ΕΞΟΔΟΣ ΕΤΑΙΡΟΥ ΑΠΟ ΕΠΕ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ
Υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που μπορεί να καθιστούν αδύνατη τη συνέχιση της εταιρικής σχέσης και να υποχρεώνουν τον εταίρο να επιθυμεί να απομακρυνθεί από την ΕΠΕ. Σπουδαίος λόγος για την έξοδο εταίρου υπάρχει όταν η συνέχιση της εταιρίας είναι, για λόγους αντικειμενικούς ή υποκειμενικούς, δυσβάστακτη για τον εξερχόμενο εταίρο.
Αντικειμενικό λόγο εξόδου μπορούν να συνιστούν, μεταξύ άλλων, η μη σύγκληση της συνέλευσης των εταίρων για μεγάλο χρονικό διάστημα, η αδυναμία λειτουργίας της και λήψης αποφάσεων λόγω χωρισμού των εταίρων σε δύο αντιμαχόμενες ομάδες, η άσκηση ανταγωνισμού από άλλο ή άλλους εταίρους, η άρνηση παράδοσης των βιβλίων της εταιρίας στον διαχειριστή κλπ.
Η εκτίμηση για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου είναι αντικειμενική και λαμβάνει χώρα στα πλαίσια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και μετά από στάθμιση συμφερόντων.
Περαιτέρω η έξοδος εταίρου με την επίκληση σπουδαίου λόγου πρέπει να αποτελεί το έσχατο μέσο. Η έξοδος εταίρου της ΕΠΕ για σπουδαίο λόγο αποτελεί, κατ` ανάλογη εφαρμογή των κρατούντων στις προσωπικές εταιρίες, περίπτωση μερικής λύσης και μερικής εκκαθάρισης της ΕΠΕ, λόγω της οποίας ο εξερχόμενος εταίρος δικαιούται να λάβει την «αξία εκκαθάρισης» της εταιρικής του μερίδας ή - κατ` άλλη διατύπωση - δικαιούται να αξιώσει κάθε ποσό, που θα δικαιούταν, αν κατά το χρόνο της τελεσιδικίας της απόφασης, που επιτρέπει την έξοδο του, γινόταν λύση και εκκαθάριση της εταιρίας.
Στην περίπτωση της ΕΠΕ ρητά προβλέπεται από το νόμο ότι ο εξερχόμενος εταίρος δικαιούται να λάβει την πραγματική αξία των αποτελούντων τη μερίδα του εταιρικών, μεριδίων. Ο νόμος συνδέει πάντοτε την καταβολή της αξίας συμμετοχής με πραγματική μείωση του κεφαλαίου. Η αξία, δηλαδή, της μερίδας συμμετοχής καταβάλλεται από την εταιρική περιουσία, η οποία μειώνεται αντίστοιχα.
Ειδικότερα, ως προς την πραγματική αυτή αξία, πρέπει να λεχθεί ότι κάθε εταιρικό μερίδιο έχει αξία αφενός ονομαστική, που είναι η αξία του κλάσματος (μέρους) του εταιρικού κεφαλαίου και προκύπτει από το καθοριζόμενο στο καταστατικό ελάχιστο ποσό μερίδας συμμετοχής σε συνδυασμό προς τη συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο του συγκεκριμένου εταίρου και αφετέρου πραγματική αξία, που είναι η εκάστοτε, με βάση την εταιρική περιουσία, προσδιοριζόμενη αξία.
Για την εξεύρεση της τελευταίας προσδιορίζεται λογιστικά η πραγματική αξία της καθαρής εταιρικής περιουσίας, η οποία διαιρούμενη με τον αριθμό των εταιρικών μεριδίων, δίνει την πραγματική αξία του καθενός από αυτά. Η ονομαστική και η πραγματική αξία του εταιρικού μεριδίου μόνο κατά το χρόνο σύστασης της εταιρίας συμπίπτουν, ενώ μετά από αυτήν η πραγματική αξία μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από την ονομαστική, τούτο δε απεικονίζεται στον σχετικό ισολογισμό της εταιρίας.
Προκειμένου περί ΕΠΕ, ο ισολογισμός αποτελεί το πλαίσιο, μέσα στο οποίο πρέπει να επιχειρείται η εξακρίβωση της αληθινής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρίας.
Εφόσον, όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εξομοιώνεται η έξοδος του εταίρου προς τη μερική λύση της εταιρίας, προκύπτει ότι, κατ` αρχήν, ως βάση υπολογισμού της αποζημίωσης δεν θα πρέπει να λαμβάνεται ο ετήσιος ισολογισμός, ο οποίος δεν περιλαμβάνει στοιχεία, όπως τα αφανή αποθεματικά, η πελατεία, η φήμη, η οργάνωση και η απόδοση της επιχείρησης, αλλά θα πρέπει, τουλάχιστον, να καταρτιστεί ειδικός «ισολογισμός εκκαθάρισης», που θα εμφανίζει την πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας.
Κατά το άρθρο 33 παρ. 2 εδ. α` του Ν 3190/1955 «πας εταίρος δύναται να εξέλθη της εταιρίας ένεκα σπουδαίου λόγου, κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών».
Αρμόδιο δικαστήριο, είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και προσδιορίζει συγχρόνως και την αξία της μερίδας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟ – ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ – ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΑΓΩΓΗΣ – ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ – ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ – ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕΝΑ ΠΟΣΑ
Κατά το τριήμερο της 24ης-27η Ιανουαρίου 2022, χιλιάδες αυτοκίνητα εγκλωβίστηκαν και εκατοντάδες συμπολίτες μας εγκαταλείφθηκαν στον δρόμο, με αποτέλεσμα να αποκλειστούν επί πολλές ώρες, διακινδυνεύοντας την υγεία τους και την ακεραιότητα τους και να δοκιμαστούν βάναυσα επι μακρότατα χρονικό διάστημα οι ίδιοι και οι οικογενειές τους, εξ αιτίας της σφοδρής χιονόπτωσης στην Αττική.
Τα παραπάνω γεγονότα δίνουν στους πολίτες που είχαν τέτοια εμπειρία, το δικαίωμα να διεκδικήσουν δικαστικά σημαντικά ποσά ως αποζημίωση, που ανέρχονται ή / και υπερβαίνουν, κατά περίπτωση, τις 100.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, τόσο από ιδιωτικούς φορείς όσο και από το Ελληνικό Δημόσιο, Περιφέρειες και Δήμους στην Αττική ή αλλού.
Επιπλέον του παραπάνω ποσού, ανάλογα με τα ειδικά δεδομένα της κάθε περίπτωσης (μετακίνηση για σημαντικό λόγο υγείας, σημαντικό επαγγελματικό λόγο, σημαντικό οικογενειακό λόγο κλπ) αλλά και το σύνολο των εμπλεκομένων προσώπων του οικογενειακού και ευρύτερου περιβάλλοντος του κάθε αποκλεισμένου (ανήλικα τέκνα, μέλη οικογενείας που τους είχαν ανάγκη, γονείς κλπ) που βιώσαν με αγωνία τον αποκλεισμό και την απουσία του οικείου τους, ο αριθμός των προσώπων που διεκδικούν αποζημίωση καθώς και τα διεκδικούμενα ποσά, μπορούν να αυξηθούν πολύ περισσότερο.
Παρά τις επίμονες προειδοποιήσεις των μετεωρολόγων για έντονες χιονοπτώσεις στην Αττική, η ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε. ως ιδιωτικός φορέας διαχείρισης και εκμετάλλευσης του συγκεκριμένου δρόμου καθώς και ο κρατικός μηχανισμός και οι υποδομές του λεκανοπεδίου, δεν στάθηκαν ικανές να αποτρέψουν τις τραγικές εικόνες εγκατάλειψης των συμπολιτών μας στη δίνη ενός προαναγγελθέντος και αναμενόμενου καιρικού φαινομένου, αυτή τη φορά με επίκεντρο την Αττική Οδό και δευτερευόντως, άλλες οδικές αρτηρίες, κυρίως στην Αττική αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές της Χώρας.
Λόγω της επέλασης της κακοκαιρίας, η Αττική Οδός ειδικότερα, υπέστη κατά κυριολεξία «έμφραγμα» και τόσο διοίκηση της εταιρείας που την διαχειρίζεται όσο και το Κράτος προσπαθούν να απεμπολήσουν κάθε ευθύνη που τους βαραίνει. Η χιονόπτωση και η αδυναμία της εταιρείας να καθαρίσει τον δρόμο προκάλεσαν χάος, με αποτέλεσμα χιλιάδες συμπολίτες μας να διανυκτερεύσουν στο δρόμο, μέσα σε συνθήκες απόλυτου παγετού, χωρίς τα στοιχειώδη, χωρίς νερό, χωρίς τρόφιμα και ασφαλώς χωρίς καμία απόπειρα απεγκλωβισμού τους εκ μέρους των υπευθύνων.
