότε αποκλείεται η έκδοση διαταγής απόδοσης, εκτός αν υφίσταται επανειλημμένη καθυστέρηση από δυστροπία. Επίδοση της έγγραφης όχλησης απαιτείται μόνο την πρώτη φορά.

Αν ο εκμισθωτής είχε επιδώσει στο παρελθόν έγγραφη όχληση και ο μισθωτής είχε συμμορφωθεί, αλλά στη συνέχεια επαναλαμβάνει την ίδια συμπεριφορά συστηματικά, δεν απαιτείται επίδοση νεότερης όχλησης κάθε φορά καθώς είναι άσκοπο να υποχρεώνεται ο εκμισθωτής στην δαπάνη και στον χρόνο αναμονής δεύτερης ή και τρίτης όχλησης.

Εφόσον μετά την πρώτη επίδοση όχλησης ο μισθωτής είχε εξοφλήσει, αλλά στην συνέχεια οφείλει και πάλι μισθώματα, η δυστροπία θεωρείται επανειλημμένη, οπότε την δεύτερη φορά δεν θα μπορεί να αποτρέψει την έκδοση διαταγής απόδοσης ακόμα κι αν εξοφλήσει.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ – ΑΠΟΣΦΡΑΓΙΣΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

 Αποσφράγιση ακινήτου, ονομάζεται η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε περίπτωση που ένα ακίνητο (σπίτι, διαμέρισμα) έχει σφραγισθεί από την αστυνομία λόγω θανάτου εις αυτού του διαμένοντος προσωπου.

Για να γίνει αποσφράγιση θα πρέπει να έχει διενεργηθεί ή σφράγιση του ακινήτου, η οποία όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, διατάσσεται σε περίπτωση θανάτου του διαμένοντος, ύστερα από απόφαση του Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος ή του Ειρηνοδικείου.

 

 Η σφράγιση γίνεται με την τοποθέτηση ταινίας και βουλοκερίου επί της θύρας και συντάσσεται σχετική έκθεση. Τα κλειδιά φυλάσσονται στην Γραμματεία του Ειρηνοδικείου.

Η αποσφράγιση διατάσσεται μόνο με απόφαση του αρμόδιου Ειρηνοδικείου, το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία της Εκουσίας Δικαιοδοσίας.

Ο έχων έννομο συμφέρον πρέπει να καταθέσει αίτηση (δικόγραφο) ενώπιον του Ειρηνοδικείου, αντίγραφο της οποίας πρέπει να επιδώσει στην αστυνομική αρχή που επέβαλλε την σφράγιση καθώς και στον Συμβολαιογράφο που διενήργησε την σφράγιση του ακινήτου. Αίτημα της αίτησης είναι η αποσφράγιση του ακινήτου.

Δυνητικά μπορεί να ζητήσει την απογραφή των πραγμάτων που θα βρεθούν. πχ σε περίπτωση αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής). Κατά την δικάσιμο προσκομίζονται όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά (αναλόγως το έννομο συμφέρον του αιτούντος) και μπορεί να εξεταστεί και μάρτυρας.

Με την απόφαση ορίζεται και ο Συμβολαιογράφος που θα διενεργήσει την αποσφράγιση, ο οποίος ορίζει την ημέρα και την ώρα που θα διενεργηθεί.

Επίσης, καλεί να παρασταθούν σε αυτήν οι διάδικοι. Ο Συμβολαιογράφος κατά την αποσφράγιση είναι υποχρεωμένος να ελέγξει ότι η σφραγίδες είναι άθικτες. Σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι έχουν παραβιαστεί, διακόπτει κάθε περαιτέρω ενέργεια και αναφέρει τούτο στον Ειρηνοδίκη. Για την αποσφράγιση και την τυχόν απογραφή συντάσσεται έκθεση που περιέχει τα απαιτούμενα από τον νόμο στοιχεία.

Κάθε διαφορά που προκύπτει κατά την αποσφράγιση ή την απογραφή επιλύεται προσωρινά από τον Συμβολαιογράφο που τις διενεργεί και γίνεται σχετική μνεία στην έκθεση που συντάσσεται.

