ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟΥ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ Δ.Ε.Η.
Η καθιέρωση μονοπωλίου στην αγορά μπορεί υπό κάποιες προϋποθέσεις να αποτελέσει συμπεριφορά εμπίπτουσα στο πεδίο του αθέμιτου ανταγωνισμού. Τέτοια περίπτωση φάνηκε να συντρέχει με την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτροδότησης, η οποία έδειχνε να θέλει να εκμεταλλευτεί τη δεσπόζουσα θέση της στον τομέα της ηλεκτροδότησης στην Ελλάδα, γεγονός που θέλησε να ερευνήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή…
ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ Δ.Ε.Η.- Η ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
Η Δ.Ε.Η., είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας χονδρικής αλλά και λιανικής πώλησης στην Ελλάδα. Ανήκε δε κατά πλειοψηφία (ποσοστό 51%) στο Ελληνικό Δημόσιο και εξακολουθεί να ελέγχει τους περισσότερους σταθμούς ηλεκτρικού ρεύματος τόσο τους λιγνιτικούς και υδροηλεκτρικούς όσο και ορισμένους που λειτουργούν με τις σύγχρονες, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όπως είναι το φυσικό αέριο. Έχει επιπλέον αναλάβει την ηλεκτροδότηση πολλών καταναλωτών λιανικής αλλά και επιχειρήσεων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συνεπεία των ανωτέρω, εξέφρασε την ανησυχία αλλά και τις αμφιβολίες της για το αν η συμπεριφορά της Δ.Ε.Η. μπορεί να περιορίσει τον υγιή ανταγωνισμό στην αγορά του ηλεκτρικού ρεύματος. Έκρινε ότι η κυρίαρχη θέση της στην αγορά σε συνδυασμό με τις επιθετικές τεχνικές υποβολής των προσφορών της σε καταναλωτές και επιχειρήσεις εμποδίζουν σε σημαντικό βαθμό την ικανότητα των ανταγωνιστών της Δ.Ε.Η. να συμμετέχουν «επί ίσοις όροις» στον ανταγωνισμό.
Σύμφωνα με την εισήγηση της Αντιπροέδρου της Επιτροπής - και συγκεκριμένα του αρμόδιου για την πολιτική ανταγωνισμού τμήματος-πρωταρχικός στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι η εύρυθμη λειτουργία των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας. Η συμπεριφορά της Δ.Ε.Η. όμως, ιδίως στον χώρο της χονδρικής πώλησης ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα, ενδέχεται να αλλοιώνει το κλίμα ελεύθερου ανταγωνισμού που πρέπει να επικρατεί και, μπορεί να επιβραδύνει τις επενδύσεις στην παραγωγή «πράσινης» ενέργειας. Ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός εξάλλου είναι το καλύτερο μέσο για να παρέχεται ηλεκτρικό ρεύμα σε ανταγωνιστικές τιμές σε επιχειρήσεις και εργοδότες και για να ενισχυθούν οι επενδύσεις σε πιο «πράσινες» πηγές ενέργειας.
ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
Πράγματι, έχει γνωστοποιηθεί από έγκυρη πηγή ότι από το φθινόπωρο του 2021, γίνονται ανακοινώσεις από τη Δ.Ε.Η. στο Χρηματιστήριο Αθηνών που αφορούν την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και, κατ’ επέκταση, την μείωση του ποσοστού συμμετοχής του κράτους σ’ αυτή και την μεταβίβαση πολλών μετοχών της σε ιδιώτες. Κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως υποστηρίζουν οι υπέρμαχοι της παραπάνω απόφασης:
- αποφεύγεται η είσοδος κάποιου στρατηγικού επενδυτή στην επιχείρηση, ο οποίος βαθμιαία θα εκμεταλλεύονταν την δεσπόζουσα θέση του και θα δημιουργούσε νέο μονοπώλιο
- δίνεται η δυνατότητα σε ιδιώτες να εισβάλουν στην εταιρεία, ξεκινώντας επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
- ανοίγονται σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες σε ξένες αγορές.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η απόφαση δημιούργησε κλίμα έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΑ ΜΕΡΗ
Βασική αρχή του Δικαίου των Ανωνύμων Εταιρειών είναι η απαγόρευση σύναψης οποιωνδήποτε συμβάσεων της εταιρείας με "συνδεδεμένα πρόσωπα", καθώς και η παροχή ασφαλειών και εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ των προσώπων αυτών, χωρίς ειδική άδεια παρεχόμενη με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή, με τους ειδικούς όρους, της γενικής συνέλευσης των μετόχων.
Εξαίρεση υπάρχει για τις λεγόμενες "τρέχουσες συναλλαγές" και κάποιες άλλες περιπτώσεις που απαριθμεί ο νόμος. Αν δεν συντρέχει τέτοια εξαίρεση, πρέπει το ΔΣ της Εταιρείας να δώσει ειδική άδεια για την κατάρτιση της σύμβασης.
Η απόφαση αυτή του ΔΣ δημοσιεύεται υποχρεωτικά στο ΓΕΜΗ. Εντός δέκα ημερών από τη δημοσίευση το 5% των μετόχων, μπορούν να ζητήσουν τη σύγκληση γενικής συνέλευσης για να αποφασίσει αυτή για το ζήτημα της παροχής της άδειας.
Η σύμβαση για την οποία χορηγήθηκε άδεια από το διοικητικό συμβούλιο θεωρείται οριστικά έγκυρη μόνο μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών ή τη λήψη της άδειας από τη γενική συνέλευση ή την έγγραφη δήλωση του συνόλου των μετόχων προς την εταιρεία ότι δεν προτίθενται να ζητήσουν τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης.
