Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες

+30 210 3387530Κλείστε Ραντεβού
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΣ
  • ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
    • Εμπορικό Δίκαιο – Εταιρείες
    • Τροχαία Ατυχήματα
    • Ακίνητα – Αγοραπωλησίες – Μισθώσεις
    • Ακίνητα – Διαχείριση Ακινήτων
    • Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
    • Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
    • Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία – Σήματα
    • Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
    • Διοικητικό Δίκαιο
    • Εργατικό Δίκαιο
    • Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
    • Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
    • Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες
  • ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
  • ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
  • ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
    • Για Ιδιώτες
    • Για Επιχειρήσεις
  • ΠΕΛΑΤΟΛΟΓΙΟ
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • English
  • Ελληνικά
  • Home
  • ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
  • Archive from category "ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ"
  • Page 23

Εταιρείες- Έξοδος εταίρου για σπουδαίο λόγο.

Τρίτη, 18 Μαΐου 2021 by spiliopouloslaw

Σπουδαίο λόγο για την έξοδο εταίρου από ΕΠΕ συνιστά και η σοβαρή διαταραχή των προσωπικών και εταιρικών σχέσεων των εταίρων, καθώς και οι διαφωνίες και διενέξεις τους, που συνεπάγονται αδυναμία τους να συνεργαστούν για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού. Απόφαση 1560 / 2012    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Κατά το άρθρο 33 παρ.2 εδ. α' του ν. 3190/1955 σπουδαίο λόγο για την έξοδο εταίρου από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) συνιστά και η σοβαρή διαταραχή των προσωπικών και εταιρικών σχέσεων των εταίρων, καθώς και οι διαφωνίες και διενέξεις τους, που συνεπάγονται αδυναμία τους να συνεργαστούν για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού, τούτο δε και ανεξαρτήτως υπαιτιότητας των υπολοίπων εταίρων ή των εκπροσώπων της εταιρείας, αλλά και του αναιτίου του αιτούντος την έξοδο εταίρου.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../3-5-2005 συμβολαίου (....) συστάθηκε, μεταξύ του αιτούντος - εκκαλούντος (εφεξής αιτούντος) και της Κ. Π. (β' εφεσίβλητης - καθής - εφεξής β' καθής) (μη διαδίκου ήδη ενώπιον του Αρείου Πάγου), εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (...) και με διακριτικό τίτλο "………. Ε.Π.Ε." με κεφάλαιο 20.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλαν οι δύο εταίροι κατ' ισομοιρία. Έδρα της ως άνω εταιρείας ορίστηκε το ... (...). Διαχειρίστρια αυτής ορίστηκε η δεύτερη καθής, η οποία είναι Ιταλίδα, οικονομολόγος και διατηρεί στην Ιταλία, μαζί με τον πατέρα της, παρόμοια εταιρεία. Σημειώνεται ότι κατά το χρόνο σύστασης της εταιρείας, αυτή ήταν μνηστή του αιτούντος και διέμενε αρκετό διάστημα στην Κεφαλληνία. Η ως άνω εταιρεία αρχικά λειτουργούσε ομαλά και η συνεργασία, καθώς και οι σχέσεις των δύο εταίρων ήταν αρμονικές. Από το Μάρτιο όμως του 2007 οι προσωπικές και εταιρικές σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν σοβαρά. Υπήρχαν δε διαφωνίες και διενέξεις μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να συνεργαστούν. Η μνηστεία τους διαλύθηκε και η δεύτερη καθής μετοίκησε στην Ιταλία, επισκεπτόμενη πλέον σπανίως την Κεφαλληνία. Και ναι μεν  εξουσιοδότησε τον αιτούντα, αλλά και τον αδελφό της Τ. Π., ο οποίος διέμενε τότε στη Κεφαλληνία, να ενεργούν μαζί ή χωριστά, ορισμένες πράξεις διαχειρίσεως και συγκεκριμένα τους εξουσιοδότησε α) να εκπροσωπούν τη διαχειρίστρια στις συναλλαγές της με οποιαδήποτε Τράπεζα και να προβαίνουν προς το σκοπό αυτό σε είσπραξη χρημάτων, έκδοση ή αποδοχή συναλλαγματικών, επιταγών και άλλων αξιόγραφων κλπ και β) να υπογράφουν και να εκτελούν κάθε σύμβαση Τραπεζική ή μη. Και πράγματι ο αιτών προέβαινε σε αρκετές πράξεις διαχείρισης ως αντιπρόσωπος της αντιδίκου του, όπως π.χ. έκδοση επιταγών κλπ. Δεν πιθανολογήθηκε όμως ότι αυτός ήταν ο πραγματικός και μοναδικός de facto διαχειριστής της εταιρείας, όπως αβάσιμα δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Η δεύτερη καθής διατήρησε για τον εαυτό της το δικαίωμα να ενεργεί κι αυτή η ίδια αυτοπροσώπως ή μέσω του αδελφού της πράξεις διαχείρισης, όπως και πράγματι έκανε (όπως π.χ. αγορά οικοδομικών υλικών από την Ιταλία).

Λόγω όμως της προαναφερόμενης κακής σχέσης των ανωτέρω διαδίκων και της έλλειψης συνεργασίας μεταξύ τους, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα αμφοτέρων, η λειτουργία της εταιρείας έγινε προβληματική, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν χρέη (μεταξύ άλλων, όπως και ο ίδιος ο αιτών αναφέρει στις προτάσεις του, οφείλονται από την εταιρεία στη Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου ποσό που σήμερα ανέρχεται στα 15.000 ευρώ περίπου) και να σταματήσει η εκτέλεση έργων και η πραγματοποίηση κερδών. Η εταιρεία μάλιστα έχει εμπλακεί σε δικαστική διαμάχη με αρκετούς πελάτες της. Η φήμη της έχει καταστραφεί και η πελατεία της μειώθηκε δραστικά. Πιθανολογήθηκε λοιπόν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι συντρέχει σπουδαίος λόγος για την έξοδο του αιτούντος από την εταιρεία. Ορθή κρίση Εφετείου, που δέχθηκε την έφεση και την ένδικη αίτηση του αναιρεσιβλήτου, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, και επέτρεψε την έξοδο του τελευταίου από την καθ'ης η αίτηση, ήδη αναιρεσείουσα, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και το διατακτικό της απόφασής του, αφού τα εκτιθέμενα ως άνω, χωρίς αντιφάσεις, στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, περιστατικά και δη ότι από τα αναφερόμενα επίσης γεγονότα διαταράχθηκαν οι προσωπικές και εταιρικές σχέσεις μεταξύ των εταίρων (αιτούντος και ειρημένης-Κ. Π.) και ότι προέκυψαν διαφωνίες και διενέξεις μεταξύ τους με αποτέλεσμα την αδυναμία συνεργασίας τους για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού, συνιστούν, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί την έξοδο του εταίρου από την Ε.Π.Ε., ως έννομη συνέπεια του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου, την οποία και διέταξε το δικαστήριο.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Τρίτη, 18 Μαΐου 2021 by spiliopouloslaw

Η σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας, όπου τα άτομα περνούν τις περισσότερες ώρες της ημέρας τους, είναι μία παραβατική συμπεριφορά που πλέον αντιμετωπίζεται από τη νομοθεσία.

Ως σεξουαλική παρενόχληση ορίζεται κάθε ανεπιθύμητη λεκτική, μη λεκτική ή σωματική συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα, η οποία θίγει τη γενετήσια αξιοπρέπεια του ατόμου.

 Ειδικά στον χώρο εργασίας, η σεξουαλική παρενόχληση μπορεί να τελείται μεταξύ συναδέλφων, από τον εργοδότη προς τον εργαζόμενο και αντιστρόφως ή από προϊστάμενο προς υφιστάμενο και αντιστρόφως.

 Παρατηρείται δε ακόμη και κατά τη διαδικασία αναζήτησης εργασίας και όχι μόνο στα πλαίσια μίας υφιστάμενης εργασιακής σχέσης.

Η σεξουαλική παρενόχληση εμπίπτει στο πεδίο ρύθμισης τόσο του αστικού, όσο και του ποινικού δικαίου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3896/2010 η σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται διάκριση λόγω φύλου, η οποία απαγορεύεται.

Επιπλέον, το άρθρο 337 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ρητά την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας ως ποινικό αδίκημα, ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι όποιος προβαίνει σε χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα ή διατυπώνει προτάσεις για τέλεση γενετήσιων πράξεων σε πρόσωπο που εξαρτάται εργασιακά από αυτόν ή εκμεταλλευόμενος την ανάγκη ενός προσώπου να εργαστεί, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.

 

Βέβαια, οι περιπτώσεις, που στοιχειοθετούν ποινικό αδίκημα, είναι οι ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις για ασελγείς πράξεις, περιπτώσεις δηλαδή που δεν προσβάλλουν απλώς την προσωπικότητα του ατόμου, αλλά και το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών στον χώρο εργασίας στο πεδίο της γενετήσιας ζωής και αξιοπρέπειας.

Αντίθετα, η προσβολή της προσωπικότητας του αστικού δικαίου, η οποία συντρέχει σε κάθε περίπτωση, δεν προϋποθέτει «ασελγείς» χειρονομίες και προτάσεις, αλλά απλώς γεγονότα ικανά να αποτελέσουν σεξουαλική διάκριση, δημιουργώντας εκφοβιστικό κλίμα στο χώρο εργασίας.

 

Περαιτέρω δε ορίζεται ότι κάθε εργοδοτική συμπεριφορά (π.χ. καταγγελία της σύμβασης εργασίας, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κ.λπ.) που είναι αποτέλεσμα της μη ενδοτικότητας του εργαζομένου σε σεξουαλική ή άλλη παρενόχληση σε βάρος του συνιστά δυσμενή μεταχείριση αυτού.