Οποιοσδήποτε όμως έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από τον Ειρηνοδίκη να ανακαλέσει την απόφαση του Συμβ/φου και να επανέλθουν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

ΑΛΛΑΓΗ ΕΠΩΝΥΜΟΥ: ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Η αλλαγή του επωνύμου, αναμφίβολα αποτελεί ζήτημα εξαιρετικής σημασίας και κρισιμότητας για τον κοινωνό του δικαίου που επιθυμεί και επιδιώκει την σχετική αλλαγή. Από την άλλη, όμως, πλευρά το ίδιο ζήτημα απασχολεί και την έννομη τάξη ενόψει της ανάγκης εξασφάλισης και διατήρησης της ασφάλειας των συναλλαγών και γι’ αυτόν τον λόγο, άλλωστε, η σχετική διαδικασία έχει καταστεί άκρως τυπική και αρκετά δύσκολη, υπό την έποψη και των περιορισμένων και εξαιρετικών λόγων που δικαιολογούν την εν λόγω αλλαγή.

 

Αναφορικά με την διερεύνηση του ζητήματος της αρμοδιότητας για την αλλαγή επωνύμου, στα πλαίσια του Κεφάλαιο Γ΄ της Φ. 42301/12167/28.6.1995 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, ορίζονται τα εξής:

  

… «1. Για την αλλαγή επωνύμου υποβάλλεται στο νομάρχη αίτηση του ενδιαφερομένου… στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο του οποίου ζητείται η πρόσληψη. Η αίτηση αυτή απευθύνεται στο νομάρχη, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δήμος ή η κοινότητα, στο μητρώο αρρένων ή το δημοτολόγιο του οποίου είναι γραμμένος ο ενδιαφερόμενος. … 2. Ο νομάρχης παραγγέλλει, με δαπάνη του ενδιαφερομένου, τη δημοσίευση περίληψης της αίτησης αλλαγής επωνύμου σε μία εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην πρωτεύουσα ή την περιφέρεια του νομού, ή γειτονικού νομού. Η περίληψη πρέπει να περιέχει ακριβή σημείωση περί του ονόματος, επαγγέλματος, τόπου και έτους γέννησης και κατοικίας του ενδιαφερομένου, περί του επωνύμου, η απόκτηση του οποίου επιδιώκεται, ως και πρόσκληση σε κάθε αντιτιθέμενο στη ζητούμενη αλλαγή, όπως μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από της δημοσιεύσεως, υποβάλει στο Νομάρχη τις αντιρρήσεις του. 3. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών, ο νομάρχης εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται ή απορρίπτει την αίτηση. Με την ίδια απόφαση, ο νομάρχης αποφαίνεται συγχρόνως και επί των αντιρρήσεων που τυχόν έχουν υποβληθεί κατά της ζητούμενης αλλαγής. Η απόφαση του νομάρχη με την οποία αποδέχεται τη ζητηθείσα αλλαγή επωνύμου, κοινοποιείται στις αρχές που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, στην Εισαγγελία και Αστυνομικές Αρχές του τόπου γεννήσεως και κατοικίας του ενδιαφερομένου και στον ενδιαφερόμενο για να την προσκομίσει στην Αστυνομική Αρχή του τόπου της κατοικίας του, κατά την έκδοση νέου δελτίου ταυτότητος. 4. …».

 

Δυνάμει του άρθρο 94 παρ. 6 του ν. 3852/2010, η αρμοδιότητα για την έκδοση των σχετικών με την πρόσληψη και αλλαγή επωνύμου πράξεων μεταφέρθηκε στα όργανα των οικείων Δήμων [άρθρ. 75 παρ. ΙΙ περ. 26 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων].

