LEASING: ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ ΤΟΥ «ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ» ΚΑΙ ΑΜΥΝΑ ΤΟΥ «ΜΙΣΘΩΤΗ».
Ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση προ της λήξεως αυτής, εάν ο μισθωτής αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, κυρίως εάν ο τελευταίος περιέλθει σε υπερημερία ως προς την καταβολή του μισθώματος.
Με την καταγγελία λύεται η χρηματοδοτική μίσθωση και ο εκμισθωτής δικαιούται να αναζητήσει το πράγμα από το μισθωτή είτε με διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ) είτε με αγωγή αποβολής από τη νομή (άρθρα 984, 987 και 998 ΑΚ - αντιποίηση) είτε με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 733 - 734 ΚΠολΔ). Επίσης, μπορεί να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής.
Στους όρους της συμβάσεως περιλαμβάνεται συνήθως και η πρόβλεψη ότι σε περίπτωση έκτακτης καταγγελίας της συμβάσεως, λόγω π.χ. υπερημερίας του μισθωτή, όλα τα μισθώματα καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά ώστε να καλύπτεται το σύνολο των εξόδων και τα κέρδη της εταιρίας.
Τυχόν όρος στη σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως λόγω καθυστερήσεως περί την καταβολή ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων (ή λόγω παραβάσεως κάποιας άλλης σημαντικής συμβατικής υποχρεώσεως) ο εκμισθωτής δύναται να απαιτήσει επιπλέον, δηλαδή σωρευτικώς, εκτός από τα οφειλόμενα ληξιπρόθεσμα μισθώματα και την απόδοση - επιστροφή του πράγματος, και τα μελλοντικά μη εισέτι ληξιπρόθεσμα μισθώματα, είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτός και έγκυρος, κρίνεται όμως ως συνομολογηθείσα ποινική ρήτρα, η οποία, εάν τυγχάνει δυσαναλόγως μεγάλη υπόκειται σε μείωση από το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη, στο προσήκον μέτρο, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ (ΑΠ 1439/2012 ΕφΑΔ 2013, 136, ΑΠ 605/2010 ΕλλΔνη 52, 139, ΕφΑΘ 2324/2009 ΕλλΔνη 53, 1396, ΕφΑΘ 5636/2003 ΕλλΔνη 45, 265, ΕφΑΘ 4747/2002 ΕλλΔνη 44, 567), ενώ δεν αποκλείεται η εν λόγω αξίωση να κριθεί ως καταχρηστική, εάν ο οφειλέτης επικαλεσθεί και αποδείξει περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν κατάχρηση δικαιώματος κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, στη διαμόρφωση της κρίσης του για το χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης και στη συνέχεια για το μέτρο που πρέπει να μειωθεί, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που συντρέχουν κατά περίπτωση, ιδίως δε το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή, που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματος του και την ενδεχόμενη ωφέλεια του από την μη εκπλήρωση της παροχής, καθώς και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και τα απώτερα ακόμη επιβλαβή γενικώς αποτελέσματα, τα οποία είχε γι` αυτόν η μη εκπλήρωσή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής, όχι δε απλώς τη μη επέλευση σ` αυτόν ζημίας ή το μέγεθος αυτής, αφού, κατά το άρθρο 405 ΑΚ η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη ζημία.
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι ο ζητών τη μείωση της ποινής ως υπέρμετρης πρέπει να επικαλεσθεί στην αίτηση του ορισμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων παρίσταται υπέρμετρη η ποινή, και, σε περίπτωση αμφισβητήσεώς τους, να αποδείξει αυτά, μη αρκούντος μόνο του περιστατικού, ότι η ζημία του δανειστή είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ: ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ – ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ
Ο Ν. 4356/2015 εισήγαγε για πρώτη φορά στην εθνική έννομη τάξη το "σύμφωνο συμβίωσης", καταργώντας τον προγενέστερο νόμο 3719/2008.
