ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΠΡΟΩΡΗ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ
Σε 2 μήνες περίπου ολοκληρώνεται η μεταβατική περίοδος σύγκλισης όλων των ειδικών ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στον γενικό κανόνα της εξόδου στα 62 ή τα 67 που θα ισχύσει από την 1.1.2022. Οι αιτήσεις συνταξιοδότησης φέτος θα σημειώσουν αύξηση τουλάχιστον κατά 20% και ιδίως στο Δημόσιο άνω του 50%.
Οι ασφαλισμένοι άνδρες και γυναίκες του Δημοσίου που επιθυμούν να συνταξιοδοτηθούν με μειωμένη σύνταξη θα πρέπει να δύνανται (ακόμη και με εξαγορές πλασματικών ετών) ή να έχουν αναδρομικώς ήδη συμπληρώσει 25 ακέραια έτη ασφάλισης έως 31.12.2012, ΑΛΛΑ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ και το προβλεπόμενο όριο ηλικίας (55 το 2010, 56 το 2011, 58 το 2012).
Ενόψει, λοιπόν, ενδεχόμενων μεταβολών από 1.1.2022 στο ασφαλιστικό και επειδή η πιθανότητα να μπει φρένο σε πρόωρες (πριν τα 62) συνταξιοδοτήσεις δεν μπορεί να αποκλεισθεί, θα πρέπει οι ασφαλισμένοι, ηλικίας από 55 έως και 60 στο Δημόσιο να είναι σε επαγρύπνηση, αναφορικά με την ενεργοποίηση της συνταξιοδοτικής διαδικασίας, καθώς ο κίνδυνος του εγκλωβισμού μπορεί να αποβεί μεγάλος. Επίσης, απαιτείται προσοχή, καθώς τα όρια ηλικίας μειωμένης σύνταξης στο Δημόσιο, δεν υπέστησαν, με σχετική δευκρινιστική εγκύκλιο του ΓΛΚ, μεταβατικές αυξήσεις, ώστε να επεκταθεί η διατήρηση/κατοχύρωση του μεταβατικού ορίου ηλικίας (όπως ισχύει στις λοιπές κατηγορίες ασφαλισμένων) και μετά την 01/01/2022!
Το «πέναλτι» της μείωσης (που φθάνει έως και το 30%) εφαρμόζεται μόνο στο ποσό της Εθνικής Σύνταξης και όχι στο σύνολο, ενώ η Ανταποδοτική Σύνταξη χορηγείται πλήρης. Υπό την ανωτέρω προοπτική, η έξοδος καθίσταται συμφέρουσα για όλους τους υπαλλήλους που έχουν κατοχυρωμένο δικαίωμα μειωμένης, αλλά απέχουν πολύ από τα νέα όρια για πλήρη.
Πρέπει, τέλος, να διευκρινιστεί ότι η χρήση πλασματικών ετών αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο ώστε να θεμελιωθεί το συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Η επιλογή αυτή είναι συμφέρουσα για όσους συμπληρώνουν με τα πλασματικά πλήρη την 25ετία τα έτη 2010, το 2011 και το 2012 και με ταυτόχρονη συμπλήρωση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτούνται. Οι πιο συνηθισμένες περιπτώσεις αναγνώρισης είναι η στρατιωτική θητεία, ο χρόνος σπουδών και η αναγνώριση τέκνων. Η εξαγορά συμφέρει ιδιαίτερα κάποιες κατηγορίες ασφαλισμένων, οι οποίοι με τα πλασματικά έτη ξεκλειδώνουν την πόρτα της συνταξιοδότησης θεμελιώνοντας δικαίωμα ή φέρνουν νωρίτερα την έξοδο αυξάνοντας ταυτόχρονα – ενίοτε σημαντικά – το προσδοκώμενο ποσό της σύνταξης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ – Ο ΓΡΗΓΟΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΛΥΣΗΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ – ΕΚΔΟΣΗ ΠΛΕΟΝ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟ
Η λύση του γάμου είναι εφικτή είτε με διαζύγιο κατ’ αντιδικία, όταν για την διατροφή, την επιμέλεια των τέκνων, την περιουσία του ζεύγους, υπάρχει διαφωνία μεταξύ των συζύγων είτε με συναινετικό διαζύγιο, στην περίπτωση που οι σύζυγοι δύνανται να διευθετήσουν τα παραπάνω ζητήματα που προκύπτουν από την λύση του γάμου τους.
Ωστόσο, η πλέον συμφέρουσα διαδικασία για την οριστική λύση του γάμου, από άποψη κόστους και χρόνου, είναι το συναινετικό διαζύγιο, ειδικά μετά την πρόβλεψη του νόμου για την έκδοση του μόνο από συμβολαιογράφο και όχι από τα δικαστήρια.
Μετά την μη εμπλοκή των δικαστηρίων στην έκδοση του συναινετικού διαζυγίου, η επιλογή συμβολαιογράφου και δικηγόρων με ειδικές γνώσεις και εμπειρία επί του θέματος είναι απαραίτητη και πολλές φορές κρίσιμη.
Στην περίπτωση της αντιδικίας, το σύνηθες είναι να κατατίθενται από τη μία πλευρά αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επικοινωνίας με τα τέκνα και από την άλλη πλευρά αίτηση ασφαλιστικών μέτρων διατροφής.
Μετά την προσωρινή δικαστική προστασία κατατίθενται αγωγές για α) την επιμέλεια, επικοινωνίας και διατροφή των τέκνων β) διαζυγίου και γ) διεκδίκηση των αποκτημάτων (περιουσία), τα οποία αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου. Καθίσταται έτσι σαφές ότι στις περιπτώσεις της αντιδικίας, μπορεί να λάβουν χώρα από τρεις έως και πέντε συζητήσεις αγωγών-αιτήσεων ενώπιον των δικαστηρίων, οι δε εν λόγω αντιδικίες διαρκούν έως και τρία με τέσσερα, ειδικά αν υπάρξει προσφυγή στο Εφετείο από κάποια πλευρά.
Ο συναινετικός τρόπος λύσης του γάμου αποτελεί πλέον, ειδικά μετά το ν. 4509/2017, (σύμφωνα με το άρθρο 22 του οποίου, ο γάμος λύνεται πλέον όχι με δικαστική απόφαση αλλά με συμβολαιογραφική πράξη, αντίγραφο της οποίας κατατίθεται στο ληξιαρχείο, όπου έχει καταχωρισθεί η σύσταση του γάμου) τον πιο απλό, γρήγορο και οικονομικό τρόπο για τη λύση του γάμου, καθώς μέσω της διαδικασίας αυτής διευθετούνται όλα τα ζητήματα που άπτονται των προσωπικών και περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, αλλά και των σχέσεων των γονέων με τα τέκνα τους (επιμέλεια, επικοινωνία, διατροφή) και μάλιστα σε μόλις δέκα ημέρες από την υπογραφή της συμφωνίας των συζύγων.
Επιπλέον, εκτός του οικονομικού κόστους, με τη διαδικασία αυτή αποφεύγεται και το ψυχολογικό κόστος που συνήθως εμπεριέχουν οι συνεχείς αντιδικίες.
Η διαδικασία του συναινετικού διαζυγίου χρειάζεται περίπου είκοσι με τριάντα ημέρες και περιλαμβάνει τα εξής στάδια:
- Συμφωνία μεταξύ των συζύγων, ενδεχομένως με τη βοήθεια δικηγόρου για τα ζητήματα που προαναφέρθηκαν.
- Προσκόμιση των δικαιολογητικών που εκτίθενται κατωτέρω στους δικηγόρους
- Εκπόνηση των συμφωνητικών από τους δικηγόρους (στα οποία περιλαμβάνονται η δήλωση βούλησης για συναινετική λύση του γάμου, οι συμφωνίες αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση των συζύγων, και αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα συμφωνία σχετικά με την επιμέλεια και των επικοινωνία των τέκνων με τους γονείς και η συμφωνία τους για τον χωρισμό της περιουσίας τους).
- Έκδοση του διαζυγίου από τον συμβολαιογράφο, με υπογραφή της συμφωνίας και από τους δικηγόρους.
Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά είναι τα εξής:
- Ληξιαρχική πράξη γάμου
- Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης
- Ληξιαρχικές πράξεις γέννησης των τέκνων εάν υπάρχουν
- Φωτοτυπίες των ταυτοτήτων των συζύγων
- Δύο πληρεξούσια, ένα για τον κάθε δικηγόρο των δύο συζύγων
- Σύντομη περιγραφή της περιουσίας των συζύγων (κινητών και ακινήτων)
Κατόπιν της έκδοσης του διαζυγίου, θα πρέπει να γίνουν κάποιες ακόμα ενέργειες όπως η προσκόμιση της συμβολαιογραφικής πράξης στο Ληξιαρχείο για τη λύση του γάμου, οι οποίες δεν χρειάζονται υποχρεωτικά δικηγόρο και οι οποίες μπορούν να γίνουν από τους συζύγους απευθείας.
Καθίσταται, επομένως σαφές ότι η διαδικασία της συναινετικής λύσης του γάμου είναι οικονομικά πιο συμφέρουσα, ιδιαίτερα γρήγορη, σε σχέση φυσικά με τη διαδικασία της κατ’ αντιδικία λύσης του γάμου η οποία συνεπάγεται και δικαστική διαμάχη των συζύγων και λιγότερο ψυχοφθόρα για τα εμπλεκόμενα μέρη.