 

Όσον αφορά δε την τυπικότητα, καθώς και τους εξαιρετικούς και περιορισμένους λόγους, επί των οποίων δύναται να υποβληθεί και να ευδοκιμήσει αίτηση του εκάστοτε ενδιαφερόμενου για την αλλαγή του επωνύμου του, έχει παγιωθεί νομολογιακά (ΣτΕ 962/2011 επτ.), ότι το επώνυμο αποτελεί μεν στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, όμως η πρόσκτηση ή η αλλαγή του δεν απόκειται στην ιδιωτική βούληση, αλλά ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, ως θέμα συναπτόμενο με την ασφάλεια των συναλλαγών και των εννόμων εν γένει σχέσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του ατόμου, χωρεί δε καταρχήν διά της διοικητικής οδού. Το αρμόδιο διοικητικό όργανο οφείλει σε κάθε περίπτωση, προπαντός, να εκτιμά τους λόγους που επικαλείται ο αιτών τη μεταβολή του επωνύμου του και να αποφαίνεται ενόψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται ή όχι να εγκριθεί η ζητούμενη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικά, από την άποψη αυτή, την απόφασή του (πρβλ. ΣτΕ 852/1957, 221/1962, 1676/01, 1651/09). Σε κάθε περίπτωση, σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί την αλλαγή του επωνύμου, αποτελεί ιδίως το κακόηχο ή το δυσφημιστικό επώνυμο, καθώς και ο κίνδυνος προκλήσεως δυσχερειών στις έννομες σχέσεις και τις συναλλαγές εν γένει του αιτούντος τη μεταβολή με τις δημόσιες Αρχές και με ιδιώτες εκ της χρήσεως επωνύμου διαφορετικού από εκείνο, με το οποίο ήταν γνωστός στις σχέσεις του αυτές. (ΕιρΧαν 579/2018, ΤΝΠ NOMOS).  

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΙΔΙΚΟ ΦΟΡΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ (Ε.Φ.Α.)

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

Στα πλαίσια της ενημέρωσης των πολιτών αναφορικά με ζητήματα που αφορούν στο ισχύον φορολογικό καθεστώς, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων εξέδωσε έναν αναλυτικό οδηγό με ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με τον Ειδικό Φόρο επί των ακινήτων. Ειδικότερα:

 

 Ποιοί είναι υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης ειδικού φόρου επί των ακινήτων (Ε.Φ.Α.);

Υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης ειδικού φόρου επί των ακινήτων είναι:

α) Οι νομικές οντότητες και τα νομικά πρόσωπα που έχουν δικαιώματα πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας σε ακίνητα τα οποία βρίσκονται στην Ελλάδα και δεν υπάγονται σε μια από τις ρητά και περιοριστικά αναφερόμενες εξαιρέσεις στο άρθρο 15 του ν. 3091/2002 (Α’ 330).

β) Ανεξάρτητα από το εάν απαλλάσσονται ή μη από τον φόρο, εφόσον ανήκουν σε μια από τις κατωτέρω κατηγορίες:

βα) Ανώνυμες εταιρείες και εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, οι οποίες έχουν ως σκοπό, σύμφωνα με το καταστατικό τους, την αγορά, διαχείριση, επένδυση και εκμετάλλευση ακινήτων, ανεξάρτητα από το αν έχουν έσοδα από τη δραστηριότητα αυτή.

ββ) Ναυτιλιακές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 89/1967 (Α΄132), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και πλοιοκτήτριες εταιρείες εμπορικών πλοίων.

βγ) Νομικά πρόσωπα, τα οποία αποδεδειγμένα επιδιώκουν στην Ελλάδα σκοπούς κοινωφελείς, πολιτιστικούς, θρησκευτικούς, εκπαιδευτικούς.

βδ) Εταιρείες που έχουν την έδρα τους, σύμφωνα με το καταστατικό τους, στην Ελλάδα ή σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων το σύνολο των ονομαστικών μετοχών, μεριδίων ή μερίδων ανήκουν σε ίδρυμα ημεδαπό ή αλλοδαπό, εφόσον αποδεδειγμένα επιδιώκει στην Ελλάδα κοινωφελείς σκοπούς.

Στις περιπτώσεις ββ’, βγ’ και βδ’, εφόσον συντρέχει περίπτωση απαλλαγής από τον φόρο (σχετ. άρθρο 15, παρ. 2, περ. γ΄ και στ΄ και παρ. 3, περ. δ΄), αυτή χορηγείται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., κατ’ έτος, μετά από έλεγχο των δικαιολογητικών που προσκομίζει το νομικό πρόσωπο.

 

  1. Πότε υποβάλλεται η δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων;

Η δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων υποβάλλεται μέχρι την 20ή Μαΐου του έτους φορολογίας.