Στην περίπτωση που η συναλλαγή αφορά μέτοχο της εταιρείας, ο συγκεκριμένος μέτοχος μετέχει στην ψηφοφορία της γενικής συνέλευσης και υπολογίζεται για το σχηματισμό της απαρτίας και της πλειοψηφίας στις μη εισηγμένες Εταιρίες.
Στις εισηγμένες όμως, μετέχει στη ΓΣ μόνο αν η άδεια του ΔΣ δόθηκε με τη συμφωνία της πλειοψηφίας των ανεξάρτητων μελών του.
Σε κάθε περίπτωση η χορήγηση της άδειας από τη γενική συνέλευση ματαιώνεται, αν αντιταχθούν σε αυτήν μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου.
Επίσης, στις εισηγμένες Εταιρείες η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή της γενικής συνέλευσης λαμβάνεται με βάση έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ή άλλου ανεξάρτητου προς την εταιρεία τρίτου μέρους, η οποία αξιολογεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη για την εταιρεία και τους μετόχους που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας της εταιρείας, και εξηγεί τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται αυτή, μαζί με τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Προκύπτει συχνά η γνωστοποίηση επιχειρηματικών απορρήτων σε πρόσωπα εκτός της επιχείρησης (λ.χ. στο πλαίσιο της διενέργειας ενός due diligence για μια επικείμενη εξαγορά ή συγχώνευση). Πάντοτε όμως κοινωνοί επιχειρηματικών απορρήτων γίνονται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, οι εργαζόμενοι.
Οι τελευταίοι βαρύνονται με μιά σειρά παρεπόμενων υποχρεώσεων μεταξύ των οποίων και η υποχρέωση εχεμύθειας. Η παραβίαση της συγκεκριμένης υποχρέωσης δικαιολογεί σημαντικές κυρώσεις σε βάρος του παραβάτη (μεταξύ αυτών και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του).
Οι ρήτρες και υποχρέωση εμπιστευτικότητας είναι δυνατό να επιβάλλονται και μέσω (αυτοτελών) συμφωνητικών εμπιστευτικότητας (NDA). Ενδέχεται να αφορούν εργαζόμενους της επιχείρησης. Είναι, όμως, δυνατό να συνάπτονται και με τρίτους που, για οποιονδήποτε λόγο, γίνονται κοινωνοί επιχειρηματικών απορρήτων. Η διάρκειά τους είναι δυνατό να ταυτίζεται με τη διάρκεια της (όποιας) συμβατικής σχέσης. Μπορεί, όμως, να εκτείνεται και πέρα από αυτή (μετασυμβατικές ρήτρες).
Οι έγγραφες συμφωνίες περί τήρησης του απορρήτου, προσδιορίζουν, κάθε φορά, το περιεχόμενό του. Επίσης: το πλαίσιο (ή/και εύρος) της ζημίας που ενδέχεται να προκαλέσει η παραβίασή του, η οποία, σε διαφορετική περίπτωση, δυσχερώς αποδεικνύεται. Δεν θα πρέπει μάλιστα να διαφεύγει της προσοχής μας πως η εκ των προτέρων συμφωνία για τον τρόπο προσδιορισμού της (δυνητικής) ζημίας διευκολύνει τον υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Είναι δυνατό, στο πλαίσιο αυτό, να συμφωνηθεί: (α) συγκεκριμένη μέθοδος υπολογισμού της ζημίας, (β) συγκεκριμένο ποσό ως κατ’ αποκοπήν αποζημίωση και γ) συγκεκριμένο ποσό ως ποινική ρήτρα.
ΠΟΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Ο ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού, αποσκοπεί στη διαφύλαξη του επιχειρηματικού απορρήτου στην προστασία, ιδίως, του φορέα του απορρήτου απέναντι σε πράξεις προσβολής. Η προστασία αυτή είναι ποινικής φύσεως και στο πλαίσιο αυτό, προβλέπονται τέσσερεις αξιόποινες πράξεις, οι οποίες εμπίπτουν στην έννοια του οικονομικού εγκλήματος. Ειδικότερα:
(α) Η ανακοίνωση απορρήτου από εργαζόμενο κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του. Η συγκεκριμένη ανακοίνωση του εργαζομένου προϋποθέτει δόλο του τελευταίου και σκοπό ανταγωνισμού ή πρόθεση βλάβης της επιχείρησης.
(β) Η απαγορευμένη χρησιμοποίηση ή ανακοίνωση απορρήτου από οποιοδήποτε πρόσωπο χρησιμοποιεί ή αποκαλύπτει, χωρίς δικαίωμα, απόρρητο της επιχείρησης. Η γνώση του απορρήτου από τον δράστη πρέπει να έχει γίνει είτε μέσω της ανακοίνωσής του από εργαζόμενο της επιχείρησης είτε με ίδια πράξη του δράστη, αντίθετη στο νόμο ή στα χρηστά ήθη. Παράλληλα, ο δράστης πρέπει να είχε δόλο ως προς τη χρησιμοποίηση ή ανακοίνωση του επιχειρηματικού απορρήτου και να προβαίνει στην πράξη αυτή με σκοπό τον ανταγωνισμό. Δράστης της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης ενδέχεται να είναι και εργαζόμενος μετά τη λύση, με οποιονδήποτε τρόπο, της σχέσης εργασίας του με τον φορέα του επιχειρηματικού απορρήτου.