Μετά την μη εμπλοκή των δικαστηρίων στην έκδοση του συναινετικού διαζυγίου, η επιλογή συμβολαιογράφου και δικηγόρων με ειδικές γνώσεις και εμπειρία επί του θέματος είναι απαραίτητη και πολλές φορές κρίσιμη για την ασφάλεια και την ουσιαστική και τυπική αρτιότητα της διαδικασίας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
MIΣΘΩΣΕΙΣ – ΑΓΩΓΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΜΙΣΘΙΟΥ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ «ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ» ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όταν μια μίσθωση είναι ορισμένου χρόνου (και για όσο δεν έχει παρέλθει ο ελάχιστα χρόνος μίσθωσης - δηλαδή η τριετία από την κατάρτισή της, για αστικές συμβάσεις κύριας κατοικίας και κάθε εμπορική σύμβαση), δεν μπορεί ο εκμισθωτής να ζητήσει την άμεση αποχώρηση του μισθωτή από το μίσθιο (αστικό ή εμπορικό) πριν την λήξη της μίσθωσης.
Μπορεί όμως να ζητήσει "προληπτικά" να εκδοθεί απόφαση που θα εκτελεστεί μόλις περάσει ο χρόνος της μίσθωσης, αν έχει υπόνοιες ότι ο μισθωτής δεν θα εγκαταλείψει το μίσθιο την ημερομηνία λήξης της σύμβασης.
Έτσι, επιτρέπεται η άσκηση από τον εκμισθωτή της αγωγής απόδοσης του μισθίου και πριν από την παρέλευση της νόμιμης ή συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης (αφού το άρθρο 48 παρ. 2 Π.Δ 34/1995 παραπέμπει ρητά στο άρθρο 69 του ΚΠολΔ σε κάθε περίπτωση απόδοσης μισθίου), η απόδοση όμως του μισθίου θα διαταχθεί για χρόνο μετά την λήξη της μίσθωσης.
Το δικαστήριο, κρίνοντας στην περίπτωση αυτή τη νομιμότητα της αγωγής, εφαρμόζει τη διάταξη του άρθρου 69 ΚΠολΔ, εφόσον υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις και δεν απαιτείται αναγκαίως να γίνεται επίκληση από τον ενάγοντα της διάταξης αυτής.
Επομένως, δεν είναι απαραίτητο στην πρόωρη άακηση της αγωγής για απόδοση του μισθίου, να αναφέρεται ρητά σε αυτήν ότι η απόδοση του μισθίου ζητείται με βάση τη διάταξη του άρθρου 69 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι ασκείται αυτή με αναβλητική προθεσμία (της παρόδου του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου), αφού από τα εκτιθέμενα στην αγωγή ή, σε κάθε περίπτωση, από την εφαρμογή του νόμου, αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο θα ρυθμισθεί η λειτουργία της καταγγελίας και θα ορισθούν οι συνέπειες και τα αποτελέσματά της, σύμφωνα με τα όσα από το νόμο ορίζονται.
Εάν δε με την αγωγή ζητείται η απόδοση του μισθίου σε χρόνο προγενέστερο εκείνου που ορίζεται ως ληκτικός κατά τα ανωτέρω της μίσθωσης και ο χρόνος αυτός της λήξης δεν είχε επελθει κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, αυτή είναι νόμιμη και παραδεκτή, το δε δικαστήριο διατάσσει την απόδοση του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης.
Ο εσφαλμένος από τον ενάγοντα εκμισθωτή προσδιορισμός του χρόνου λήξης κατά νόμο της μίσθωσης ανάλογα με το χρόνο, που ο μισθωτής ή οι δικαιοπάροχοι του τελευταίου βρίσκονται στη χρήση του μισθίου, με αποτέλεσμα να επιδιώκεται η απόδοση του μισθίου σε χρόνο προγενέστερο από εκείνο που ορίζει ο νόμος, δεν καθιστά αόριστη ούτε προώρως ασκηθείσα την αγωγή, αφού στο αγωγικό αίτημα για απόδοση του μισθίου από ορισμένο χρονικό σημείο, πριν η μετά την άσκηση της αγωγής, περιέχεται το έλασσον αίτημα για απόδοση του μισθίου σε απώτερο χρονικό σημείο κατά το οποίο, κατ` εφαρμογή του άρθρου 69 ΚΠολΔ., θα διαταχθεί από το δικαστήριο και η απόδοση του μισθίου.
Για την ευδοκίμηση της προώρως ασκούμενης αγωγής απόδοσης του μισθίου δεν είναι αναγκαίο να επικαλεστεί και αποδείξει ο ενάγων ότι υπάρχει βάσιμος φόβος πως ο μισθωτής δεν θα αποδώσει εκουσίως το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης, καθόσον δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή το εδαφ. στ’ της παρ. 1 του άρθρου 69 ΚΠολΔ αλλά το εδαφ. α` της ίδιας παραγράφου και το έννομο συμφέρον του εκμισθωτή, συνιστάμενο στην απόκτηση εκτελεστού τίτλου πριν από τη λήξη της μίσθωσης, ώστε να επιτύχει την απόδοση του μισθίου κατά τη λήξη της, είναι πρόδηλο.
Άλλωστε, με την παρέλευση της νόμιμης διάρκειας μιας μίσθωσης, οπότε και η μίσθωση λήγει αυτοδικαίως μόλις περάσει ο χρόνος αυτός, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο, όπως καταγγελία ή όχληση (σχετ. Μ, Μαργαρίτης/Αντ. Μαργαρίτη, ΕρμΑΚ, άρθρα 608-611, αριθμ. 5, σελ. 524), δεν νοείται καταγγελία αυτής, η οποία αν ασκηθεί έχει την έννοια της εναντίωσης του εκμισθωτή στην αναμίσθωση.
Επομένως, ακόμη και στην περίπτωση που ο εκμισθωτής (για τις παλιές εμπορικές μισθώσεις) εσφαλμένως θεωρεί ότι μετά την παρέλευσης της δωδεκαετούς διάρκειας της μίσθωσης αυτή κατέστη αορίστου χρόνου και την καταγγέλλει, ενώ αυτή έχει σιωπηρά παραταθεί στα δεκαέξι έτη, σύμφωνα με το άρθρο 61 περ. δ` του Π.Δ. 34/1995 λόγω μη άσκησης της αξίωσης από αυτόν για απόδοση του μισθίου εντός την προθεσμίας τον εννιά μηνών από την λήξη της, η καταγγελία αυτή, συνιστά δήλωση βούλησης ότι δεν επιθυμεί την συνέχιση της μίσθωσης μετά την παρέλευση των δεκαέξι ετών στο πλαίσιο της αναμίσθωσης και θα διαταχθεί η απόδοση του μισθίου από τον μισθωτή σε αυτόν όταν λήξει η μίσθωση.
Τούτο δε, διότι στο μείζον που είναι η αξίωση του εκμισθωτή για απόδοση του μισθίου λόγω λύσης της αόριστης διάρκειας μίσθωσης με καταγγελία περιλαμβάνεται το έλασσον, που είναι η απόδοση του μισθίου συνέπεια λήξης της μίσθωσης, εξαιτίας παρόδου του συμβατικού ή του νόμιμου ή του τυχόν χρόνου αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ ΜΕ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ.
Την δυνατότητα να θεμελιώσουν δικαίωμα συνταξιοδότησης έχουν οι ασφαλισμένοι καταβάλλοντας οι ίδιοι τις εισφορές τους μέχρι να συμπληρώσουν τα 4.500 ένσημα, με την βασική όμως προϋπόθεση να έχουν ήδη 1.500 έως 3.000 ένσημα.
Την σχετική αίτηση για υπαγωγή σε προαιρετική ασφάλιση μπορούν να κάνουν όλοι όσοι έχουν μείνει ανασφάλιστοι αρκεί να πληρούν μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις:
Να υπήρξαν ασφαλισμένοι κατά το παρελθόν για 5 έτη εκ των οποίων τουλάχιστον 1 έτος εντός της τελευταίας, πριν από την υποβολή της αίτησης, πενταετίας ή
Να έχουν πραγματοποιηθεί οποτεδήποτε στο παρελθόν συνολικά 10 χρόνια υποχρεωτικής ασφάλισης (3.000 ένσημα) σε ένα ή δύο Ταμεία (διαδοχική).