 

  1. Πώς υποβάλλεται η αρχική δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων;

Από το έτος 2014 η αρχική δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου.

 

  1. Πώς υποβάλλεται η τροποποιητική δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων;

Η τροποποιητική δήλωση ειδικού φόρου επί των ακινήτων υποβάλλεται χειρόγραφα στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., στον οποίο έχει υποβληθεί η αρχική ηλεκτρονική δήλωση.

 

  1. Υποχρεούνται τα νομικά πρόσωπα που απαλλάσσονται να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά απαλλαγής στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ.;

Τα νομικά πρόσωπα οφείλουν να φυλάσσουν τα δικαιολογητικά απαλλαγής στην έδρα της επιχείρησής τους και να τα προσκομίζουν σε κάθε περίπτωση που αυτά θα ζητηθούν, με εξαίρεση τα νομικά πρόσωπα των περ. γ΄ και στ΄ της παρ. 2 και αυτά της περ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 3091/2002, τα οποία υποβάλλουν στη Δ.Ο.Υ. τα σχετικά δικαιολογητικά για τη χορήγηση της απαλλαγής. Σε περίπτωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης ειδικού φόρου επί ακινήτων, η οποία υποβάλλεται χειρόγραφα, συνυποβάλλονται και τα απαιτούμενα, κατά περίπτωση, δικαιολογητικά.

 

  1. Με τι συντελεστή φορολογούνται τα νομικά πρόσωπα που είναι υποκείμενα σε ειδικό φόρο επί των ακινήτων;

Από το έτος 2010 και για κάθε επόμενο ο συντελεστής φορολόγησης είναι 15% επί της αξίας των ακινήτων, όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 17 του ν. 3091/2002.

 

  1. Προσωπικές εταιρείες (Ο.Ε., Ε.Ε.) που εξαιρούνται από τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων είναι υπόχρεες σε υποβολή δήλωσης;

ΟΧΙ. Οι προσωπικές εταιρείες, εφόσον απαλλάσσονται, δεν υποχρεούνται στην υποβολή δήλωσης, οφείλουν όμως να φυλάσσουν τα δικαιολογητικά απαλλαγής στην έδρα της επιχείρησής τους και να τα προσκομίζουν σε κάθε περίπτωση που αυτά θα ζητηθούν.

 

  1. Πού ορίζονται τα δικαιολογητικά τα οποία απαιτούνται για τη χορήγηση των απαλλαγών;

Τα δικαιολογητικά τα οποία απαιτούνται για την εξαίρεση από την καταβολή του ειδικού φόρου επί των ακινήτων ορίζονται στην ΠΟΛ 1056/2017 (Β’ 1325, ΑΔΑ: 70ΚΣΗ-ΝΘ2) Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., όπως τροποποιήθηκε με την ΠΟΛ 1081/2018 (Β΄1768, ΑΔΑ: ΩΦ6Τ46ΜΠ3Ζ-ΡΨΒ) Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..

 

  1. Ποια είναι η διαδικασία χορήγησης της απαλλαγής στα νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων γ’ και στ’ της παρ. 2 και της περ. δ’ της παρ. 3;

Ο νόμιμος εκπρόσωπος των ανωτέρω νομικών προσώπων υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του Ιανουαρίου κάθε έτους και προσκομίζει και τα απαραίτητα δικαιολογητικά, όπως αυτά αναγράφονται στην ΠΟΛ 1056/2017 Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., για κάθε κατηγορία προσώπου και η απαλλαγή χορηγείται από τον αρμόδιο προϊστάμενο.

 

  1. Ποιες είναι οι κυρώσεις στην περίπτωση που δεν υποβληθεί δήλωση από το νομικό πρόσωπο, ενώ έχει αυτή την υποχρέωση;

Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης ειδικού φόρου επί των ακινήτων από το νομικό πρόσωπο επιβάλλονται οι ακόλουθες κυρώσεις:

α) αυτοτελές πρόστιμο το οποίο ορίζεται στο ποσό των εκατό (100) €, εφόσον δεν προκύπτει με τη δήλωση ποσό φόρου για καταβολή,

β) εφόσον προκύπτει ποσό φόρου για καταβολή, πέραν του ανωτέρω αυτοτελούς προστίμου επιβάλλεται και τόκος για κάθε μήνα καθυστέρησης

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΛΥΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ FRANCHISE

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Η σύμβαση franchise, είναι μια σύμβαση συνεργασίας, μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, με την οποία η μία επιχείρηση (franchisor) παραχωρεί στην άλλη (franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του λεγόμενου «πακέτου δικαιόχρησης» (“franchising” ή “franchise”), με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες.