Σύμφωνα με το νόμο αυτό, η συμφωνία δύο ενήλικων προσώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους, με την οποία ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους (σύμφωνο συμβίωσης) καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στο ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους, το οποίο καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου.
Το σύμφωνο συμβίωσης δεν μεταβάλλει το επώνυμο των μερών. Ο καθένας μπορεί, εφόσον συγκατατίθεται ο άλλος, να χρησιμοποιεί στις κοινωνικές σχέσεις το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του.
Το σύμφωνο συμβίωσης λύνεται:
α) με συμφωνία των μερών, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο,
β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, εφόσον έχει επιδοθεί προηγουμένως με δικαστικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει τρεις (3) μήνες από την επίδοση, και
γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών.
Επίσης, λύνεται αυτοδίκαια με το θάνατο (ή αφάνεια) ενός εκ των μερών.
Ως προς το κληρονομικό δικαίωμα των μερών του συμφώνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν τους συζύγους. Στο σημείο αυτό δηλαδή δεν εντοπίζεται καμία διαφορά από το κοινό κληρονομικών δίκαιο που ισχύει στο δίκαιο του γάμου. Δηλαδή, σε σύμφωνο με παιδιά, ο ένας σύζυγος θα πάρει 25% εξ αδιαθέτου, χωρίς παιδιά 50% (εφ' όσον και όσο υπάρχουν λοιποί συγγενείς).
Η μοναδική ιδιαιτερότητα του είναι, ότι κατά την κατάρτιση του, το κάθε μέρος μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμά του στη νόμιμη μοίρα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑ ΤΑ ΟΡΙΑ ΗΛΙΚΙΑΣ ΑΠΟ 1.1.2022 – ΠΟΙΟΥΣ ΑΦΟΡΑ
Εξαιρετικής σπουδαιότητας ανακοίνωση εκδόθηκε από το Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων σε απάντηση ερωτημάτων που διατυπώνονται από ασφαλισμένους για το αν πρέπει να σπεύσουν να προλάβουν τα ευνοϊκά όρια ηλικίας και να συνταξιοδοτηθούν μέχρι 31/12/2021 γιατί διαφορετικά θα μπορούν να βγουν στη σύνταξη μόνο αφού συμπληρώσουν το 67ο έτος της ηλικίας τους.
Με βάση τα ανωτέρω, το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων αποσαφηνίζει τα εξής:
- όποιος ασφαλισμένος έχει θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης μέχρι 31/12/2021, μπορεί να το ασκήσει οποτεδήποτε χωρίς κανένα περιορισμό!
- όσοι ασφαλισμένοι κατοχυρώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης μεταξύ 19/8/2015 έως 31/12/2021, μπορούν να ασκήσουν και αυτοί ΟΠΟΤΕΔΗΠΟΤΕ το δικαίωμα τους, ΚΑΙ μετά την 1/1/2022 και συγκεκριμένα όταν συμπληρώσουν το νέο (μεταβατικό) όριο ηλικίας.
- όσοι ασφαλισμένοι δεν θεμελίωσαν ή κατοχύρωσαν συνταξιοδοτικό δικαίωμα πριν τις 31/12/2021 ΔΕΝ εμπίπτουν στα μεταβατικά όρια ηλικίας και από 01/01/2022 συνταξιοδοτούνται με τους εξής βασικούς κανόνες:
- Στο 67ο έτος της ηλικίας με τουλάχιστον δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης ή τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιες (4.500) ημέρες ασφάλισης
Ή
-Στο 62ο έτος της ηλικίας με τουλάχιστον σαράντα (40) έτη ασφάλισης ή δώδεκα χιλιάδες (12.000) ημέρες ασφάλισης,
Ή
- Στο 62ο έτος της ηλικίας και τις εκάστοτε ημέρες ασφάλισης που απαιτούνται για μειωμένη σύνταξη, όπου αυτή προβλέπεται,
- Συνεχίζουν να ισχύουν ειδικότερες προβλέψεις για συγκεκριμένες κατηγορίες ασφαλισμένων (στρατιωτικοί, βαρέα και ανθυγιεινά κ.λπ.)