 Είναι πολύ σημαντικό ότι στην ισχύουσα νομοθεσία περιλαμβάνεται διάταξη με την οποία αντιστρέφεται το βάρος της απόδειξης όταν μια εργαζόμενη προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές (ΣΕΠΕ, Συνήγορος του Πολίτη) ή στα δικαστήρια για άνιση μεταχείριση λόγω απαγορευμένης διάκρισης ή/και εκδήλωση εκ μέρους του εργοδότη σε βάρος της σεξουαλικής ή άλλης παρενόχλησης.

Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο εργοδότης θα πρέπει να αποδείξει πως η συμπεριφορά του αυτή απέναντι στην εργαζόμενη δεν αποτελεί απαγορευμένη διάκριση, παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση.

Η παρενόχληση και η σεξουαλική παρενόχληση έχουν απασχολήσει τα ελληνικά δικαστήρια. Έτσι, έχει κριθεί ότι η απόλυση λόγω εκδίκησης κατόπιν απόκρουσης της παρενοχλητικής συμπεριφοράς από τον εργαζόμενο ή λόγω μαρτυρίας ενός συμβάντος σεξουαλικής παρενόχλησης από κάποιον εργαζόμενο είναι απολύτως άκυρη (ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ 1936/2015).

Σε κάθε περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη προς καταγγελία της σύμβασης εργασίας υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, ήτοι στα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1655/1999). Είναι άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, η οποία λαμβάνει χώρα κατόπιν της αντίδρασης του μισθωτού.

Παράλληλα, η παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, η οποία συντρέχει σε κάθε σεξουαλική παρενόχληση, συνιστά αδικοπραξία και θεμελιώνει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΕΦ ΑΘ 1139/2007).

 Επιπροσθέτως, αν ο εργοδότης δεν προβεί σε απόλυση, η οποία, όπως αναφέρεται ανωτέρω, θα είναι άκυρη, η σεξουαλική παρενόχληση δύναται να ερμηνευθεί ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, υπό την έννοια ότι οι συνθήκες εργασίας μεταβλήθηκαν επί τα χείρω, καθιστώντας τη σχέση εργασίας ανυπόφορη για τον εργαζόμενο. Επ’ αυτού έχει κριθεί ότι οι προσωπικές συζητήσεις και ιδίως αναφορικά με τις ερωτικές σχέσεις, η πρόθεση συναντήσεων εκτός χώρου εργασίας, καθώς και οι ερωτήσεις περί σεξουαλικών εμπειριών και προτιμήσεων, συνιστούν εκδήλωση σεξουαλικής παρενόχλησης, η οποία προκαλεί δυσάρεστο αίσθημα στον εργαζόμενο, φθάνοντας έως και την αίσθηση εκφοβιστικού ή ταπεινωτικού κλίματος στο χώρο εργασίας (ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ 1936/2005). Σε τέτοιες περιπτώσεις ο εργαζόμενος δύναται να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά του εργοδότη ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και να αποχωρήσει από την εργασία, θεωρώντας ότι έχει επέλθει καταγγελία της σύμβασης από την πλευρά του εργοδότη.

Το ίδιο κρίθηκε και στην περίπτωση, που ο εργοδότης εξανάγκαζε συγκεκριμένη υπάλληλο να παραμένει μαζί του στο χώρο εργασίας μετά το πέρας του ωραρίου της, προκειμένου να κλείσουν τις ταμειακές μηχανές, ενώ επιπλέον της απηύθυνε συνεχώς ερωτικά τραγούδια (EΦ ΘΕΣΣΑΛ 957/2001). Σημειώνεται, πάντως, ότι η οικειοθελής αποχώρηση από την εργασία λόγω προηγηθείσης σεξουαλικής παρενόχλησης δεν αποτελεί ορθή λύση. Ο εργαζόμενος πρέπει να γνωρίζει όλες τις επιλογές του και να ακολουθήσει την πλέον συμφέρουσα για τον ίδιο.

            Ο εργοδότης όμως έχει υποχρέωση προστασίας του εργαζόμενου από παρενοχλήσεις ή σεξουαλικές παρενοχλήσεις και στην περίπτωση που αυτές προέρχονται από συναδέλφους του τελευταίου. Ειδικότερα, ο εργοδότης, αφού ενημερωθεί για τις παρενοχλήσεις αυτές, οφείλει να λάβει αμέσως όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της προσωπικότητας του θιγόμενου εργαζόμενου (π.χ. έγγραφες ή προφορικές συστάσεις, επιβολή πειθαρχικών ποινών ή ακόμη και απόλυση του εργαζόμενου που προβαίνει σε ενέργειες ή συμπεριφορές έναντι συναδέλφων του οι οποίες συνιστούν απαγορευμένες διακρίσεις λόγω φύλου).

Η παράλειψη του εργοδότη να λάβει τα αναγκαία αυτά μέτρα συνιστά παράβαση συμβατικής του υποχρέωσης προς το θιγόμενο εργαζόμενο και θεμελιώνει αξιώσεις του τελευταίου για πλήρη αποκατάσταση (από τον εργοδότη) της ζημίας του από την προσβολή της προσωπικότητάς του. Υποχρέωση δε αποζημίωσης του εργαζόμενου υπέχει βεβαίως –πέραν του εργοδότη– και ο συνάδελφος που προβαίνει σε ενέργειες ή συμπεριφορές σε βάρος του οι οποίες συνιστούν απαγορευμένες διακρίσεις λόγω φύλου, ενώ δεν αποκλείεται οι συμπεριφορές αυτές του συναδέλφου να τυγχάνουν ελεγκτέες και σε ποινικό επίπεδο, όπως προκτέθηκε ανωτέρω.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ – ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗ ΤΗΕ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΕ ΤΟ ΑΝΗΛΙΚΟ ΤΕΚΝΟ ΤΟΥ (ΑΠΌ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΝΗΛΙΚΟΥ) – ΑΓΩΓΗ ΠΑΤΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΡΩΗΝ ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΟΥ ΓΙΑ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Τρίτη, 18 Μαΐου 2021 by spiliopouloslaw

Με απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτή την αγωγή πατέρα κατά της πρώην συζύγου του για προσβολή προσωπικότητας, υποχρεώνοντάς τη να «επιτρέπει ανεμπόδιστα αλλά και να διευκολύνει την επικοινωνία του ενάγοντος με τον ανήλικο υιό τους», σύμφωνα με το διατακτικό σχετικής απόφασης που καθόριζε τους όρους της.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, «η καλή διάθεση και η συνεργασία εκ μέρους της εναγόμενης μητέρας είναι προϋποθέσεις απολύτως απαραίτητες προκειμένου ο ανήλικος να σφυρηλατήσει ισχυρούς δεσμούς και με τον μη έχοντα την επιμέλεια ενάγοντα - πατέρα του, δεσμοί που και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας του, τη συναισθηματική και ψυχική του ισορροπία και τη γενικότερη θετική μελλοντική του εξέλιξη».

Σύμφωνα με την απόφαση, η εναγόμενη στην πράξη όχι μόνο δεν διευκολύνει αλλά παρεμποδίζει την επικοινωνία του ενάγοντος με το τέκνο τους, παρεμπόδιση που συνιστά παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου, καθόσον έχει αποξενωθεί από το τέκνο του, το οποίο βρίσκεται σε κρίσιμη ηλικία για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του και των σχέσεων του με τους οικείους του.

«Η ηθική βλάβη του ενάγοντος συνιστάμενη στην αποξένωση από το τέκνο του και την εξ αυτής πίκρα, απογοήτευση, στενοχώρια και ακύρωση του πατρικού ρόλου δεν μπορεί να αποκατασταθεί με καταβολή χρηματικού ποσού εκ μέρους της εναγομένης, αλλά με την στο εξής συμμόρφωση της τελευταίας στα οριζόμενα από την απόφαση σχετικά με τη ρύθμιση της επικοινωνίας πατέρα - υιού.

Η με την αρωγή της εναγομένης εξομάλυνση της επικοινωνίας, η εμπέδωση στα μάτια του τέκνου της πατρικής φιγούρας του ενάγοντος και η αγαστή συνεργασία των διαδίκων στα θέματα που αφορούν το τέκνο τους θα αποκαταστήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ηθική βλάβη του ενάγοντος», καταλήγει η απόφαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1518, 1520 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός του απολύτως προσωπικού δικαιώματος και καθήκοντος επικοινωνίας μεταξύ γονέα και τέκνου είναι η διατήρηση του ψυχικού τους δεσμού και η δυνατότητα άμεσης γνώσης από το γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, την πνευματική ανάπτυξη και την παρακολούθηση της εν γένει κατάστασης αυτού. Η άσκηση δε της επικοινωνίας μεταξύ γονέα και τέκνου που απορρέει από το φυσικό δεσμό αίματος αυτών, ως αμοιβαία έκφραση αισθημάτων αγάπης, συμπάθειας, ενδιαφέροντος και στοργής, αμβλύνει τις δυσμενείς συνέπειες της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης και συντελεί στην πνευματική και ηθική ανάπτυξη, τη συναισθηματική ολοκλήρωση και ψυχική ισορροπία και των δύο, αποβλέποντας ιδίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου.

 

Τυχόν δε αδικαιολόγητη παρεμπόδιση της επικοινωνίας συνιστά ενδεχομένως καταχρηστική άσκηση της γονικής μέριμνας, με τις συνέπειες των άρθρων 1532-1533 ΑΚ ή στοιχειοθετεί μεταβολή των συνθηκών ικανή να προκαλέσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1536 ΑΚ, μεταρρύθμιση της σχετικής δικαστικής απόφασης. Στα πλαίσια αυτά οι γονείς πρέπει να αποφεύγουν κάθε ενέργεια που δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό συμφέρον του τέκνου και να μεριμνούν, ώστε αυτό να παραμείνει αλώβητο, εκτός του πεδίου των προσωπικών τους εντάσεων. Πολύ περισσότερο ο ασκών τη γονική μέριμνα, στη θετική συνδρομή του οποίου απόκειται η ουσιαστική πραγματοποίηση της επικοινωνίας, υποχρεούται να απέχει από κάθε ενέργεια, που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να οδηγήσει στην παρεμπόδιση της, και οι δύο δε οφείλουν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργασία μεταξύ τους, προκειμένου να μη θίγονται με τη συμπεριφορά του καθενός από αυτούς τα δικαιώματα του άλλου (ΕφΘεσ 1324/2001 ΝΟΜΟΣ).