  

Η ως άνω περιγραφείσα συμφωνία αποκαλύπτει τα τυπολογικά γνωρίσματα της σύμβασης franchise, τα οποία είναι:

  1. H παραχώρηση των διακριτικών γνωρισμάτων και της τεχνογνωσίας από το δικαιοδότη, ό,τι δηλαδή συνθέτει το «πακέτο»,
  2. H υποχρέωση του δικαιοδότη να υποστηρίζει το δικαιοχρήστη και να ελέγχει κάθε άλλο δικαιοχρήστη, αλλά και η υποχρέωση του δικαιοχρήστη να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του δικαιοδότη και τις αρχές του συστήματος, καταβάλλοντας τα συμφωνηθέντα χρηματικά ποσά στο δικαιοδότη.

Με βάση τα ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία μιας σύμβασης franchise ορισμένου ή αόριστου χρόνου, αποτελεί κατ` αρχήν η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από τον αντισυμβαλλόμενο του καταγγέλλοντος, καθώς και εκείνα τα περιστατικά που, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της συμβάσεως, καθιστούν κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή για το ένα ή και αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη τη συνέχιση της συμβατικής δεσμεύσεως, όπως συμβαίνει όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών που καθιστά αδύναμη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας.

Καταγγελία που έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο ή με επίκληση τέτοιου λόγου που αποδείχθηκε μεταγενέστερα είτε μη σπουδαίος, είτε αναληθής, είναι άκυρη και γι` αυτό δεν επιφέρει τη λήξη της σύμβασης franchise, σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη ύπαρξης σπουδαίου λόγου.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί, ότι η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας σε όλες τις περιπτώσεις (εκτός από αυτήν της καταγγελίας της εταιρικής σύμβασης ορισμένου χρόνου, όπως αναφέρθηκε, κατά την κρατούσα στη νομολογία θέση), υπόκειται σε έλεγχο ως προς την καταχρηστικότητα της άσκησής της.

 

Έτσι, εάν η καταγγελία υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, απαγορεύεται και είναι άκυρη.

 

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ βέβαια, για να θεωρηθεί ή άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζομένων μ' αυτή αντικειμενικών κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, στο συγκεκριμένο κύκλο συναλλαγών

 

 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

Η ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

 

Η συγχώνευση εταιριών είναι δυνατή, είτε με τη δημιουργία μιας νέας εταιρείας ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων στο σύνολό τους, από δύο ή περισσότερες εταιρείες σε μια νέα εταιρεία (εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή ανώνυμη εταιρία), που συνίσταται από αυτές,  είτε μέσω της απορρόφησης, ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων, στο σύνολό τους, από μία εταιρία σε μία άλλη (άρθρο 68 επ. ν. 2190/1920 και το άρθρο 54 του ν. 3190/1955).

Σε περίπτωση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης η συγχώνευση πρέπει να εγκρίνεται από πλειοψηφία τριών τετάρτων των εταίρων των συμμετεχουσών εταιριών. Η συγχώνευση μπορεί μόνο να ολοκληρωθεί δύο μήνες μετά την τήρηση των υποχρεώσεων δημοσιότητας, και εφόσον οι πιστωτές της εταιρείας δεν έχουν υποβάλλει αντιρρήσεις (άρθρο 54 ν. 3190/1955).

Στην περίπτωση της συγχώνευσης η εταιρεία μεταβιβάζει όλα τα περιουσιακά στοιχεία της σε μία ή περισσότερες προϋπάρχουσες ή νέες εταιρείες που ιδρύονται.

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 55 του νόμου 3190/1955, τα μέρη οφείλουν να συνάψουν συμβολαιογραφική σύμβαση συγχώνευσης, το κείμενο της οποίας πρέπει να περιέχει τις βασικές διατάξεις σύμφωνα με το ν. 3190/1955.