Τα λάθη, οι παραλείψεις και οι αμέλειες της διοίκησης της εταιρείας ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε. (και των νομικών προσώπων αυτής) που διαχειρίζεται τους οδικούς άξονες της Αττικής Οδού καθώς και του κρατικού μηχανισμού, των αρμοδίων αρχών και όλων των υπεύθυνων και εμπλεκόμενων προσώπων είναι τεράστια, εγκληματικά και ασυγχώρητα και συνεπώς η ευθύνη (αστική και ποινική) όλων των παραπάνω και ιδίως τόσο της εταιρείας ΑΤΤΙΚΗΣ ΟΔΟΣ Α.Ε. και λοιπών νομικών προσώπων της όσο και εν γένει του Ελληνικού Δημοσίου είναι βαρύτατη.
Η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού, η αδράνεια των αρμοδίων υπηρεσιών του Τμήματος Πολιτικής Προστασίας, η παντελής απουσία οιασδήποτε στοιχειώδους επικοινωνίας και επιχειρησιακής σύμπνοιας ανάμεσα στα αρμόδια για την διαχείριση της κρίσης πολιτειακά όργανα και την εταιρεία διαχείρισης της Αττικής Οδού, η καθυστερημένη επέμβαση της Πυροσβεστικής, της Αστυνομίας και του Στρατού, η μη έγκαιρη εκτίμηση της σοβαρότητας και της επικινδυνότητας της κατάστασης, η έλλειψη οχημάτων και μέσων απεγκλωβισμού, η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των οργάνων διαχείρισης, η απουσία άμεσης και έγκυρης πληροφόρησης – ενημέρωσης προς τους εγκλωβισμένους οδηγούς, είναι ορισμένες μόνο από τις εγκληματικές παραλείψεις της ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε. και του Ελληνικού Δημοσίου και συγχρόνως, οι γενεσιουργές αιτίες που θεμελίωσαν και στοιχειοθέτησαν, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, την αστική και ποινική τους ευθύνη για τα τραγικά γεγονότα του εγκληματικού εγκλωβισμού και της εγκατάλειψης χιλιάδων συμπολιτών μας στην Αττική Οδό.
Τα Δικαστήρια, ανταποκρινόμενα στον θεσμικό τους ρόλο, σε κάθε περίπτωση εγκληματικών παραλείψεων που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή και την σωματική ακεραιότητα των πολιτών, είναι στο πλευρό των παθόντων και των οικογενειών τους επιδικάζοντας χρηματικές αποζημιώσεις για την αποκατάσταση τόσο της υλικής όσο και της ηθικής βλάβης που υφίσταται κάθε πολίτης εξ αιτίας τους.
Τα ποσά που διεκδικούν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης, για τα παραπάνω τραγικά γεγονότα του εγκλωβισμού και της έκθεσής τους σε κίνδυνο, κατά τα πρόσφατα πρωτόγνωρα περιστατικά εγκατάλειψής τους στο έλεος της σφοδρής κακοκαιρίας, ανέρχονται ή / και υπερβαίνουν τις 100.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο και επιπροσθέτως, ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις και τον αριθμό των δικαιούχων αποζημίωσης από το οικογενειακό περιβάλλον του παθόντος, μπορούν να ανέλθουν σε πολύ μεγαλύτερα ποσά.
Για την αποτελεσματική διεκδίκηση και επιδίκαση των σημαντικών αυτών χρηματικών ποσών που δικαιούνται οι παθόντες και οι (με κάθε τρόπο) ζημιωθέντες το μόνο μέσο είναι η άσκηση Αγωγής.
Η Αγωγή θα πρέπει να έχει ειδικό περιεχόμενο και να εμπεριέχει διατύπωση συγκεκριμένων κονδυλίων και αιτημάτων κατά τρόπο ορισμένο, νομικά τεκμηριωμένο, βασισμένο στην κρατούσα νομολογία και εμπεριστατωμένο, ώστε να γίνει ουσιωδώς δεκτή από το Δικαστήριο και να οδηγήσει στην μέγιστη ηθική και υλική δικαίωση των δικαιούχων.
Για την πλήρη δικαίωση των παθόντων, καθοριστικό ρόλο έχει η διεξοδική περισυλλογή και η ενδελεχής νομική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, το οποίο είναι απαραίτητο αφ’ ενός για την θεμελίωση της αστικής και της ποινικής ευθύνης της εταιρείας ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε. και του Ελληνικού Δημοσίου και αφ’ ετέρου για την πλήρη στοιχειοθέτηση και τον ακριβή προσδιορισμό του συνόλου της βλάβης (υλικής και ηθικής) που κάθε πολίτης έχει υποστεί.
Η κυβερνητική εξαγγελία για την χορήγηση ποσού 2.000 ευρώ, ως εύλογη αποζημίωση, για τους εγκλωβισμένους, σε κάθε όχημα, εκτός από τα σοβαρότατα θέματα αντισυνταγματικότητας που εγείρει, αποτελεί πρόσθετη απόδειξη και ομολογία ενοχής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και της ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε. και της αποκλειστικής υπαιτιότητάς τους για τις ζημιές των εγκλωβισμένων. Σε κάθε δε περίπτωση, οποιοσδήποτε τυχόν κληθεί να εισπράξει το κατά τα παραπάνω ποσό των 2.000 € ή άλλο, θα πρέπει να ελέγξει πολύ προσεκτικά και με εξειδικευμένο νομικό το περιεχόμενο των εγγράφων που θα κληθεί να υπογράψει, προκειμένου να μην περιοριστούν ή και απολεσθούν δικαιώματα του για ουσιαστική αποζημίωση.
Συμπερασματικά, για την αποτελεσματική διεκδίκηση του συνόλου της αποζημίωσης που δικαιούται κάθε πολίτης που εγκλωβίστηκε και εγκαταλείφθηκε στην Αττική Οδό ή και σε άλλα σημεία της Αττικής και της χώρας, με κίνδυνο της ζωής του, αυτό που απαιτείται, μεταξύ άλλων, είναι η κατάθεση Αγωγής (ομαδικής ή ατομικής κατά περίπτωση) με ειδική και εμπεριστατωμένη ανάλυση και αιτιολογία του χρονικού των γεγονότων και με διατύπωση συγκεκριμένων κονδυλίων και αιτημάτων κατά τρόπο νομικά τεκμηριωμένο, βασισμένο στην κρατούσα νομολογία και θεμελιωμένο σε σύγχρονες τεχνικές εκθέσεις και τεκμηριωμένες μελέτες – πορίσματα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΟΙΝΟΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ – ΑΝΑΛΗΨΗ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΣΥΝΔΙΚΑΙΟΥΧΟ – ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΑΓΩΓΗΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΣΧΕΣΗ- ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΝΤΟΛΗΣ
Εάν αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης έναντι της τράπεζας και ως προς τον άλλον/άλλους δικαιούχους.
Οι λοιποί δικαιούχοι πλέον αποκτούν απαίτηση (αναγωγικά) έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μερίδιο που τους αναλογεί με βάση τον αριθμό των συνδικαιούχων, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης.
Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής. Η αξίωση για συμμετοχή στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού γίνεται αντικείμενο δίκης με την έγερση σχετικής αγωγής, ανεξάρτητα αν ζητείται η πραγματική συμβολή ή τεκμαρτή συμμετοχή. Σε κάθε περίπτωση, η ιδιοποίηση χρημάτων από κοινό λογαριασμό δεν συνιστά υπεξαίρεση, σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία.
Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, ενώ χαριστική είναι όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Στην περίπτωση της εντολής ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα τα οποία έχει καταθέσει σε αυτόν. Στην τελευταία αυτή περίπτωση εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ. ΑΚ) και ο εντολέας, εφόσον προβλέφθηκε ότι ο εντολοδόχος δεν θα προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον αναλαβόντα την κατάθεση – συνδικαιούχο του λογαριασμού ολόκληρο το ποσό που ανέλαβε. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 713, 714 και 719 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται για κάθε πταίσμα και έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος, εφόσον ενήργησε παραβαίνοντας τους όρους της εντολής, έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ατόμων ψυχικά, διανοητικά ή σωματικά ανίκανων – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ & ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Σε δικαστική συμπαράσταση μπορεί να τεθεί ένας ενήλικος, μέσω δικαστικής αποφάσεως, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας, εφόσον αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του. Επίσης, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού, εφόσον εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, το σύζυγο του, τα παιδιά του ή τους γονείς του.
Δικαστική συμπαράσταση είναι η κατάσταση, στη οποία τίθεται ένα πρόσωπο, μέσω δικαστικής αποφάσεως, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας, εφόσον αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του, καθώς και λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού, εφόσον εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, το σύζυγο του, τους κατιόντες ή τους ανιόντες του (1666 ΑΚ). Σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλεται ενήλικο πρόσωπο, ενώ ο ανήλικος που βρίσκεται υπό γονική μέριμνα ή επιτροπεία, μπορεί να υποβληθεί σε αυτή, αν συντρέχουν οι παραπάνω όροι κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητάς του, ενώ τα αποτελέσματα της υποβολής αρχίζουν αφού ο ανήλικος ενηλικιωθεί.