Οι όροι και οι προϋποθέσεις περιγράφονται σε εγκύκλιο του ΕΦΚΑ σύμφωνα με την οποία στον απαιτούμενο ελάχιστο χρόνο των 1.500 ή 3.000 ενσήμων που πρέπει να έχουν όσοι διέκοψαν την ασφάλιση δεν συνυπολογίζονται χρονικά διαστήματα ασφάλισης αναγνώρισης πλασματικών χρόνων. Επίσης, οι ασφαλισμένοι στον τ. ΟΓΑ και οι αυτοαπασχολούμενοι δεν πρέπει να έχουν αφήσει ανεξόφλητες τυχόν οφειλές ή τουλάχιστον να έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ρύθμισης. Το κόστος της προαιρετικής ασφάλισης ισούται με το 20% του μισθού ή του εισοδήματος του τελευταίου δωδεκαμήνου για την κύρια σύνταξη και αν θέλει δίνει και 6,95% για τον κλάδο υγείας. Η ελάχιστη μηνιαία εισφορά σύνταξης για ελεύθερους επαγγελματίες είναι το 20% του βασικού μισθού (το ύψος του οποίοι ποικίλει ανάλογα με το έτος υποβολής της αίτησης) ενώ οι μισθωτοί καταβάλλουν το σύνολο της ασφαλιστικής εισφοράς εργαζόμενου και εργοδότη με βάση το μέσο όρο του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών επί των οποίων καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από τη διακοπή της υποχρεωτικής ασφάλισης, συνυπολογιζομένων του Δώρου εορτών και του επιδόματος αδείας. Όσοι είχαν βαρέα και δεν συμπλήρωσαν τις χρονικές προϋποθέσεις για σύνταξη (4.500 με 3.600 στα βαρέα) χάνουν το δικαίωμα εξόδου με βαρέα.
Οι εισφορές προαιρετικής ασφάλισης καταβάλλονται κάθε μήνα και έχουν πρόστιμο αν πληρωθούν εκπρόθεσμα.
Η προαιρετική ασφάλιση διακόπτεται με σχετική αίτηση, με την συνταξιοδότηση λόγω γήρατος ή επ’ αόριστο αναπηρίας, με την ανάληψη εργασίας ή λόγω θανάτου, ενώ αναστέλλεται με την συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας ή λόγω επιδοτούμενης ασθένειας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ – ΔΥΝΟΤΗΤΑ (ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΗ) ΑΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΤΕΚΝΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΤΡΑΜΗΝΟ
Σε κάθε κληρονομική κατά ρίζα διαδοχή, οι κληρονόμοι, οφείλουν εντός τετραμήνου απο την ημερομηνία θανάτου να αποποιηθούν την κληρονομία του θανόντος, άλλως θεωρείται ότι αποδέχονται σιωπηρά την κληρονομία.
Ωστόσο, είναι πολλές οι φορές εκείνες, που οι γονείς, ως μη έχοντες ειδικές νομικές γνώσεις κληρονομικού δικαίου και ευρισκόμενοι σε πλάνη ως προς τις ειδικές συνθήκες, πίστευαν πως η κληρονομία δεν επάγεται (περιέρχεται) στα τέκνα τους πριν το 18 έτος της ηλικίας τους.
Η πληροφορία όμως αυτή είναι εντελώς λανθασμένη αλλά , υπό προϋποθέσεις, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η προθεσμία (των 4 μηνών) για την αποποίηση ξεκινάει από την ημέρα που οι γονείς ενημερώνονται για την έναρξη της προθεσμίας αποποίησης, καθώς αυτοί ευρίσκονται σε ουσιώδη πλάνη και όχι από την ημερομηνία αποποίησης των ιδίων που είχε ήδη παρέλθει.
Σε κάθε περίπτωση αποποίησης είναι αναγκαίο να γίνεται προσεκτική ανάλυση των δεδομένων και όλων των υπόχρεων προς αποποίηση από εξειδικευμένο και έμπειρο νομικό για την αποφυγή περιπλοκών, που ενδέχεται να έχουν σοβαρότατες οικονομικές συνέπειες για τον τυχόν μη αποποιούμενο.
Στην προκειμένη υπόθεση, τόσο τα παιδιά του θανόντος όσο και η σύζυγος του θανόντος, αποποιήθηκαν εμπροθέσμως, χωρίς όμως να αποποιηθούν και τα εγγόνια του θανόντος ως όφειλαν εντός της νόμιμης προθεσμίας.
Το δικαστήριο με την απόφαση του (Ειρ 165/2021) έκρινε ,πως η προθεσμία ξεκινάει από την ημέρα που οι γονείς ενημερώνονται για την έναρξη της προθεσμίας αποποίησης, καθώς αυτοί ευρίσκονται σε ουσιώδη πλάνη και όχι από την ημερομηνία αποποίησης των ιδίων που είχε ήδη παρέλθει.
Σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, οι αιτούντες, οι οποίοι δεν διαθέτουν ειδικές νομικές γνώσεις κληρονομικού δικαίου, θεώρησαν εσφαλμένα ότι η επαγωγή της κληρονομιάς στα ανήλικα τέκνα τους δεν θα γινόταν προτού αυτά ενηλικιωθούν και ότι η αποποίηση θα έπρεπε να γίνει από τα ίδια, εντός έτους από την ενηλικίωσή τους.
Η πλάνη αυτή των αιτούντων, στο πρόσωπο των οποίων κρίνεται το στοιχείο της γνώσης της επαγωγής της κληρονομιάς στα ανήλικα τέκνα τους καθώς και του λόγου αυτής, ήταν ουσιώδης, διότι αναφερόταν σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε, εάν γνώριζαν την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηναν να παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία, αλλά θα αποποιούνταν εμπρόθεσμα την κληρονομιά για λογαριασμό των τέκνων τους.
Η πλάνη τους δε, συνεχίστηκε μέχρι και την 25.11.2019, οπότε ο αιτών μετέβη στη Δ.Ο.Υ. και ενημερώθηκε από την Προϊσταμένη της Υπηρεσίας ότι έπρεπε ήδη να έχει προβεί σε δήλωση αποποίησης κληρονομιάς των τέκνων του και ότι η κληρονομική του μερίδα είχε πλέον επαχθεί σε αυτά.
Η πιο πάνω πλάνη των αιτούντων σχετικά με τις νομικές ρυθμίσεις περί αποδοχής κληρονομιάς, είχε ως αποτέλεσμα τη μη έναρξη για τα τέκνα τους της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης του άρθρου 1847 ΑΚ πριν από την 25.11.2019. Επομένως, εμπρόθεσμα κατατέθηκε η ένδικη αίτηση την 27.12.2019.
Έκτοτε δε και μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης, ανεστάλη η προθεσμία της αποποίησης, αφού χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου δεν είναι δυνατόν να αποποιηθούν την κληρονομιά για λογαριασμό των ανηλίκων οι αιτούντες γονείς τους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω κληρονομιά στερείται παντελώς ενεργητικού και εμφανίζει αυξημένο παθητικό, αφού ο αποβιώσας βαρύνεται με οφειλές προς τη Δ.Ο.Υ. Καλλιθέας, ύψους € 28.716,34 (βλ. προσκομισθείσα κατάσταση χρεών του θανόντος της 25.11.2019). Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που η σύζυγος και τα τέκνα του θανόντος έσπευσαν να αποποιηθούν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά του.
Επομένως, παρά την επαγωγή της ως άνω κληρονομιάς στα ανήλικα τέκνα των αιτούντων με το ευεργέτημα της απογραφής, προς αποφυγή άσκοπων ταλαιπωριών και δαπανών τους και ενόψει του κατάχρεου αυτής, κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον των τέκνων η παροχή της σχετικής άδειας αποποίησης.
Σε κάθε περίπτωση αποποίησης πρέπει να γίνεται προσεκτική ανάλυση των δεδομένων και όλων των υπόχρεων προς αποποίηση από εξειδικευμένο και έμπειρο νομικό για την αποφυγή περιπλοκών, που ενδέχεται να έχουν σοβαρότατες οικονομικές συνέπειες για τον τυχόν μη αποποιούμενο.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΣΕΠ: ΕΝΣΤΆΣΕΙΣ – ΔΙΚΑΣΤΙΚΈΣ ΠΡΟΣΦΥΓΈΣ.
Στους διαγωνισμούς προσλήψεων στο Ελληνικό Δημόσιο, κάθε υποψήφιος που αποκλείεται ή τυγχάνει εσφαλμένης ή αυθαίρετης αξιολόγησης από το ΑΣΕΠ, έχει τη δυνατότητα να υποβάλει, , ένσταση ενώπιον του ΑΣΕΠ, εντός συγκεκριμένης τασσόμενης στην προκήρυξη προθεσμίας. Σε περίπτωση απόρριψης της ενστάσεως, ο υποψήφιος έχει δικαίωμα να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.
Εν όψει των δύο αυτών διαδικασιών, είναι κρίσιμο το κείμενο της ένστασης να έχει προηγουμένως υποστεί σοβαρή νομική επεξεργασία, προκειμένου να πλαισιώνεται από άρτια δομημένα και τεκμηριωμένα νομικά επιχειρήματα, ούτως ώστε είτε να γίνει δεκτή από την αρμόδια Επιτροπή του ΑΣΕΠ, είτε, ακόμα κι αν απορριφθεί, να αποτελέσει ορθή βάση για την μετέπειτα άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου.
Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) αποτελεί ανεξάρτητη αρχή που συστάθηκε με το ν. 2190/1994, επιφορτισμένη με τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα. Η ανεξάρτητη αυτή αρχή δεν υπόκειται σε εποπτεία και έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλες διοικητικές αρχές αλλά σε κοινοβουλευτικό έλεγχο σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, ενώ οι πράξεις του δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο από άποψη νομιμότητας αλλά μόνο σε δικαστικό έλεγχο.