Η συγχώνευση ΑΕ διέπεται από τα άρθρα 68-80 του ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ 497/87). Σύμφωνα με το άρθρο 72 του ν. 2190/1920, η συγχώνευση απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων όλων των εταιριών που συμμετέχουν στη συγχώνευση. Σύμφωνα με το άρθρο 69 του ν. 2190/1920, απαιτείται αρχικά ένα σχέδιο της σύμβασης συγχώνευσης.

Το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης πρέπει να περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:

  1. Τη νομική μορφή της εταιρείας, την εταιρική επωνυμία και διακριτικό τίτλο, την έδρα των εταιρειών που συμμετέχουν στη συγχώνευση, και τους αριθμούς ΜΑΕ.
  2. Την σχέση ανταλλαγής των μετοχών και ενδεχομένως την αξία της επιπλέον εισφοράς, σύμφωνα με το άρθρο. 68 ν. 2190/1920.
  3. Τις λεπτομέρειες της μεταβίβασης των νέων μετοχών που εκδίδονται από την εταιρία που απορροφά.

Το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι ενέργειες της εισφέρουσας εταιρείας θεωρούνται ότι γίνονται για λογαριασμό της απορροφώσας (ημερομηνία συγχώνευσης) καθώς και τη διάθεση των κερδών που προκύπτουν από αυτό το σημείο μέχρι την ολοκλήρωση της συγχώνευσης σύμφωνα με τα άρθρα 74 και 75ν. 2190/1920.

Τα δικαιώματα που η απορροφώσα εταιρεία παρέχει σε μεμονωμένους μετόχους και τους κατόχους των ειδικών δικαιωμάτων (όπως οι μετοχές, χωρίς δικαίωμα ψήφου, οι προνομιούχες μετοχές, ομολογίες κλπ), ή τα μέτρα που προβλέπονται για τα πρόσωπα αυτά.

Κάθε ειδική παροχή που χορηγείται σε μέλη του ΔΣ ή σε ελεγκτές. Συμφωνία για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων στο σύνολό τους από κάθε εισφέρουσα εταιρεία σε αντάλλαγμα για την παραχώρηση μετοχών της απορροφώσας εταιρίας.

Διάφορες άλλες ρυθμίσεις, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης

Με τη συγχώνευση μεταβιβάζει, συνεπώς, μια εταιρεία ολόκληρη την περιουσία της είτε σε άλλη, ήδη υφιστάμενη εταιρεία, είτε σε εταιρεία που ιδρύεται για πρώτη φορά.

Στην περίπτωση της ΑΕ, η διαδικασία της συγχώνευσης προβλέπεται στα άρθρα 68-80 του ν. 2190/1920. Κατά το άρ. 72 ν. 2190/1920 η διενέργεια της συγχώνευσης απαιτεί αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων των μετόχων όλων των εμπλεκομένων εταιριών. Το δε άρ. 69 ν. 2190/1920 προβλέπει ότι πρέπει πρωτίστως να καταρτιστεί σχέδιο της σύμβασης συγχώνευσης.

Το σχέδιο της σύμβαση συγχώνευσης θα πρέπει, σύμφωνα με το νόμο, να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:

  • την ειδικότερη μορφή, την επωνυμία και την έδρα των εταιριών που συγχωνεύονται, καθώς και τον αριθμό μητρώου τους
  • τη σχέση ανταλλαγής των μετοχών και, ενδεχομένως, το ύψος του χρηματικού ποσού μετρητών που προβλέπει το άρ. 68 ν. 2190/1920
  • τις διατυπώσεις παράδοσης των νέων μετοχών που εκδίδει η απορροφούσα εταιρία
  • την ημερομηνία από την οποία οι μετοχές που παραδίδονται στους μετόχους της ή των απορροφουμένων εταιριών, παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη της απορροφούσας εταιρίας, καθώς και κάθε ειδικό όρο σχετικό με το δικαίωμα αυτό
  • την ημερομηνία από την οποία οι πράξεις της ή των απορροφουμένων εταιριών θεωρούνται, από λογιστική άποψη, ότι γίνονται για λογαριασμό της απορροφούσας εταιρίας, και την τύχη των οικονομικών αποτελεσμάτων της ή των απορροφουμένων εταιριών, που θα προκύψουν από την ημερομηνία υατή μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της συγχώνευσης όπως προβλέπται στα άρ. 74 και 75 ν. 2190/1920
  • τα δικαιώματα που εξασφαλίζει η απορροφούσα εταιρία στους μετόχους που έχουν ειδικά δικαιώματα στην ή στις απορροφούμενες εταιρίες, καθώς και στους κατόχους άλλων τίτλων, πλην μετοχών, ή τα μέτρα που προτείνονται γι’ αυτούς
  • όλα τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα που, ενδεχομένως, παρέχονται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και στους τακτικούς ελεγκτές των συχωνευομένων εταιριών
  • τυχόν άλλες ρυθμίσεις ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε περίπτωσης

