ΕΥΘΥΝΗ ΟΜΟΡΡΥΘΜΟΥ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ
ΕΥΘΥΝΗ ΟΜΟΡΡΥΘΜΟΥ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ
Στις προσωπικές, ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες, η ευθύνη για τις εταιρικές οφειλές εκτείνεται και στο πρόσωπο των εταίρων, σε αντιπαραβολή με τις κεφαλαιουχικές όπου η ευθύνη περιορίζεται στο κεφάλαιο της εταιρείας και κάθε εταίρος ευθύνεται μέχρι το ύψος του ποσού εισφοράς του. Ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη εταιρεία εμφανίζουν μεταξύ τους ορισμένες διαφοροποιήσεις και, σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη του ομόρρυθμου εταίρου έχει μεγαλύτερη έκταση.
- I. ΕΥΘΥΝΗ ΟΜΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ
Σε μία ομόρρυθμη εταιρεία, η ελευθερία των συναλλαγών, ή, καλύτερα, η αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας περιορίζεται δραστικά μιας και απαγορεύεται να γίνει η οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των εταίρων περί μείωσης ή αποκλεισμού της ευθύνης τους. Κάθε ομόρρυθμος εταίρος συνεπώς, ευθύνεται απεριόριστα για τις υποχρεώσεις της εταιρείας απέναντι σε τρίτα πρόσωπα και με την ατομική του περιουσία. Ευθύνεται μάλιστα ακόμα και για χρέη που υφίσταντο προτού αποκτήσει ο ίδιος την ιδιότητα του εταίρου, διαθέτει βέβαια, όταν ευθύνεται για πράξη που τέλεσε στο πλαίσιο του εταιρικού σκοπού, την δυνατότητα να προτείνει ενστάσεις που θα μπορούσε να προβάλλει και η ίδια η εταιρεία.
Οι δύο τουλάχιστον ομόρρυθμοι εταίροι που απαρτίζουν την εταιρεία, ευθύνονται εις ολόκληρον τόσο σε επίπεδο αστικού (ευθύνη από σύμβαση) όσο και σε επίπεδο ποινικού δικαίου (ευθύνη για αδίκημα). Ευθύνη εις ολόκληρον σημαίνει ότι κάθε εταίρος οφείλει να πληρώσει στον τρίτο-δανειστή ολόκληρο το ποσό του χρέους, ευθύνεται δηλαδή για το σύνολο της υποχρέωσης, γι’ αυτό τον λόγο ο δανειστής δεν δεσμεύεται να ζητήσει εξόφληση από συγκεκριμένο εταίρο. Από την άλλη, απεριόριστη ευθύνη σημαίνει ότι αν δεν επαρκεί η εισφορά του εταίρου για την κάλυψη του χρέους, οφείλει να εξοφλήσει καταβάλλοντας το υπόλοιπο από την προσωπική του περιουσία, είναι κατ’επέκταση δυνατό να δεσμευτούν και τα ατομικά περιουσιακά του στοιχεία από τον δανειστή, λ.χ. με την σύσταση υποθήκης σε ένα ακίνητο κυριότητας του εταίρου.
Έγκειται τελικά στον δανειστή να επιλέξει εάν θα αξιώσει αποζημίωση στρεφόμενος μόνο κατά της εταιρείας, μόνο κατά συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων εταίρων, ή, κατά όλων των εταίρων και της εταιρείας συλλογικά.
- II. ΕΥΘΥΝΗ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ
Ο ετερόρρυθμος εταίρος, με τη σειρά του, εάν έχει καταβάλει την εισφορά του στην εταιρεία, δεν ευθύνεται για τα χρέη της. Σε αντίθετη περίπτωση, ευθύνεται με την ατομική του περιουσία μέχρι του ύψους του ποσού της εισφοράς του. Η ευθύνη του πάντως, όπως και του ομόρρυθμου εταίρου εκτείνεται και στα προ της εισόδου του στην εταιρεία χρέη, δεν είναι όμως απεριόριστη καθώς εκτείνεται ως το ποσό εισφοράς του.
Εάν, επιπλέον, δεν ανταποκρίνεται στην βασικότερη υποχρέωσή του να καταβάλει την εταιρική εισφορά, η προσωπική του περιουσία καθίσταται υπέγγυα, μπορεί δηλαδή και αυτή να δεσμευτεί μέχρι το ποσό εισφοράς.
ΙΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Κοινό σημείο, εν κατακλείδι, για τους ομόρρυθμους και ετερόρρυθμους εταίρους είναι ότι όταν τίθενται ζητήματα ευθύνης η εταιρική και η ατομική τους προσωπική περιουσία γίνονται ένα ενιαίο σύνολο, και ο δανειστής μπορεί στραφεί πρώτα κατά οποιασδήποτε από τις δύο για να ικανοποιηθεί. Η ευθύνη ομόρρυθμου και ετερορρύθμου εταίρου παραγράφεται μετά από 5 έτη.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΘΕΜΙΤΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ: ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΠΕΛΑΤΕΙΑΣ ΜΕ ΑΘΕΜΙΤΕΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ
ΑΘΕΜΙΤΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ: ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΠΕΛΑΤΕΙΑΣ ΜΕ ΑΘΕΜΙΤΕΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ
Σύμφωνα με τον νόμο περί Αθέμιτου Ανταγωνισμού, στο πλαίσιο των εμπορικών και βιομηχανικών συναλλαγών απαγορεύεται κάθε ενέργεια η οποία είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις περί ηθικής αντιλήψεις του μέσου ανθρώπου. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές απαγορευμένες πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού είναι η προσέλκυση πελατείας με αθέμιτες μεθόδους.