Η παρεμπόδιση, δε, της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο θα μπορεί κατά περίπτωση να εκτιμηθεί και ως προσβολή της προσωπικότητας του πρώτου (ορ. Λαδογιάννη σε Απ. Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, υπ' άρθρο 1520 αριθμ. 11 με τις εκεί παραπομπές), καθόσον η επικοινωνία του γονέα με το τέκνο του ασκεί ευεργετική επίδραση στο συναισθηματικό του κόσμο, ο οποίος κατά τα αναλυόμενα στην πρώτη νομική σκέψη της παρούσας αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, έτσι ώστε η παρεμπόδιση της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού να συνιστά προσβολή του απόλυτου δικαιώματος στην προσωπικότητα, η οποία γεννά αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψης της στο μέλλον καθώς και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα προεκτεθέντα (πρβλ. ΜΠρΘεσ 8513/2018 ΝΟΜΟΣ για το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με ενήλικο τέκνο του).

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ – ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΓΙΑ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΔΙΩΧΘΕΙ Η ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΛΟΓΩ ΠΛΑΝΗΣ

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2021 by spiliopouloslaw

Η νομοθεσία επιτρέπει υπό προϋποθέσεις  στον  κληρονόμο να ακυρώσει, λόγω πλάνης, έστω κι εκ των υστέρων, τυχόν αποδοχή κληρονομίας, η οποία έγινε σιωπηρά (πλασματικά), δηλαδή εκείνη την αποδοχή κληρονομίας που συντελείται εκ του νόμου, όταν ο κληρονόμος έχει χάσει το σχετικό δικαίωμα για αποποίηση  και  δεν έχει προβεί σε αποποίηση της κληρονομίας εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης τετράμηνης προθεσμίας που ορίζει ο Αστικός Κώδικας. Για την ακύρωση της σιωπηρής αποδοχής απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση με κατάλληλη  παρουσίαση και τεκμηρίωση των ισχυρισμών  και των νομικών επιχειρημάτων.

Ο Αστικός Κώδικας στο σύνολό του διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία της ιδιωτικής αυτονομίας, θεμελιώδους αρχής του ιδιωτικού δικαίου. Από την αρχή αυτή εμφορούνται οι διατάξεις του κληρονομικού δικαίου που προβλέπουν και οριοθετούν το δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας, λόγω πλάνης, με την έκδοση σχετικής τελεσίδικης διαπλαστικής δικαστικής απόφασης, ακόμα και αν ο κληρονόμος τεκμαίρεται ότι έχει πλασματικά αποδεχθεί την κληρονομία, διότι προέβη σε αποποίηση εντός της τασσόμενης νομοθετικά τετράμηνης προθεσμίας. 

 Κατ’ αρχήν, με βάση τα άρθρα 1847 παρ. 1 εδ. α’ , 1850, 1857, 140 και 141 του Α.Κ. εφαρμοζόμενα συστηματικά και σύμφωνα με την τελολογική τους διάσταση, προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης, όταν η αποδοχή που συνάγεται με τον τρόπο αυτόν κατά πλάσμα του νόμου δεν συμφωνεί με τη βούληση του κληρονόμου από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της αποποίησης. Οι διατάξεις αυτές κατατείνουν στην προάσπιση της θεμελιώδους για το ιδιωτικό δίκαιο αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας, η οποία θίγεται εάν ο κληρονόμος φέρεται να έχει αποδεχθεί μία κληρονομιαία περιουσία την οποία ουδέποτε θέλησε ουδέ επιζήτησε.

 Η εσφαλμένη αυτή γνώση ή άγνοια που δημιουργεί τη διάσταση μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας (βλ. Ολ ΑΠ 3/1989), ενώ συντρέχει πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια αναγόμενη: α) στον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα η αποδοχή της κληρονομίας που επέρχεται αμέσως με το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει, διότι η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας, και β) στην ύπαρξη νομοθετικά προβλεπόμενης στο άρθρο 1847 ΑΚ προθεσμίας προς αποποίηση ή στην γνώση της κατ’ άρθρο 1850 του ίδιου κώδικα νομικής σημασίας της άπρακτης παρόδου της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης (βλ. ΑΠ 827/2017, ΑΠ 189/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 951/2013, ΧρΙΔ 2014, 602). Τα γεγονότα δε αυτά, όταν πρόκειται για κληρονομία που επάγεται σε ανήλικο κρίνονται από το πρόσωπο που τον εκπροσωπεί και το οποίο έπρεπε να προβεί στην εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομίας για λογαριασμό του ανηλίκου, τηρώντας τις διατυπώσεις του άρθρου 1625 του ΑΚ, ενόψει του ότι, του νόμου μη διακρίνοντος (άρθρα 1847, 1850 ΑΚ), η προθεσμία της αποποίησης τρέχει και κατά προσώπων που είναι ανίκανα προς δικαιοπραξία (βλ. AΠ 173/2014, ΕφΑθ 442/2017, ΝΟΜΟΣ).

Αποποίηση, η οποία πραγματοποιείται, ενώ έχει επέλθει εξαιτίας πλάνης η πλασματική αποδοχή, δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειές της και δεν ανατρέπει, από μόνη της, τα αποτελέσματα της πλασματικής αποδοχής (βλ. ΑΠ 572/2016, ΝΟΜΟΣ). Έτσι, σε περίπτωση πλασματικής αποδοχής, δηλαδή αποδοχής συναγόμενης από την άπρακτη παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας και εφ’ όσον σύμφωνα με τα παραπάνω, στοιχειοθετείται πλάνη του κληρονόμου, ο οποίος δεν επιθυμεί να είναι κληρονόμος της υπό κρίσιν περιουσίας, ο κληρονόμος θα πρέπει να προβεί στην άσκηση διαπλαστικής αγωγής για την ακύρωση της πλασματικής αυτής αποδοχής, λόγω πλάνης. Με την έκδοση δε, της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης περί ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής, αυτή ανατρέπεται αναδρομικά (ex tunc) και αρχίζει έκτοτε η τετράμηνη προθεσμία της αποποιήσεως της κληρονομίας, σύμφωνα με τις οικείες νομοθετικές διατάξεις.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2021 by spiliopouloslaw

Σύμφωνα με τις εξαγγελίες από το υπουργείο Εργασίας, για το υπό επεξεργασία νέο σύστημα Επικουρικής Ασφάλισης και  το σχετικό νομοσχέδιο που είναι σε διαβούλευση, η  δημιουργία «ατομικού κουμπαρά» για κάθε νέο ασφαλισμένο μετά την 1η Ιανουαρίου 2022, με την λειτουργία κεφαλαιοποιητικού πυλώνα στην επικουρική ασφάλιση, καθώς και η διασφάλιση των υφιστάμενων επικουρικών και κύριων συντάξεων, θα  αποτελούν τους βασικούς άξονες και επιδιώξεις  της νέας ασφαλιστικής μεταρρύθμισης. Ωστόσο μόνο με την οριστική διαμόρφωση του  τελικού κειμένου και την προσεχτική μελέτη του θα μπορεί κάποιος να επιβεβαιώσει ή όχι τα παραπάνω καθώς και αν  και πόσο θα επηρεάσει τους ήδη ασφαλισμένους.

Δεδομένου ότι το υφιστάμενο σύστημα αντιμετωπίζει την καχυποψία των νεότερων γενεών, έχει ήδη γεννηθεί η ανάγκη για τη δημιουργία ενός νέου συστήματος επικουρικής ασφάλισης κεφαλοποιητικού χαρακτήρα – κατ’ αντιστοιχία των συστημάτων συμπληρωματικής ασφάλισης που υπάρχουν σε όλες τις αναπτυγμένες αλλά και σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες Ευρώπης – προκύπτει κυρίως από τη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού.

Το νέο σύστημα Επικουρικής Ασφάλισης αφορά τους νέους μισθωτούς δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και τους αυτοαπασχολούμενους που εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας και απασχολούνται σε κλάδους στους οποίους σήμερα είναι υποχρεωτική η επικουρική ασφάλιση (π.χ. μηχανικοί, δικηγόροι). Επίσης αφορά σε εθελοντική βάση, όλους τους υφιστάμενους εργαζομένους (μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους) ηλικίας έως 35 ετών. Αντιθέτως, δεν αφορά τους σημερινούς συνταξιούχους, τους σημερινούς σφαλισμένους άνω των 35 ετών και τους σημερινούς ασφαλισμένους κάτω των 35 ετών, οι οποίοι θα επιλέξουν να παραμείνουν στο υφιστάμενο σύστημα επικουρικής ασφάλισης.

Επί της ουσίας δηλαδή, το νέο σύστημα, πάντα με βάση τις εξαγγελίες του Υπουργείου και μόνον εφόσον επιβεβαιωθούν από το οριστικό κείμενο του Νομοσχεδίου,  δεν  θα επιφέρει αλλαγή και δεν θα  θίγει τις συντάξεις όσων έχουν ήδη βγει στη σύνταξη ούτε  επηρεάζει τον τρόπο υπολογισμού των επικουρικών συντάξεων των σημερινών εργαζομένων που παραμένουν στο ισχύον σύστημα επικουρικής ασφάλισης.