Κατά την διεξαγωγή δημοσίου διαγωνισμού προσλήψεων στο Ελληνικό Δημόσιο και σύμφωνα με τους όρους της Προκήρυξης του εκάστοτε διαγωνισμού, κάθε υποψήφιος που αποκλείεται από τους οριστικούς Πίνακες Κατάταξης Προσωπικού ή τυγχάνει εσφαλμένης ή αυθαίρετης αξιολόγησης από την Επιτροπή του ΑΣΕΠ (Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού), έχει τη δυνατότητα να υποβάλει, εντός συγκεκριμένης τασσόμενης στην προκήρυξη προθεσμίας, ένσταση ενώπιον του ΑΣΕΠ κατά των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, επικαλούμενος παρατυπίες ή πλημμελείς πτυχές της διαδικασίας αξιολόγησης.
Σε περίπτωση απόρριψης της ενστάσεως του υποψηφίου από την αρμόδια επιτροπή του ΑΣΕΠ, ο υποψήφιος έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Δικαιοσύνη και να προσβάλει δικαστικά τα αποτελέσματα του διαγωνισμού, στο βαθμό που θίγουν τα έννομα συμφέροντά του, ασκώντας αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Σε κάθε περίπτωση, θεωρείται απολύτως κρίσιμο το κείμενο της ένστασης που υποβάλλεται να έχει προηγουμένως υποστεί σοβαρή νομική επεξεργασία από οποιονδήποτε εξειδικευμένο στον τομέα αυτό Δικηγόρο, προκειμένου να πλαισιώνεται από άρτια δομημένα και τεκμηριωμένα νομικά επιχειρήματα, ούτως ώστε είτε να γίνει δεκτή από την αρμόδια προς τούτο Επιτροπή του ΑΣΕΠ, είτε, ακόμα κι αν απορριφθεί, να αποτελέσει ορθή και αρκούντως εδραιωμένη βάση για την μετέπειτα άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου.
Η αίτηση ακυρώσεως είναι ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου. Με αυτήν ο υποψήφιος ψέγει τα αποτελέσματα του διαγωνισμού, τα οποία είτε τον αποκλείουν παντελώς από τον οριστικό Πίνακα Κατάταξης, είτε αξιολογούν πλημμελώς την συμμετοχή του στην διαδικασία (λ.χ. με την εσφαλμένη καταμέτρηση των μορίων του υποψηφίου). Σε περίπτωση αποδοχής της δικαστικής προσφυγής, ο υποψήφιος επανατοποθετείται στους οριστικούς Πίνακες Κατάταξης στη θέση που θα έπρεπε εξαρχής να είχε καταλάβει. Αν η θέση αυτή συνεπάγεται τον διορισμό του σε μία από τις θέσεις της επιλογής του, ο υποψήφιος θα καταλάβει αυτή τη θέση και ο τελευταίος ως τότε επιτυχών θα μετατραπεί σε πρώτο επιλαχόντα. Κατά συνέπεια, με την έκδοση θετικής υπέρ του υποψηφίου δικαστικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, πραγματοποιείται ανακατανομή των υποψηφίων στον πίνακα κατάταξης.
Πέραν των ανωτέρω, κάθε υποψήφιος έχει δικαίωμα να προσβάλει δικαστικά και τους ίδιους τους όρους της Προκήρυξης του δημοσίου διαγωνισμού, καθ’ ο μέρος προσβάλουν ουσιώδη δικαιώματα και έννομα συμφέροντα υποψηφίων, κατά παράβαση του Συντάγματος και των νόμων που είναι σύμφωνοι με αυτό. Αναλυτικότερα, στο άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια…….» και στο άρθρο 95 (παρ. 1) του ως άνω Συντάγματος ότι: «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, β)….. γ)…… δ)..» και στο άρθρο 1 του Ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 (Α 112) και στη συνέχεια με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 2944/2001 (Α 222) ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών, που αφορούν: α)……. β)……. γ) …..».
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κανονιστικού περιεχομένου πράξεις, όπως είναι η Προκήρυξη ενός δημοσίου διαγωνισμού, προσβάλλονται παραδεκτώς με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του έχοντος τη γενική ακυρωτική, κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητα Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. ΣτΕ 230/06, 535/05, 2019/01).
Οι Προκηρύξεις που θα εκδοθούν είναι εκείνες οι πράξεις οι οποίες προσδιορίζουν κατά τρόπο δεσμευτικό το νομικό πλαίσιο των διαγωνισμών και ειδικότερα τους όρους και τις προϋποθέσεις συμμετοχής των υποψηφίων, μπορούν δε να προσβληθούν με αίτηση ακυρώσεως από τους έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον (4093/2012 ΣΤΕ). Συνεπώς, όταν επιδιώκεται η ακύρωση της κανονιστικού περιεχομένου Προκήρυξης του ΑΣΕΠ, καθ’ ό μέρος με την Προκήρυξη αυτή πλήττεται το δικαίωμα των αιτουσών για ισότιμη συμμετοχή στην διαδικασία πλήρωσης των προκηρυχθεισών θέσεων με σειρά προτεραιότητας, αρμόδιο είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 20/2000, Ολομ. ΣτΕ 2510-11/1997, 725/2007 ΣΤΕ).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
Συντάξεις – Αποζημίωση ασφαλισμένης λόγω καθυστέρησης έκδοσης της σύνταξής της
Παράνομη κρίθηκε η καθυστέρηση επί διάστημα 4 ετών, εκ μέρους του ΕΦΚΑ, του προσδιορισμού του χρόνου ασφάλισης στο Ι.Κ.Α. για ασφαλισμένη, με αποτέλεσμα την απώλεια τμήματος της σύνταξής της. Έτσι, δικαστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έκανε δεκτή την αγωγή αποζημίωσης της ασφαλισμένης και υποχρέωσε τον ΕΦΚΑ σε καταβολή αποζημίωσης στην ενάγουσα-συνταξιούχο.
Δεκτή έγινε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή αποζημίωσης, κατά τα άρ. 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ, συνταξιούχου κατά του τέως Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α. (ΔΠΑ 1806/2021), η οποία υποχρέωσε τον ΕΦΚΑ σε καταβολή στην ενάγουσα-συνταξιούχο ποσού 4.357,35 ευρώ λόγω καθυστέρησης έκδοσης βεβαίωσης χρόνου ασφάλισης στον φορέα αυτό.
Με την αγωγή της η ενάγουσα προέβαλε ότι εξαιτίας των πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του εναγόμενου, καθυστέρησε παράνομα η έκδοση απόφασης περί βεβαίωσης του διανυθέντα χρόνου ασφάλισης στο εν λόγω Ίδρυμα για χρονικό διάστημα 4 ετών, ήτοι από το 2011 έως το 2015, με αποτέλεσμα την απώλεια, κατά το χρονικό διάστημα από 9-10-2010 έως 31-8-2012, ποσού 189,45 ευρώ μηνιαίως, το οποίο αντιστοιχεί στο καταβαλλόμενο ποσό από τον συμμετέχοντα ασφαλιστικό οργανισμό. Τούτο διότι, κατ’ εφαρμογή του άρ. 60 παρ. 1 του π.δ. 169/2007, απαγορεύεται η αναδρομική αναγνώριση οικονομικών δικαιωμάτων για συντάξεις, πέραν της τριετίας.
Κατά το σκεπτικό του δικαστηρίου, οι ειδικές διατάξεις της Κ.Υ.Α. ΔΙΣΚΠΟ/Φ17/29/26420/10-7-1991, οι οποίες ορίζουν διαφορετικές προθεσμίες για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων από ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Οι προθεσμίες αυτές, εξάλλου, είναι ενδεικτικές, σύμφωνα με το άρ. 10 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, διότι δεν χαρακτηρίζονται ρητά από τον νόμο ως αποκλειστικές, ούτε προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις διαφορετική βούληση του νομοθέτη, με την έννοια ότι περιέχουν έντονη υπόδειξη προς τα αρμόδια προς τούτο όργανα του Ταμείου να ολοκληρώσουν τη διαδικασία και να χορηγήσουν την παροχή, μέσα σε σύντομο και, πάντως, εύλογο χρόνο.
Η υπέρβαση των προβλεπόμενων προθεσμιών, εντός των οποίων η αρμόδια ή οι συναρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. οφείλουν να αποφανθούν επί υποβαλλόμενου αιτήματος, στοιχειοθετεί ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση, κατά τα άρ. 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., αν συντρέχουν και οι λοιπές κατά τα άρθρα αυτό προϋποθέσεις, ήτοι η επέλευση ζημίας και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της κατά τα ως άνω παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας.
Ειδικώς, επί παράνομης κατά τα ως άνω καθυστέρησης διεκπεραίωσης αιτήματος ασφαλισμένου προς τον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίο υπάγεται, δύναται να στοιχειοθετηθεί αστική ευθύνη του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού, εφόσον η καθυστέρηση αυτή συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία που υπέστη ο ασφαλισμένος.