- I. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
Σε πρώτο στάδιο, πρέπει οπωσδήποτε να αναφερθεί ότι η διεκδίκηση πελατών είναι κατ’ αρχήν σύμφωνη με την υγιή λειτουργία του ανταγωνισμού, μιας και αποτελεί τον κυριότερο στόχο κάθε επιχείρησης. Στην ελεύθερη αγορά άλλωστε, κανένας δεν έχει δικαίωμα να αποκλείει τους άλλους. Υπάρχουν ωστόσο περιπτώσεις, όπως έχει φανεί και από σχετικές δικαστικές αποφάσεις, όπου ο επιχειρηματίας βλάπτεται ουσιωδώς από συμπεριφορά ανταγωνιστή του, ιδίως όταν η πίεση προς τους πελάτες είναι μεγάλη και ασκείται δε κατά δόλιο τρόπο.
Παράδειγμα αποτελεί η επίμονη παρότρυνση του πελάτη από τον τρίτο ανταγωνιστή, να απέχει από τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή, να καταγγείλει την σύμβασή του με τον βλαπτόμενο, προσφέροντάς του μεγαλύτερο αντάλλαγμα, έχοντας πάντα σκοπό ανταγωνισμού.
Αθέμιτη είναι και η καταγγελία της λεγόμενης σύμβασης «απλής διανομής». Απαγορεύεται δηλαδή η εκμετάλλευση της σχέσης εξάρτησης που έχει ο αντιπρόσωπος με τον αντιπροσωπευόμενο επιχειρηματία, με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας, της καλής φήμης, της προσπάθειας και των εξόδων στα οποία έχει υποβληθεί ο αντιπρόσωπος για να καθιερώσει τα προϊόντα στην αγορά και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πελατών.
Αθέμιτη ενέργεια είναι βεβαίως και η εκμετάλλευση ξένου σήματος μιας και αυτό αποτελεί πάντοτε την ταυτότητα μιας επιχείρησης και το κυριότερο μέσο προσέλκυσης των πελατών. Η προσβολή του δε γίνεται με σκοπό τον σφετερισμό της φήμης του προσβαλλόμενου σήματος, μιας και είναι εύκολο να παραπλανηθεί ο καταναλωτής και να επιλέξει τα προϊόντα του «μη αυθεντικού» σήματος, οδηγώντας έτσι στην αύξηση των κερδών του παρανόμως συμπεριφερόμενου ανταγωνιστή.
ΙΙ. ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΙΓΟΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΘΕΜΙΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Ο προσβληθείς από αθέμιτες ενέργειες ανταγωνισμού επιχειρηματίας δικαιούται να στραφεί δικαστικά κατά του ανταγωνιστή και να ζητήσει:
Α) Παύση της προσβολής και παράλειψη της στο μέλλον και,
Β) Αποζημίωση, της οποίας το ύψος θα προσδιορισθεί από το δικαστήριο αναλόγως με το ποσό των κερδών που αποδείχθηκε ότι πράγματι αποκόμισε η ανταγωνιστής προβαίνοντας στις αθέμιτες ενέργειες.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ – ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ: ΠΟΙΟΙ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟΝ ΟΡΟ «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ»
Σύμφωνα με το νόμο, ο σύντροφος θανούσης με την οποία ήταν σε ελεύθερη ένωση και είχαν τέκνα, δικαιούται να λάβει εύλογη χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη κατά το άρθρο 932 εδάφιο γ’ του Αστικού Κώδικα (Αποφ. 1815/2019 ΜΠΑ).
Όπως επισημάνθηκε αναλυτικά στην απόφαση, η παραπάνω διάταξη του Αστικού Κώδικα αποσκοπεί στην προστασία όχι μόνο των προσώπων που τελούν σε στενή συγγενική σχέση με τον θανόντα στο τροχαίο σύμφωνα με τις διατάξεις του Οικογενειακού Δικαίου (σύζυγος με θρησκευτικό ή πολιτικό γάμο, τέκνα, αδέρφια, γονείς κ.ο.κ.) αλλά και εκείνων των οποίων ο ψυχισμός δοκιμάζεται συναισθηματικά εξίσου έντονα από την απώλεια του οικείου τους προσώπου.
Σε αυτήν την κατηγορία προσώπων ανήκει και ο σύντροφος θανούσης εάν συζούσε μαζί της σε ελεύθερη ένωση και είχαν αποκτήσει τέκνα. Άλλωστε, βάσει των σύγχρονων κοινωνικών αντιλήψεων η παραδοσιακή έννοια της έγγαμου συμβίωσης δείχνει να μην αποτελεί πλέον την αποκλειστική μορφή της διαμορφούμενης οικογένειας, ενώ, έχουν αναμφίβολα δημιουργηθεί νέες μορφές οικογένειας με εξίσου ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς χωρίς να φέρουν το απαραίτητο, παλαιότερα, νομικό περίβλημα.