Τέλος, το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, δρομολογεί την παράταση- κατά ένα έτος- στη προθεσμία υποβολής αίτησης αναγνώρισης πλασματικών ετών που έληγε στις 31/12/2021, προκειμένου οι ασφαλισμένοι να κατοχυρώσουν τα μεταβατικά όρια ηλικίας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΠΙΒΑΤΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ
Οι συνεπιβάτες σ’ ένα όχημα που εμπλέκεται σε τροχαίο ατύχημα αποκτούν δικαιώματα εξαιτίας της εμπλοκής τους στο τροχαίο και μπορούν να διεκδικήσουν σημαντική αποζημίωση, αναλόγως των συνθηκών και της πραγματικής και νομικής τεκμηρίωσης.
Περισσότερα…
Καταρχάς ο συνοδηγός και οι λοιποί επιβαίνοντες, δεν φέρουν ευθύνη σε περίπτωση ατυχήματος, καθώς δεν έχουν οι ίδιοι τον έλεγχο του οχήματος, ενώ μπορούν να αποζημιωθούν είτε τραυματιστούν είτε όχι.
Μάλιστα, μπορούν να στραφούν τόσο εναντίον του οδηγού του άλλου ζημιογόνου οχήματος, όσο και του οδηγού του οχήματος στο οποίο επέβαιναν. Δηλαδή, οι συνεπιβάτες δύνανται να αποζημιωθούν από την ασφαλιστική εταιρία που είναι ασφαλισμένο το υπαίτιο όχημα.
Σε περίπτωση τραυματισμού, πολλοί είναι εκείνοι που συγχέουν την αποζημίωση με την ποινική δίωξη. Ο συνεπιβάτης μπορεί να στραφεί και να διεκδικήσει αποζημίωση από την ασφαλιστική του οχήματος στο οποίο βρισκόταν για ηθική βλάβη, τραυματισμό και ταλαιπωρία. Η αστική αποκατάσταση της ζημιάς δεν έχει σε καμία περίπτωση να κάνει με την ποινική δίωξη του υπαίτιου οδηγού. Έτσι λοιπόν, ένας συνεπιβάτης πρέπει να γνωρίζει ότι ακόμα κι αν αιτηθεί αποζημίωσης, μπορεί να ζητήσει να μην ασκηθεί ποινική δίωξη στον οδηγό του οχήματος, εφόσον δεν επιθυμεί να σύρει το οικείο του πρόσωπο στα δικαστήρια.
Εάν υπαίτιος είναι ο οδηγός του άλλου οχήματος, τότε ο συνεπιβάτης μπορεί να στραφεί δικαστικά κατά του οδηγού και της ασφαλιστικής του.
Εάν και εφόσον υπάρχει συνυπαιτιότητα του άλλου οδηγού αλλά και του οδηγού του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο συνεπιβάτης, τότε αυτός μπορεί να στραφεί εναντίον και των δύο οδηγών και των ασφαλιστικών τους εταιριών και θα αποζημιωθεί εξολοκλήρου από κάποια από αυτές.
Πάντως είναι σημαντικό να γνωρίζει ο συνεπιβάτης ότι θα του καταλογιστεί συνυπαιτιότητα και συνεπώς θα μειωθεί το ποσό της αποζημίωσης που θα δικαιούται σε περίπτωση ατυχήματος:
- εάν δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας ή κράνος.
- εάν αποδειχθεί ότι γνώριζε πως ο οδηγός του οχήματος ήταν υπό την επήρεια μέθης, τοξικών ουσιών ή δεν διέθετε δίπλωμα οδήγησης.