Εν προκειμένω, το δικαστήριο έκρινε πως το χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, που παρήλθε από το 2011, οπότε περιήλθε στον εναγόμενο ασφαλιστικό οργανισμό η υπόθεση της ενάγουσας, μέχρι το 2015, οπότε αυτή διεκπεραιώθηκε από το Ι.Κ.Α., με την έκδοση απόφασης περί βεβαίωσης του διανυθέντα χρόνου ασφάλισης στο εν λόγω Ίδρυμα, υπερβαίνει το εύλογο, εντός του οποίου όφειλε το εναγόμενο να διεκπεραιώσει την υπόθεση της ενάγουσας, συνεκτιμώντας ακόμη και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, ενόψει του ότι απαιτήθηκε η διενέργεια επιμέρους ελέγχων σε τρία διαφορετικά υποκαταστήματα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
Απορριπτέοι κρίθηκαν οι ισχυρισμοί του εναγομένου, κατά τους οποίους δεν υφίσταται καμία παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους των οργάνων του, εφόσον τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες και βεβαιώθηκε ο ορθός χρόνος ασφάλισης της ενάγουσας, ενώ έπρεπε να γίνουν έλεγχοι ασφάλισης, που ήταν απαραίτητοι προκειμένου να διαπιστωθεί ο χρόνος της πραγματικής απασχόλησής της στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., οι οποίοι εκκρεμούσαν σε τρία διαφορετικά υποκαταστήματα αυτού.
Περαιτέρω, κρίθηκε πως η ζημία, την οποία επικαλείται η ενάγουσα, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη καθυστέρηση ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου ασφάλισής της στο Ι.Κ.Α., στο πλαίσιο ελέγχου των προϋποθέσεων περί διαδοχικής ασφάλισης.
Άλλωστε, η επίδικη αξίωση της ενάγουσας δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον προκειμένου περί απαιτήσεων κατά του Ι.Κ.Α. που απορρέουν από αδικοπραξία ή αδικαιολόγητο πλουτισμό έχουν εφαρμογή οι ειδικές περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α. υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή.
Ως εκ τούτου, το δικαστήριο κατέληξε πως πράγματι στοιχειοθετείται ευθύνη του εναγόμενου ασφαλιστικού οργανισμού προς αποζημίωση, κατά τα άρ. 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ..
Απόσπασμα απόφασης
Επειδή, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν και τις διατάξεις που παρατέθηκαν, όπως ερμηνεύθηκαν, λαμβάνονται υπόψη τα εξής: Οι αναφερόμενες στο άρθρο μόνο της Κ.Υ.Α. ΔΙΣΚΠΟ/Φ.17/29/26420/10-7-1991 προθεσμίες είναι ενδεικτικές, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, περιέχοντας έντονη υπόδειξη προς τα αρμόδια όργανα να ολοκληρώσουν τη διαδικασία μέσα σε σύντομο και, πάντως, εύλογο χρόνο. Ωστόσο, η υπέρβαση των προβλεπόμενων προθεσμιών πέραν του ευλόγου χρόνου, στοιχειοθετεί ευθύνη του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., εφόσον η καθυστέρηση διεκπεραίωσης του αιτήματος ασφαλισμένου συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία που αυτός υπέστη. Εν προκειμένω, παράλληλα με τη χορήγηση στην ενάγουσα σύνταξης γήρατος, από 9-10-2010, πληρωτέα από το Ελληνικό Δημόσιο (υπ’ αριθμ. 15331/8-4-2011 συνταξιοδοτική πράξη του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης, της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων, του Γ.Λ.Κ.), ζητήθηκαν με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 146700/8-4-2011 έγγραφο του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης, της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων, του Γ.Λ.Κ. από το εναγόμενο, τα ασφαλιστικά στοιχεία της ενάγουσας, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία του ν.δ. 4202/1961, περί διαδοχικής ασφάλισης. Το εν λόγω έγγραφο παρελήφθη από το εναγόμενο στις 19-5-2011, πλην, όμως, αυτό, μαζί με τα ασφαλιστικά στοιχεία της ενάγουσας (αντίγραφο Πινακίδας Ανακεφαλαίωσης Ημερών Εργασίας, 17 Δελτία Ασφαλιστικής Ταυτότητας και Εισφορών, 2 αποφάσεις Ι.Κ.Α.) διαβιβάστηκαν μόλις στις 7-8-2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 9523/7-8-2012 έγγραφο του Διευθυντή Μητρώου) από το Περιφερειακό Υποκατάστημα Αθηνών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., προς το Περιφερειακό Υποκατάστημα Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Συντάξεων, προκειμένου να υπολογισθεί ο χρόνος ασφάλισης αυτής στο Ταμείο, ενώ, περαιτέρω, ο φάκελος απεστάλη, λόγω αρμοδιότητας, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 160109/1-10-2012 έγγραφο της Προϊσταμένης του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Συντάξεων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. προς το Τ.Υ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων.
Ακολούθως, κατόπιν ερωτημάτων της Προϊσταμένης του Τμήματος Ανακ/σης Συντάξεων του Τ.Υ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων, προς τα Υποκαταστήματα Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων, Πλ. Συντάγματος και Νίκαιας, για τον καθορισμό των ημερών εργασίας της ενάγουσας και αφού διενεργήθηκαν σχετικοί έλεγχοι, εκδόθηκε αρχικά, η υπ’ αριθμ. πρωτ. 4047/14-10-2014 απόφαση του Διευθυντή του Τ.Υ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων, με την οποία, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 10 του ν.δ. 4202/1961, βεβαιώθηκε ότι η ενάγουσα υπήρξε ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. από τον 7ο/1973 έως τον 9ο/1993, έχοντας πραγματοποιήσει συνολικά 3.265 ημερομίσθια.
Στη συνέχεια, αφού κλήθηκε το ως άνω Υποκατάστημα του εναγόμενου να προβεί στη διόρθωση της προαναφερθείσας απόφασής του, ενόψει του ότι στην περίπτωση της ενάγουσας τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν.δ. 4202/1961 (υπ’ αριθμ. πρωτ. 155547/16-12-2014 έγγραφο του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης, της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων, του Γ.Λ.Κ.), εκδόθηκε εν τέλει η υπ’ αριθμ. πρωτ. 1960/28-5-2015 απόφαση του Διευθυντή του Τ.Υ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων, με την οποία βεβαιώθηκε ότι ο χρόνος ασφάλισης αυτής στο εν λόγω Ταμείο ανέρχονταν σε 3.265 ημέρες από τον 7ο/1973 έως τον 9ο/1993. Συνεπώς, από τις 19-5-2011, οπότε περιήλθε στον εναγόμενο ασφαλιστικό οργανισμό η υπόθεση της ενάγουσας μέχρι τις 28-5-2015, οπότε αυτή διεκπεραιώθηκε από το Ι.Κ.Α., με την έκδοση απόφασης περί βεβαίωσης του διανυθέντα χρόνου ασφάλισης στο εν λόγω Ίδρυμα, παρήλθε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών. Το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, συνεκτιμώντας και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, ενόψει του ότι απαιτήθηκε η διενέργεια επιμέρους ελέγχων σε τρία διαφορετικά υποκαταστήματα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., υπερβαίνει το εύλογο, εντός του οποίου όφειλε το εναγόμενο να διεκπεραιώσει την υπόθεση της ενάγουσας.
Εξάλλου, η ζημία, που επικαλείται ότι υπέστη η ασφαλισμένη από τις προαναφερθείσες παράνομες παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου, συνίσταται στην απώλεια τμήματος της σύνταξής της, κατά το χρονικό διάστημα από 9-10-2010 έως 31-8-2012 ποσού 189,45 ευρώ μηνιαίως, το οποίο αντιστοιχεί στο καταβαλλόμενο ποσό από τον συμμετέχοντα ασφαλιστικό οργανισμό, όπως υπολογίσθηκε με την υπ' αριθμ. 32675/1-9-2015 τροποποιητική πράξη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όπου συμπεριλήφθηκε στη συνολική συντάξιμη υπηρεσία της ίδιας, ο χρόνος (10 έτη 10 μήνες και 16 ημέρες), που είχε διανύσει στην ασφάλιση του εναγόμενου. Η εν λόγω ζημία της ενάγουσας τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη κατά τα ως άνω καθυστέρηση ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου ασφάλισής της στο Ι.Κ.Α., στο πλαίσιο ελέγχου των προϋποθέσεων περί διαδοχικής ασφάλισης. Ως εκ τούτου, στοιχειοθετείται ευθύνη του εναγόμενου ασφαλιστικού οργανισμού προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. Άλλωστε, η επίδικη αξίωση της ενάγουσας δεν έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή που προβλέπεται για τις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., η οποία ξεκίνησε από τη γένεσή της, ήτοι από την έκδοση της υπ’ αριθμ. 32675/1-9-2015 τροποποιητικής πράξης του Διευθυντή της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων, της Γενικής Διεύθυνσης Χορήγησης Συντάξεων Δημοσίου Τομέα, του Γ.Λ.Κ., με την οποία η σύνταξή της αυξήθηκε στο ποσό των 782,68 ευρώ, από 1-9-2012, λόγω μη αναγνώρισης οικονομικών δικαιωμάτων για συντάξεις, πέραν της τριετίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 60 παρ. 1 του π.δ. 169/2007.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΟ ΟΧΗΜΑ
Διαστάσεις επικίνδυνου κοινωνικού φαινομένου λαμβάνει πλέον το πρόβλημα των ανασφάλιστων οχημάτων. Λόγω της υπάρχουσας οικονομικής κρίσης ο αριθμός των ανασφάλιστων οχημάτων έχει πολλαπλασιαστεί. Ένα από τα πιο φλέγοντα ζητήματα που συνδέονται με την κυκλοφορία των ανασφάλιστων οχημάτων είναι το ζήτημα της αποζημίωσης του παθόντος σε τροχαίο ατύχημα, όταν αυτό έχει προκληθεί από υπαιτιότητα προσώπου που οδηγούσε ανασφάλιστο όχημα.