Άμεση συνέπεια της παραπάνω κοινωνικής αλλαγής, είναι η τάση του Έλληνα νομοθέτη, τα τελευταία έτη, να απομακρυνθεί οριστικά από την στενή συντηρητική παραδοχή της διαμόρφωσης οικογένειας μόνο δια μέσου του θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου, ακολουθώντας το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών δικαιικών συστημάτων.
Κατ’ αντίστοιχο τρόπο, έχει επίσης αποφανθεί και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τις αποφάσεις Saucedo Gomez κατά Ισπανίας (1999) αλλά και Κοροσίδου κατά Ελλάδας (2011) με τις οποίες αναγνωρίστηκε ότι η συμβίωση δύο προσώπων για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς γάμο σημαίνει την ύπαρξη «οικογενειακής ζωής» κατά την έννοια και με την αυξημένη αξία που της αποδίδει ρητά η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, η ύπαρξη ισχυρού ή όχι συναισθηματικού δεσμού με τον θανόντα αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται κατά περίπτωση από το δικαστήριο.
«Καινοτομία» λοιπόν αποτελεί, η διεύρυνση του κύκλου των προσώπων που ανήκουν στον όρο οικογένεια. Το δικαστήριο, έχει σε κάθε περίπτωση την δυνατότητα να κρίνει ότι πέρα από τους εγγύτερους συγγενείς του αποβιώσαντος δικαιούνται μερίδιο αποζημίωσης και άλλα πρόσωπα συνδεόμενα με αισθήματα αγάπης, ισχυρής φιλίας και στοργής με τον τελευταίο, αδιαφόρως εάν συζούσαν μαζί του ή όχι. Η θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης και για άλλα πρόσωπα, πλην των στενών συγγενών του θύματος, επιφέρει περισσότερες δυσκολίες στο έργο του δικαστή και, οπωσδήποτε, οξύνει την αντιδικία μεταξύ των προσώπων τα οποία διεκδικούν «χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης», μιας και όσο περισσότεροι θεμελιώσουν τέτοια αξίωση τόσο μικρότερο θα είναι τελικά το ύψος αυτής που θα επιδικασθεί στον καθένα τους.
Συμπερασματικά, τα κριτήρια εκείνα που πρέπει συνδυαστικά να λαμβάνει υπόψη ο Δικαστής για την κρίση του περί της συμπερίληψης ενός προσώπου το οποίο δεν συνδέεται με τον αποβιώσαντα με κάποια από τις παραδοσιακές μορφές συγγενικού δεσμού που προβλέπει ο Αστικός Κώδικας είναι η χρονική διάρκεια της σχέσης του θανόντος με τον αιτούντα την χρηματική αποζημίωση, η συμβίωση, η απόκτηση τέκνων και κάθε άλλο γεγονός το οποίο είναι ικανό κατά την κρίση του Δικαστή να συνδέσει τον δικαιούχο χρηματικής ικανοποίησης και το θύμα με έντονα συναισθήματα αγάπης και εμπιστοσύνης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ – ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ – ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Η ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση και εξουσιοδότηση, θεσμοθετήθηκαν με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 20ης Μαρτίου 2020 που δημοσιεύτηκε στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης (ΠΝΠ - ΦΕΚ 68Α/20.03.2020).
- Ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση
Η υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α΄ 75) μπορεί να συντάσσεται στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκηση, μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής «e-Dilosi».
Η υπεύθυνη δήλωση που συντάσσεται μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης έχει την ίδια ισχύ, τόσο στην ηλεκτρονική όσο και στην έντυπη μορφή της, με έγγραφο που φέρει βεβαίωση γνήσιου υπογραφής του άρθρου 11 του ν. 2690/1999.
Η ημερομηνία που αναγράφεται στην προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης αντιστοιχεί στην ημερομηνία έκδοσης της ηλεκτρονικής υπεύθυνης δήλωσης.
Η ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση, τόσο ως ηλεκτρονικό όσο και ως έντυπο έγγραφο, συνιστά έγγραφο βέβαιης χρονολογίας.
Σε περίπτωση αμφισβήτησης του περιεχομένου της υπεύθυνης δήλωσης ή άρνησης αποδοχής της υποβολής της, η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης υπό την ιδιότητα του παρόχου της υπηρεσίας, έχει την αρμοδιότητα να επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης, καθώς και τα αναγκαία στοιχεία αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα η αυθεντικοποίηση της δήλωσης.
Στη θυρίδα του χρήστη τηρείται αρχείο των ηλεκτρονικών υπεύθυνων δηλώσεων που συντάχθηκαν για διάστημα τριάντα (30) ημερών. Το διάστημα αυτό υπολογίζεται από την ημερομηνία και την ώρα που αποτυπώνεται πάνω στην ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση.
Τα στοιχεία αυτά τα κοινοποιεί είτε στον δηλούντα, είτε στον αποδέκτη της υπεύθυνης δήλωσης, είτε σε οποιονδήποτε αποδεικνύει ειδικό έννομο συμφέρον, υπό τις προϋποθέσεις των παρ. 2, 3 και 5 του άρθρου 5 του ν. 2690/1999.