Σύμφωνα με το άρθρο 69 § 4 ν. 2190/1920, το Διοικητικό Συμβούλιο της κάθε εταιρείας που συμμετέχει στη συγχώνευση πρέπει να εκπονήσει λεπτομερή έκθεση ελέγχου, με το οποίο να διευκρινίζεται το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης από οικονομική και νομική άποψη.

Ειδικότερα, η έκθεση ελέγχου πρέπει να περιέχει στοιχεία για τη σχέση ανταλλαγής σύμφωνα με το άρθρο 71 ν. 2190/1920, και πρέπει να περιλαμβάνει δήλωση ως προς το εάν η προτεινόμενη τιμή ανταλλαγής των μετοχών (ή και η αξία της επιπλέον εισφοράς σε μετρητά στην περίπτωση της απορρόφησης) είναι δίκαιη.

Θα πρέπει να αναφέρει τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για να καθοριστεί η σχέση ανταλλαγής, τους λόγους για τους οποίους χρήση αυτών των μεθόδων είναι κατάλληλη καθώς και την σχέση ανταλλαγής ή το αποτέλεσμα αντίστοιχα αν είχε γίνει χρήση διαφορετικών μεθόδων.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να καθορίζεται η σημασία που έχει αποδοθεί στις διάφορες μεθόδους για τον καθορισμό της προτεινόμενης σχέσης ανταλλαγής και τα ιδιαίτερα προβλήματα που προέκυψαν κατά την αξιολόγηση.

Σύμφωνα με το άρθρο 74 ν. 2190/1920, η σύμβαση συγχώνευσης πρέπει να εγκρίνεται από το Υπουργείο Εμπορίου. Οι αποφάσεις συγχώνευσης των γενικών συνελεύσεων υποβάλλονται για το σκοπό αυτό στην υπηρεσία μαζί με την συμβολαιογραφική σύμβαση συγχώνευσης καθώς και μια δήλωση σύμφωνα με το Ν. 1599/1986. Οι σχετικές υποχρεώσεις δημοσιότητας πρέπει να τηρούνται σε κάθε στάδιο.

Συγχώνευση με ίδρυση νέας εταιρείας γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 80 ν. 2190/1920, με την αντίστοιχη εφαρμογή των διατάξεων για τις συγχωνεύσεις που περιέχονται στα άρθρα 68 έως 77 του ν. 2190/1920. Κατά την περίπτωση αυτή προκύπτει μία νέα εταιρία από τη συγχώνευση των προϋφισταμένων εταιρειών.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΥΘΥΝΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΗΣ

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

Ο διευθυντής μίας εταιρείας ,είναι υπεύθυνος για κάθε νόμιμη υποχρέωση της εταιρείας και συνεπώς, ευθύνεται για την παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεών της.

To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) με την απόφαση Busuttil κατά Μάλτας της 3.6.2021 (αρ. προσφυγής 48431/18) έκρινε νόμιμο το τεκμήριο (σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο) ότι ο διευθυντής μίας εταιρείας είναι υπεύθυνος για κάθε νόμιμη υποχρέωση της εταιρείας και συνεπώς ευθύνεται για την παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεών της – Μη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας (αρθ. 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ)

 

Τεκμήριο αντικειμενικής ευθύνης διευθυντή χρεοκοπημένης εταιρείας για μη καταβολή χρεών της προς το Δημόσιο και ασφαλιστικών εισφορών. Ο προσφεύγων καταδικάστηκε ποινικά, αφού είχε αποχωρήσει από την εταιρεία, παρότι ο ίδιος ισχυριζόταν ότι αγνοούσε την οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Ο ίδιος επικαλέστηκε ότι εφαρμόστηκε εναντίον του «τεκμήριο ενοχής» με βάση απλά το ότι υπήρξε διευθυντής αυτής της εταιρείας.