(γ) Η απαγορευμένη χρησιμοποίηση ή ανακοίνωση εμπιστευμένων σχεδίων, κανόνων τεχνικής φύσης κ.λ.π. Υποκείμενο τέλεσης της εν λόγω αξιόποινης πράξης νοείται τρίτο μόνο πρόσωπο, το οποίο έχει συναλλακτική σχέση με την επιχείρηση στο πλαίσιο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Στο πλαίσιο δε της σχέσης αυτής, ο φορέας του απορρήτου πρέπει έχει εμπιστευθεί στον τρίτο τις περιοριστικά απαριθμούμενες στη διάταξη κατηγορίες απορρήτου. Ως εκ τούτου, δράστης στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να είναι εργαζόμενος της επιχείρησης.
(δ) Η ανεπιτυχής ηθική αυτουργία για την εκτέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων. Ο ηθικός αυτουργός πρέπει να έχει ως σκοπό τον ανταγωνισμό.
Εκτός από τις προβλέψεις του ν. 146/1914, ποινική προστασία επιμέρους κατηγοριών του επιχειρηματικού απορρήτου παρέχεται μέσω σειράς διατάξεων του ΠΚ όταν η παραβίαση απορρήτων σχετίζεται απόρρητα προγράμματα ή δεδομένα Η/Υ ( 370Β και 370Γ ΠΚ).
Προσδιορίζεται λοιπόν ως αξιόποινη πράξη η παραβίαση, μεταξύ άλλων, απορρήτων επιχείρησης. Ως τέτοια «…θεωρούνται και εκείνα που ο νόμιμος κάτοχός τους, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον τα μεταχειρίζεται ως απόρρητα, ιδίως όταν έχει λάβει μέτρα για να παρεμποδίζονται τρίτοι να λάβουν γνώση τους».
Επιβαρυντική περίπτωση υφίσταται όταν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του κατόχου των στοιχείων, καθώς και όταν το απόρρητο είναι ιδιαίτερα μεγάλης οικονομικής σημασίας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ – ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ:ΠΟΙΟΙ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟΝ ΟΡΟ «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ»
Σύμφωνα με την απόφαση υπ’αριθμόν 1815/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι ο σύντροφος θανούσης με την οποία ήταν σε ελεύθερη ένωση και είχαν τέκνα, δικαιούται να λάβει εύλογη χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη κατά το άρθρο 932 εδάφιο γ’ του Αστικού Κώδικα.
- ΠΟΙΟΥΣ ΚΑΛΥΠΤΕΙ Ο ΟΡΟΣ «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ»
Όπως επισημάνθηκε αναλυτικά στην απόφαση, η παραπάνω διάταξη του Αστικού Κώδικα αποσκοπεί στην προστασία όχι μόνο των προσώπων που τελούν σε στενή συγγενική σχέση με τον θανόντα στο τροχαίο σύμφωνα με τις διατάξεις του Οικογενειακού Δικαίου (σύζυγος με θρησκευτικό ή πολιτικό γάμο, τέκνα, αδέρφια, γονείς κ.ο.κ.) αλλά και εκείνων των οποίων ο ψυχισμός δοκιμάζεται συναισθηματικά εξίσου έντονα από την απώλεια του οικείου τους προσώπου. Σε αυτήν την κατηγορία προσώπων ανήκει και ο σύντροφος θανούσης εάν συζούσε μαζί της σε ελεύθερη ένωση και είχαν αποκτήσει τέκνα. Άλλωστε, βάσει των σύγχρονων κοινωνικών αντιλήψεων η παραδοσιακή έννοια της έγγαμου συμβίωσης δείχνει να μην αποτελεί πλέον την αποκλειστική μορφή της διαμορφούμενης οικογένειας, ενώ, έχουν αναμφίβολα δημιουργηθεί νέες μορφές οικογένειας με εξίσου ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς χωρίς να φέρουν το απαραίτητο, παλαιότερα, νομικό περίβλημα.
- ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τις αποφάσεις Saucedo Gomez κατά Ισπανίας (1999) αλλά και Κοροσίδου κατά Ελλάδας (2011) με τις οποίες αναγνωρίστηκε ότι η συμβίωση δύο προσώπων για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς γάμο σημαίνει την ύπαρξη «οικογενειακής ζωής» κατά την έννοια και με την αυξημένη αξία που της αποδίδει ρητά η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, η ύπαρξη ισχυρού ή όχι συναισθηματικού δεσμού με τον θανόντα αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται κατά περίπτωση από το δικαστήριο.
Καινοτομία» λοιπόν της συγκεκριμένης απόφασης αποτελεί η διεύρυνση του κύκλου των προσώπων που ανήκουν στον όρο οικογένεια. Το δικαστήριο, έχει σε κάθε περίπτωση την δυνατότητα να κρίνει ότι πέρα από τους εγγύτερους συγγενείς του αποβιώσαντος δικαιούνται μερίδιο αποζημίωσης και άλλα πρόσωπα συνδεόμενα με αισθήματα αγάπης, ισχυρής φιλίας και στοργής με τον τελευταίο, αδιαφόρως εάν συζούσαν μαζί του ή όχι. Η θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης και για άλλα πρόσωπα, πλην των στενών συγγενών του θύματος, επιφέρει περισσότερες δυσκολίες στο έργο του δικαστή και, οπωσδήποτε, οξύνει την αντιδικία μεταξύ των προσώπων τα οποία διεκδικούν «χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης», μιας και όσο περισσότεροι θεμελιώσουν τέτοια αξίωση τόσο μικρότερο θα είναι τελικά το ύψος αυτής που θα επιδικασθεί στον καθένα τους.
- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε εν κατακλείδι, ότι κριτήρια που πρέπει συνδυαστικά να λαμβάνει υπόψη ο Δικαστής για την κρίση του περί της συμπερίληψης ενός προσώπου το οποίο δεν συνδέεται με τον αποβιώσαντα με κάποια από τις παραδοσιακές μορφές συγγενικού δεσμού που προβλέπει ο Αστικός Κώδικας είναι η χρονική διάρκεια της σχέσης του θανόντος με τον αιτούντα την χρηματική αποζημίωση, η συμβίωση, η απόκτηση τέκνων και κάθε άλλο γεγονός το οποίο είναι ικανό κατά την κρίση του Δικαστή να συνδέσει τον δικαιούχο χρηματικής ικανοποίησης και το θύμα με έντονα συναισθήματα αγάπης και εμπιστοσύνης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ – ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΓΟΝΕΑ
Σύμφωνα με το νόμο, ο πατέρας ανήλικου άγαμου τέκνου, το οποίο αναγνωρίσθηκε εκουσίως ή δικαστικώς ως δικό του τέκνο και δεν έχει εισοδήματα από περιουσία ή από εργασία, υποχρεούται να το διατρέφει ανάλογα με τις δυνάμεις του, από κοινού με τη μητέρα του τέκνου, εάν όμως στερείται αυτός εισοδημάτων ή περιουσίας για την ανάλογη με τη μητέρα συμβολή του στη διατροφή του κοινού τέκνου τους ή είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η επιδίωξη της διατροφής από τον κατά πρώτο λόγο υπόχρεο, τότε η υποχρέωση διατροφής βαρύνει τον παππού ή τη γιαγιά και ακολούθως τον προπάππο ή την προγιαγιά του δικαιούχου ανηλίκου, που ευθύνονται, αν είναι περισσότεροι, κατ’ ίσα μέρη, χωρίς να ασκεί επιρροή, αν ο ένας εξ αυτών είναι πιο εύπορος από τον άλλον.
Σύμφωνα με το άρθρο 1484 του Α.Κ, “σε περίπτωση αναγνώρισης εκούσιας ή δικαστικής, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς και τους συγγενείς”.
Κατά δε το άρθρο 1489 του ΑΚ, “αν δεν υπάρχουν κατιόντες, υποχρέωση διατροφής έχουν οι πλησιέστεροι ανιόντες, που ενέχονται σε ίσα μέρη, αν είναι περισσότεροι στον ίδιο βαθμό. Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του”.
Επίσης με το άρθρο 1490 παρ. 1 του Α.Κ., ορίζεται ότι “αν ένας από τους ανιόντες ή τους κατιόντες δεν είναι σε θέση να δώσει διατροφή, η υποχρέωση βαρύνει εκείνον που είναι υπόχρεος μετά από αυτόν. Το ίδιο ισχύει και όταν, για πραγματικούς ή νομικούς λόγους, είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η δικαστική επιδίωξη στην ημεδαπή εναντίον εκείνου που έχει την υποχρέωση”.
Η διάταξη αυτή του άρθρου 1490 Α.Κ εφαρμόζεται όχι μόνο όταν, όσοι ανήκουν στον προηγούμενο βαθμό και είναι υπόχρεοι δεν έχουν οικονομική δυνατότητα να παράσχουν διατροφή στο σύνολο ή μερικώς, αλλά και όταν αποδεικνύεται ότι και εκ της αυτής γραμμής μόνον ο ένας ή μερικοί έχουν οικονομική δυνατότητα, ο δε άλλος ή ενδεχόμενα οι περισσότεροι είναι άποροι ή βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία να καταβάλουν διατροφή.
Έτσι καθιερώνεται διαδοχική ευθύνη για διατροφή και όχι παράλληλη ή σύγχρονη και είναι παραδεκτή η επικουρική εναγωγή των κατά δεύτερο λόγο ευθυνόμενων προσώπων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 219 του Κ.Πολ.Δικ.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 303 και 718 ΑΚ, ο διαχειριστής, ακριβώς εξαιτίας της ιδιότητά του ως διαχειριστής εν μέρει ξένων υποθέσεων, οφείλει, μετά το πέρας της διαχειριστικής περιόδου, να λογοδοτήσει για τις ενέργειές του, επιδεικνύοντας προς τον σκοπό αυτό λογαριασμό με αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων που πραγματοποιήθηκαν προς τον σκοπό της διαχείρισης, καθώς και επισυνάπτοντας τυχόν σχετικά δικαιολογητικά.
Γίνεται δεκτό πως ο διαχειριστής πολυκατοικίας επέχει, με την εκλογή του μέσω της Γενικής Συνέλευσης, θέση εντολοδόχου απέναντί της, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 713 ΑΚ, καθώς αναλαμβάνει για λογαριασμό των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, όπως αυτοί εκπροσωπούνται από τη ΓΣ, τη διεκπεραίωση για λογαριασμό τους εν μέρει δικών τους υποθέσεων, ήτοι την διαχείριση των σχετικών με την πολυκατοικία ζητημάτων. Έτσι, και υπό την προϋπόθεση ότι ο Κανονισμός της Πολυκατοικίας δεν ορίζει διαφορετικά, η υποχρέωση λογοδοσίας γεννάται μόνο απέναντι στην Γενική Συνέλευση της πολυκατοικίας, και όχι ατομικά απέναντι στον κάθε ιδιοκτήτη. Κι αυτό καθώς ως εντολέας νοείται εν προκειμένω το όργανο μέσω του οποίου ο διαχειριστής-εντολοδόχος απέκτησε την ιδιότητά του αυτή και μέσω του οποίου ανέλαβε την περάτωση της εντολής διαχείρισης στο όνομα των λοιπών συνιδιοκτητών των υποθέσεων της πολυκατοικίας, όπως αυτές εξειδικεύονται στον Κανονισμό. Γεννάται, δε, κατά πάγια νομολογία, μόνο μετά την περάτωση της εντολής, ήτοι κατά τη λήξη της θητείας του, και όχι κατά τη διάρκειά της (βλ. ΜΕφΑθ 1500/2013, ΜΕφΠειρ 483/2021, ΕφΑθ 7426/2005).