- εάν αποδειχθεί ότι γνώριζε ότι ο οδηγός ήταν γενικά απρόσεκτος και ότι επιδεικνύει ακραία και επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά, οπότε ο συνεπιβάτης θα φέρει ευθύνη όχι βέβαια για το τροχαίο αλλά για τον τραυματισμό του, η οποία του καταλογίζεται με το σκεπτικό ότι αποδέχθηκε τον κίνδυνο και την πιθανότητα να εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα εισερχόμενος στο όχημα αυτό.
Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό, ότι προκειμένου να αποζημιωθεί ο συνεπιβάτης σε όχημα που ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, είναι απαραίτητη η άσκηση αγωγής ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων.
Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό, καθώς είναι κρίσιμη είναι διατύπωση του εξειδικευμένου αυτού αιτήματος στην αγωγή κατά τρόπο νομικά τεκμηριωμένο, εμπεριστατωμένο, πλήρη, ορισμένο και σαφή ώστε να γίνει δεκτό το αίτημα από το Δικαστήριο και να μπορέσει ο συνεπιβάτης να λάβει την αποζημίωση που δικαιούται.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΠΟΙΝΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗΣ ΠΟΙΝΩΝ
Απαραίτητο πιστοποιητικό για την έκδοση μεγάλου αριθμού διοικητικών πράξεων, όπως για τον διορισμό στο δημόσιο τομέα, την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, την συμμετοχή σε δημόσιους διαγωνισμούς ή ακόμα και για άδεια εργασίας αλλοδαπού, άδεια άσκησης επαγγέλματος υγειονομικού και γενικά κοινωφελούς ενδιαφέροντος κλπ αποτελούν τα αντίγραφα ποινικού μητρώου, τα οποία διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:
- Σε αντίγραφα ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης, στα οποία είναι εγγεγραμμένες όλες οι αμετάκλητες ποινές και τα οποία χορηγούνται σε περιοριστικά αναφερόμενες από το νόμο περιπτώσεις, και
- Σε αντίγραφα ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, τα οποία εκδίδονται για κάθε νόμιμη χρήση κατόπιν αίτησης του πολίτη και στα οποία αναγράφονται αμετάκλητες ποινές υπό προϋποθέσεις.
Στο αντίγραφο γενικής χρήσης καταχωρίζεται κατ’ αρχήν το περιεχόμενο όλων των δελτίων του ποινικού μητρώου, σύμφωνα με το άρθρο 571 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πλην όμως διαγράφονται απ’ αυτό, μετά από την πάροδο ορισμένου χρόνου, τα δελτία ποινικού μητρώου τα οποία α) αναγράφουν χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ή ποινή φυλάκισης έως και έξι (6) μήνες, μετά την πάροδο τριών (3) ετών, β) αναγράφουν ποινή φυλάκισης πέραν των έξι (6) μηνών ή ποινή περιορισμού σε ψυχιατρικό κατάστημα, μετά την πάροδο οκτώ (8) ετών και γ) αναγράφουν κάθειρξη, μετά την πάροδο είκοσι (20) ετών.
Επισημαίνεται ότι οι ανωτέρω προθεσμίες αρχίζουν από την έκτιση της ποινής. Σε περίπτωση που επήλθε μεταγενέστερη καταδίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα, οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν από την έκτιση της νέας ποινής.
Η ποινή θεωρείται ότι εκτίθηκε και στις περιπτώσεις εκείνες που: α) μετατράπηκε σε χρηματική, από την ημέρα καταβολής του ποσού της μετατροπής, β) χαρίστηκε, από την έκδοση του οικείου προεδρικού διατάγματος, γ) χορηγήθηκε απόλυση, από την επιτυχή πάροδο του χρόνου δοκιμασίας και δ) έχει επέλθει εξάλειψη της ποινής (πχ με ολοσχερή εξόφληση της οφειλής).