 

Σύμφωνα με την κρίση του ΕΔΔΑ, το εθνικό δίκαιο που προέβλεπε ότι ο προσφεύγων, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του ως διευθυντής, αναλάμβανε και την υποχρέωση καταβολής των σχετικών φορολογικών χρεών της, προκειμένου να διατηρηθεί ένα λειτουργικό σύστημα προς το συμφέρον όλων, είναι συμβατό με την ΕΣΔΑ, εφόσον ο ίδιος ως κατηγορούμενος δεν στερήθηκε τα μέσα για την ανατροπή του παραπάνω τεκμηρίου.

Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, το τεκμήριο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ότι ο διευθυντής είναι υπεύθυνος για κάθε νόμιμη υποχρέωση της εταιρείας, δεν ήταν παράλογο στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.

 

Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 6 §2 της ΕΣΔΑ).

 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  • 22
  • 23
  • 24
  • 25
  • 26

Δίπλα σας αποτελεσματικά & με συνέπεια

Επικοινωνήστε μαζί μας

Please enable JavaScript in your browser to complete this form.
Ονομ/νυμο *
Loading

ΒΑΣΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Εμπορικό Δίκαιο - Εταιρείες
Τροχαία Ατυχήματα
Ακίνητα - Διαχείριση Ακινήτων
Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία - Σήματα
Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
Διοικητικό Δίκαιο
Εργατικό Δίκαιο
Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες

ΠΡΟΦΙΛ

Αρχική
Το Γραφείο μας
Τομείς Δραστηριότητας
Υποθέσεις
Συνεργάτες
Νομικά Θέματα για Ιδιώτες
Νομικά Θέματα για Επιχειρήσεις
Πελατολόγιο
Επικοινωνία
Όροι Χρήσης - Πολιτική Απορρήτου - Πολιτική Χρήσης Cookies

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΠΗΛΙΟΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ & Συνεργάτες
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Βουκουρεστίου 18, Αθήνα 106 71
210 3387530, 210 3387540
E-mail: spilios@spiliopouloslaw.com

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Αποτυχία, παρακαλούμε προσπαθήστε ξανά.
Σας ευχαριστούμε για την εγγραφή σας.

© 2024 - spiliopouloslaw.com

TOP

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε τη βέλτιστη εμπειρία πλοήγησης στον ιστότοπό μας.

Μπορείτε να μάθετε ποια cookies χρησιμοποιούμε ή να τα απενεργοποιήσετε στις .

  • English (Αγγλικά)
  • Ελληνικά
Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες
Powered by  GDPR Cookie Compliance
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Απολύτως απαραίτητα cookies

Το αυστηρώς απαραίτητο cookie θα πρέπει να είναι ενεργοποιημένο ανά πάσα στιγμή, ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας για ρυθμίσεις cookie.

Εάν απενεργοποιήσετε αυτό το cookie, δεν θα μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που επισκέπτεστε αυτόν τον ιστότοπο θα χρειαστεί να ενεργοποιήσετε ή να απενεργοποιήσετε ξανά τα cookies.

Στατιστικά

Τα στατιστικά cookie βοηθούν τους κατόχους ιστοτόπων να κατανοήσουν πώς αλληλεπιδρούν οι επισκέπτες με ιστότοπους συλλέγοντας και αναφέροντας πληροφορίες ανώνυμα.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Marketing

Τα cookies μάρκετινγκ χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των επισκεπτών σε ιστότοπους. Η πρόθεση είναι να προβάλλονται διαφημίσεις που είναι σχετικές και ελκυστικές για τον μεμονωμένο χρήστη και, ως εκ τούτου, πιο πολύτιμες για εκδότες και διαφημιστές τρίτων.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Πολιτική Cookies

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Πολιτική Cookie