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως κατά τη διάρκεια της διαχείρισης ο διαχειριστής έχει το δικαίωμα να πράττει κατά το δοκούν, μην παρέχοντας κανενός είδους διαφώτιση σχετικά με τις ενέργειές του στους λοιπούς συνιδιοκτήτες. Αντίθετα, η υποχρέωση πληροφόρησης υφίσταται καθ’ όλη την διάρκεια της θητείας του, όπως προκύπτει από τα άρθρα 717 και 718 ΑΚ. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου κρίνεται αναγκαίο να πραγματοποιηθεί κάποια δαπάνη πέραν των συνήθων, η οποία και χρήζει ιδιαίτερης αιτιολογίας. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, και με την επιφύλαξη αντίθετης πρόβλεψης στον Κανονισμό της Πολυκατοικίας, τυχόν πληροφόρηση παρέχεται, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν και ανωτέρω, προς το συλλογικό όργανο της Γενικής Συνέλευσης των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας και όχι ατομικά σε καθέναν εξ αυτών.
Σε περίπτωση άρνησης του διαχειριστή να προβεί σε λογοδοσία και επίδειξη των εγγράφων που αποδεικνύουν αφενός τις δαπάνες και αφετέρου τα έσοδα κατά την περίοδο της θητείας του, ή σε περίπτωση ανακοίνωσης λογαριασμού που δεν πληροί της προϋποθέσεις του άρθρου 303 ΑΚ, οι συνιδιοκτήτες δύνανται να την επιδιώξουν μέσω αγωγής, κατά την άσκηση της οποίας εφαρμόζονται οι ειδικότερες διατάξεις για τη λογοδοσία (άρθρα 473-477 ΚΠολΔ). Δίνεται, δηλαδή, η δυνατότητα, να αξιώσουν την επίδειξη των σχετικών εγγράφων με έγερση αγωγής, για την πληρότητα της οποίας αρκεί το ότι ο υπόχρεος σε λογοδοσία ανέλαβε με βάση οποιαδήποτε έννομη σχέση, συμπεριλαμβανομένης και της σχέσης μεταξύ συνιδιοκτητών και διαχειριστή πολυκατοικίας, τη διαχείριση ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης (βλ. ΕφΑθ 7426/2005).
Πέραν αυτού, ο υπόχρεος σε λογοδοσία διαχειριστής ευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 714 ΑΚ, ως εντολοδόχος, προς αποκατάσταση κάθε ζημίας η οποία προκλήθηκε υπαίτια κατά την διεκπεραίωση των καθηκόντων του στους εντολείς του, ήτοι στους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, όπως αυτοί εκπροσωπούνται μέσω της Γενικής Συνέλευσης. Η πρόβλεψη αυτή, σε συνδυασμό με την θέσπιση υποχρέωσης προς λογοδοσία στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου, όχι μόνο παρέχει έννομη προστασία στους λοιπούς συνιδιοκτήτες, αλλά ταυτόχρονα αποτρέπει τον διαχειριστή από το να προβαίνει σε τυχόν αυθαίρετες ενέργειες κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΞΙΩΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΚΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ
Σε αποζημίωση υποχρέωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το ιταλικό Δημόσιο εξαιτίας της πλημμελούς προστασίας που παρείχαν οι κρατικές αρχές σε μητέρα και τα δύο παιδιά της, θύματα ενδοοικογενειακής βίας, με αποτέλεσμα τη δολοφονία του ενός εκ των δύο παιδιών από τον σύζυγό της και πατέρα του.
Η προσφεύγουσα, παντρεμένη από το 2011 με τον δράστη, ο οποίος, χωρίς η ίδια να το γνωρίζει, έπασχε από διπολική διαταραχή, είχε αποκτήσει μαζί του δύο τέκνα, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Από το 2015 και έπειτα, η ίδια είχε υπάρξει περισσότερες από μία φορές θύμα ενδοοικογενειακής βίας, έχοντας μάλιστα πολλάκις χρειαστεί νοσηλεία. Για το λόγο αυτό, η προσφεύγουσα είχε καταγγείλει τον σύζυγό της, με αποτέλεσμα να ασκηθεί εις βάρος του ποινική δίωξη. Ωστόσο, και παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε κριθεί επικίνδυνος λόγω της ψυχικής του κατάστασης, ουδέποτε ελήφθησαν περιοριστικά μέτρα, ώστε να προστατευθεί η σύζυγος και τα τέκνα τους.
Το τραγικό αποκορύφωμα της βίαιης συμπεριφοράς του σημειώθηκε το 2018 όταν ο άνδρας, σε μία κρίση θυμού, άσκησε βία εναντίον της επτάχρονης κόρης του, πετώντας την στον τοίχο, ενώ παράλληλα μαχαίρωσε την σύζυγό του στο σώμα και το πρόσωπο. Οι δύο τους επέζησαν, όχι όμως και ο ενός έτους γιος τους, ο οποίος μαχαιρώθηκε θανάσιμα από τον δράστη. Τον Οκτώβριο του 2019, ο τελευταίος καταδικάστηκε σε είκοσι έτη φυλάκισης, υποχρεούμενος, ταυτόχρονα, να καταβάλει ως αποζημίωση 100.000€ στην σύζυγο και την κόρη του.