Πως υποβάλλεται ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση:
Η υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, σύμφωνα με το άρθρο 1667 του Αστικού Κώδικα, αποφασίζεται από το δικαστήριο ύστερα από σχετική αίτηση από:
- τον ίδιο τον πάσχοντα,
- το σύζυγό του, εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση,
- τους γονείς του,
- τα τέκνα του,
- τον Εισαγγελέα ή και
- αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Στην περίπτωση του ανηλίκου που βρίσκεται στο τελευταίο έτος της ανηλικότητας του, ως παραπάνω, την αίτηση μπορεί να την υποβάλει και ο επίτροπός του. Σύμφωνα δε, με την παρ. 2 του ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι εάν το πρόσωπο πάσχει αποκλειστικά από σωματική αναπηρία, το δικαστήριο αποφασίζει μόνο μετά από αίτηση του ίδιου.
Ποιος διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης:
Ως δικαστικός συμπαραστάτης διορίζεται από το Δικαστήριο, το φυσικό πρόσωπο που έχει προτείνει αυτός τον οποίο αφορά η δικαστική συμπαράσταση, εφόσον έχει συμπληρώσει το δέκατο έκτο (16ο) έτος της ηλικίας του και το προτεινόμενο πρόσωπο κρίνεται κατάλληλο και μπορεί κατά το νόμο να διορισθεί. Αν αυτός που χρειάζεται τη συμπαράσταση δεν προτείνει κανέναν ή αν εκείνος που προτάθηκε δεν κρίνεται κατάλληλος, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην περίπτωση αυτή λαμβάνει υπόψη του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου σχετικά με τον αποκλεισμό συγκεκριμένου προσώπου, τους δεσμούς που διατηρεί με τους συγγενείς και ιδίως με τους γονείς, τα τέκνα του και το σύζυγό του, καθώς και τον κίνδυνο από την τυχόν υφιστάμενη αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στον συμπαραστατέο και σε αυτόν που πρόκειται να διορισθεί (1669 ΑΚ).
Πότε διορίζεται προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης:
Το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διορίσει μετά από αίτηση ενός από τα πρόσωπα που ανωτέρω αναφέρθηκαν ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη. Η εξουσία του περιλαμβάνει κάθε ασφαλιστικό μέτρο απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο ή την περιουσία του συμπαραστατέου. Για το διάστημα από τη δημοσίευση της απόφασης του δικαστηρίου έως την τελεσιδικίας της, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι υποχρεωτικός και γίνεται με την ίδια την δικαστική απόφαση.
Ποια η διαδικασία μετά την κατάθεση της αιτήσεως;
Το Δικαστήριο προσδιορίζει συγκεκριμένη ημερομηνία που θα συζητηθεί η υπόθεση κεκλεισμένων των θυρών και ο Δικαστής με μετέπειτα απόφασή του, μη δεσμευόμενος από τα αιτήματα των διαδίκων, θα αποφασίσει:
- αν πρέπει να τεθεί το συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο αφορά η αίτηση, σε δικαστική συμπαράσταση,
- για ποιες πράξεις θα τεθεί το πρόσωπο υπό δικαστική συμπαράσταση, για τις οποίες δεν θα μπορεί να εκπροσωπεί το ίδιο, η χωρίς την συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη, τον εαυτό του και
- ποιος θα ασκεί τις απαραίτητες νομικές ενέργειες για λογαριασμό του.
Το πρόσωπο το οποίο επιφορτίζεται με την σχετική εξουσία ονομάζεται δικαστικός συμπαραστάτης, ενώ το όργανο που τον “επιβλέπει” τις ενέργειες του δικαστικού συμπαραστάτη, εποπτικό συμβούλιο. Το εποπτικό συμβούλιο αποτελείται από τρία έως πέντε μέλη τα οποία διορίζονται με την ίδια απόφαση που διορίζει τον δικαστικό συμπαραστάτη και αποτελείται από συγγενείς ή φίλους του συμπαραστατουμένου.
Ποια τα αποτελέσματα της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση:
Ανάλογα με την περίπτωση το δικαστήριο που υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση:
- τον κηρύσσει ανίκανο για όλες (πλήρης) ή για ορισμένες δικαιοπραξίες (μερική), γιατί κρίνει ότι αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως (στερητική δικαστική συμπαράσταση), είτε
- ορίζει ότι για την ισχύ όλων ή ορισμένων δικαιοπραξιών απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη (επικουρική δικαστική συμπαράσταση πλήρης ή μερική), είτε
- αποφασίζει συνδυασμό των δύο προηγούμενων ρυθμίσεων. Το δικαστήριο οφείλει να επιβάλλει στον συμπαραστατούμενο τους ελάχιστους δυνατούς περιορισμούς που απαιτεί το συμφέρον του.
Αν το δικαστήριο υποβάλλει τον συμπαραστατούμενο σε συνδυασμό στερητικής και επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης ορίζει ρητά στην απόφασή του ποιες πράξεις δεν μπορεί ο συμπαραστατούμενος να επιχειρεί αυτοπροσώπως και ποιες δεν μπορεί να επιχειρεί χωρίς τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του. Η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη, από την οποία εξαρτάται η ισχύς όλων ή ορισμένων δικαιοπραξιών αυτού που έχει υποβληθεί σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση, παρέχεται εγγράφως και μόνο πριν την επιχείρηση της πράξης. Αν ο δικαστικός συμπαραστάτης αρνείται να συναινέσει, αποφασίζει το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του συμπαραστατούμενου, ενώ οι πράξεις του συμπαραστατούμενου είναι άκυρες, αν επιχειρήθηκαν χωρίς αυτή τη συναίνεση (1683 ΑΚ)
Όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη, του εποπτικού συμβουλιου ή του δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατούμενου. Πριν από κάθε ενέργεια ή απόφαση, πρέπει να επιδιώκεται επικοινωνία με τον συμπαραστατούμενο και να συνεκτιμάται η γνώμη του.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΜΕ ΟΧΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ – ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΠΑΘΟΥΣΗΣ
Απορρίφθηκε με την απόφαση 121/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτοβάθμιας απόφασης που το καταδικάζει να καταβάλει στην ενάγουσα συνολικό ποσό 7.830,52€, νομιμοτόκως, προς αποκατάσταση υλικών ζημιών και ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας τροχαίου ατυχήματος που προκλήθηκε από υπηρεσιακό όχημα της Ελληνικής Αστυνομίας, ο οδηγός του οποίου κρίθηκε ως αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, «για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών».
Η ως άνω ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου είναι πλήρης, καλύπτουσα δηλαδή τόσο την θετική ζημία, όσο και τα διαφυγόντα κέρδη του ζημιωθέντος διοικούμενου. Δύναται εκτός αυτού, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ, να επιδικασθεί και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη του ζημιωθέντος, η οποία υπολογίζεται μόνο ως προς τον ίδιο και όχι για τους τυχόν «αντανακλαστικά» ζημιωθέντες οικείους του. Δεν είναι, δε, αναγκαία η απόδειξη της υπαιτιότητας του οργάνου της Διοίκησης που με την παράνομη πράξη του προκάλεσε ζημία στον διοικούμενο, αλλά αρκεί η διαπίστωση παράνομης ενέργειας ή παράλειψής του κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας και η εξ αυτής πρόκληση της ζημίας.
Εν προκειμένω, η ενάγουσα, κινούμενη καθ’ όλα σύννομα με το αυτοκίνητό της, φορώντας την ζώνη ασφαλείας της και έχοντας πράσινη ένδειξη επί του φωτεινού σηματοδότη που υπήρχε στην λωρίδα κυκλοφορίας της, συγκρούσθηκε σε συμβολή με κάθετη οδό με υπηρεσιακό όχημα της Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο εκινείτο επί της καθέτου οδού. Το ως άνω υπηρεσιακό όχημα εισήλθε στην διασταύρωση, παρά το γεγονός ότι υπήρχε ερυθρή ένδειξη στον φωτεινό σηματοδότη της λωρίδας στην οποία εκινείτο, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την επακόλουθη σύγκρουση με το όχημα της εναγούσης. Ενήργησε, δηλαδή, παράνομα, κατά παραβίαση των οικείων διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, συμπεριφορά η οποία οδήγησε αιτιωδώς στο ζημιογόνο γεγονός, ήτοι στην σύγκρουση των δύο οχημάτων και στον επακόλουθο τραυματισμό της εναγούσης.
Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε κατά την πρωτοβάθμια δίκη ένσταση συνυπαιτιότητας της εναγούσης αναφορικά με το τροχαίο ατύχημα, η οποία ωστόσο απορρίφθηκε με το ανωτέρω σκεπτικό. Την κρίση περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του Ελληνικού Δημοσίου επιβεβαίωσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Η περιγραφόμενη επίδικη σύγκρουση οδήγησε στην αδυναμία της εναγούσης να εργαστεί για διάστημα περίπου ενάμιση μηνός, λόγω του τραυματισμού που υπέστη, και ως εκ τούτου να απωλέσει τα αντιστοιχούντα στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εισοδήματα (διαφυγόντα κέρδη), τα οποία και της επιδικάσθηκαν ήδη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφαιρουμένου του ποσού που καταβλήθηκε στην ενάγουσα από τους οικείους ασφαλιστικούς φορείς ως επίδομα ασθενείας.
Επιπλέον, επιδικάσθηκε στην ενάγουσα, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση ύψους 2.000€ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω των σωματικών βλαβών που προξενήθηκαν από το ατύχημα, καθώς και της επακόλουθης μακράς διαδικασίας αποκατάστασης στην οποία η ίδια υποβλήθηκε έπειτα από την έξοδό της από το νοσοκομείο. Κρίθηκε, δε, πως για τον υπολογισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης της ζημιωθείσης λαμβάνονται υπόψιν οι συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, η ηλικία της παθούσης, η οικονομική της κατάσταση, καθώς και το είδος, η έκταση και η βαρύτητα του τραυματισμού. Αντίθετα, και σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου δεν επιδρά καθ’ οιονδήποτε τρόπο, θετικό ή αρνητικό, στον υπολογισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης.
Σύμφωνο με τις ως άνω κρίσεις αναφορικά με την επιδίκαση τόσο της αποζημίωσης για την προξενηθείσα ζημία όσο και της χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της εναγούσης, ήταν και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, η ασκηθείσα εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της, επιβεβαιώνοντας ως εκ τούτου την αξίωση της παθούσης προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης για το προκληθέν από υπηρεσιακό όχημα της Ελληνικής Αστυνομίας τροχαίο ατύχημα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ ΔΑΣΚΑΛΩΝ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ
Σύμφωνα με την εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας για το τρέχον έτος, η αίτηση παραίτησης υποβάλλεται από 1ης Φεβρουαρίου μέχρι και την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την πάροδο του πρώτου δεκαημέρου του Φεβρουαρίου. Εφόσον γίνει αποδεκτή, λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική σχέση στις 31 Αυγούστου.
Οι αιτήσεις παραίτησης των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που υποβάλλονται μετά την πρώτη εργάσιμη ημέρα που έπεται του πρώτου δεκαημέρου του Φεβρουαρίου, καθώς και κατά τη διάρκεια του αμέσως επόμενου διδακτικού έτους γίνονται αποδεκτές μόνο με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από γνώμη των Κεντρικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων (Κ.Υ.Σ.Π.Ε./Κ.Υ.Σ.Δ.Ε.) για εξαιρετικούς λόγους, όπως βαριές και δυσίατες ασθένειες, οι οποίες αποδεικνύονται από πιστοποιητικά Υγειονομικής Επιτροπής ή για ιδιαίτερα σοβαρούς οικογενειακούς λόγους (άρθρο 46 του Ν.4777/17-02-2021).
Ανάκληση αίτησης παραίτησης λόγω μη ύπαρξης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης για το εκπαιδευτικό προσωπικό, μπορεί να κατατίθεται μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης παραίτησης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 148 του Ν.3528/2007. Οι εκπαιδευτικοί απολύονται αυτοδίκαια από την Υπηρεσία με τη λήξη του διδακτικού έτους (άρθρο 4, παρ. 1 του Ν.3687/2008), λόγω ορίου ηλικίας, με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας τους (άρθρο 59, παρ. 1, 2 του Ν.4369/2016) με πλήρη σύνταξη, αναλογική πάντα των ετών υπηρεσίας που θα έχουν. Απαραίτητη προϋπόθεση, στην περίπτωση αυτή, είναι η 15ετία ως ελάχιστη προϋπηρεσία. Για την αυτοδίκαιη απόλυση, λόγω ορίου ηλικίας, ως ημερομηνία γέννησης θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης (άρθρο 155, παρ. 3 του Ν.3528/2007).
Επειδή έχει δημιουργηθεί σύγχυση σχετικά με το χρονικό διάστημα μετά την 01-01-2022 ότι, εάν δεν συνταξιοδοτηθεί κάποιος/α που, ήδη, έχει θεμελιώσει μέχρι τις 31-12-2021 δικαίωμα συνταξιοδότησης (απαιτούμενα έτη υπηρεσίας/ασφάλισης και αρχικό ή αφετηριακό ηλικιακό όριο είτε με ανήλικο είτε χωρίς ανήλικο τέκνο, σύμφωνα με τους πίνακες 1 & 2 του ν.4336/2015), μετά θα συνταξιοδοτηθεί στα 67 με πλήρη σύνταξη και με μειωμένη στα 62 ή εναλλακτικά με 40 έτη υπηρεσίας/ασφάλισης και ηλικία 62 ετών, διευκρινίζεται ότι, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν τα παραπάνω, αυτό δεν ισχύει.
Μετά την 01-01-2022 παύουν να ισχύουν οι μεταβατικές διατάξεις του ν.4336/2015 που προβλέπουν σταδιακή αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης από 19-08-2015 έως 31-12-2021. Συνεπώς, αν τα απαιτούμενα έτη υπηρεσίας/ασφάλισης συμπληρώνονται μετά την 01-01-2022 η συνταξιοδότηση πραγματοποιείται στα 67 με πλήρη και με μειωμένη στα 62 ή με 40 χρόνια υπηρεσίας/ασφάλισης και ηλικία 62 ετών, ανεξάρτητα από το πότε συμπληρώνεται το ηλικιακό όριο.
Συμπερασματικά, όσοι/όσες θεμελιώνουν δικαίωμα με 25ετία (και με αναγνώριση πλασματικών ετών, π.χ. στρατιωτική θητεία, χρόνος σπουδών, χρόνος τέκνων, γονική άδεια ανατροφής), μετά την 01-01-2013 (είτε ασφαλίστηκαν μέχρι το 1992 είτε μετά το 1993), τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης γι’ αυτούς είναι στα 67 για πλήρη και στα 62 για μειωμένη σύνταξη ή συνταξιοδότηση με 40 έτη υπηρεσίας/ασφάλισης και ηλικία, τουλάχιστον, 62 ετών για πλήρη σύνταξη (ν.4093/2012).
Συνταξιοδότηση δασκάλων και καθηγητών
Σύμφωνα με την εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας για το τρέχον έτος, η αίτηση παραίτησης υποβάλλεται από 1ης Φεβρουαρίου μέχρι και την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την πάροδο του πρώτου δεκαημέρου του Φεβρουαρίου. Εφόσον γίνει αποδεκτή, λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική σχέση στις 31 Αυγούστου.
Περισσότερα…
Οι αιτήσεις παραίτησης των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που υποβάλλονται μετά την πρώτη εργάσιμη ημέρα που έπεται του πρώτου δεκαημέρου του Φεβρουαρίου, καθώς και κατά τη διάρκεια του αμέσως επόμενου διδακτικού έτους γίνονται αποδεκτές μόνο με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από γνώμη των Κεντρικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων (Κ.Υ.Σ.Π.Ε./Κ.Υ.Σ.Δ.Ε.) για εξαιρετικούς λόγους, όπως βαριές και δυσίατες ασθένειες, οι οποίες αποδεικνύονται από πιστοποιητικά Υγειονομικής Επιτροπής ή για ιδιαίτερα σοβαρούς οικογενειακούς λόγους (άρθρο 46 του Ν.4777/17-02-2021).
Ανάκληση αίτησης παραίτησης λόγω μη ύπαρξης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης για το εκπαιδευτικό προσωπικό, μπορεί να κατατίθεται μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης παραίτησης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 148 του Ν.3528/2007. Οι εκπαιδευτικοί απολύονται αυτοδίκαια από την Υπηρεσία με τη λήξη του διδακτικού έτους (άρθρο 4, παρ. 1 του Ν.3687/2008), λόγω ορίου ηλικίας, με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας τους (άρθρο 59, παρ. 1, 2 του Ν.4369/2016) με πλήρη σύνταξη, αναλογική πάντα των ετών υπηρεσίας που θα έχουν. Απαραίτητη προϋπόθεση, στην περίπτωση αυτή, είναι η 15ετία ως ελάχιστη προϋπηρεσία. Για την αυτοδίκαιη απόλυση, λόγω ορίου ηλικίας, ως ημερομηνία γέννησης θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης (άρθρο 155, παρ. 3 του Ν.3528/2007).