Αν όμως η καταδικαστική απόφαση δεν εκτελέστηκε, οι παραπάνω προθεσμίες αρχίζουν από την παραγραφή της.
Ειδικότερα για τις ερήμην καταδικαστικές αποφάσεις οι οποίες δεν εκτελέστηκαν, οι ανωτέρω προθεσμίες εκκινούν από την ημερομηνία παρέλευσης της 10ετούς προθεσμίας παραγραφής της ποινής (άρθρο 114 περ. γ’ ΠΚ) φυλακίσεως, η οποία άρχεται, από τη μέρα, κατά την οποία η εν λόγω καταδικαστική απόφαση κατέστη αμετάκλητη.
Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι: α) για ποινές έως έξι (6) μήνες απαιτείται να έχουν παρέλθει δεκατρία (13) έτη από τότε που έχει καταστεί αμετάκλητη η ερήμην καταδικαστική απόφαση και β) για ποινές άνω των έξι (6) μηνών απαιτείται να έχουν παρέλθει δεκαοχτώ (18) έτη από τότε που έχει καταστεί αμετάκλητη η ερήμην καταδικαστική απόφαση.
Υπάρχουν όμως δύο μόνο περιπτώσεις, όπου οι ανωτέρω προθεσμίες δύνανται να συντμηθούν στο μισό, με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου και οι οποίες είναι: α) για πρώτη καταδίκη ή β) για καταδίκη που αφορά έγκλημα από αμέλεια ή έγκλημα με δόλο, για το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή,
Διευκρινίζουμε ότι στο αντίγραφο ποινικού μητρώου γενικής ή δικαστικής χρήσης, δεν καταχωρίζεται το περιεχόμενο των δελτίων ποινικού μητρώου που έχουν παύσει να ισχύουν σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 573 του Ποινικού Κώδικα, και συγκεκριμένα στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- όταν το πρόσωπο το οποίο αφορά η εγγραφή πεθάνει ή συμπληρώσει το 80ο έτος της ηλικίας του,
- όταν η απόφαση, για την οποία έχει συνταχθεί δελτίο ποινικού μητρώου, ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή η πράξη αμνηστευθεί ή απονεμηθεί χάρη με ολική άρση των συνεπειών κατ’ άρθρο 47 παρ. 2 του Συντάγματος, ή με ρητή διάταξη μεταγενέστερου νόμου, η πράξη παύει να είναι αξιόποινη ή για οιονδήποτε λόγο επέλθει οριστική παύση της ποινικής δίωξης,
- αν με την καταδικαστική απόφαση για την οποία έχει συνταχθεί δελτίο ποινικού μητρώου χορηγήθηκε αναστολή εκτέλεσης της ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 99 ΠΚ, μετά την πάροδο πέντε ετών από τη λήξη του χρονικού διαστήματος της αναστολής, εφ’ όσον η αναστολή δεν έχει αρθεί ή ανακληθεί,
- αν το δελτίο έχει συνταχθεί μετά από απόφαση που επιβάλλει σε ανήλικο ποινή περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, πέντε έτη μετά την απότιση της ποινής με οποιοδήποτε τρόπο, εφόσον ο ελάχιστος χρόνος περιορισμού που έχει επιβληθεί δεν υπερβαίνει το έτος, και οκτώ έτη αν υπερβαίνει το έτος, εκτός αν στο διάστημα αυτό επέλθει νέα καταδίκη,
- αν με την καταδικαστική απόφαση επιβλήθηκε χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ή ποινή φυλάκισης μέχρι ένα μήνα, για αδίκημα εκ δόλου ή δύο μήνες για αδίκημα εξ αμελείας, μετά την πάροδο δέκα ετών από την απότιση της ποινής με οποιονδήποτε τρόπο, εφόσον ο υπαίτιος δεν έχει καταδικαστεί πάλι για κακούργημα ή πλημμέλημα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟ – ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ
Σε πολλές περιπτώσεις, ο κληρονόμος καλείται να αποδείξει το κληρονομικό του δικαίωμα, ώστε να επωφεληθεί της κληρονομίας (λ.χ. σε τράπεζες). Για τον σκοπό αυτό, εκδίδεται το κληρονομητήριο, το οποίο αποτελεί το πιστοποιητικό που αποδεικνύει το κληρονομικό δικαίωμα του κληρονόμου, καταπιστευματοδόχου, κληροδόχου.