Κατόπιν τούτου, η σύζυγος προσέφυγε στο ΕΔΔΑ κατά του ιταλικού Δημοσίου, αιτούμενη αποζημίωσης λόγω της μη λήψης αποτελεσματικών μέτρων για την προστασία της ίδιας και των παιδιών της. Το Δικαστήριο τόνισε πως το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στη ζωή) υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα κράτη στη λήψη θετικών μέτρων για την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Εν προκειμένω, το ιταλικό κράτος παρέλειψε να λάβει προληπτικά μέτρα, ώστε να προστατεύσει την προσφεύγουσα και τα τέκνα της από τον -αποδεδειγμένα επικίνδυνο- σύζυγό της. Αντίθετα, οι ιταλικές αρχές παρέμειναν αδρανείς εν όψει του σοβαρού κινδύνου που αντιμετώπιζε η οικογένεια, κάτι που, κατά το Δικαστήριο, επέτρεψε στον δράστη να συνεχίσει τις απειλές και την βίαιη συμπεριφορά απέναντί τους ανεμπόδιστα και παραμένοντας ατιμώρητος.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το ΕΔΔΑ καταδίκασε το ιταλικό Δημόσιο σε χρηματική ικανοποίηση της προσφεύγουσας ύψους 32.000€ για ψυχική οδύνη, λόγω της μη λήψης επαρκών μέτρων προστασίας της ίδιας και της οικογένειάς της, κατά παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΧΡΗΣΙΔΑΝΕΙΟΥ
Με τη σύμβαση χρησιδανείου, ο χρήστης παραχωρεί στο χρησάμενο, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, χωρίς αντάλλαγμα, πράγμα κινητό ή ακίνητο, ο τελευταίος δε έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης.
Από την διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ, προκύπτει σαφώς ότι το χρησιδάνειο καταρτίζεται με σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του χρησαμένου, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα τύπο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από πράξεις των συμβαλλομένων και με την οποία ο πρώτος παραχωρεί χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση πράγματος, στον δεύτερο, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το επιστρέψει μετά τη λήξη αυτής.
Πρόκειται για σύμβαση που καταρτίζεται μόνο με και από την εκτέλεση της παροχής από τον χρήστη. Επομένως ανάλογα με το περιεχόμενο της σύμβασης, τη φύση της συγκεκριμένης χρήσης και γενικώς των περιστάσεων, η παροχή του χρήστη συνίσταται συνήθως σε πράξη αυτού, δηλαδή στην παράδοση του πράγματος, δηλαδή της φυσικής εξουσίας επ’ αυτού, αλλά δεν αποκλείεται να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή του χρήστη.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο χρησάμενος δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή αυτού, και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στον χρήστη, στο όνομα του τελευταίου, με αποτέλεσμα όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόσει το πράγμα (ΑΠ 407/2009).
Από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης 810 ΑΚ προς αυτήν του άρθρου 816 προκύπτει ότι, αν το χρησιδάνειο ορίστηκε για αόριστο χρόνο η σύμβαση λύεται με καταγγελία από το χρήστη, αρκεί να μην ασκείται το δικαίωμα καταγγελίας άκαιρα και επιζήμια (άρθρα 200, 288 ΑΚ), ενόψει της ιδιάζουσας φύσης του χρησιδανείου ως σύμβασης φιλαλληλίας, αγαθοσύνης και κοινωνικής ευπρέπειας, γεγονός πάντως που αποτελεί περιεχόμενο σχετικής ένστασης του εναγόμενου χρησάμενου.
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1095 του ΑΚ για τη διεκδικητική αγωγή, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 810 μέχρι 819 για το χρησιδάνειο, προκύπτει ότι ο κύριος πράγματος (κινητού ή ακινήτου) και χρήστης, σε περίπτωση που έχει αυτό δοθεί ως χρησιδάνειο δικαιούται μετά την λήξη του χρησιδανείου να ασκήσει προς απόδοση του πράγματος, τόσο τη διεκδικητική αγωγή, όσο και την ενοχική αγωγή εκ του χρησιδανείου.
Σε κάθε περίπτωση, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817 και 288 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα του χρήστη για αναζήτηση του πράγματος πρέπει να ασκείται όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί ακαίρως και κατά τρόπο προσκρούοντα στην αρχή της καλής πίστης.
Σε περίπτωση μη επιστροφής του πράγματος κατά την ορισθείσα ημέρα λήξης του χρησιδανείου ή επιστροφής αυτού καθυστερημένα, ο χρησάμενος καθίσταται υπερήμερος και ο χρήστης δικαιούται να ζητήσει εκτός από την παροχή, δηλαδή την επιστροφή του πράγματος, και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση κατά τα άρθρα 341 και 343 ΑΚ. Η αποζημίωση δε αυτή είναι δυνατό να συνίσταται σε αποκατάσταση τόσο της θετικής ζημίας, όσο και του διαφυγόντος κέρδους του χρήστη. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 298 του ΑΚ, η αποζημίωση που οφείλεται, είτε από αδικοπραξία είτε από τη σύμβαση, περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δικαιούχου (“θετική ζημία”) όσο και το διαφυγόν κέρδος (“αποθετική ζημία”).
Στην περίπτωση της θετικής ζημίας, η αντιστοιχούσα αποζημίωση υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος ως παλαιού και όχι αναλόγως της δαπάνης η οποία απαιτείται για την απόκτηση καινούργιου πράγματος, διότι άλλως ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε ωφέλεια, πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο προς την έννοια της αποζημιώσεως και την διέπουσαν αυτήν γενική αρχή της αποκαταστάσεως του ζημιωθέντος στην προ του ζημιογόνου γεγονότος περιουσιακή κατάσταση.