Σύμφωνα με το νόμο, όλα τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στην Ελλάδα πρέπει υποχρεωτικώς να είναι εγκύρως ασφαλισμένα για τις ζημίες που θα προκληθούν σε τρίτους κατά την κυκλοφορία τους από υπαιτιότητα του οδηγού τους. Σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου δεν το έχει ασφαλίσει, κινδυνεύει με την επιβολή διοικητικών και ποινικών κυρώσεων.
Ο Ν. 489/1976 ορίζει ότι οι ζημίες που προξενήθηκαν από ανασφάλιστα οχήματα καλύπτονται από το Επικουρικό Κεφάλαιο ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων. Το Επικουρικό Κεφάλαιο αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο συμμετέχουν υποχρεωτικά όλες οι ασφαλιστικές εταιρίες που ασφαλίζουν την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων και το οποίο υπέχει εκ του νόμου ευθύνη να αποζημιώσει του παθόντες τροχαίων ατυχημάτων, μεταξύ άλλων, και όταν το ατύχημα προκαλείται από ανασφάλιστο όχημα.
Στην περίπτωση που προκαλείται τροχαίο ατύχημα από ανασφάλιστο όχημα, είτε προκλήθηκαν υλικές απλώς ζημίες, είτε προκλήθηκε τραυματισμός ή ακόμη και θάνατος, οι παθόντες μπορούν να αποζημιωθούν για τις ζημίες που υπέστησαν από το Επικουρικό Κεφάλαιο, αφού προβούν σε μία σειρά από ενέργειες που έχουν να κάνουν κυρίως:
- με την ενημέρωση της τροχαίας μόλις συμβεί η σύγκρουση τον τόπο του ατυχήματος, ώστε να καταγράψει το συμβάν καθώς και το γεγονός ότι το έτερο εμπλεκόμενο όχημα είναι ανασφάλιστο,
- με την ενημέρωση της ασφαλιστικής εταιρείας του παθόντος,
- με την ενημέρωση του Επικουρικού Κεφαλαίου με τη μορφή έγγραφης αιτήσεως αποζημίωσης, με συνημμένα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση του, δηλαδή όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτουν οι ζημίες τις οποίες υπέστη, είτε πρόκειται για υλικές απλώς ζημίες του οχήματός του, είτε πρόκειται για σωματικές βλάβες και τραυματισμούς. Η υποβολή της συγκεκριμένης αίτησης ανάγεται από τον νόμο σε απαραίτητη προϋπόθεση για την μετέπειτα δικαστική διεκδίκηση οποιασδήποτε αποζημίωσης εκ μέρους του παθόντος, καθώς σε περίπτωση που αυτή δεν υποβληθεί, η αγωγή που εγείρει ο παθών κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου να απορρίπτεται.
Η διαδικασία αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι στην πράξη τις περισσότερες φορές μία σύνθετη διαδικασία. Ο παθών δεν θα πρέπει να αποθαρρύνεται να διεκδικήσει δικαστικά την αποζημίωση που δικαιούται σε περίπτωση που εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα με ανασφάλιστο όχημα και θα πρέπει να γνωρίζει ότι η αποζημίωση που δικαιούται θα του καταβληθεί από το Επικουρικό Κεφάλαιο, έστω και με κάποια χρονική καθυστέρηση. Ωστόσο η πορεία που θα πρέπει να ακολουθηθεί ώστε να ευοδωθεί η διαδικασία δεν πρέπει να υποτιμάται αλλά να αντιμετωπίζεται με σωστούς χειρισμούς, χωρίς παραλείψεις και λάθη ώστε να επιτύχει την αποζημίωση του για οποιαδήποτε ζημία υπέστη από τη σύγκρουση με ανασφάλιστο όχημα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ – ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ – Νομικά μέσα αντιμετώπισης
Eίναι αρκετά σύνηθες, σε περιόδους κρίσης, αστάθειας και οικονομικού στρες, να παρατηρείται αύξηση στα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας κάτι που συμβαίνει και στην περίπτωση της πανδημίας.
Τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας που είναι περιορισμένα στο σπίτι έχουν μικρότερη δυνατότητα να ζητήσουν βοήθεια και να απευθυνθούν σε φορείς και νομικούς παραστάτες επειδή ο σύντροφός τους είναι επίσης στο σπίτι.
Ωστόσο στην Ελλάδα, υπάρχουν αρκετές διατάξεις και νομικά εργαλεία για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά :
Ι) Νόμος 3500/2006
Βία κατά των γυναικών
Είναι κάθε πράξη ή απειλή πράξης βίας που συνδέεται με το φύλο και οδηγεί ή ενδέχεται να οδηγήσει σε σωματικές, σεξουαλικές, ψυχολογικές βλάβες ή σε ταλαιπωρία της γυναίκας. Θύματα βίας γίνονται γυναίκες διαφόρων ηλικιών, φυλών, μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου. Η ανοχή στην άσκηση βίας ή την απειλή βίας πλήττει το βιοτικό επίπεδο, την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια των γυναικών.
Η ενδοοικογενειακή βία και κυρίως η βία κατά των γυναικών δεν είναι ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο, αλλά ένα φαινόμενο χρόνιο και σύνθετο, του οποίου οι πραγματικές διαστάσεις έχουν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης τις τελευταίες κυρίως δεκαετίες. Πράγματι, το φαινόμενο αυτό, έως και πρόσφατα, σπάνια καταγγελλόταν από τα εκάστοτε θύματα λόγω της παραδοσιακής εκείνης αντίληψης που θέλει τα όσα λαμβάνουν χώρα εντός των τειχών της οικογένειας να αποσιωπώνται, να γίνονται ανεκτά ή και να συγκαλύπτονται προκειμένου να διατηρηθεί η οικογενειακή συνοχή.
Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα φαινόμενο, το οποίο αφορά ανεξαιρέτως όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα και ασκείται ως επί το πλείστον σε βάρος των γυναικών και των ανηλίκων. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με την τέλεση επιθετικών και εξαναγκαστικών συμπεριφορών, όπως ιδίως λεκτικών, σωματικών, σεξουαλικών, ψυχολογικών επιθέσεων, οικονομικών εκβιασμών ακόμη και συμπεριφορών υπό τη μορφή παραμέλησης (έλλειψη φροντίδας, στέρηση ιατρικής περίθαλψης ή εκπαίδευσης). Πράγματι, τα Δικαστήρια πολλές φορές έχουν αντιμετωπίσει ζητήματα ξυλοδαρμού και μάλιστα ξυλοδαρμού κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή ξυλοδαρμού μέχρι λιποθυμίας, χειροδικίας, ύβρεων, εκβιασμών. Όταν λοιπόν, οι παραπάνω περιπτώσεις κακοποίησης τελούνται μεταξύ ατόμων που συνδέονται με οικογενειακούς δεσμούς ή βρίσκονται εντός μίας έγγαμης ή συντροφικής σχέσης διαλαμβάνουν τον χαρακτήρα της ενδοοικογενειακής βίας. Πηγή του φαινομένου αυτού αποτελεί η ανάγκη του δράστη για άσκηση εξουσίας στο θύμα του ή εντός της οικογένειάς του προκειμένου να κάμψει, υποτάξει και διατηρήσει υπέρ του τον έλεγχο και την κυριαρχία του στο χώρο. Ο χώρος που το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται, δηλαδή εντός της οικογένειας ή του ζευγαριού επιτρέπει να αναπτύσσεται η μορφή αυτή κακοποίησης ως επαναλαμβανόμενο και συχνό φαινόμενο με πολλαπλές, αν όχι καθημερινές, πράξεις βίας κατά του θύματος.
Τα τελευταία, ωστόσο, έτη το φαινόμενο αυτό αντιμετωπίζεται μέσα από μία νέα οπτική γωνία, μέσα από μία νέα αντίληψη για μηδενική ανοχή στη βία μέσα στο σπίτι. Πράγματι, αναγνωρίζεται πλέον η ενδοοικογενειακή βία ως μία σοβαρή κοινωνική παθογένεια, η οποία πλήττει τα δικαιώματα των θυμάτων και παραβιάζει τις ατομικές ελευθερίες τους με ανεπιθύμητα αποτελέσματα σε ατομικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Οι νέες αυτές αντιλήψεις οδήγησαν σε μία σαρωτική μεταρρύθμιση των οικογενειακών έννομων σχέσεων σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και σε παγκόσμιο επίπεδο υπό το φως των Διακηρύξεων της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Στο πλαίσιο της ενίσχυσης των μέτρων κατά της ενδοοικογενειακής βίας και της αποτελεσματικότερης προστασίας των θυμάτων ψηφίστηκε ο νόμος 3500/2006 για την ενδοοικογενειακή βία.