Το Κληρονομητήριο είναι πιστοποιητικό που παρέχεται με απόφαση του δικαστηρίου της κληρονομίας, στον κληρονόμο, καταπιστευματοδόχο, κληροδόχο κα εκτελεστή της διαθήκης και αναφέρει τα σχετικά με την κληρονομία δικαιώματά τους.
Ο κληρονόμος τεκμαίρεται μαχητά ότι έχει εκείνος το δικαίωμα που αναγράφεται στο κληρονομητήριο.
Σύμφωνα με τον ν. 4055/2012, για την έκδοση κληρονομητηρίου απαιτούνται τα εξής :
- Κατάθεση της αίτησης στο Ειρηνοδικείο υπογεγραμμένη από πληρεξούσιο δικηγόρο. Για την αίτηση δεν προσδιορίζεται δικάσιμος αλλά εκδίδεται διάταξη του Ειρηνοδίκη. Τα παρακάτω πιστοποιητικά μαζί με (τυχόν) προτάσεις και διπλότυπο είσπραξης κατατίθενται στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, συσχετίζονται στο φάκελο της αίτησης και χρεώνονται στον Ειρηνοδίκη για την έκδοση της διάταξης.
- Ανάρτηση της αίτησης στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου με ευθύνη της Γραμματείας για δέκα (10) ημέρες. Το δεκαήμερο υπολογίζεται από την επομένη μέρα της κατάθεσης.
- Μετά την καθαίρεση της αναρτημένης αιτήσεως, με την παρέλευση του δεκαημέρου, εκδίδονται τα παρακάτω πιστοποιητικά, τα οποία πρέπει να καλύπτουν και την τελευταία ημέρα του δεκαημέρου:
- Πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης από Ειρηνοδικείο (Απαιτείται και από το Πρωτοδικείο αν ο θάνατος είναι πριν τη 01-03-2013)
- Πιστοποιητικό μη αποποίησης του επίδικου δικαιώματος από Ειρηνοδικείο (Απαιτείται και από το Πρωτοδικείο αν ο θάνατος είναι πριν τη 01-03-2013)
- Πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης από το Πρωτοδικείο Αθηνών
- Πιστοποιητικό περί μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος από Πρωτοδικείο
- Ληξιαρχική πράξη θανάτου
- Πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών
- Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης (όπου είναι απαραίτητο)
- Κατάθεση εγγράφων, με προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής, με τα πιστοποιητικά, που καλύπτουν και την τελευταία ημέρα του δεκαημέρου.
- Κατόπιν ο αρμόδιος Ειρηνοδίκης ελέγχει τη νομιμότητα του συνόλου των εγγράφων και εν συνεχεία εκδίδει το κληρονομητήριο.
- Μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών από την έκδοση του κληρονομητήριου κατατίθεται αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού τελεσιδικίας, με τη λήψη του οποίου ολοκληρώνεται η όλη διαδικασία.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΓΟΝΕΑ
Σύμφωνα με το νόμο, ο πατέρας ανήλικου τέκνου και δεν έχει εισοδήματα από περιουσία ή από εργασία, υποχρεούται να το διατρέφει ανάλογα με τις δυνάμεις του, από κοινού με τη μητέρα του τέκνου.