Για τον σκοπό αυτό, η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης τηρεί τα αναγκαία στοιχεία για χρονικό διάστημα επτά (7) τουλάχιστον ετών.
Οι αποδέκτες που λαμβάνουν την ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση τεκμαίρεται ότι τελούν σε καλή πίστη ως προς την προέλευση της ηλεκτρονικής υπεύθυνης δήλωσης από τον εκδότη της και ουδεμία ευθύνη υπέχουν ως προς τη γνησιότητα αυτής.
- Ηλεκτρονική εξουσιοδότηση
Η εξουσιοδότηση δύναται να καταρτίζεται στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής «e-Exousiodotisi». Η ηλεκτρονική εξουσιοδότηση του παρόντος δεν υποκαθιστά το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.
Η εξουσιοδότηση που συντάσσεται μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης έχει την ίδια ισχύ, τόσο στην ηλεκτρονική όσο και στην έντυπη μορφή της, με έγγραφο που φέρει βεβαίωση γνήσιου υπογραφής του άρθρου 11 του ν. 2690/1999.
Η ημερομηνία που αναγράφεται στην προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης αντιστοιχεί στην ημερομηνία έκδοσης της ηλεκτρονικής εξουσιοδότησης. Η ηλεκτρονική εξουσιοδότηση, τόσο ως ηλεκτρονικό όσο και ως έντυπο έγγραφο, συνιστά έγγραφο βέβαιης χρονολογίας.
Στη θυρίδα του χρήστη και στη θυρίδα του αρμόδιου φορέα τηρείται αρχείο των ηλεκτρονικών εξουσιοδοτήσεων που συντάχθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας για διάστημα τριάντα (30) ημερών.
Σε περίπτωση αμφισβήτησης του περιεχομένου της εξουσιοδότησης ή άρνησης αποδοχής της υποβολής της, η Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ., υπό την ιδιότητα του παρόχου της υπηρεσίας, έχει την αρμοδιότητα να επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης, καθώς και τα αναγκαία στοιχεία αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα η αυθεντικοποίηση της εξουσιοδότησης και να κοινοποιεί αυτά είτε στον εξουσιοδοτούντα, είτε στον εξουσιοδοτούμενο, είτε σε οποιονδήποτε αποδεικνύει ειδικό έννομο συμφέρον, υπό τις προϋποθέσεις των παρ. 2, 3 και 5 του άρθρου 5 του ν. 2690/1999. Για τον σκοπό αυτό, η Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. τηρεί τα αναγκαία μεταδεδομένα για χρονικό διάστημα επτά (7) τουλάχιστον ετών.
Οι αποδέκτες που λαμβάνουν την ηλεκτρονική εξουσιοδότηση τεκμαίρεται ότι τελούν σε καλή πίστη ως προς την προέλευση της ηλεκτρονικής εξουσιοδότησης από τον εκδότη της και ουδεμία ευθύνη υπέχουν ως προς τη γνησιότητα αυτής.
Έκδοση υπεύθυνης δήλωσης ή εξουσιοδότησης ηλεκτρονικά.
Για να εκδώσετε την υπεύθυνη δήλωση ή την εξουσιοδότηση που χρειάζεστε ηλεκτρονικά θα χρειαστείτε:
- τους προσωπικούς σας κωδικούς πρόσβασης στο gov.gr ή στο Taxisnet
- τον αριθμό του κινητού σας τηλεφώνου για να λάβετε με SMS κωδικούς επιβεβαίωσης
Η υπεύθυνη δήλωση/εξουσιοδότηση που θα εκδώσετε είναι νομικά ισοδύναμη με υπεύθυνη δήλωση που φέρει το γνήσιο της υπογραφής και μπορείτε είτε να την αποστείλετε ηλεκτρονικά, είτε να την εκτυπώσετε και να την καταθέσετε σε δημόσια υπηρεσία.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΕΚΟΥΣΙΑ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΛΛΑΓΗΣ ΚΥΡΙΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΩΝΥΜΟΥ
Η μεταβολή του κύριου ονόματος αποφασίζεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση κατά την διαδικασία της εκουσίας διαδικασίας. Η αίτηση συντάσσεται και κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου και ένα αντίγραφο κοινοποιείται στον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα.
Η αλλαγή του κυρίου ονόματος δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση. Ο νόμος αναφέρει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει το κατά πόσον υπάρχει “σπουδαίος λόγος”, ο οποίος δικαιολογεί την μεταβολή του κύριου ονόματος.
Υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις κατά τις οποίες ένα μη εύηχο όνομα δικαιολόγησε μια τέτοια μεταβολή, π.χ. ένα κύριο όνομα που μοιάζει με επώνυμο ή που προκαλεί σύγχυση, είναι μερικοί λόγοι που το δικαστήριο αποδέχεται και προχωρεί στην αλλαγή του κυρίου ονόματος.
Επίσης σημαντικοί είναι και οι ψυχολογικοί λόγοι, π.χ. περιπτώσεις που η θύμηση του ονόματος είναι αρνητική και ταράζει ψυχολογικά τον κάτοχό του. Τέτοιου είδους λόγοι αν και ακραίοι έχουν γίνει δεκτοί από την νομολογία.