Tο νέο σύστημα επικουρικής ασφάλισης είναι κεφαλαιοποιητικό, δηλαδή οι εισφορές των νέων εργαζομένων, αντί να χρηματοδοτούν τις επικουρικές συντάξεις των τωρινών συνταξιούχων, θα αποταμιεύονται και θα επενδύονται για τις συντάξεις των ίδιων των ασφαλισμένων. Δημιουργείται, δηλαδή, ένα μεγάλο αποθεματικό κεφάλαιο αποκλειστικά για τις συντάξεις των νέων εργαζομένων. Σημειωτέον δε ότι για κάθε νέο ασφαλισμένο θα δημιουργηθεί ατομικός λογαριασμός στον οποίο θα καταγράφονται οι ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί από τον εργοδότη για τον μισθωτό ή από τον ίδιο εφόσον πρόκειται για αυτοαπασχολούμενο, καθώς και οι αποδόσεις των επενδύσεων που αντιστοιχούν στις εισφορές του. Ανά πάσα στιγμή ο ασφαλισμένος θα μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες, μέσα από την οθόνη του υπολογιστή του ή του κινητού του τηλεφώνου. Ωστόσο μόνο με την οριστική διαμόρφωση του  τελικού κειμένου του υπό επεξεργασία Νομοσχεδίου και την προσεχτική μελέτη του,  θα μπορεί να επιβεβαιωθεί αν τα παραπάνω αποτελούν απλές εξαγγελίες ή την νέα πραγματικότητα.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ – ΔΕΝ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΘΕΡΙΖΟΑΛΩΝΙΣΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ, ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ – ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΕΙΔΙΚΗ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2021 by spiliopouloslaw

Σύμφωνα με την απόφαση 167/2020 του ΑΠ κρίθηκε ότι, σε θεριζοαλωνιστική μηχανή, η οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος λειτουργούσε ως εργαλείο, θερίζοντας, με ακινητοποιημένους τους τροχούς της, σε αγρό, χρησιμοποιώντας προς τούτο αναγκαστικά τον κινητήρα της, η λειτουργία του οποίου είναι απαραίτητη, όχι μόνο για την αυτοδύναμη κίνηση αυτής επί των τροχών της, αλλά και για την εκπλήρωση του λειτουργικού σκοπού της, η ζημία δεν συνδέεται με τους ειδικούς τυπικούς κινδύνους του αυτοκινήτου, αφού το προέχον είναι η λειτουργία του εν λόγω μηχανήματος ως εργαλείου και όχι ως αυτοκινήτου.

Στο Ν. 489/1976, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986, και όπως συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, ορίζονται τα εξής:

 Άρθρο 1. Κατά την έννοια του παρόντος α) Αυτοκίνητο όχημα είναι το επί του εδάφους και όχι επί τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια κινούμενο όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών. Ως αυτοκίνητο θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη, ως και ποδήλατο εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα.

Άρθρο 2 § 1. Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού.

Άρθρο 6 § 3α. Ο ασφαλιστής ευθύνεται έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από την κυκλοφορία αυτοκινήτου.

 Άρθρο 10 § 1. Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με το άρθρο 2 εδ. α' Ν. ΓπΝ/1911 κατά το οποίο αυτοκίνητο κατά την έννοια του παρόντος νόμου είναι το δια μηχανικής δυνάμεως και ουχί επί τροχιών κινούμενο όχημα ή τροχήλατο, συνάγεται ότι σε περίπτωση τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, για τη θεμελίωση ευθύνης είτε με βάση το Ν. ΓπΝ/1911, είτε με βάση το κοινό δίκαιο (ΑΚ 914 επ.), καθώς και για τη θεμελίωση ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας με βάση τα άρθρα 6 § 3α' και 10 § 1 Ν. 489/1976, βασική προϋπόθεση είναι ότι το ατύχημα προκαλείται "κατά τη λειτουργία" του αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο είναι σε λειτουργία και όταν είναι ακίνητο, αλλά λειτουργεί η μηχανή του, καθώς και όταν κινείται χωρίς να λειτουργεί η μηχανή.

Πάντως δεν αποτελεί ατύχημα κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, το προερχόμενο από σύνθετο όχημα (εκ της συνθέσεως αυτοκινήτου και εργαλείου), όταν τούτο είναι ακινητοποιημένο και για την κίνηση του εργαλείου ευρίσκεται αναγκαίως σε λειτουργία ο κινητήρας του αυτοκινήτου, εφόσον το ατύχημα δεν συνδέεται με τους ειδικούς τυπικούς κινδύνους που γεννώνται από τη λειτουργία του αυτοκινήτου.

Συνεπώς, δεν αποτελεί ατύχημα κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, αυτό που προέρχεται από θεριζοαλωνιστική μηχανή, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της ως εργαλείου, ήτοι, όταν αυτή, ευρισκόμενη ακινητοποιημένη επί των τροχών της σε αγρό, θεριζοαλωνίζει, χρησιμοποιώντας προς τούτο αναγκαστικά τον κινητήρα της, η λειτουργία του οποίου είναι απαραίτητη, όχι μόνο για την αυτοδύναμη κίνηση αυτής επί των τροχών της, αλλά και για την εκπλήρωση του λειτουργικού σκοπού της, γιατί η ζημία δεν συνδέεται με τους ειδικούς τυπικούς κινδύνους του αυτοκινήτου, αφού το προέχον εδώ είναι η λειτουργία του εν λόγω μηχανήματος ως εργαλείου, οπότε δεν νοείται ως αυτοκίνητο κατά την έννοια των άρθρων 2 εδ. α' Ν. ΓπΝ/1911 και 1α' Ν. 489/1976 (ΑΠ 646/2014, ΑΠ 504/2012, ΑΠ 1168/2007, πρβλ. αντιθ. ΑΠ 209/2017, ΑΠ 238/2015, ΑΠ 519/1963 ΝοΒ 16'98, ΑΠ 1031/2018 όλες οι οποίες κρίνουν το εκεί σύνθετο μηχάνημα ως αυτοκίνητο, αλλά τούτο σε κάθε περίπτωση κινείται επί των τροχών του).
Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, κατά της ασφαλιστικής εταιρίας που έχει ασφαλίσει την αστική ευθύνη του μηχανήματος για την περίπτωση ατυχήματος κατά τη λειτουργία του ως αυτοκίνητο, σύμφωνα με την υποχρεωτική ασφάλιση του Ν. 489/1976, αφού δεν πρόκειται περί αυτοκινήτου, ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αξίωση έναντι αυτής με βάση το νόμο τούτο, παρά μόνο κατά του λήπτη της ασφάλισης από τις υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις του, κατά τις γενικές διατάξεις (ΑΚ 914 επ).

Ο τρίτος έχει δικαίωμα να στραφεί κατά του ασφαλιστή μόνο πλαγιαστικώς επί προαιρετικής ασφαλίσεως, όπως είναι αυτή της αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος κατά τη λειτουργία ενός μηχανήματος ως εργαλείου.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ COVID

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2021 by spiliopouloslaw

Eίναι αρκετά σύνηθες, σε  περιόδους κρίσης, αστάθειας και οικονομικού στρες, να παρατηρείται αύξηση στα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της πανδημίας.

 Τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας που είναι απομονωμένα στο σπίτι έχουν περιορισμένη δυνατότητα να ζητήσουν βοήθεια και να απευθυνθούν σε φορείς και νομικούς παραστάτες επειδή ο σύντροφός τους είναι επίσης στο σπίτι.

 Με βάση τον νόμο τα θύματα έχουν αρκετά  νομικά μέσα στην διάθεση τους για την αναζήτηση  αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Στην Ελλάδα, υπάρχουν οι ακόλουθες διατάξεις για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας:

 Ι) Νόμος 3500/2006

 Βία κατά των γυναικών

Είναι κάθε πράξη ή απειλή πράξης βίας που συνδέεται με το φύλο και οδηγεί ή ενδέχεται να οδηγήσει σε σωματικές, σεξουαλικές, ψυχολογικές βλάβες ή σε ταλαιπωρία της γυναίκας. Θύματα βίας γίνονται γυναίκες διαφόρων ηλικιών, φυλών, μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου. Η ανοχή στην άσκηση βίας ή την απειλή βίας πλήττει το βιοτικό επίπεδο, την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια των γυναικών.

Η ενδοοικογενειακή βία και κυρίως η βία κατά των γυναικών δεν είναι ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο, αλλά ένα φαινόμενο χρόνιο και σύνθετο, του οποίου οι πραγματικές διαστάσεις έχουν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης τις τελευταίες κυρίως δεκαετίες. Πράγματι, το φαινόμενο αυτό, έως και πρόσφατα, σπάνια καταγγελλόταν από τα εκάστοτε θύματα λόγω της παραδοσιακής εκείνης αντίληψης που θέλει τα όσα λαμβάνουν χώρα εντός των τειχών της οικογένειας να αποσιωπώνται, να γίνονται ανεκτά ή και να συγκαλύπτονται προκειμένου να διατηρηθεί η οικογενειακή συνοχή.

Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα φαινόμενο, το οποίο αφορά ανεξαιρέτως όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα και ασκείται ως επί το πλείστον σε βάρος των γυναικών και των ανηλίκων. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με την τέλεση επιθετικών και εξαναγκαστικών συμπεριφορών, όπως ιδίως λεκτικών, σωματικών, σεξουαλικών, ψυχολογικών επιθέσεων, οικονομικών εκβιασμών ακόμη και συμπεριφορών υπό τη μορφή παραμέλησης (έλλειψη φροντίδας, στέρηση ιατρικής περίθαλψης ή εκπαίδευσης). Πράγματι, τα Δικαστήρια πολλές φορές έχουν αντιμετωπίσει ζητήματα ξυλοδαρμού και μάλιστα ξυλοδαρμού κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή ξυλοδαρμού μέχρι λιποθυμίας, χειροδικίας, ύβρεων, εκβιασμών. Όταν λοιπόν, οι παραπάνω περιπτώσεις κακοποίησης τελούνται μεταξύ ατόμων που συνδέονται με οικογενειακούς δεσμούς ή βρίσκονται εντός μίας έγγαμης ή συντροφικής σχέσης διαλαμβάνουν τον χαρακτήρα της ενδοοικογενειακής βίας. Πηγή του φαινομένου αυτού αποτελεί η ανάγκη του δράστη για άσκηση εξουσίας στο θύμα του ή εντός της οικογένειάς του προκειμένου να κάμψει, υποτάξει και διατηρήσει υπέρ του τον έλεγχο και την κυριαρχία του στο χώρο. Ο χώρος που το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται, δηλαδή εντός της οικογένειας ή του ζευγαριού επιτρέπει να αναπτύσσεται η μορφή αυτή κακοποίησης ως επαναλαμβανόμενο και συχνό φαινόμενο με πολλαπλές, αν όχι καθημερινές, πράξεις βίας κατά του θύματος.

Τα τελευταία, ωστόσο, έτη το φαινόμενο αυτό αντιμετωπίζεται μέσα από μία νέα οπτική γωνία, μέσα από μία νέα αντίληψη για μηδενική ανοχή στη βία μέσα στο σπίτι. Πράγματι, αναγνωρίζεται πλέον η ενδοοικογενειακή βία ως μία σοβαρή κοινωνική παθογένεια, η οποία πλήττει τα δικαιώματα των θυμάτων και παραβιάζει τις ατομικές ελευθερίες τους με ανεπιθύμητα αποτελέσματα σε ατομικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Οι νέες αυτές αντιλήψεις οδήγησαν σε μία σαρωτική μεταρρύθμιση των οικογενειακών έννομων σχέσεων σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και σε παγκόσμιο επίπεδο υπό το φως των Διακηρύξεων της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Στο πλαίσιο της ενίσχυσης των μέτρων κατά της ενδοοικογενειακής βίας και της αποτελεσματικότερης προστασίας των θυμάτων ψηφίστηκε ο νόμος 3500/2006 για την ενδοοικογενειακή βία.

 

ΙΙ) Νόμος 3500/2006

 Με τον νόμο 3500/2006 τιμωρούνται και μάλιστα αυστηρότερα τα αδικήματα της βίας μέσα στους κόλπους της οικογένειας για να ενισχυθεί με αυτόν τον τρόπο η αρμονική συμβίωση των μελών της οικογένειας.

Οι βασικές ρυθμίσεις του νόμου είναι οι ακόλουθες :

  • Το άρθρο 2 του νόμου απαγορεύεικάθε μορφή άσκησης βίας μεταξύ των μελών της οικογένειας.
  • Στο πλαίσιο του ως άνω νόμου προστατεύονται οι σύζυγοι, οι γονείς και οι συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ’ αίματος ή εξ’ αγχιστείας και τα εξ’ υιοθεσίας τέκνα τους. Προστατεύονται επίσης και οι συγγενείς εξ’ αίματος και εξ’ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού, οι δικαστικοί παραστάτες, οι ανάδοχοι γονείς, εφόσον συνοικούν. Επιπλέον προστατεύεται κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί με την οικογένεια. Προστατεύονται οι μόνιμοι σύντροφοι και τα τέκνα τους, εφόσον αυτά συνοικούν και οι τέως σύζυγοι.
  • Σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, ενδοοικογενειακή βίαυπάρχει, όταν ένα μέλος της οικογένειας προξενεί/ασκεί σε άλλο μέλος: α) εντελώς ελαφρά σωματική κάκωση, β) επικίνδυνη σωματική βλάβη, γ) βαριά σωματική ή διανοητική βλάβη, δ) απειλές που προκαλούν τρόμο ή ανησυχία ή απομόνωση του θύματος ή προσβολή αξιοπρέπειας.
  • Eιδικότερα, ως ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη νοείται η πρόκληση από μέλος της οικογένειας σε άλλο σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας ή εντελώς ελαφράς σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας μετά από συνεχή συμπεριφορά. Η τέλεση αυτών των πράξεων τιμωρείται αυστηρότερακαι συγκεκριμένα με ποινή φυλάκισης από ένα έως πέντε έτη. Αν από την πράξη προκλήθηκε κίνδυνος για τη ζωή του θύματος ή βαριά σωματική βλάβη προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών έως πέντε ετών, ενώ, εάν επακολουθήσει βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση, το έγκλημα τιμωρείται με κάθειρξη από πέντε μέχρι δέκα έτη.  Ιδιαίτερα αυξημένη προστασία παρέχεται στην έγκυο (και στο ανήλικο μέλος της οικογένειας) αλλά και σε κάθε άλλο μέλος της, το οποίο για οποιαδήποτε λόγο αδυνατεί να αντισταθεί στην ενδοοικογενειακή βία, που ασκείται εις βάρος του.

 Τιμωρείται επίσης η μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου, ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, όπως στην περίπτωση της παρατεταμένης απομόνωσης του θύματος ή του αναγκαστικού εγκλεισμού του. 

Τιμωρείται πλέον ακόμη και η ψυχολογική παρενόχληση, όταν ο δράστης προκαλεί τρόμο ή ανησυχία ή εξαναγκάζει τη γυναίκα με χρήση βίας ή ασελγής σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Προστατεύεται επίσης η γυναίκα στην περίπτωση που με ιδιαίτερα ταπεινωτικά λόγια ή έργα, που ανάγονται στην γενετήσια ζωή της, προσβάλλεται η αξιοπρέπειά της.

Τιμωρείται πλέον ο βιασμός μέσα στο γάμο, δηλαδή ο εξαναγκασμός, με χρήση σωματικής βίας ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου της συζύγου σε ερωτική πράξη. Με τη διάταξη αυτή ανατρέπεται η αντίληψη ότι, εντός του γάμου υπάρχει υποχρέωση συνουσίας για τη σύζυγο, όταν το επιθυμεί ο σύζυγος και θεωρεί ότι μπορεί να το επιβάλλει. Το ίδιο συμβαίνει και όταν εξαναγκάζει ο σύζυγος τη σύζυγο σε οποιαδήποτε ερωτική πράξη στην οποία συμμετέχει το γεννητικό όργανο του ενός και άλλο σημείο ή όργανο του άλλου.

  • Τέλος προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία του θύματος ο νομοθέτης τιμωρεί τη δωροδοκία ή τη διατύπωση απειλών σε μάρτυρα ή σε μέλος της οικογένειας, καθώς και την άσκηση βίας εναντίον του με σκοπό την παρακώληση απονομής δικαιοσύνης.
  • Περαιτέρω προβλέπεται ότι, η ποινική δίωξη για τα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας ασκείται αυτεπαγγέλτως, δηλαδή υποχρεωτικά. Υποχρεωτική είναι επίσης η καταγραφή του περιστατικού από την Αστυνομία, ενώ οποιαδήποτε πρωτοβουλία νουθέτησης αντί καταγραφής, τιμωρείται. Σε βάρος του δράστη εφαρμόζεται η αυτόφωρη διαδικασία, εφόσον δεν ευδοκιμήσει η ποινική διαμεσολάβηση. Η καταβολή παραβόλου από πλευράς του θύματος ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ.
  • Παρέχεται επιπλέον, η δυνατότητανα διατάσσεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας η απομάκρυνση του δράστη από την οικογενειακή κατοικία, η μετοίκησή του, καθώς και η απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή εργασίας του θύματος, τις κατοικίες στενών συγγενών, τα σχολεία των παιδιών και τους ξενώνες φιλοξενίας. Επίσης πολύ σημαντικό είναι να συνειδητοποιήσει η γυναίκα ότι, οι ιατρικές γνωματεύσεις που θα λάβει από το Νοσοκομείο και οι οποίες θα βεβαιώνουν τις σωματικές βλάβες που έχει υποστεί είναι κύριο αποδεικτικό στοιχείο της βίαιης συμπεριφοράς του δράστη και το οποίο λαμβάνεται υπόψη για την απομάκρυνση του δράστη από το σπίτι.
  • Περαιτέρω, η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας αποτελεί λόγο διαζυγίου με υπαιτιότητα του δράστη.
  • Ορίζεται κατώτατο όριοαποζημίωσης για την ηθική βλάβητου θύματος από τις πράξεις ενδοοικογενειακής βίας το ποσό των 1.000 ευρώ.
  • Προβλέπεται με τον νόμο 3500/2006 η διαδικασία της ποινικής μεσολάβησηςγια τα πλημμελήματα της ενδοοικογενειακής βίας.

 

Ουσιαστικά η διαδικασία αυτή αποτελεί μία πρακτική συμφιλίωσης δράστη θύματος και μία εξώδικη απονομή δικαιοσύνης, η οποία γίνεται ενώπιον του Εισαγγελέα μόνο εφόσον το επιθυμούν θύμα και θύτης. Στόχος είναι η αποκατάσταση της αρμονικής συμβίωσης των συζύγων ή των συντρόφων.

Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η εξής: o Eισαγγελέας διερευνά τη δυνατότητα ποινικής διαμεσολάβησης. Καλεί τον δράστη να δηλώσει, εάν επιθυμεί ή όχι, τη διενέργεια της διαδικασίας. Εφόσον ο κατηγορούμενος δηλώσει πως επιθυμεί, καλεί πλέον και το θύμα. Μόνο στην περίπτωση που και τα δύο συναινούν θα διενεργηθεί η διαδικασία.