Έτσι, αν το πράγμα έχει υποστεί ολική καταστροφή ώστε να μην έχει καμία χρησιμότητα, η ζημία συνίσταται στην αξία αυτού κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής, αν όμως αυτή είναι μερική λόγω των φθορών και βλαβών που υπέστη, η ζημία ισούται με την προκύπτουσα διαφορά, μεταξύ της πριν από τις φθορές και βλάβες αξία του και αυτή την οποία έχει μετά τις τελευταίες, εφόσον η αποζημίωση ζητείται να παρασχεθεί σε χρήμα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 297 ΑΚ. Σύμφωνα, όμως, με τις ως άνω διατάξεις, τα περιστατικά που προσδιορίζουν τη ζημία αυτή, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή.
Αδικοπρακτική Ευθύνη
Κατά την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299 και 330 προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι:
- ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη),
- παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης,
- υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, και
- πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από αδικοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη.
Περιπτώσεις Μη Ευθύνης
Η αθέτηση της συμβάσεως καθ` εαυτήν δεν συνιστά άνευ εταίρου αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής ή την αθέτηση ενοχής εν γένει.
Μερικές φορές όμως, είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις, τόσο της αθετήσεως της συμβάσεως, όσο και της αδικοπραξίας. Αυτό συμβαίνει όταν το βιοτικό γεγονός και χωρίς τη συμβατική σχέση που προϋπάρχει θα ήταν παράνομο ως αντίθετο προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαίτια ζημία, ή εφόσον θα ήταν καθαυτό αντίθετο στα χρηστά ήθη κατ’ άρθρο 919 ΑΚ.
Για τη θεμελίωση όμως και της πρωτογενούς αδικοπρακτικής ευθύνης, θα πρέπει να ισχύουν όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τις προϋποθέσεις της αποζημιώσεως και κυρίως την παράνομη ενέργεια του υπόχρεου, την υπαιτιότητα αυτού, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας.
Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΤΑΙΡΙΚΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΟΜΙΛΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
Στα πλαίσια των άρθρων 103-105 Ν. 4548/2018 ρυθμίζεται η άσκηση των αξιώσεων της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού της συμβουλίου, που ευθύνονται κατά το άρθρο 102 του ίδιου Νόμου, ήτοι των αξιώσεων που προκύπτουν από την κακή διαχειριστική δράση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.).
Το εταιρικό συμφέρον συνιστά αόριστη νομική έννοια, που απαντάται σε περισσότερες διατάξεις (βλ. λ.χ. άρθρα 747 ΑΚ, 22α παρ. 2 και 3α, 23α παρ. 1 στοιχ. β΄ και 49 παρ. 4 του Κ.Ν. 2190/1920, όπως και το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3016/2002), χωρίς, ωστόσο, να ορίζεται ρητώς
Στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. 4108/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επισημαίνεται ότι: «[…] Το εταιρικό συμφέρον καλύπτει τα ενδοεταιρικά συμφέροντα και ιδίως το υπερατομικό συμφέρον των εταίρων στην εξασφάλιση και προώθηση της υποστάσεως της εταιρείας, της ικανότητας λειτουργίας και εκπληρώσεως του εταιρικού σκοπού ή, συνοπτικότερα, της διαρκούς και μακροπρόθεσμης προκοπής της εταιρείας. Από την άποψη αυτή, το εταιρικό συμφέρον δεν είναι έννοια αυτόνομη, αλλά ο ίδιος ο εταιρικός σκοπός, ιδωμένος όχι πλέον ως αφηρημένη γενική κατεύθυνση, αλλά ως το αποτέλεσμα από την εφαρμογή του, ως μέτρου αξιολογήσεως μίας συγκεκριμένης επιχειρηματικής επιλογής σε ορισμένη χρονική στιγμή. Η ανωτέρω σκοπούμενη επίτευξη βαρύνει το σύνολο των μετόχων, οι οποίοι στο πλαίσιο της υποχρεώσεως πίστεως έναντι της εταιρείας οφείλουν να μεριμνούν για τη βιωσιμότητα, την εσωτερική σταθερότητα και τη διαρκή προαγωγή του σκοπού της εταιρικής επιχειρήσεως
Σύμφωνα, δε, με τη μάλλον κρατούσα στη θεωρία προσέγγιση, δεν υφίσταται δυνατότητα υποκαταστάσεως του εταιρικού συμφέροντος από το συμφέρον του ομίλου επιχειρήσεων, στον οποίο εντάσσεται μία ανώνυμη εταιρεία. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι τόσο στον Κ.Ν. 2190/1920, όσο και στον μεταγενέστερο Ν. 4548/2018 δεν απαντάται και δεν αναγνωρίζεται η έννοια του «συμφέροντος του ομίλου», ως λόγος περιορισμού της ευθύνης των μελών του διοικητικού συμβουλίου Και τούτο, καθώς το συμφέρον του ομίλου έχει αναφορά μόνο στον κυρίαρχο μέτοχο και όχι στους μετόχους σαν σύνολο, ενώ δεν αποκλείεται η βούληση του τελευταίου να βλάπτει, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, την ελεγχόμενη εταιρεία
Επομένως, το «συμφέρον του ομίλου» δεν μπορεί να αποτελέσει έναν ασφαλή λιμένα που απαλλάσσει τη διοίκηση της ομιλοποιημένης εταιρείας από κάθε ευθύνη, ακόμη και αν αυτή εφήρμοσε επιχειρηματική πολιτική εις βάρος της εταιρείας, τα δε μέλη της διοικήσεώς της δεν δύναται να επικαλεσθούν τον κανόνα της επιχειρηματικής κρίσεως, σε περίπτωση που προβούν σε ενέργειες, οι οποίες εκφεύγουν του εταιρικού σκοπού.
Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παροραθεί και το γεγονός πως στο πλαίσιο της σύγχρονης επιχειρηματικής πραγματικότητας ο όμιλος επιχειρήσεων αποτελεί το οικονομικό περιβάλλον, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν κατά την εκτίμηση του εταιρικού συμφέροντος της ανώνυμης εταιρείας. Άλλοις λόγοις, ο ομιλικός προσανατολισμός μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχείο που χρωματίζει και τελικώς συγκαθορίζει την έννοια του εταιρικού συμφέροντος μίας ομιλοποιημένης εταιρείας, εφόσον τα συμφέροντα της τελευταίας προάγονται δια της εντάξεώς της σε έναν εύρωστο επιχειρηματικό όμιλο. Βέβαια, και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει οι επιχειρηματικές αποφάσεις των διοικούντων την ανώνυμη εταιρεία να λαμβάνονται κατόπιν αξιολογικών σταθμίσεων των υφιστάμενων ή επαπειλούμενων κινδύνων και των αναμενόμενων ωφελειών, στο πλαίσιο των προεκτεθεισών δικλείδων ασφαλείας, που τίθενται από τον κανόνα της επιχειρηματικής κρίσεως. Ειδικότερα, οι εταιρικοί διοικητές επιβάλλεται να προβούν σε στάθμιση μεταξύ της τυχόν προκαλούμενης στην εταιρεία τους βραχυπρόθεσμης ζημίας και του μακροπρόθεσμου οφέλους της, υπό την έννοια ότι η συγκεκριμένη επιχειρηματική επιλογή τους σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα θα οδηγήσει σε επαύξηση της εταιρικής περιουσίας, μέσω της ενδυναμώσεως της κερδοφορίας της εταιρείας, της ανταγωνιστικότητας της επιχειρήσεώς της, καθώς και των προϊόντων και των υπηρεσιών της».
Εν όψει των ανωτέρω καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι το εταιρικό συμφέρον δεν μπορεί να υποκατασταθεί από το συμφέρον του ομίλου στον οποίο ανήκει η εταιρεία, παρότι το τελευταίο λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση και εν τέλει συγκαθορίζει το πρώτο.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΑΞΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΤΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ (Α.Δ.Α.Ε.) – ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ
Αναμφίβολα το απόρρητο των επικοινωνιών και η αποτελεσματική διασφάλισή του συνιστούν ύψιστης σημασίας ζητήματα σε μια ευνομούμενη πολιτεία. Η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο της δράσης φορέων και επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των επικοινωνιών και έχει την εξουσία να επιβάλει κυρώσεις σε όσους παραβιάζουν την κείμενη νομοθεσία, σε σχέση με το απόρρητο των επικοινωνιών ή τους όρους και τις διαδικασίες άρσης αυτού.
Πολλές είναι πλέον οι εταιρείες/επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των επικοινωνιών και επιδιώκουν την προσβολή πράξεων επιβολής κυρώσεων εκ μέρους της Α.Δ.Α.Ε., εφόσον θεωρούν ότι αδικούνται.
Από τις διατάξεις του άρθρου 6, παρ. 4 Ν. 3115/2003 και του άρθρου 11 Ν. 3674/2008, συνάγεται ότι οι πράξεις επιβολής προστίμων της Α.Δ.Α.Ε. υπόκεινται τόσο σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ, όσο και σε διοικητική προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Ιδιαίτερη προσοχή, ωστόσο, απαιτείται σε αυτό το σημείο καθότι η αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ προβλέπεται μόνο για συγκεκριμένους και περιοριστικά αναφερόμενους στο Νόμο νομικούς λόγους, εν αντιθέσει με την διοικητική προσφυγή, στα πλαίσια της οποίας ο προσφεύγων μπορεί να προβάλει και λόγους ουσίας στην προσπάθειά του να απαλλαγεί από την επιβολή του προστίμου της Α.Δ.Α.Ε.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, πρέπει να διευκρινιστεί ότι κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 11, παρ. 3 Ν. 3674/2008, με διοικητική προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών μπορούν να προσβληθούν μόνο οι αποφάσεις της Α.Δ.Α.Ε., ενόψει των οποίων επιβάλλονται οι προβλεπόμενες από την παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου κυρώσεις, ήτοι εκείνες μόνο οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε παρόχους υπηρεσιών τηλεφωνίας (ή άλλα πρόσωπα που τους εκπροσωπούν ή είναι υπεύθυνα για την διασφάλιση του απορρήτου για λογαριασμό του) για τις παραβιάσεις των υποχρεώσεών τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις συγκεκριμένες διατάξεις του Νόμου αυτού και απαριθμούνται στην παρ. 1 του άρθρου 11.
Συμπερασματικά, η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 11 Ν. 3674/2008 και η δυνατότητα προσβολής πράξεων επιβολής προστίμων εκ μέρους της Α.Δ.Α.Ε. με διοικητική προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα πλαίσια αποφάσεων της εν λόγω Αρχής, οι οποίες αναφέρονται γενικώς σε οποιονδήποτε πάροχο για παραβιάσεις των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας περί προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, παρά μόνο στους παρόχους υπηρεσιών τηλεφωνίας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