Λόγοι συνειδησιακοί, όπως είναι η μεταβολή του θρησκεύματος, έχουν ήδη κριθεί ότι αποτελούν σπουδαίο λόγο για την μεταβολή του κύριου ονόματος.
Ως αλλαγή κύριου ονόματος θεωρείται επίσης η τροποποίηση ή η συμπλήρωσή του. Η αίτηση διόρθωσης ή συμπλήρωσης του ονόματος ανήκει στην ευρύτερη διαδικασία διόρθωσης των στοιχείων των ληξιαρχικών πράξεων. Έτσι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται και οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα, με τις οποίες ζητείται η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης, που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξή της και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί.
Αντικείμενο επομένως της αίτησης διόρθωσης, είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων, που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε σύγκριση με τα στοιχεία, που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη, της οποίας ζητείται η διόρθωση, η δε απόφαση που εκδίδεται, ως προς τη ρυθμιστική της ενέργεια, είναι στην ουσία διαπιστωτική διορθωτική θετική διοικητική πράξη και όχι διαταγή στο ληξίαρχο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης, που, ενδεχομένως, συντάχθηκε από αυτόν ανακριβώς, ούτε υποκαθιστά τη δική του ενέργεια, παρά δημιουργεί εις βάρος του ανωτέρω την υποχρέωση να προβεί στη σχετική διόρθωση.
Σε περίπτωση θετικής έκβασης, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία διατάσσεται η μεταβολή του ονόματος προσκομίζεται στο ληξιαρχείο και στο δημοτολόγιο, τα οποία είναι υποχρεωμένα να προβούν στην σχετική μεταβολή.
Επίσης δεν αποκλείεται και η αλλαγή ελληνικού επωνύμου σε ξενόγλωσσο ή και το αντίστροφο.
Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο, εκτιμά όλους τους λόγους τους οποίους επικαλείται ο αιτούμενος την μεταβολή του επωνύμου του, και αποφαίνεται με βάση την σοβαρότητα των λόγων αυτών σε συνδυασμό με τα στοιχεία που προσκομίζονται από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, αν ενδείκνυται ή όχι η ζητούμενη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικώς, από της απόψεως αυτής, την απόφασή του.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ – ΑΞΙΩΣΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ
Από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 932 ΑΚ, προκύπτει επί προσβολής προσωπικότητας, η αξίωση ικανοποίησης για ηθική βλάβη.
Την ίδια αξίωση ικανοποίησης για ηθική βλάβη έχει και το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), καθώς έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σε αυτό άυλων αγαθών.
Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει την κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, συνάγεται ότι προς θεμελίωση αξίωσης προς προστασία της προσωπικότητας νομικού προσώπου, απαιτείται πράξη που επάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια εκ των ανωτέρω εκφάνσεών της, η οποία είναι παράνομη.
Η επιδίκαση της ικανοποιήσεως αυτής αφήνεται στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.
Επομένως, τις περιπτώσεις αυτές με τα αντίστοιχα θεμελιωτικά τους συγκεκριμένα περιστατικά πρέπει να επικαλείται ειδικά και στη συνέχεια να αποδεικνύει το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά (πρόσωπα) σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση.
Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον.
Από το άρθρο 932 ΑΚ, προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος νομικού προσώπου για την ηθική βλάβη που υπέστη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτό να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή προστασία στην εμπορική του πίστη, την επαγγελματική του υπόληψη ή το εμπορικό του μέλλον ή τη φήμη του, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν, αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου», εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος νομικού προσώπου, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, καθώς και οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα ανωτέρω στοιχεία, οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ – ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ
Ως εμπορικός αντιπρόσωπος, νοείται «εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ` ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου».
Με τη σύμβαση αυτή, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη συνήθως για ορισμένη γεωγραφική περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Α. Βασικά χαρακτηριστικά της Σύμβασης Εμπορικής Αντιπροσωπείας
Η εν λόγω σύμβαση φέρει αμφοτεροβαρή χαρακτήρα, δηλαδή και τα δύο μέρη της σύμβασης αποκτούν από αυτήν τόσο δικαιώματα όσο και υποχρεώσεις. Επίσης υφίσταται σταθερότητα της σχέσης, με την έννοια ότι δεν πρόκειται για μια πρόσκαιρη συνεργασία που προκύπτει περιστασιακά αλλά αντίθετα πρέπει να υπάρχει μονιμότητα και συνέχεια της συνεργασίας.
Ο χρόνος/διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου (ήτοι οι υπηρεσίες που δεσμεύεται να παρέχει) θεωρούνται διαρκείς και λαμβάνουν χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, άσχετα με το πότε θα επιλέξει ο τελευταίος να προβεί σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες προς την πραγμάτωσή της (πχ να επικοινωνήσει με πιθανούς πελάτες ή να μεταφέρει τα προς πώληση προϊόντα).
Επιπλέον, υπάρχει αυτοτέλεια και η ανεξαρτησία της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, ενώ τέλος θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ενέργεια του εμπορικού. αντιπροσώπου γίνεται πάντοτε στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, κατά την έννοια ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δεν συμβάλλεται με τους τρίτους-πελάτες στο δικό του όνομα, αλλά αντίθετα λειτουργεί ως εκπρόσωπος του αντιπροσωπευόμενου-εταιρείας.