Βασική προϋπόθεση είναι η ανεπιφύλακτη δήλωση του δράστη ότι : α) δε θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας,  β) αν συνοικεί με το θύμα δέχεται να μείνει εκτός της κοινής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, αν το επιθυμεί το θύμα, γ) θα παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραμμα σε δημόσιο φορέα, δ) θα άρει ή θα αποκαταστήσει τις συνέπειες των πράξεών του και θα καταβάλλει χρηματική ικανοποίηση στο θύμα.  Η γνώμη του θύματος είναι καθοριστική για τη συνέχιση της διαδικασίας. Εάν το θύμα συμφωνήσει τότε με διάταξη του Εισαγγελέα επισφραγίζεται η συμφωνία αυτή. Στην περίπτωση που έχει κινηθεί η αυτόφωρη διαδικασία, το Δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης και να διερευνήσει τα ενδεχόμενο της ποινικής μεσολάβησης. Προκειμένου να ολοκληρωθεί η ως άνω διαδικασία, ο δράστης οφείλει να σέβεται και να τηρεί τις δεσμεύσεις που ανέλαβε. Σε περίπτωση που αθετήσει τις υποχρεώσεις του, η διαδικασία διακόπτεται, η δικογραφία ανασύρεται από το αρχείο και ακολουθούνται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επισημαίνεται ότι, η διαδικασία της ποινικής μεσολάβησης δεν αποκλείει την άσκηση αγωγής διαζυγίου, τη συνέχιση δίκης που ήδη έχει αρχίσει ή την έκδοση απόφασης διαζυγίου. Επιπλέον κατά τη συμφωνία για την ποινική μεσολάβηση, ο δράστης αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις περιουσιακές ζημίες του θύματος. Αν μεν ο δράστης ολοκληρώσει τη διαδικασία, το θύμα δεν μπορεί να ζητήσει καμία άλλη αποζημίωση εξαιτίας του περιστατικού της ενδοοικογενειακής βίας. Αν όμως ο δράστης δεν ολοκληρώσει την διαδικασία, το θύμα μπορεί να ζητήσει τυχόν μεγαλύτερη ζημία.

  • Τέλος ρυθμίζονται θέματα βοήθειας των θυμάτων με την εκδήλωση κοινωνικής συμπαράστασης. Τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας δικαιούνται ηθικής συμπαράστασης και υλικής συνδρομής από Ν.Π.Δ.Δ ή Ν.Π.Ι.Δ που λειτουργούν ειδικά για τους σκοπούς αυτούς, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και κοινωνικών υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι αστυνομικές αρχές που επιλαμβάνονται υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας, υποχρεούνται εφόσον το ζητήσει το θύμα, να ενημερώσουν τους ανωτέρω φορείς για να δοθεί αμέσως η απαραίτητη βοήθεια.
  • Σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας για την καταβολή των δικαστικών δαπανών παρέχεται το ευεργέτημα της πενίας στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

 

Ο ανωτέρω αρχικός Νόμος συνέβαλε θετικά στην εξέλιξη της καταπολέμησης του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας και στην αποτελεσματικότερη προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών, υπό την προϋπόθεση ωστόσο, ότι η εκάστοτε γυναίκα συνειδητοποιούσε ότι, όφειλε να προβεί σε καταγγελία της βίαιης συμπεριφοράς του δράστη.

ΙΙ) ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕΤΑ  ΤΟΝ Ν. 3500/2006

 

Ν. 4531/2018 – Αυστηροποιείται ο Νόμος για την καταπολέμηση της βίας κατά των Γυναικών και Ενδοοικογενειακής Βίας”

Συζητήθηκε στις 08-03-2018 (Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας) στη Βουλή το σχέδιο Νόμου για την κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ).

Προς τούτο δημοσιεύτηκε ο Ν. 4351/2018 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 

 

Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στην Σύμβαση συνοψίζεται ως εξής:

Ι) Ενισχύεται η Ποινική Νομοθεσία για την αντιμετώπιση εγκλημάτων που διαπράττονται σε βάρος των γυναικών ( Stalking (Επίμονη Παρακολούθηση), ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων και εγκλήματα τιμής) Στην  περίπτωση α’ παρ. 3 του άρθρου 79 ΠΚ προστίθεται ότι «… Τα έθιμα και οι παραδόσεις που ακολουθεί ο δράστης, καθώς και η θρησκεία του δεν συνιστούν στοιχεία ικανά να μειώσουν την ποινή…» Τιμωρείται επίσης πλέον ρητά η επίμονη καταδίωξη παρακολούθηση του θύματος η οποία πραγματοποιείται είτε με την επιδίωξη διαρκούς επαφής μέσω τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου, είτε με διαρκείς επισκέψεις στο περιβάλλον του θύματος, παρά την εκπεφρασμένη αντίθετη βούληση του, προκαλώντας στο θύμα τρόμο ή ανησυχία.

 

ΙΙ) Καταργείται η άκρως αναχρονιστική διάταξη του άρθρου 339 παρ. 3 Π.Κ. ( μη άσκηση ποινικής δίωξης εάν μεταξύ του υπαιτίου αποπλάνησης  ανηλίκου και του θύματος τελέστηκε γάμος). Η συγκεκριμένη διάταξη έχει κατακριθεί έντονα  διότι δεν συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον και την προστασία του ανηλίκου και συνεπώς προτείνεται η κατάργηση της.

 

ΙΙΙ) Τροποποιείται ο Ν. 3500/2006 για την Ενδοοικογενειακή Βία με στόχο την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του. Ενδεικτικά προβλέπεται πλέον η αναστολή παραγραφής των εγκλημάτων όταν αυτά στρέφονται κατά ανηλίκων αλλά και η δυνατότητα του αρμοδίου Εισαγγελέα να επιβάλλει περιοριστικούς όρους στον θύτη για τη προστασία του θύματος. (απαγόρευση προσέγγισης, μετοίκηση κ.τ.λ.)

ΙV) Τροποποιείται ο Ν. 3811/2009 για την Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης, με στόχο την ευχερέστερη πρόσβαση των θυμάτων στην αποζημίωση που προβλέπεται από το Νόμο.

 

V)Τροποποιείται ο Ν. 2168/1993 περί όπλων ώστε να μην χορηγούνται άδειες σε όσους διώκονται ποινικά ή έχουν καταδικαστεί για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας.

 

VI)Προστατεύονται, υπό προϋποθέσεις από την απέλαση, οι αλλοδαποί που είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

 

VII) Η Γενική Γραμματεία Ισότητας Φύλων ορίζεται αρχή παρακολούθησης της σύμβασης.

 

Παρότι είναι νωρίς, φαίνεται ότι η κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης θα ενισχύσει αρκετά το νομοθετικό και θεσμικό πλέγμα της καταπολέμησης της βίας κατά των γυναικών και της αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας στη χώρα μας.

III) Η ΝΕΑ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 333 ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ

 

Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 333 ΠΚ, με το Ν. 4619/2019, προστίθεται διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος της απειλής, με την οποία καλύπτονται πράξεις σε βάρος ανηλίκων και αδύναμων ατόμων. Ενσωματώνονται, ως σημειώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του ΠΚ, στον Ποινικό Κώδικα οι πράξεις προσβολής της ελευθερίας που τελούνται στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας, στο μέτρο βέβαια που τα θύματα έχουν πράγματι ανάγκη αυξημένης προστασίας, στο μέτρο, δηλαδή, που αυτά βρίσκονται σε αδύναμη θέση.

  • Το άρθρο 333 του νέου ΠΚ (ΝΠΚ) εφαρμόζεται σε πράξη απειλής που έχει τελεστεί σε βάρος του:
  • Συζύγου ή του Συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης
  • Ανηλικου ή ανυπεράσπιστου προσώπου, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την:
  • Επιμέλεια ή
  • Προστασία του δράστη βάσει νόμου, Δικαστικής απόφασης, ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με αυτόν ή έχουν σχέση εργασίας ή υπηρεσίας.

Η διαφορά μεταξύ του άρθρου 7 του Ν. 3500/2006 και του άρθρου 333 παρ.2 Π.Κ. συνίσταται στο ότι η πρώτη διάταξη εφαρμόζεται σε ένα μεγάλο κύκλο προσώπων που έχουν την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας όπως αυτό καθορίζεται στο Ν. 3500/2006 ενώ η δεύτερη εφαρμόζεται μόνο μεταξύ συζύγων και συντρόφων κατά τη διάρκεια του γάμου ή της συμβίωσης.

Σημαντικό επίσης να τονιστεί ότι και στις δύο διατάξεις η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

Οικογενειακό – Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα μετά το διαζύγιο

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2021 by spiliopouloslaw

Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στους συζύγους να διεκδικήσουν συμμετοχή στα αποκτήματα, δηλαδή στα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά την τέλεση του γάμου στο όνομα του ενός συζύγου.

Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα υπάρχει η δυνατότητα να προταθεί μόνο μετά τη λύση του γάμου με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Προϋποθέσεις για να γεννηθεί η αξίωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1400 ΑΚ, είναι:

1) η λύση/ακύρωση του γάμου ή τουλάχιστον τριετής διάσταση,

2) αύξηση της περιουσίας του ενός από τους δύο συζύγους μετά την τέλεση του γάμου,

3) ο άλλος σύζυγος να έχει συμβάλει αισθητά στην εν λόγω αύξηση, με οποιονδήποτε τρόπο.

Ως αύξηση της περιουσίας νοείται η διαφορά της αρχικής περιουσίας (αυτής που κατέχει ο σύζυγος πριν την τέλεση του γάμου) και της τελικής του περιουσίας (δηλαδή κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου). Η αξίωση είναι μία απαίτηση χρηματική, ωστόσο ο νόμος δεν περιορίζεται μόνο σε χρήματα, αλλά δίνει τη δυνατότητα να απαιτήσει την παράδοση αυτούσιων πραγμάτων, τα οποία αποτελούν μέρος της αύξησης.