Επειδή έχει δημιουργηθεί σύγχυση σχετικά με το χρονικό διάστημα μετά την 01-01-2022 ότι, εάν δεν συνταξιοδοτηθεί κάποιος/α που, ήδη, έχει θεμελιώσει μέχρι τις 31-12-2021 δικαίωμα συνταξιοδότησης (απαιτούμενα έτη υπηρεσίας/ασφάλισης και αρχικό ή αφετηριακό ηλικιακό όριο είτε με ανήλικο είτε χωρίς ανήλικο τέκνο, σύμφωνα με τους πίνακες 1 & 2 του ν.4336/2015), μετά θα συνταξιοδοτηθεί στα 67 με πλήρη σύνταξη και με μειωμένη στα 62 ή εναλλακτικά με 40 έτη υπηρεσίας/ασφάλισης και ηλικία 62 ετών, διευκρινίζεται ότι, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν τα παραπάνω, αυτό δεν ισχύει.
Μετά την 01-01-2022 παύουν να ισχύουν οι μεταβατικές διατάξεις του ν.4336/2015 που προβλέπουν σταδιακή αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης από 19-08-2015 έως 31-12-2021. Συνεπώς, αν τα απαιτούμενα έτη υπηρεσίας/ασφάλισης συμπληρώνονται μετά την 01-01-2022 η συνταξιοδότηση πραγματοποιείται στα 67 με πλήρη και με μειωμένη στα 62 ή με 40 χρόνια υπηρεσίας/ασφάλισης και ηλικία 62 ετών, ανεξάρτητα από το πότε συμπληρώνεται το ηλικιακό όριο.
Συμπερασματικά, όσοι/όσες θεμελιώνουν δικαίωμα με 25ετία (και με αναγνώριση πλασματικών ετών, π.χ. στρατιωτική θητεία, χρόνος σπουδών, χρόνος τέκνων, γονική άδεια ανατροφής), μετά την 01-01-2013 (είτε ασφαλίστηκαν μέχρι το 1992 είτε μετά το 1993), τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης γι’ αυτούς είναι στα 67 για πλήρη και στα 62 για μειωμένη σύνταξη ή συνταξιοδότηση με 40 έτη υπηρεσίας/ασφάλισης και ηλικία, τουλάχιστον, 62 ετών για πλήρη σύνταξη (ν.4093/2012).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΕΚΤΑΚΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΟΧΙΑΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ
Σύμβαση δανεισμού εργαζομένων μεταξύ επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση έκτακτων και εποχιακών αναγκών.
Τα τελευταία χρόνια, ενόψει της ανάγκης αντιμετώπισης έκτακτων, απρόβλεπτων και εποχιακών αναγκών, ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις συμβάλλονται μεταξύ τους στα πλαίσια συμβάσεων δανεισμού εργαζομένων. Η σύμβαση δανεισμού είναι μία τριμερής σύμβαση μεταξύ: α) του αρχικού εργοδότη, β) του δεύτερου εργοδότη και γ) του εργαζόμενου,
Περισσότερα
στα πλαίσια της οποίας ο αρχικός εργοδότης παραχωρεί, επί της ουσίας δανείζει, τις υπηρεσίες του εργαζόμενου, με την απαραίτητη συγκατάθεση του τελευταίου, στον δεύτερο εργοδότη. Ο δανεισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη συναίνεση του εργαζομένου, η οποία παρέχεται είτε με την αρχική σύμβαση εργασίας, είτε μεταγενέστερα εν όψει συγκεκριμένου δανεισμού. Η συναίνεση μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του εργαζόμενου, όπως συμβαίνει λ.χ. όταν ο εργαζόμενος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του στον τρίτο και είναι απαραίτητη, ιδίως όταν μεταβάλλεται ο τόπος της παροχής ή το είδος της παρεχόμενης εργασίας, αφού η αλλαγή αυτή καλυπτόμενη από τη συναίνεση του μισθωτού δεν συνιστά τότε μονομερή μεταβολή των εργασιακών όρων εκ μέρους του αρχικού εργοδότη.
Από την συνδυαστική επισκόπηση των διατάξεων των άρθρων 361, 648 και 651 ΑΚ, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, βάσει της οποίας ο εργοδότης θα παραχωρήσει με τη μορφή δανεισμού εργαζομένου τον μισθωτό σε τρίτον, προς τον οποίο αυτός θα παρέχει την εργασία του. Στην περίπτωση αυτή εργοδότης παραμένει, με όλες τις συναφείς υποχρεώσεις, ο αρχικός (ή παραχωρών), ενώ είναι δυνατή συμφωνία ότι ο τρίτος (δευτερογενής, κατά παραχώρησή ή περαιτέρω εργοδότης) θα καταβάλλει το μισθό ή μέρος του χωρίς όρους ή υπό ορισμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς. Ο θεσμός αυτός, που στην πράξη εμφανίζεται αρκετά συχνά μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου ομίλου, δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 651 του ΑΚ, κατά την οποία κατά κανόνα στη σύμβαση εργασίας η αξίωση του εργοδότη στην εργασία του μισθωτού είναι αμεταβίβαστη, διότι από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω αναφερομένων διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι αυτή η συμφωνία είναι νόμιμη και επιτρεπτή μεταξύ εργοδότη και τρίτου, μόνον αν συναινεί ο μισθωτός, έστω και αν δεν μεταβάλλονται οι όροι εργασίας του.
Διευκρινίζεται σε αυτό το σημείο, ότι ο δανεισμός εργαζόμενων εμφανίζεται με δύο μορφές, ήτοι: αφενός ως γνήσιος, στο εννοιολογικό περιεχόμενο του οποίου υπάγεται ο ήδη περιγραφείς θεσμός, αφετέρου ως μη γνήσιος, ο οποίος αφορά την δραστηριότητα των εταιρειών προσωρινής απασχόλησης. Ειδικότερα, για γνήσιο δανεισμό γίνεται λόγος όταν ο εργαζόμενος, ενώ προσφέρει την εργασία του κανονικά στον αρχικό εργοδότη, παραχωρείται για κάποιο χρονικό διάστημα (συνήθως σύντομο) σε τρίτη επιχείρηση. Αυτό συμβαίνει συνήθως μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων (όμιλος). Απεναντίας, μη γνήσιο δανεισμός υπάρχει όταν η σύμβαση εργασίας μεταξύ εργαζόμενου και αρχικού εργοδότη προβλέπει ότι ο εργαζόμενος δεν θα προσφέρει την εργασία του στον αρχικό εργοδότη, αλλά σε τρίτο που θα υποδεικνύει ο αρχικός εργοδότης. Ο μη γνήσιος δανεισμός χαρακτηρίζεται και ως κατ’ επιχείρηση δανεισμός, διότι ο αρχικός εργοδότης είναι επιχείρηση, της οποίας αντικείμενο εργασίας είναι ακριβώς να παραχωρεί εργαζόμενους σε τρίτους
Στην περίπτωση του γνήσιου δανεισμού ο δευτερογενής/έμμεσος εργοδότης ασκεί στο δικό του όνομα και με δική του ευθύνη το διευθυντικό δικαίωμα, το οποίο περιλαμβάνει την εξουσία καθορισμού του είδους και του τόπου της εργασίας, ελέγχου και εποπτείας αυτής και λήψεως παντός εν γένει μέτρου συντείνοντας στην κανονική της εκτέλεση. Μόνος δε υπόχρεος στην καταβολή του μισθού παραμένει ο αρχικός εργοδότης δυνάμει της σύμβασης εργασίας, αφού η σύμβαση δεν μεταβάλλεται ως προς την υποχρέωση αυτή, εκτός αν υπάρξει ειδική συμφωνία. Αντίθετα, ο αρχικός αυτός εργοδότης δεν υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης του μισθωτού αντιπαροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης στο νέο εργοδότη (προς ον η παραχώρηση), διότι η παροχή της παράνομης αυτής εργασίας δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του μισθωτού που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας έναντι ταυ [αρχικού] εργοδότη του, αλλά στις ιδιαίτερες σχέσεις του εργαζομένου με το ν ο εργοδότη, εκτός αν ειδικώς συνομολογήθηκε να επιβαρύνεται ο αρχικός εργοδότης για την περίπτωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησης.