Β. Ειδικά ως προς τη θέση του εμπορ. αντιπροσώπου και τη σχέση πρόστησης.
Η θέση του εμπορικού αντιπροσώπου είναι αυτοτελής, με την έννοια ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος εμφανίζεται στις συναλλαγές ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, που διαθέτει δική του οργάνωση γραφείου, ρυθμίζει σύμφωνα με τη βούλησή του την ανάπτυξη της δραστηριότητάς του και φέρει ίδιαν ευθύνη.
Μεταξύ επίσης του εμπορικού αντιπροσώπου και του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία/εταιρείας υπάρχει σχέση πρόστησης, χωρίς να απαιτείται να υφίσταται μεταξύ τους σχέση πλήρους εξάρτησης, αρκεί ο αντιπρόσωπος να υποχρεούται να ακολουθεί τις βασικές οδηγίες-κατευθυντήριες γραμμές του αντιπροσωπευόμενου.
Κατά το άρθρο 922 του Αστικού Κώδικα, ο κύριος ή ο προστήσας (εδώ εννοείται η αντιπροσωπευόμενη εταιρεία) κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημιά που ο προστηθείς (δηλαδή ο εμπορικός αντιπρόσωπος) προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Ο σκοπός της ως άνω διάταξης έχει θεσπιστεί για να θεμελιώσει ευθύνη σε βάρος του προστήσαντος ως καθαρή αντικειμενική ευθύνη για αλλότρια πράξη. Συνεπώς, εφόσον ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δρώντας εντός των πλαισίων της συμβάσεως που έχει συνάψει με την εταιρεία και δίνοντας την εντύπωση ότι λειτουργεί κατά τη στιγμή εκείνη ως όργανο-εκπρόσωπος της εταιρείας, ζημιώσει παράνομα και υπαίτια κάποιον τρίτο (πχ πελάτη-καταναλωτή), θα έχει ως επακόλουθο να δημιουργήσει αστική ευθύνη και της εν λόγω εταιρείας για αποκατάσταση της ζημίας στον ζημιωθέντα.
Γ. Ως προς τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας και του εμπορικού αντιπροσώπου από τη μεταξύ τους σύμβαση.
Πρωτίστως ο εμπορικός αντιπρόσωπος, οφείλει να μεριμνά για τα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου-εταιρείας, να ασχολείται με τη δέουσα επιμέλεια κατά τις διαπραγματεύσεις και τη σύναψη πράξεων με τρίτους που του έχουν ανατεθεί, να ανακοινώνει στην εταιρεία κάθε απαραίτητη ή χρήσιμη πληροφορία που διαθέτει και να συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις της εταιρείας και με τις διατάξεις περί αντιπροσωπείας και εντολής.
Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπόκειται σε έλεγχο και εποπτεία από την εταιρεία ως προς τον τόπο, το χρόνο, τη διάρκεια και την παροχή της εργασίας του.
Ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των σχέσεών της με τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο, να θέτει στην διάθεση του εμπορικού αντιπροσώπου τα αναγκαία πληροφοριακά έγγραφα, που αφορούν τα εκάστοτε εμπορεύματα.
Επίσης ο αντιπροσωπευόμενος, οφείλει να παρέχει στον εμπορικό αντιπρόσωπο, τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτέλεση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και ιδίως να ειδοποιεί τον εμπορικό αντιπρόσωπο μέσα σε εύλογη προθεσμία, μόλις προβλέψει ότι ο όγκος των εμπορικών πράξεων θα είναι αισθητά μικρότερος από εκείνον που ο αντιπρόσωπος θα έπρεπε κανονικά να αναμένει.
Η υποχρέωση αυτή της εταιρείας είναι πολύ σημαντική και πρέπει να τηρείται απαρέγκλιτα διότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αμείβεται με ποσοστά επί των πωλήσεων κι ως εκ τούτου, θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη των πραγμάτων πάνω στην αγορά, για τις υποθέσεις που τον αφορούν.
Επίσης, η εταιρεία οφείλει να ενημερώνει τον εμπορικό αντιπρόσωπο σχετικά με την εκ μέρους του αποδοχή ή απόρριψη, καθώς και για την εκτέλεση ή μη μιας εμπορικής πράξης για την οποία μεσολάβησε.
Εφόσον παραβιαστούν από οποιοδήποτε από τα δύο μέρη οι προβλεπόμενες από το νόμο ή τη σύμβαση υποχρεώσεις, ο αντισυμβαλλόμενος που ζημιώθηκε έχει δικαίωμα αποκατάστασης της ζημίας του, ενώ φυσικά παρέχεται και δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι επίσης υποχρεωμένος να εγγραφτεί στο Εμπορικό Επιμελητήριο, την Οικονομική Εφορία (ΔΟΥ) του τόπου όπου ασκεί τα το επάγγελμά του και φυσικά στο αντίστοιχο ταμείο ασφαλίσεως εμπόρων.
Πρέπει να σημειωθεί επιπλέον, ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος υπέχει φυσικά και υποχρέωση μη ανταγωνισμού της εταιρείας με την οποία συνεργάζεται. Τέλος, τα συμβαλλόμενα μέρη αμφότερα θα πρέπει φυσικά να επιδεικνύουν κατά την εκτέλεση της σύμβασης και καθ’όλη τη διάρκεια αυτής καλή πίστη και να δρουν νόμιμα και εντός των ορίων της σύμβασης αυτής.