Σύμφωνα με τον νόμο, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται κατά μαχητό τεκμήριο το 1/3 της αύξησης αυτής, με μόνη την απόδειξη της δικής του συμβολής. Ωστόσο, αν αποδειχθεί ότι η συμβολή είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη, το ποσοστό (1/3) διαμορφώνεται αντίστοιχα. Σημειωτέον πως στην αύξηση της περιουσίας δεν υπολογίζονται τα όσα απέκτησε ο σύζυγος από κληρονομία, αφού γίνεται κατανοητό πως δεν συνέβαλε στην αύξηση αυτή ο σύζυγος που ζητά τη συμμετοχή στα αποκτήματα.

Ωστόσο, πέραν των προϋποθέσεων και των βασικών θέσεων, υπάρχουν και κωλύματα που απαγορεύουν την άσκηση του δικαιώματος. Έτσι, δεν μπορούν  να ασκήσουν την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα οι κληρονόμοι του συζύγου που πέθανε και που θα ζητούσε ο ίδιος ενόσω βρισκόταν  στη ζωή.  Με λίγα λόγια, η αξίωση στα αποκτήματα δεν κληρονομείται ούτε και εκχωρείται (άρθρο 1401 εδάφιο α’ και β΄).

Επίσης, απαγορεύεται οποιαδήποτε προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των συζύγων για παραίτηση από το δικαίωμα στη συμμετοχή στα αποκτήματα. Έτσι, μια τέτοια  συμφωνία, θα ήταν άκυρη και ανίσχυρη, εκτός αν πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια συναινετικού διαζυγίου ενώπιον συμβολαιογράφου και αποτελεί μέρος της αμοιβαίας συμφωνίας των μερών. Αντίθετα, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου, είναι έγκαιρη και νόμιμη κάθε παραίτηση (ρητή) από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, ενώ υφίσταται και η σιωπηρή παραίτηση, η οποία γίνεται όταν ο ενδιαφερόμενος αφήσει να παρέλθει άπρακτη η διετής προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η αξίωση.

Το πιο σημαντικό ίσως στοιχείο που πρέπει να προσέξει ο ενδιαφερόμενος σύζυγος, για να μπορέσει να ασκήσει βάσιμα την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα μετά από την αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου με τη δική του συμβολή, είναι να μην παρέλθει ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης. Επομένως, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να προσέξει να μην περάσουν δύο (2) χρόνια από την αμετάκλητη λύση του γάμου, διότι διαφορετικά χάνει εντελώς το δικαίωμα αυτό (άρθρο 1401 εδάφιο γ’). Ζήτημα σχετικά με την τριετή διάσταση και την παραγραφή δε γεννάται, καθώς ο χρόνος έναρξης της παραγραφής θα είναι αυτός της λύσης ή ακύρωσης του γάμου, οπότε και η αξίωση θα μπορεί να πραγματοποιηθεί από τότε και για διάστημα δύο (2) χρόνων, καθώς μέχρι τότε λογίζονται ακόμα ως σύζυγοι.

Τέλος, είναι επιτρεπτό εκ του νόμου να σωρευθεί σε ένα (1) αγωγικό δικόγραφο η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα με την αξίωση διατροφής λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, για να εξοικονομηθούν χρόνος και χρήματα.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

Αστική Ευθύνη Δήμου λόγω μη περισυλλογής αδέσποτου ζώου – Πρόκληση τροχαίου ατυχήματος και θανάσιμου τραυματισμού – Ζητήματα αιτιώδους συνδέσμου από παραβάσεις Κ.Ο.Κ..

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2021 by spiliopouloslaw

ΔΠΑ 8208/2020, 1ο Τμήμα 

Με την υπ’ αριθμ. 8208/2020 απόφασή του, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (1o ΤΜΉΜΑ) αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου Δήμου να καταβάλει στους ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν λόγω του θανάτου συγγενούς τους, ο οποίος επήλθε συνεπεία τροχαίου ατυχήματος εξαιτίας αδέσποτου ζώου που μη νόμιμα δεν είχε περισυλλεγεί από τις δημοτικές υπηρεσίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο συγγενής των εναγόντων, ενώ οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσυκλέτα του στην δεξιά λωρίδα οδού, εντός των διοικητικών ορίων του εναγόμενου Δήμου, στην προσπάθεια του να αποφύγει έναν σκύλο, ο οποίος πετάχτηκε εξ αριστερών από την κεντρική νησίδα του δρόμου, εξετράπη της πορείας του και έπεσε στο οδόστρωμα. Εν συνεχεία, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.

Το Δικαστήριο, καταρχάς, απέρριψε την ένσταση περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου Δήμου, αποφαινόμενο, δυνάμει του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, ότι αποκλειστικά αρμόδιος για την περισυλλογή των αδέσποτων σκύλων εντός των ορίων της τοπικής αρμοδιότητάς του ήταν ο εναγόμενος Δήμος, καθότι η εν λόγω αρμοδιότητα δεν προέκυπτε ότι είχε εκχωρηθεί στον «Περιβαλλοντικό Σύνδεσμο Δήμων Αθήνας - Πειραιά» ούτε αναιρούνταν από την ύπαρξη και λειτουργία του Διαδημοτικού Κέντρου Περίθαλψης Αδέσποτων Ζώων (ΔΙ.ΚΕ.Π.Α.Ζ.), συσταθέντος εκ του προαναφερθέντος Συνδέσμου.

Ακολούθως, ως προς την ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε, αφού πρώτα δέχθηκε την ιδιότητα του εμπλεκόμενου στο επίδικο τροχαίο ατύχημα ζώου ως αδέσποτου και όχι ως δεσποζόμενου, ότι το εν λόγω ατύχημα προήλθε από την παράνομη παράλειψη των οργάνων του εναγόμενου Δήμου να μεριμνήσουν για την περισυλλογή του από το συγκεκριμένο σημείο, που αποτελούσε και κεντρικό δρόμο του Δήμου, στο πλαίσιο προστασίας της δημόσιας υγείας και της ζωής των κατοίκων, αλλά και της λήψης μέτρων για την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας, κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 εδ.α’ του ν.3170/2003 και 75 παρ.Ι περ.γ στοιχ. 4, 10, 11 και 28 του ν.3463/2006, που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο (πρβλ. ΔΕΛαρ 26/2019, ΔΕφΑθ 1190/2014). Ειδικότερα, τα αρμόδια όργανα του Δήμου παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου που απορρέει από την κυκλοφορία αδέσποτων ζώων σε δημόσιους χώρους, όπως οι δρόμοι, μεριμνώντας για την περισυλλογή και την μεταφορά τους σε ειδικό καταφύγιο, ώστε να εξασφαλιστεί η ασφαλής και απρόσκοπτη διέλευση των διερχομένων από αυτούς, όπως επιτάσσουν οι ανωτέρω διατάξεις. Η εν λόγω παράνομη παράλειψη δεν αναιρείτο από το ότι, βάσει του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, δεν προβλεπόταν ο υποχρεωτικός μόνιμος εγκλεισμός των αδέσποτων, αλλά, αντιθέτως θεσπιζόταν διαδικασία επαναφοράς τους στο φυσικό περιβάλλον υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δεδομένου ότι δεν προέκυπτε από κανένα στοιχείο ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος είχαν τηρηθεί οι εν λόγω προϋποθέσεις (καταγραφή, σήμανση, αποπαρασιτισμός, εμβολιασμός, στείρωση, κτηνιατρική γνωμάτευση και απόφαση της δημοτικής αρχής) (βλ. ΔΕΛαρ 26/2019). Εξάλλου, η εφαρμογή της διαδικασίας επαναφοράς στο φυσικό περιβάλλον των αδέσποτων ζώων δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα υπό συνθήκες που να θέτουν σε κίνδυνο την ζωή και την υγεία των κατοίκων της περιοχής και των διερχομένων από αυτή, κάτι που μπορούσε αντικειμενικά να συμβεί, όταν τα αδέσποτα ελευθερώνονται και κυκλοφορούν πλησίον κεντρικών δρόμων, όπως η οδός του ατυχήματος, όπου είχαν συμβεί και πολλά τροχαία ατυχήματα. Καταλήγοντας, λοιπόν, η ως άνω παράλειψη του εναγόμενου Δήμου να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα για την περισυλλογή αδέσποτων ζώων στη διοικητική του περιφέρεια και την μεταφορά τους στο οικείο καταφύγιο ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει – όπως και συνέβη – το ατύχημα και τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενή των εναγόντων.

Ο δε ισχυρισμός του Δήμου περί μη ύπαρξης αγελών αδέσποτων στα διοικητικά του όρια και μη ύπαρξης καμιάς ενημέρωσης περί του αντιθέτου απορρίφθηκε ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού, εκτός του ότι η ευθύνη του Δήμου βάσει των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. είναι αντικειμενική, η αρμοδιότητα του για την περισυλλογή των αδέσποτων με τις προεκτεθείσες διατάξεις, εν αντιθέσει με τις προϊσχύσασες (βλ. ΣτΕ 1300/2014, 3322/2012), έχει καταστεί πλέον δέσμια, ρητή και συγκεκριμένη, χωρίς να εξαρτάται από όρους και προϋποθέσεις, όπως ο σχηματισμός αγέλης και η ενημέρωση του Δήμου (πρβλ. ΔΕΠειρ. 841/2018, ΔΠΠειρ 3807/2017). 

Περαιτέρω, απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής ευθύνης του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος λόγω της οδηγικής συμπεριφοράς του, συνεκτιμώντας την προβλεπόμενη ταχύτητα με την οποία οδηγούσε, τις εν γένει οδηγικές συνθήκες κατά τον χρόνο του ατυχήματος (έλλειψη ορατότητας λόγω της ύπαρξης στην αριστερή λωρίδα ενός αυτοκίνητου, που περιόριζε το οπτικό του πεδίο και αύξανε τον χρόνο αντίδρασης του) και την ενδεδειγμένη αντίδραση που επέδειξε στην ξαφνική παρεμβολή του σκύλου εξ αριστερών του (αποφευκτικός ελιγμός, τροχοπέδηση).