Η σύμβαση δανεισμού δεν επηρεάζει τη σύμβαση εργασίας και αφού αντισυμβαλλόμενος παραμένει ο αρχικός εργοδότης, μετά του οποίου εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σχέση, αυτός και βαρύνεται κατά βάση με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας, π.χ. με την καταβολή, πέραν του μισθού και των συναφών επιδομάτων αλλά και των σχετικών με την καταβολή τους λοιπών υποχρεώσεων, όπως της παρακράτησης του αναλογούντος στις μισθωτές υπηρεσίες του εργαζομένου φόρου, και με τη χορήγηση όλων των α ει ν και την πληρωμή των ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών, βλ. σχετ. ΑΠ 800/2014, ΔΕΕ 2015, σελ. 565, ΧρΙΔ 2015, σελ. 226). Ειδικά ως προς τις τελευταίες γίνεται δεκτό ότι, επειδή ακριβώς με τον δανεισμό του εργαζόμενου δεν δημιουργείται νέα, ισοδύναμη και ανεξάρτητη σχέση εργασίας σε αντικατάσταση της αρχικής αλλ’ αντιθέτως η εργασία παρέχεται στο - δευτερογενή εργοδότη με την ίδια, αρχική, σύμβασή, χωρίς η αλλαγή της κατεύθυνσης της παροχής της εργασίας να καταλύει τον υπάρχοντα ενοχικό δεσμό, ο δανειζόμενος εργαζόμενος εξακολουθεί να ανήκει στο προσωπικό του αρχικού εργοδότη παρά την ένταξή του στην εκμετάλλευση του τρίτου, με αποτέλεσμα η μέριμνα για την κοινωνική του ασφάλιση να βαρύνει τον πρώτο (βλ. ΕφΑθ 163/1989, ΕλλΔ/νη 1991, σελ. 594). Για τον ίδιο λόγο, οι όροι της σύμβασης εργασίας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή τους. Επιπλέον, σε καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης (βλ. ΑΠ 1160/2015, ΝΟΜΟΣ), ενώ υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά τη διάρκεια του δανεισμού, δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία (περί όλων των ανωτέρω βλ. και ΑΠ 1580/2012, ΔΕΝ 2013, σελ. 634· ΑΠ 1731/2007, ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1162/2006, ΝΟΜΟΣ- ΕφΠειρ 311/2016, ΝΟΜΟΣ- ΕφΛαρ 235/2012, Δικογραφία 2012, σελ. 574).
Τέλος, τον κατά δανεισμό (δευτερογενή) εργοδότη βαρύνουν οι υποχρεώσεις σεβασμού των όρων δημόσιας τάξης που ισχύουν κατά την εκτέλεση της εργασίας και η τήρηση της υποχρέωσης προνοίας για την εξασφάλιση όρων και συνθηκών κατ’ αυτήν για την προστασία της ζωής και της υγείας του κατά παραχώρηση μισθωτού. Συνεπώς, σε περίπτωση παραβίασής τους κατά τον χρόνο του δανεισμού και δη σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, και τραυματισμού του, ο εργαζόμενος μπορεί να στραφεί, συντρεχόντων και των λοιπών νομίμων όρων ευθύνης, κατά του δευτερογενούς εργοδότη, καθόσον έγνομη σημασία και επιρροή έχει η ιδιότητα του εργοδότη κατά την επέλευση του ατυχήματος, αφού αυτός υπέχει την εξ αυτού σχετική ευθύνη και όχι ο κατά την πρόσληψη του παθόντος εργαζόμενου και μέχρι τον δανεισμό του εργοδότης (βλ. ΑΠ 1116/2011, ΔΕΕ 2012/821), υπό την έννοια ότι ο δευτερογενής εργοδότης ευθύνεται αυτοτελώς για τις δικές του παραβάσεις που οφείλονται στην παραβίαση των μέτρων ασφάλειας και υγιεινής και που σκοπούν, στην προστασία του εργαζόμενου μισθωτού (βλ. ΑΠ 1245/2002, ΕΕΔ τ. 63, σελ. 294- ΕφΠειρ 311/2016 όπ.π.).
Σημειώνεται σε κάθε περίπτωση, ότι η συνολική διάρκεια της σύμβασης δανεισμού, συμπεριλαμβανομένων και των ενδεχομένων ανανεώσεων που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από 36 μήνες, ενώ αν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ανασταλεί η λειτουργία της εργασιακής σχέσης για λόγους όπως ασθένεια, στράτευση, εγκυμοσύνη κ.λπ. δεν επηρεάζεται η νομοθετικώς προβλεπόμενη διάρκεια. Σε περίπτωση δε υπέρβασης τού εν λόγω χρονικού ορίου επέρχεται η μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη. Αξίζει δε να υπογραμμισθεί ότι δεν επιτρέπεται παραχώρηση μέσω σύμβασης δανεισμού όταν:
- i. Μέσω αυτής σκοπείται ουσιαστικά η αντικατάσταση εργαζομένων, οι οποίοι ασκούν το δικαίωμα της απεργίας.
- ii. Το προηγούμενο εξάμηνο ο έμμεσος εργοδότης έχει πραγματοποιήσει απολύσεις εργαζομένων της ίδιας ειδικότητας για οικονομικοτεχνικούς λόγους ή το προηγούμενο δωδεκάμηνο ομαδικές απολύσεις.
iii. Ο έμμεσος εργοδότης υπάγεται στις διατάξεις που ορίζουν προσλήψεις μέσω ΑΣΕΠ και
- iv. Η εργασία λόγω της φύσης της εγκυμονεί ιδιαίτερους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΡΟΣΥΜΦΩΝΟ Ή ΜΟU (Memorandum of Understanding)Ή ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΕΙΔΗ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ
Τα επιχειρηματικά σχέδια κοινής δράσης συχνά ξεκινούν με κάποιο συμφωνητικό ως προσχέδιο της οριστικής συμφωνίας. Ομοίως η επίλυση επιχειρηματικών διαφορών σε αρκετές περιπτώσεις επιλύονται με διαπραγματεύσεις και με προδιαμόρφωση των βασικών πλαισίων συμφωνίας.
Όλα αυτά τα συμφωνητικά ονομάζονται από τα συμβαλλόμενα μέρη MOU (Memorandum of Understanting) ή Σύμβαση Πλαίσιο ή Προσύμφωνο ή και με άλλες παραπλήσιες ονομασίες.
Υπογραμμίζουμε ότι, η σωστή διαμόρφωση του περιεχομένου των συμφωνιών αυτών εναπόκειται στο νομικό σύμβουλο, που θα αποδώσει τη σωστή διατύπωση στη σύμβαση προς εξασφάλιση του εντολέα του.
Υπάρχουν διαφόρων ειδών συμβάσεις ή προσύμφωνα. Ειδικότερα:
- Επιστολή προθέσεων: Με την «επιστολή προθέσεων» ο ένας επιχειρηματίας ενημερώνει εγγράφως και επισήμως τον άλλο επιχειρηματία για την πρόθεσή του και την θέλησή του α) να διαπραγματευθούν και β) ενδεχομένως να καταλήξουν σε κάποια συμφωνία. Εκδηλώνει την πρόθεσή του για τις προπαρασκευαστικές διαδικασίες και διαπραγματεύσεις που ίσως οδηγήσουν στην οριστική υπογραφή συμβάσεως χωρίς όμως να υπάρχει δέσμευση κατάληξης τελικά σε συμφωνία.
- MOU: Το Memorandum of understanding αποτελεί συμφωνητικό που δεν είναι οριστική συμφωνία ούτε δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη ότι θα καταλήξουν οπωσδήποτε σε οριστική συμφωνία. Ωστόσο, περιγράφει δεσμευτικώς τη διαδικασία διαπραγματεύσεων μέχρι την οριστική συμφωνία, το χρονικό πλαίσιο αυτών, τους στόχους και τις γενικές γραμμές τόσο της διαπραγμάτευσης όσο και της πιθανής συμφωνίας. Παράλληλα περιγράφει το είδος των διαπραγματεύσεων αλλά και το βαθμό αποκάλυψης πληροφοριών από το ένα συμβαλλόμενο μέρος προς το άλλο. Με αυτό το συμφωνητικό τίθεται χρονοδιάγραμμα, σειρά και βήματα κινήσεων και εργασιών αλλά και ενδεχόμενες κυρώσεις από παραβίαση αυτών.
- Προσύμφωνο: Το προσύμφωνο, αποτελεί μεν προσυμβατική συμφωνία, δηλαδή συμφωνία πριν την οριστική συμφωνία ως προ στάδιο αυτής. Δεν είναι όμως η οριστική συμφωνία ή οριστική σύμβαση που θα επιφέρει τις τελικές οικονομικές συνέπειες. Πάντως, είναι απολύτως δεσμευτικό και μπορεί να υποχρεώσει τα μέρη που το υπέγραψαν να καταλήξουν και να υπογράψουν και την τελική συμφωνία. Αν στη συνέχεια κάποιο από τα μέρη διστάσει και δεν επιθυμεί πλέον την σύβαση ο άλλος συμβαλλόμενος μπορεί είτε να τον εξαναγκάσει δικαστικώς σε τελική συμφωνία είτε θα ζητήσει αποζημίωση για την μη κατάρτιση της τελικής σύμβασης.
- Σύμβαση πλαίσιο: Η «σύμβαση πλαίσιο», είναι η σύμβαση με την οποία καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών. Από τη σύμβαση – πλαίσιο δεν απορρέει υποχρέωση των μερών να συνάψουν συμβάσεις. Απορρέει όμως η υποχρέωση, αν στο μέλλον συνάψουν συμβάσεις, αυτές να διέπονται δεσμευτικά από τους όρους που περιέχονται στη σύμβαση – πλαίσιο.
Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι:
α) σημασία έχει το περιεχόμενο της συμφωνίας που θα υπογραφεί και σε καμία περίπτωση η ονομασία της σύμβασης (πάγια άποψη του Αρείου Πάγου βλ. ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 881/2010, ΑΠ 466/2010)
β) η υπογραφή μίας συμφωνίας προκαθορίζει τις υποχρεώσεις και τις επόμενες κινήσεις του, συνεπώς ας μην βιαστεί, ας μην αποδεχθεί προ διατυπωμένες συμφωνίες, πρώτα ας συμβουλευτεί.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΑΠΟΦΑΣΗ – ΑΚΥΡΗ Ή ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΕΤΑΙΡΩΝ Ή ΤΟΥ ΔΣ
Στις εμπορικές εταιρείες, μπορεί να λαμβάνονται αποφάσεις που έρχονται σε αντίθεση με το νόμο και το καταστατικό της εταιρείας, επειδή είτε ηθελημένα είτε άθελά τους οι εταίροι και τα πρόσωπα της διοίκησης της εταιρείας, παραβίασαν την διαδικασία ή και την ουσία που ορίζει ο νόμος και το καταστατικό της εταιρείας.
Σε κάθε περίπτωση ο νομοθέτης ορίζει δικαστική διαδικασία ακύρωσης και αμφισβήτησης της απόφασης που ελήφθη και είναι παράνομη (αντίθετη στο νόμο ή στο καταστατικό). Όμως ο νόμος ορίζει πολύ σύντομες προθεσμίες που αν παρέλθουν
τότε η παρανομία θεραπεύεται και η απόφαση αν και αρχικώς άκυρη αντιμετωπίζεται ως νόμιμη. Ειδικά για τις ανώνυμες εταιρείες έχουν επέλθει λόγω του νέου νόμου σημαντικές αλλαγές. Με το ν. 4548/2018 επήλθαν ριζοσπαστικές και θεμελιώδεις αλλαγές στον κ.ν. 21902/1920 σε διάφορα ζητήματα εταιρικού δικαίου. Ειδικότερα:
Στο άρθρο 3 παρ. 1 προβλέπεται ότι: «Για τις υποθέσεις που, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, υπάγονται σε δικαστήριο, αποκλειστικά αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο στον παρόντα νόμο».
Από το άρθρο 12 παρ. 1 προκύπτει ότι: « Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία: […] γ) Ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση, με τα στοιχεία ταυτότητας, των προσώπων που: αα) ασκούν τη διαχείριση της εταιρείας, ββ) έχουν την εξουσία να την εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα […]».
Στο άρθρο 134 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Οι συζητήσεις και αποφάσεις που λαμβάνονται κατά τη γενική συνέλευση καταχωρίζονται σε περίληψη σε ειδικό βιβλίο πρακτικών. Στο ίδιο βιβλίο καταχωρίζεται και κατάλογος των μετόχων που παραστάθηκαν ή αντιπροσωπεύθηκαν στη γενική συνέλευση. … Αντίγραφα πρακτικών συνεδριάσεων της γενικής συνέλευσης υποβάλλονται στην αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 93». Κατά την παρ. 2, «Η εταιρεία υποχρεούται να χορηγεί στους μετόχους της αντίγραφα πρακτικών γενικών συνελεύσεων ύστερα από αίτησή τους»., ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «Η εταιρεία φέρει το βάρος απόδειξης ότι οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης έλαβαν χώρα την ημερομηνία και ώρα που αναγράφονται στο βιβλίο πρακτικών».
Στο άρθρο 135 για την λήψη αποφάσεων ΓΣ χωρίς συνεδρίαση ορίζεται ότι: «1. Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης είναι δυνατόν να λαμβάνονται από τους μετόχους χωρίς συνεδρίαση, σύμφωνα με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος, αν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Οι μετοχές της εταιρείας δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά. β) Το καταστατικό προβλέπει τη δυνατότητα του παρόντος άρθρου και προσδιορίζει τις αποφάσεις που μπορούν να ληφθούν με τον τρόπο αυτό. Αποφάσεις επί θεμάτων της τακτικής γενικής συνέλευσης δεν μπορούν να ληφθούν με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. γ) Όλοι οι μέτοχοι έχουν γνωστοποιήσει στην εταιρεία τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους. δ) Μειοψηφία του ενός πέμπτου (1/5) του κεφαλαίου δεν αντιτίθεται στη λήψη απόφασης με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. Σχετική δήλωση πρέπει να σταλεί στο διοικητικό συμβούλιο μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες από τη λήψη της πρότασης του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα με την παράγραφο 2.»
Στο άρθρο 136 προβλέπεται περί πρακτικού ΓΣ δια περιφοράς (χωρίς προσυπογραφή πρακτικό) ότι: «1. Στις εταιρείες των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους ισχύει ως απόφαση της γενικής συνέλευσης. Η ρύθμιση αυτή ισχύει και αν όλοι οι μέτοχοι ή οι αντιπρόσωποί τους συμφωνούν να αποτυπωθεί πλειοψηφική απόφασή τους σε πρακτικό, χωρίς συνέλευση. Το σχετικό πρακτικό υπογράφεται από όλους τους μετόχους με αναφορά των τυχόν μειοψηφούντων. […] 2. Οι υπογραφές των μετόχων ή των αντιπροσώπων τους μπορούν να αντικαθίστανται με ανταλλαγή μηνυμάτων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, αν τούτο προβλέπεται στο καταστατικό. […] 3. Το πρακτικό της παραγράφου 1 καταχωρίζεται στο βιβλίο πρακτικών, σύμφωνα με το άρθρο 134. […] 4. Το βάρος της απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων λήψης απόφασης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και του χρόνου της απόφασης φέρει η εταιρεία»
Στο άρθρο 137 περί ακυρωσίας αποφάσεων ΓΣ προβλέπεται ότι: «1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 138 και 139, απόφαση της γενικής συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για αποφάσεις τις οποίες έλαβε γενική συνέλευση που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί. […] 3. Η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί με αγωγή από οποιονδήποτε μέτοχο, κάτοχο μετοχών που εκπροσωπούν τα δύο εκατοστά (2/100) του κεφαλαίου, αν δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση. Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ξεχωριστά. Στην περίπτωση αυτή, αν παρίσταται ανάγκη, το δικαστήριο της παραγράφου 7 διορίζει, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ειδικό εκπρόσωπο της εταιρείας για τη διεξαγωγή της δίκης.[…] 7. Η αγωγή ακύρωσης της απόφασης της γενικής συνέλευσης εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας. […] 8. Η αγωγή της παραγράφου 7 στρέφεται κατά της εταιρείας και ασκείται μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη λήψη της απόφασης ή, αν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. Εντός της ίδιας προθεσμίας ασκείται και η αγωγή αποζημίωσης της παραγράφου 4[…]. 9. Οι ενάγοντες μέτοχοι οφείλουν να αποδείξουν ότι, τόσο κατά την άσκηση της αγωγής όσο και κατά το χρόνο κατάθεσης των προτάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, έχουν τις μετοχές που τους παρέχουν το δικαίωμα να ασκήσουν την αγωγή. Αν μετά την άσκηση της αγωγής οι ενάγοντες μέτοχοι μεταβιβάσουν όλες τις μετοχές ή μέρος τούτων, ώστε κατά το χρόνο κατάθεσης των προτάσεων να μην συγκεντρώνουν πλέον τα ποσοστά της παραγράφου 3, οι ενάγοντες μέτοχοι μπορούν να ζητήσουν με τις προτάσεις τους αποζημίωση, σύμφωνα με την παράγραφο 4. […] 10. Η ακύρωση της απόφασης ισχύει έναντι πάντων. Το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να λάβει τα μέτρα που επιβάλλει η κατάσταση η οποία προέκυψε από την ακύρωση. Σε κάθε περίπτωση δε θίγονται τα δικαιώματα τρίτων που αποκτήθηκαν με απόφαση που ακυρώθηκε ή με πράξη που διενεργήθηκε με βάση την απόφαση αυτή, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε ή αγνοούσε από βαριά αμέλεια το ελάττωμα της απόφασης. […] 12. Η ακυρωσία απόφασης δεν εμποδίζει την καταχώριση της τελευταίας στο Γ.Ε.ΜΗ. Η αγωγή ακύρωσης απόφασης της γενικής συνέλευσης, που έχει καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ., η δικαστική απόφαση παντός βαθμού δικαιοδοσίας που απαγγέλλει την ακύρωσή της και η δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα ή αναστέλλεται η ισχύς της υποβάλλονται σε δημοσιότητα.»