Δ. Η ρήτρα μη ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας.
Είναι δυνατόν τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή εταιρεία και εμπορ. αντιπρόσωπος, να συμφωνήσουν ότι ο δεύτερος, μετά τη λήξη της σύμβασής τους, θα απαγορεύεται να ασκεί τις έως τότε επαγγελματικές δραστηριότητες που διενεργούσε για τα συμφέροντα άλλης εταιρείας (ανταγωνιστή).
Η ρήτρα αυτή προβλέπεται ρητά στο νόμο και είναι έγκυρη, εφόσον όμως: α) έχει συνομολογηθεί εγγράφως και β) αφορά το γεωγραφικό τομέα, την ευθύνη του οποίου είχε ο εμπορικός αντιπρόσωπος καθώς και τον τύπο των εμπορευμάτων-προϊόντων των οποίων είχε την αντιπροσωπεία σύμφωνα με την σύμβαση.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΛΥΣΗΣ ΤΗΣ Ο.Ε. ΜΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΛΟΓΟ
Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 271 του Νόμου 4072/2012, η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται:
α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της,
β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση, και
δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος.
Η αίτηση εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η ομόρρυθμη εταιρεία λύεται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση εταίρου εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Η δικαστική λύση της εταιρίας για σπουδαίο λόγο αφορά τόσο την εταιρεία αορίστου όσο και την ορισμένου χρόνου.
Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρείας, η οποία θα αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης που δημιούργησε ο προβαλλόμενος σπουδαίος λόγος.
Το δικαίωμα δικαστικής λύσης της εταιρείας, συνιστά έσχατο μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης που ανέκυψε με τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου και εγείρεται επομένως μόνο σε περίπτωση που δεν βρέθηκε άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου. Η ύπαρξη του σπουδαίου λόγου θα πρέπει πάντως να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρείας. Ο σπουδαίος λόγος πρέπει κατά βάση να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρείας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο.
Περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο, είναι η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η έλλειψη κερδών, η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων και η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, οι διαρκείς διαφωνίες, η έλλειψη συνεργασίας, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης κλπ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 263 του ν. 4072/2012 ορίζεται ότι “Αν συντρέχει στο πρόσωπο ενός εταίρου περιστατικό που θα δικαιολογούσε τη λύση της εταιρείας σύμφωνα με την περίπτωση δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 259, το μονομελές πρωτοδικείο μπορεί, ύστερα από αίτηση των λοιπών εταίρων, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντί της λύσης της εταιρείας, να διατάξει τον αποκλεισμό του εταίρου”.
Σκοπός της διάταξης αυτής, είναι η προστασία των λοιπών εταίρων και η διατήρηση της επιχείρησης. Ο αποκλεισμός του εταίρου συνίσταται στην ακούσια έξοδό του από την εταιρεία και αποτελεί αναγκαστική αποχώρησή του από αυτήν παρά τη θέλησή του. Ο σπουδαίος λόγος πρέπει να υπάρχει εξάλλου όχι μόνο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αλλά και κατά το χρόνο συζήτησής της. Επιπλέον, η συνέχιση της εταιρείας με τον υπό αποκλεισμό εταίρο, λόγω της (υπαίτιας ή μη) συμπεριφοράς του θα πρέπει να είναι δυσβάστακτη για τους άλλους εταίρους, έτσι ώστε να κινδυνεύει η ομαλή λειτουργία ή η υπόστασή της. Περαιτέρω, προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος αποκλεισμού εταίρου, είναι η αίτηση να έχει υποβληθεί από τους λοιπούς εταίρους.
Το δικαίωμα του εταίρου να ζητήσει τη λύση της εταιρείας, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ και ασκείται καταχρηστικά μεταξύ άλλων και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις, που η άσκησή του οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης ή όταν υπό την επίκληση λόγων που δικαιολογούν τη λύση της εταιρείας υποκρύπτονται επίμεμπτα κίνητρα, τα οποία και αποτέλεσαν την πραγματική αιτία της επιδίωξης για λύση της εταιρείας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΝΙΑΙΟ ΦΟΡΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ (ΕΝ.Φ.Ι.Α.)
Στα πλαίσια της ενημέρωσης των πολιτών, αναφορικά με ζητήματα που αφορούν στο ισχύον φορολογικό καθεστώς, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων εξέδωσε έναν αναλυτικό οδηγό με ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.). Ειδικότερα:
- Ποια τα αποτελέσματα της καταγραφής των ακινήτων στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (έντυπο Ε9);
- Από τη σύνθεση των δηλώσεων στοιχείων ακινήτων ετών 2013 και επομένων προκύπτει η δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων /πράξη προσδιορισμού φόρου ν. 4223/2013 – Α’ 287 (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) κάθε υπόχρεου προσώπου και
- Με την καταγραφή των μεταβολών στην ακίνητη περιουσία, μέσω της συμπλήρωσης των δηλώσεων Ε9, εφαρμόζεται η θεσμοθετημένη άμεση και διαρκής ενημέρωση του περιουσιολογίου ακινήτων.