Επιπροσθέτως, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίθηκε ομοίως και ο ισχυρισμός του εναγόμενου Δήμου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, επειδή δεν φορούσε κράνος, ανεξαρτήτως του ούτε από την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας ούτε από τις μαρτυρικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της δικογραφίας επιβεβαιωνόταν το συγκεκριμένο γεγονός. Τούτο δε, διότι ο θάνατος του ήταν αποτέλεσμα της πτώσης του από την μοτοσυκλέτα και της πρόσκρουσης στο οδόστρωμα, απόρροια της -εκ της παράνομης παράλειψης του εναγόμενου Δήμου να ασκήσει τις αρμοδιότητες του- ελεύθερης κυκλοφορίας του αδέσποτου σκύλου στην οδό του ατυχήματος, ενώ η μη χρήση προστατευτικού κράνους ενδεχομένως να συντέλεσε ή να συνέβαλε στην επέλευση της ζημιάς, αλλά δεν αποτέλεσε την αποκλειστική αιτία αυτής (στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, σημειωτέον, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχεται και ισχυρισμός περί συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος και γι’ αυτό δεν μπορούσε να εξεταστεί ως τέτοιος, βλ. ΣτΕ 291/2020, ΔΕΘεσ.107/2020, ΔΕΑθ 1343, 184/2005, πρβλ. ΑΠ 976/2014).

Εξάλλου, δεδομένου ότι η μη χρήση κράνους κατά παράβαση του Κ.Ο.Κ. (άρθρο 12 παρ.6) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (πρβλ. ΣτΕ 155/2020, ΑΠ 414/2019, 1219/2018, 1000/2013, 632/2010, 1230/2007, 619/2000), το Δικαστήριο έκρινε ότι, ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, δεν ασκούσε επιρροή στην αποτροπή του θανάσιμου τραυματισμού. Πιο συγκεκριμένα, συνεκτιμώντας το σχεδιάγραμμα του τόπου τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος (ίχνη φρεναρίσματος στο οδόστρωμα, θραύσματα γυαλιών και πλαστικών, σημάδια αίματος), το πόρισμα της ιατροδικαστικής εξέτασης περί έλλειψης κακώσεων σε κανένα σημείο του σώματος του, πλην ενός και μοναδικού τραύματος στο κεφάλι, την μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα περί απότομου φρεναρίσματος και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας εκτινάχθηκε από αυτήν, από το σημείο που σταματούσαν τα ίχνη μαύρου χρώματος επί του οδοστρώματος και υποδεικνύαν την τροχοπέδηση, σε απόσταση περίπου 9-11 μέτρων, μέχρι να καταλήξει στην τελική του θέση επί αυτού, όπου εντοπίστηκε η λίμνη αίματος.

Βάσει, λοιπόν, της εκτιμώμενης – λόγω των ως άνω περιστάσεων – ως σφοδρής πρόσκρουσης στο οδόστρωμα, του μοναδικού και καίριου χτυπήματος στο δεξί μέτωπο, σε συνδυασμό με την έλλειψη άλλων τραυμάτων στο κεφάλι, συνήχθη ότι, ακόμη και στην περίπτωση που ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν φορούσε πράγματι κράνος, η χρήση πάντως αυτού, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την αποτελεσματική προστασία του κατά την πτώση της μοτοσυκλέτας, αφού η δύναμη - λόγω της εκτίναξης από απόσταση 9-11 μέτρων περίπου - με την οποία προσέκρουσε στο οδόστρωμα ήταν ικανή να προκαλέσει το ίδιο τραύμα στο συγκεκριμένο σημείο και δεν θα είχε αποφευχθεί εντέλει ο θάνατος (πρβλ. ΑΠ 940/2008, 163/2007, 1999/2004, 619/2000).

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ

ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΓΟΝΕΙΣ, ΣΥΖΥΓΟΥΣ Η΄ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2021 by spiliopouloslaw

Για γονείς, συζύγους ή αδελφούς ατόμων με αναπηρία, υπάρχει η δυνατότητα συνταξιοδότησης εφόσον συντρέχουν  μια σειρά από  λεπτομερείς και αυστηρές προϋποθέσεις που έχουν καθορίσει  οι σχετικοί νόμοι και διατάξεις. Μάλιστα, όσοι συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις αυτές, είναι από τις περιπτώσεις ασφαλισμένων που μπορούν, κατ’ εξαίρεση,  να συνταξιοδοτηθούν νωρίτερα από τα 62 ηλικιακά έτη. Οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή και στις ανύπαντρες και διαζευγμένες μητέρες.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 3232/2004, συγγενείς ατόμων άγαμων με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, είχαν τη δυνατότητα να συνταξιοδοτηθούν, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας και ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση. Με τον Ν 3863/2010, κατόπιν με το Ν 4093/2012 και μετά ξανά με τον Ν 4336/2015, ανακαθορίστηκαν οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, αφού επήλθαν  αλλαγές που επηρέασαν τα όρια ηλικίας.

Οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, όπως  καθορίζονται στους σχετικούς νόμους, διαφοροποιούνται  κατά περίπτωση και ανάλογα με το αν αφορούν γονείς αναπήρων τέκνων,  σύζυγο αναπήρου  ή αδερφό αναπήρου. Έτσι το ποσοστό αναπηρίας μπορεί να κυμαίνεται από 67% ως 80% αναλόγως της  κατηγορίας του υποψήφιου δικαιούχου και επίσης  η τυχόν  λήψη άλλης σύνταξης , η τυχόν νοσηλεία σε ίδρυμα, η ύπαρξη εργασίας ή όχι, η ύπαρξη γάμου ή όχι κλπ. αποτελούν προυποθέσεις που μπορεί να ισχύουν ή όχι, ανάλογα με την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Δεν πρέπει να συγχέεται η  σύνταξη που δικαιούνται οι μητέρες ή οι χήροι πατέρες με ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία τέκνα (Ν 3655/2008, ο γνωστός νόμος Πετραλιά), με την σύνταξη γονέων, συζύγων αδελφών ατόμων με αναπηρία (Ν 3996/2011). Διευκρινίζεται ότι οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή και στις ανύπαντρες και διαζευγμένες μητέρες.

Πρόκειται για απαιτητικές και ιδιαίτερα δύσκολες περιπτώσεις συνταξιοδότησης, με πολλές προϋποθέσεις που απαιτείται να πληρούνται κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης για τις οποίες  ο  ενδιαφερόμενος θα πρέπει να προβεί σε ενδελεχή έρευνα στις αρμόδιες υπηρεσίες και  να συμβουλευθεί εξειδικευμένους επαγγελματίες, προκειμένου να δρομολογήσει  διερεύνηση θεμελίωσης του σχετικού δικαιώματος καθώς και την συνταξιοδότησή του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αντιμετωπίζοντας και  επιλύοντας  εκ των προτέρων πιθανά νομικά ή  άλλα ζητήματα   που συχνά προκύπτουν ενώπιον των αρμοδίων υπηρεσιών και κοστίζουν σε χρόνο ή  ακόμη και στην  έκβαση της αίτησης συνταξιοδότησης.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
  • 21
  • 22
  • 23
  • 24
  • 25

Δίπλα σας αποτελεσματικά & με συνέπεια

Επικοινωνήστε μαζί μας

Please enable JavaScript in your browser to complete this form.
Ονομ/νυμο *
Loading

ΒΑΣΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Εμπορικό Δίκαιο - Εταιρείες
Τροχαία Ατυχήματα
Ακίνητα - Διαχείριση Ακινήτων
Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία - Σήματα
Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
Διοικητικό Δίκαιο
Εργατικό Δίκαιο
Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες

ΠΡΟΦΙΛ

Αρχική
Το Γραφείο μας
Τομείς Δραστηριότητας
Υποθέσεις
Συνεργάτες
Νομικά Θέματα για Ιδιώτες
Νομικά Θέματα για Επιχειρήσεις
Πελατολόγιο
Επικοινωνία
Όροι Χρήσης - Πολιτική Απορρήτου - Πολιτική Χρήσης Cookies

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΠΗΛΙΟΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ & Συνεργάτες
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Βουκουρεστίου 18, Αθήνα 106 71
210 3387530, 210 3387540
E-mail: spilios@spiliopouloslaw.com

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Αποτυχία, παρακαλούμε προσπαθήστε ξανά.
Σας ευχαριστούμε για την εγγραφή σας.

© 2024 - spiliopouloslaw.com

TOP

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε τη βέλτιστη εμπειρία πλοήγησης στον ιστότοπό μας.

Μπορείτε να μάθετε ποια cookies χρησιμοποιούμε ή να τα απενεργοποιήσετε στις .

  • English (Αγγλικά)
  • Ελληνικά
Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες
Powered by  GDPR Cookie Compliance
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Απολύτως απαραίτητα cookies

Το αυστηρώς απαραίτητο cookie θα πρέπει να είναι ενεργοποιημένο ανά πάσα στιγμή, ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας για ρυθμίσεις cookie.

Εάν απενεργοποιήσετε αυτό το cookie, δεν θα μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που επισκέπτεστε αυτόν τον ιστότοπο θα χρειαστεί να ενεργοποιήσετε ή να απενεργοποιήσετε ξανά τα cookies.

Στατιστικά

Τα στατιστικά cookie βοηθούν τους κατόχους ιστοτόπων να κατανοήσουν πώς αλληλεπιδρούν οι επισκέπτες με ιστότοπους συλλέγοντας και αναφέροντας πληροφορίες ανώνυμα.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Marketing

Τα cookies μάρκετινγκ χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των επισκεπτών σε ιστότοπους. Η πρόθεση είναι να προβάλλονται διαφημίσεις που είναι σχετικές και ελκυστικές για τον μεμονωμένο χρήστη και, ως εκ τούτου, πιο πολύτιμες για εκδότες και διαφημιστές τρίτων.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Πολιτική Cookies

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Πολιτική Cookie