ΙΙ) Νόμος 3500/2006
Με τον νόμο 3500/2006 τιμωρούνται και μάλιστα αυστηρότερα τα αδικήματα της βίας μέσα στους κόλπους της οικογένειας για να ενισχυθεί με αυτόν τον τρόπο η αρμονική συμβίωση των μελών της οικογένειας.
Οι βασικές ρυθμίσεις του νόμου είναι οι ακόλουθες :
- Το άρθρο 2 του νόμου απαγορεύεικάθε μορφή άσκησης βίας μεταξύ των μελών της οικογένειας.
- Στο πλαίσιο του ως άνω νόμου προστατεύονται οι σύζυγοι, οι γονείς και οι συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ’ αίματος ή εξ’ αγχιστείας και τα εξ’ υιοθεσίας τέκνα τους. Προστατεύονται επίσης και οι συγγενείς εξ’ αίματος και εξ’ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού, οι δικαστικοί παραστάτες, οι ανάδοχοι γονείς, εφόσον συνοικούν. Επιπλέον προστατεύεται κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί με την οικογένεια. Προστατεύονται οι μόνιμοι σύντροφοι και τα τέκνα τους, εφόσον αυτά συνοικούν και οι τέως σύζυγοι.
- Σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, ενδοοικογενειακή βίαυπάρχει, όταν ένα μέλος της οικογένειας προξενεί/ασκεί σε άλλο μέλος: α) εντελώς ελαφρά σωματική κάκωση, β) επικίνδυνη σωματική βλάβη, γ) βαριά σωματική ή διανοητική βλάβη, δ) απειλές που προκαλούν τρόμο ή ανησυχία ή απομόνωση του θύματος ή προσβολή αξιοπρέπειας.
- Eιδικότερα, ως ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη νοείται η πρόκληση από μέλος της οικογένειας σε άλλο σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας ή εντελώς ελαφράς σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας μετά από συνεχή συμπεριφορά. Η τέλεση αυτών των πράξεων τιμωρείται αυστηρότερακαι συγκεκριμένα με ποινή φυλάκισης από ένα έως πέντε έτη. Αν από την πράξη προκλήθηκε κίνδυνος για τη ζωή του θύματος ή βαριά σωματική βλάβη προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών έως πέντε ετών, ενώ, εάν επακολουθήσει βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση, το έγκλημα τιμωρείται με κάθειρξη από πέντε μέχρι δέκα έτη. Ιδιαίτερα αυξημένη προστασία παρέχεται στην έγκυο (και στο ανήλικο μέλος της οικογένειας) αλλά και σε κάθε άλλο μέλος της, το οποίο για οποιαδήποτε λόγο αδυνατεί να αντισταθεί στην ενδοοικογενειακή βία, που ασκείται εις βάρος του.
Τιμωρείται επίσης η μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου, ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, όπως στην περίπτωση της παρατεταμένης απομόνωσης του θύματος ή του αναγκαστικού εγκλεισμού του.
Τιμωρείται πλέον ακόμη και η ψυχολογική παρενόχληση, όταν ο δράστης προκαλεί τρόμο ή ανησυχία ή εξαναγκάζει τη γυναίκα με χρήση βίας ή ασελγής σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή.
Προστατεύεται επίσης η γυναίκα στην περίπτωση που με ιδιαίτερα ταπεινωτικά λόγια ή έργα, που ανάγονται στην γενετήσια ζωή της, προσβάλλεται η αξιοπρέπειά της.
Τιμωρείται πλέον ο βιασμός μέσα στο γάμο, δηλαδή ο εξαναγκασμός, με χρήση σωματικής βίας ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου της συζύγου σε ερωτική πράξη. Με τη διάταξη αυτή ανατρέπεται η αντίληψη ότι, εντός του γάμου υπάρχει υποχρέωση συνουσίας για τη σύζυγο, όταν το επιθυμεί ο σύζυγος και θεωρεί ότι μπορεί να το επιβάλλει. Το ίδιο συμβαίνει και όταν εξαναγκάζει ο σύζυγος τη σύζυγο σε οποιαδήποτε ερωτική πράξη στην οποία συμμετέχει το γεννητικό όργανο του ενός και άλλο σημείο ή όργανο του άλλου.
- Τέλος προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία του θύματος ο νομοθέτης τιμωρεί τη δωροδοκία ή τη διατύπωση απειλών σε μάρτυρα ή σε μέλος της οικογένειας, καθώς και την άσκηση βίας εναντίον του με σκοπό την παρακώληση απονομής δικαιοσύνης.
- Περαιτέρω προβλέπεται ότι, η ποινική δίωξη για τα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας ασκείται αυτεπαγγέλτως, δηλαδή υποχρεωτικά. Υποχρεωτική είναι επίσης η καταγραφή του περιστατικού από την Αστυνομία, ενώ οποιαδήποτε πρωτοβουλία νουθέτησης αντί καταγραφής, τιμωρείται. Σε βάρος του δράστη εφαρμόζεται η αυτόφωρη διαδικασία, εφόσον δεν ευδοκιμήσει η ποινική διαμεσολάβηση. Η καταβολή παραβόλου από πλευράς του θύματος ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ.
- Παρέχεται επιπλέον, η δυνατότητανα διατάσσεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας η απομάκρυνση του δράστη από την οικογενειακή κατοικία, η μετοίκησή του, καθώς και η απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή εργασίας του θύματος, τις κατοικίες στενών συγγενών, τα σχολεία των παιδιών και τους ξενώνες φιλοξενίας. Επίσης πολύ σημαντικό είναι να συνειδητοποιήσει η γυναίκα ότι, οι ιατρικές γνωματεύσεις που θα λάβει από το Νοσοκομείο και οι οποίες θα βεβαιώνουν τις σωματικές βλάβες που έχει υποστεί είναι κύριο αποδεικτικό στοιχείο της βίαιης συμπεριφοράς του δράστη και το οποίο λαμβάνεται υπόψη για την απομάκρυνση του δράστη από το σπίτι.
- Περαιτέρω, η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας αποτελεί λόγο διαζυγίου με υπαιτιότητα του δράστη.
- Ορίζεται κατώτατο όριοαποζημίωσης για την ηθική βλάβητου θύματος από τις πράξεις ενδοοικογενειακής βίας το ποσό των 1.000 ευρώ.
- Προβλέπεται με τον νόμο 3500/2006 η διαδικασία της ποινικής μεσολάβησηςγια τα πλημμελήματα της ενδοοικογενειακής βίας.
Ουσιαστικά η διαδικασία αυτή αποτελεί μία πρακτική συμφιλίωσης δράστη θύματος και μία εξώδικη απονομή δικαιοσύνης, η οποία γίνεται ενώπιον του Εισαγγελέα μόνο εφόσον το επιθυμούν θύμα και θύτης. Στόχος είναι η αποκατάσταση της αρμονικής συμβίωσης των συζύγων ή των συντρόφων.
Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η εξής: o Eισαγγελέας διερευνά τη δυνατότητα ποινικής διαμεσολάβησης. Καλεί τον δράστη να δηλώσει, εάν επιθυμεί ή όχι, τη διενέργεια της διαδικασίας. Εφόσον ο κατηγορούμενος δηλώσει πως επιθυμεί, καλεί πλέον και το θύμα. Μόνο στην περίπτωση που και τα δύο συναινούν θα διενεργηθεί η διαδικασία.
Βασική προϋπόθεση είναι η ανεπιφύλακτη δήλωση του δράστη ότι : α) δε θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας, β) αν συνοικεί με το θύμα δέχεται να μείνει εκτός της κοινής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, αν το επιθυμεί το θύμα, γ) θα παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραμμα σε δημόσιο φορέα, δ) θα άρει ή θα αποκαταστήσει τις συνέπειες των πράξεών του και θα καταβάλλει χρηματική ικανοποίηση στο θύμα. Η γνώμη του θύματος είναι καθοριστική για τη συνέχιση της διαδικασίας. Εάν το θύμα συμφωνήσει τότε με διάταξη του Εισαγγελέα επισφραγίζεται η συμφωνία αυτή. Στην περίπτωση που έχει κινηθεί η αυτόφωρη διαδικασία, το Δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης και να διερευνήσει τα ενδεχόμενο της ποινικής μεσολάβησης. Προκειμένου να ολοκληρωθεί η ως άνω διαδικασία, ο δράστης οφείλει να σέβεται και να τηρεί τις δεσμεύσεις που ανέλαβε. Σε περίπτωση που αθετήσει τις υποχρεώσεις του, η διαδικασία διακόπτεται, η δικογραφία ανασύρεται από το αρχείο και ακολουθούνται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επισημαίνεται ότι, η διαδικασία της ποινικής μεσολάβησης δεν αποκλείει την άσκηση αγωγής διαζυγίου, τη συνέχιση δίκης που ήδη έχει αρχίσει ή την έκδοση απόφασης διαζυγίου. Επιπλέον κατά τη συμφωνία για την ποινική μεσολάβηση, ο δράστης αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις περιουσιακές ζημίες του θύματος. Αν μεν ο δράστης ολοκληρώσει τη διαδικασία, το θύμα δεν μπορεί να ζητήσει καμία άλλη αποζημίωση εξαιτίας του περιστατικού της ενδοοικογενειακής βίας. Αν όμως ο δράστης δεν ολοκληρώσει την διαδικασία, το θύμα μπορεί να ζητήσει τυχόν μεγαλύτερη ζημία.