Στο άρθρο 138 περί ακυρότητας των αποφάσεων ΓΣ «1. Σε περίπτωση που δεν υπήρξε σύγκληση της γενικής συνέλευσης ή το περιεχόμενο της απόφασής της είναι αντίθετο στο νόμο ή το καταστατικό, η απόφαση είναι άκυρη. 2. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου άρθρου, θεωρείται ότι συγκλήθηκε η γενική συνέλευση, αν υπήρξε πρόσκλησή της προερχόμενη από την εταιρεία και περιέχουσα τουλάχιστον ένδειξη της ημερομηνίας και του τόπου της γενικής συνέλευσης και η πρόσκληση αυτή δημοσιεύθηκε κατά τον νόμο και το καταστατικό. Ως προερχόμενη από την εταιρεία θεωρείται η πρόσκληση όταν έχει γίνει από το διοικητικό συμβούλιο ή μέλος του ή και από τα πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 121 και της παραγράφου 1 του άρθρου 141. 3. Η προβολή ακυρότητας εκ μέρους μετόχου λόγω έλλειψης σύγκλησης της γενικής συνέλευσης δεν είναι επιτρεπτή, αν ο μέτοχος αυτός μεταγενέστερα δήλωσε προς την εταιρεία εγγράφως ή με δήλωσή του στα πρακτικά, ότι η γενική συνέλευση συνεδρίασε νομίμως. 4. Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο, μέτοχο ή τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον, δικαστικά ή με ρητή έγγραφη εξώδικη δήλωσή του προς την εταιρεία, μέσα σε προθεσμία ενός (1) έτους από τη λήψη της απόφασης ή, αν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. Η προβολή της ακυρότητας πρέπει να αναφέρεται σε συγκεκριμένη απόφαση και να περιγράφει το λόγο, που, κατά την άποψη του δηλούντος, προκαλεί την ακυρότητα. Σε περίπτωση που με τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας καθίσταται παράνομος ή αντικείμενος στη δημόσια τάξη, καθώς και όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία. […] 6. Η ακυρότητα μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 4[…] 8. Η αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας απόφασης της γενικής συνέλευσης, που έχει καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ., η δικαστική απόφαση παντός βαθμού δικαιοδοσίας που αναγνωρίζει την ακυρότητά της και η δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα ή αναστέλλεται η ισχύς της υποβάλλονται σε δημοσιότητα.»
Στο άρθρο 140 περί ανυπόστατων αποφάσεων που έγιναν χωρίς συνεδρίαση της ΓΣ ορίζεται ότι: «1. Στις αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς συνεδρίαση, σύμφωνα με το άρθρο 135, οι διατάξεις για την ακυρωσία και την ακυρότητα των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης των άρθρων 137 και 138 εφαρμόζονται αναλόγως. 2. Στην περίπτωση προσυπογραφής πρακτικού, σύμφωνα με το άρθρο 136, η απόφαση είναι ανυπόστατη, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής. Απόφαση που λαμβάνεται με τον τρόπο αυτόν και αντίκειται στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρη. Οι παράγραφοι 4 έως 8 του άρθρου 138 εφαρμόζονται αναλόγως».
Στο άρθρο 92 ορίζεται ότι: «1. Το διοικητικό συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτό το ήμισυ πλέον ενός των συμβούλων, ουδέποτε όμως ο αριθμός των παρόντων ή αντιπροσωπευόμενων συμβούλων μπορεί να είναι μικρότερος των τριών (3). Για την εξεύρεση του αριθμού απαρτίας παραλείπεται τυχόν προκύπτον κλάσμα. 2. Εφόσον δεν ορίζει διαφορετικά ο νόμος ή το καταστατικό, οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται έγκυρα με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων και αντιπροσωπευόμενων μελών. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου. 3. Κάθε σύμβουλος μπορεί να αντιπροσωπεύει εγκύρως μόνον έναν άλλο σύμβουλο. 4. Η αντιπροσώπευση στο διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να ανατεθεί σε πρόσωπα που δεν αποτελούν μέλη του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν η αντιπροσώπευση ανατεθεί σε τυχόν αναπληρωματικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου».
Κατά το άρθρο 95 περί ελαττωματικών αποφάσεων του ΔΣ προβλέπεται ότι «1. Αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, το περιεχόμενο των οποίων αντίκειται στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρες. 2. Αποφάσεις που λήφθηκαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό είναι επίσης άκυρες, εκτός αν λήφθηκαν ομοφώνως από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, παρόντα ή νομίμως εκπροσωπούμενα. 3. Την ακυρότητα μπορούν να επικαλεσθούν, εντός έξι (6) μηνών από την καταχώριση της απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με το άρθρο 12, ή από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών, σύμφωνα με το άρθρο 93, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τρίτοι δε, μέτοχοι ή μη, αν έχουν προσωπικό και ειδικό έννομο συμφέρον. Αν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η δυνατότητα επίκλησης δεν υπόκειται σε προθεσμία. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα μπορεί είτε να προταθεί από τους μετόχους είτε να ληφθεί υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. 4. Αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου που αφορούν ζητήματα της παραγράφου 4 του άρθρου 27, της παραγράφου 2 του άρθρου 56, της παραγράφου 1 του άρθρου 71 και των περιπτώσεων α, β και ε της παραγράφου 2 του άρθρου 117 είναι άκυρες ή ακυρώσιμες, με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 137 και 138. Η περίπτωση β της παραγράφου 2 του άρθρου 137 δεν εφαρμόζεται. 5. Αν η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της οποίας η ακυρότητα αναγνωρίσθηκε δικαστικά υπέκειτο σε δημοσιότητα, το ίδιο ισχύει και για τη δικαστική απόφαση που αναγνώρισε την ακυρότητά της. 6. Το παρόν άρθρο δεν επηρεάζει την εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 86.»
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ – ΔΙΑΦΩΝΙΕΣ ΕΤΑΙΡΩΝ ΣΕ ΜΙΑ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ Ή ΕΤΕΡΡΟΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΝΟΥΝΤΟΣ ΕΤΑΙΡΟΥ
Σε μία ομόρρυθμη ή ετερρόρυθμη εταιρεία είναι σύνηθες να υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες και αντιδικίες ως προς την διαχείριση, την εκπροσώπηση της εταιρείας, τις συναλλαγές και τις εταιρικές επιλογές. Ο νομοθέτης έχει καλύψει κάθε τυχόν τέτοια προβληματική περίπτωση και έχει εισαγάγει δυνατότητες δικαστικής επίλυσης του όποιου προβλήματος ανακύπτει, που περιλαμβάνουν και την απομάκρυνση του διαφωνούντος εταίρου.
Μία εκ των λύσεων για την επίλυση των διαφωνιών είναι η απομάκρυνση του διαφωνούντος εταίρου, με δύο τρόπους:
- Είτε επιλέγει ο ίδιος να εξέλθει και να φύγει από την εταιρεία
- Eίτε επιλέγει κάποιος άλλος εταίρος την δικαστική προσφυγή για να εκδιωχθεί ο εταίρος από την εταιρεία
Στην πρώτη περίπτωση ο εταίρος που διαφωνεί επιλέγει να φύγει από την εταιρεία (έξοδος εταίρου). Φυσικά δεν θα χαρίσει την μερίδα του και την εταιρική του συμμετοχή στους άλλους άλλους εταίρους. Θα αποζημιωθεί πλήρως και αυτό γίνεται με δικαστική εκτίμηση της εταιρικής του συμμετοχής-μερίδας και με καταβολή χρημάτων σε αξία όση και η αξία της μερίδας του στην εταιρεία. Μάλιστα ο υπολογισμός γίνεται όχι με στενά λογιστική αποτίμηση (φορολογική αποτίμηση) αλλά με συνυπολογισμό και άλλων υπεραξιών όπως η πελατεία, τα διαφυγόντα κέρδη του μέλλοντος, η δυναμική της εταιρείας κλπ.
Στην δεύτερη περίπτωση που ο εταίρος που διαφωνεί δεν επιθυμεί να εξέλθει και να φύγει μόνος του, ο νομοθέτης έχει εισάγει με αυστηρές προϋποθέσεις την δικαστική δυνατότητα των άλλων εταίρων να τον απομακρύνουν από την εταιρεία.
Δηλαδή οι άλλοι εταίροι έχουν την επιλογή να προβούν σε αποκλεισμό-απομάκρυνση του εταίρου από την εταιρεία.
Και πάλι χρειάζεται δικαστική απόφαση και πάλι ο εταίρος αυτός θα αποζημιωθεί για την εταιρική μερίδα που χάνει αλλά οι άλλοι εταίροι θα μπορούν να συνεχίσουν μόνοι τους την λειτουργία της εταιρείας τους.
Η ύστατη λύση είναι η λύση και εκκαθάριση της εταιρείας, αν καμία από τις παραπάνω επιλογές δεν είναι δυνατή.
Φυσικά δυνατή είναι και η αντικατάσταση ενός διαχειριστή-εκπροσώπου από την εταιρεία, δηλαδή η απομάκρυνσή του από την διοίκηση αλλά χωρίς να απομακρυνθεί και από την εταιρεία ως εταίρος.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