- Πώς λαμβάνει γνώση ο υπόχρεος για την εκκαθάριση του ΕΝ.Φ.Ι.Α.;
- Ο φορολογούμενος λαμβάνει γνώση της έκδοσης δήλωσης/πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου από την ηλεκτρονική διαδικτυακή εφαρμογή της ιστοσελίδας της Α.Α.Δ.Ε.: www.aade.gr με τους προσωπικούς κωδικούς του.
- Η Α.Α.Δ.Ε. ενημερώνει τον φορολογούμενο με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), στη δηλωθείσα από αυτόν ηλεκτρονική διεύθυνση, για την έκδοση πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου και
- Σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού αποστέλλεται επιπλέον ταχυδρομικά, έντυπη ενημέρωση για την πληρωμή του φόρου.
- Υπάρχει αφορολόγητο ποσό κατά τον υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα φυσικά πρόσωπα;
Αφορολόγητο ποσό προβλέπεται μόνο κατά τον υπολογισμό του συμπληρωματικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. σε φυσικά πρόσωπα.
- Παρέχεται έκπτωση σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης του αναλογούντος φόρου;
ΟΧΙ. Στον νόμο δεν προβλέπεται έκπτωση σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής.
- Τι πρέπει να κάνει φορολογούμενος που επιθυμεί να μεταβιβάσει το ακίνητό του;
Ο φορολογούμενος υποχρεούται να προσκομίσει στον συμβολαιογράφο πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α., με το οποίο πιστοποιείται ότι κατέβαλε τον φόρο που αναλογεί στην αξία του ακίνητου που μεταβιβάζει για τα πέντε (5) προηγούμενα της μεταβίβασης έτη. Ο συμβολαιογράφος απαγορεύεται να συντάξει συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο μεταβιβάζεται με αντάλλαγμα ή με χαριστική αιτία η κυριότητα ακινήτου ή μεταβιβάζονται ή δημιουργούνται εμπράγματα δικαιώματα σε αυτό, αν δεν επισυναφθεί πιστοποιητικό του άρθρου 54Α του ν. 4174/2013 στο συμβόλαιο που συντάσσει.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ – ΑΚΥΡΗ ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΡΗΤΡΑ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΟΔΗΓΟΥ ΠΟΥ ΤΕΛΟΥΣΕ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΗΡΕΙΑ ΑΛΚΟΟΛ (ΑΠ 181/2022)
Άκυρη και ανεπίτρεπτη η ρήτρα εξαίρεσης από την ασφάλιση οδηγού που τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, που περιέχεται σε σύμβαση προαιρετικής ασφάλισης οχήματος για προσωπικό ατύχημα οδηγού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 1 και 7 παρ. 5 του Ν. 2496/1997
Άκυρη κρίθηκε από τον Άρειο Πάγο η συμβατική ρήτρα περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, που περιέχεται σε σύμβαση προαιρετικής ασφάλισης οχήματος για προσωπικό ατύχημα οδηγού, περί εξαίρεσης από την ασφάλιση της περίπτωσης εκείνης που ο ασφαλισμένος οδηγός τελούσε, κατά την επέλευση κινδύνου, υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ΑΠ 181/2022).
Κατά το σκεπτικό του ανώτατου δικαστηρίου, το σύνολο των διατάξεων του ασφαλιστικού νόμου 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις «ημιαναγκαστικού» δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορεί να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, παρά μόνο να διευρυνθούν. Από τον κανόνα αυτό, ήτοι του «ημιαναγκαστικού» χαρακτήρα των διατάξεων του ασφαλιστικού νόμου, εξαιρούνται περιπτώσεις ασφαλιστικής κάλυψης κινδύνων από επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, καθώς και περιπτώσεις ασφαλίσεων μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης και θαλάσσιας ή αεροπορικής ασφάλισης ζημιών, ως εξ ορισμού εμπορικές ασφαλίσεις, οι οποίες αναφέρονται στον νόμο περιοριστικά.
Εν προκειμένω, κρίθηκε πως ο όρος περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, που περιέχεται στο καταρτισθέν πολυασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ της αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, είναι άκυρος. Και τούτο διότι, αφορά στη συναφθείσα με το συμβόλαιο αυτό και ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2496/1997 πρόσθετη ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος του οδηγού της ασφαλισμένης μοτοσυκλέτας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 33 του Ν. 2496/1997, ενόψει του ότι με τον όρο αυτό επέρχεται περιορισμός των παρεχόμενων από την ένδικη σύμβαση ασφάλισης προσωπικού ατυχήματος δικαιωμάτων του ασφαλισμένου και των ληπτών της ασφάλισης εναγόντων, που δεν ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους.
Κρίνοντας λοιπόν, πως η ένδικη αξίωση, πηγάζει πράγματι από την πρόσθετη ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος, που καταρτίσθηκε με το ίδιο ασφαλιστήριο με το οποίο είχε ασφαλισθεί, κατά τις διατάξεις του Ν. 489/1976, η έναντι τρίτων αστική ευθύνη της μοτοσυκλέτας του ασφαλισμένου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε τον σχετικό λόγο αναίρεσης, επικυρώνοντας την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