- Τέλος ρυθμίζονται θέματα βοήθειας των θυμάτων με την εκδήλωση κοινωνικής συμπαράστασης. Τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας δικαιούνται ηθικής συμπαράστασης και υλικής συνδρομής από Ν.Π.Δ.Δ ή Ν.Π.Ι.Δ που λειτουργούν ειδικά για τους σκοπούς αυτούς, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και κοινωνικών υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι αστυνομικές αρχές που επιλαμβάνονται υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας, υποχρεούνται εφόσον το ζητήσει το θύμα, να ενημερώσουν τους ανωτέρω φορείς για να δοθεί αμέσως η απαραίτητη βοήθεια.
- Σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας για την καταβολή των δικαστικών δαπανών παρέχεται το ευεργέτημα της πενίας στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας.
Ο ανωτέρω αρχικός Νόμος συνέβαλε θετικά στην εξέλιξη της καταπολέμησης του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας και στην αποτελεσματικότερη προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών, υπό την προϋπόθεση ωστόσο, ότι η εκάστοτε γυναίκα συνειδητοποιούσε ότι, όφειλε να προβεί σε καταγγελία της βίαιης συμπεριφοράς του δράστη.
ΙΙ) ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Ν. 3500/2006
Ν. 4531/2018 – Αυστηροποιείται ο Νόμος για την καταπολέμηση της βίας κατά των Γυναικών και Ενδοοικογενειακής Βίας”
Συζητήθηκε στις 08-03-2018 (Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας) στη Βουλή το σχέδιο Νόμου για την κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ).
Προς τούτο δημοσιεύτηκε ο Ν. 4351/2018 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στην Σύμβαση συνοψίζεται ως εξής:
Ι) Ενισχύεται η Ποινική Νομοθεσία για την αντιμετώπιση εγκλημάτων που διαπράττονται σε βάρος των γυναικών ( Stalking (Επίμονη Παρακολούθηση), ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων και εγκλήματα τιμής) Στην περίπτωση α’ παρ. 3 του άρθρου 79 ΠΚ προστίθεται ότι «… Τα έθιμα και οι παραδόσεις που ακολουθεί ο δράστης, καθώς και η θρησκεία του δεν συνιστούν στοιχεία ικανά να μειώσουν την ποινή…» Τιμωρείται επίσης πλέον ρητά η επίμονη καταδίωξη παρακολούθηση του θύματος η οποία πραγματοποιείται είτε με την επιδίωξη διαρκούς επαφής μέσω τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου, είτε με διαρκείς επισκέψεις στο περιβάλλον του θύματος, παρά την εκπεφρασμένη αντίθετη βούληση του, προκαλώντας στο θύμα τρόμο ή ανησυχία.
ΙΙ) Καταργείται η άκρως αναχρονιστική διάταξη του άρθρου 339 παρ. 3 Π.Κ. ( μη άσκηση ποινικής δίωξης εάν μεταξύ του υπαιτίου αποπλάνησης ανηλίκου και του θύματος τελέστηκε γάμος). Η συγκεκριμένη διάταξη έχει κατακριθεί έντονα διότι δεν συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον και την προστασία του ανηλίκου και συνεπώς προτείνεται η κατάργηση της.
ΙΙΙ) Τροποποιείται ο Ν. 3500/2006 για την Ενδοοικογενειακή Βία με στόχο την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του. Ενδεικτικά προβλέπεται πλέον η αναστολή παραγραφής των εγκλημάτων όταν αυτά στρέφονται κατά ανηλίκων αλλά και η δυνατότητα του αρμοδίου Εισαγγελέα να επιβάλλει περιοριστικούς όρους στον θύτη για τη προστασία του θύματος. (απαγόρευση προσέγγισης, μετοίκηση κ.τ.λ.)
ΙV) Τροποποιείται ο Ν. 3811/2009 για την Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης, με στόχο την ευχερέστερη πρόσβαση των θυμάτων στην αποζημίωση που προβλέπεται από το Νόμο.
V)Τροποποιείται ο Ν. 2168/1993 περί όπλων ώστε να μην χορηγούνται άδειες σε όσους διώκονται ποινικά ή έχουν καταδικαστεί για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας.
VI)Προστατεύονται, υπό προϋποθέσεις από την απέλαση, οι αλλοδαποί που είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας.
VII) Η Γενική Γραμματεία Ισότητας Φύλων ορίζεται αρχή παρακολούθησης της σύμβασης.
Παρότι είναι νωρίς, φαίνεται ότι η κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης θα ενισχύσει αρκετά το νομοθετικό και θεσμικό πλέγμα της καταπολέμησης της βίας κατά των γυναικών και της αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας στη χώρα μας.
III) Η ΝΕΑ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 333 ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ
Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 333 ΠΚ, με το Ν. 4619/2019, προστίθεται διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος της απειλής, με την οποία καλύπτονται πράξεις σε βάρος ανηλίκων και αδύναμων ατόμων. Ενσωματώνονται, ως σημειώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του ΠΚ, στον Ποινικό Κώδικα οι πράξεις προσβολής της ελευθερίας που τελούνται στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας, στο μέτρο βέβαια που τα θύματα έχουν πράγματι ανάγκη αυξημένης προστασίας, στο μέτρο, δηλαδή, που αυτά βρίσκονται σε αδύναμη θέση.
- Το άρθρο 333 του νέου ΠΚ (ΝΠΚ) εφαρμόζεται σε πράξη απειλής που έχει τελεστεί σε βάρος του:
- Συζύγου ή του Συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης
- Ανηλικου ή ανυπεράσπιστου προσώπου, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την:
- Επιμέλεια ή
- Προστασία του δράστη βάσει νόμου, Δικαστικής απόφασης, ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με αυτόν ή έχουν σχέση εργασίας ή υπηρεσίας.
Η διαφορά μεταξύ του άρθρου 7 του Ν. 3500/2006 και του άρθρου 333 παρ.2 Π.Κ. συνίσταται στο ότι η πρώτη διάταξη εφαρμόζεται σε ένα μεγάλο κύκλο προσώπων που έχουν την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας όπως αυτό καθορίζεται στο Ν. 3500/2006 ενώ η δεύτερη εφαρμόζεται μόνο μεταξύ συζύγων και συντρόφων κατά τη διάρκεια του γάμου ή της συμβίωσης.
Σημαντικό επίσης να τονιστεί ότι και στις δύο διατάξεις η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΟΙΝΟΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ – ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΕΚ ΩΤΝ ΔΙΚΑΙΟΥΧΩΝ ΚΑΙ ΤΥΧΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ
Σύμφωνα με το Νόμο, δεν επιτρέπεται διάθεση της τραπεζικής κατάθεσης με πράξη, είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου. Σε περίπτωση θανάτου δε ενός εκ των δικαιούχων, οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος καταθέτη κοινού τραπεζικού λογαριασμού, δεν αποκτούν δικαίωμα στην κατάθεση.
Μόνο ο επιζών καταθέτης μπορεί να εισπράξει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος, μπορούν να αξιώσουν απ’ αυτόν (και όχι από την τράπεζα) το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον θανόντα με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.
Σε περίπτωση όμως που έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως η κατάθεση και ο απ’ αυτή λογαριασμός στους επιζώντες, τότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν ούτε να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε στον θανόντα καταθέτη.
Τα ανωτέρω προκύπτουν από την απόφαση 381/2018 του Αρείου Πάγου (Τμήμα Α2), σύμφωνα με το σκεπτικό της οποίας, κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 5368/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ.α’ του ν.δ. 118/1973 ισχύουν τα ακόλουθα «χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ’ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι (παρ.1). Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγουμένη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν (παρ. 2)».
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών”, 411, 489, 490, 491, και 493 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ’ ονόματι του ιδίου του καταθέτου και τρίτου ή τρίτων προσώπων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτου και του τρίτου αφ’ ενός και του δέκτου της καταθέσεως νομικού προσώπου αφ’ ετέρου ενεργητική εις ολφόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από ένα εκ των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δέκτου της καταθέσεως και ως προς τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος αποκτά πλέον εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρο την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός εάν από την μεταξύ των εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τον μη αναλαβόντα.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/1932, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ εδ. α’ του ν.δ. 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι “επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων. Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου.” και ότι “Διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων…ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως”.
Από τα ανωτέρα αναφερόμενα προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός των καταθετών, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τραπέζης, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβαλλόταν το πρόσωπο του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τραπέζης.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τραπέζης, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσόν της καταθέσεως οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.
Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ’ εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια. Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της Τραπέζης θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της Τραπέζης ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (Α.Π. 1691/2014, 405/2007, 380/2006).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