Εάν όμως στερείται αυτός εισοδημάτων ή περιουσίας για την ανάλογη με τη μητέρα συμβολή του στη διατροφή του κοινού τέκνου τους ή είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η επιδίωξη της διατροφής από τον κατά πρώτο λόγο υπόχρεο, τότε η υποχρέωση διατροφής βαρύνει τον παππού ή τη γιαγιά και ακολούθως τον προπάππο ή την προγιαγιά του δικαιούχου ανηλίκου, που ευθύνονται, αν είναι περισσότεροι, κατ’ ίσα μέρη, χωρίς να ασκεί επιρροή, αν ο ένας εξ αυτών είναι πιο εύπορος από τον άλλον.
Σύμφωνα με το άρθρο 1484 του Α.Κ, “σε περίπτωση αναγνώρισης εκούσιας ή δικαστικής, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς και τους συγγενείς”.
Κατά δε το άρθρο 1489 του ΑΚ, “αν δεν υπάρχουν κατιόντες, υποχρέωση διατροφής έχουν οι πλησιέστεροι ανιόντες, που ενέχονται σε ίσα μέρη, αν είναι περισσότεροι στον ίδιο βαθμό. Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του”.
Επίσης με το άρθρο 1490 παρ. 1 του Α.Κ., ορίζεται ότι “αν ένας από τους ανιόντες ή τους κατιόντες δεν είναι σε θέση να δώσει διατροφή, η υποχρέωση βαρύνει εκείνον που είναι υπόχρεος μετά από αυτόν. Το ίδιο ισχύει και όταν, για πραγματικούς ή νομικούς λόγους, είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η δικαστική επιδίωξη στην ημεδαπή εναντίον εκείνου που έχει την υποχρέωση”.
Η διάταξη αυτή του άρθρου 1490 Α.Κ εφαρμόζεται όχι μόνο όταν, όσοι ανήκουν στον προηγούμενο βαθμό και είναι υπόχρεοι δεν έχουν οικονομική δυνατότητα να παράσχουν διατροφή στο σύνολο ή μερικώς, αλλά και όταν αποδεικνύεται ότι και εκ της αυτής γραμμής μόνον ο ένας ή μερικοί έχουν οικονομική δυνατότητα, ο δε άλλος ή ενδεχόμενα οι περισσότεροι είναι άποροι ή βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία να καταβάλουν διατροφή.
Έτσι καθιερώνεται διαδοχική ευθύνη για διατροφή και όχι παράλληλη ή σύγχρονη και είναι παραδεκτή η επικουρική εναγωγή των κατά δεύτερο λόγο ευθυνόμενων προσώπων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 219 του ΚΠολΔ.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ – ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΕΚΜΙΣΘΩΤΗ ΚΑΙ ΜΙΣΘΩΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ
Από τις διατάξεις των άρθρων 574, 612 παρ. 1 και 1710 Α.Κ., προκύπτει ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομητή και συνεπώς σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή, στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του, από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου μόλις αποδεχθούν την κληρονομιά, χωρίς να απαιτείται και προηγούμενη μεταγραφή της περί αποδοχής της δήλωσης, καθόσον πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας.
Ο κληρονόμος του εκμισθωτή μπορεί λόγω της άνω ιδιότητας του να ασκήσει την αγωγή απόδοσης του μισθίου, χωρίς την ανάγκη αναφοράς στο δικόγραφο της ότι εχώρησε μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής της κληρονομιάς, απλά αρκεί η αναφορά ότι υπεισήλθε στην επίδικη έννομη σχέση ως κληρονόμος του εκμισθωτή (ΑΠ 1868/2007, ΝΟΜΟΣ).
Άλλωστε, όπως έκρινε και η απόφαση του ΕιρΙλίου 18/2020, σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου μόλις αποδεχθούν την κληρονομιά, χωρίς να απαιτείται και προηγούμενη μεταγραφή της περί αποδοχής της δήλωσης, καθόσον πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας, ο δε κληρονόμος του εκμισθωτή μπορεί λόγω της άνω ιδιότητας του να ασκήσει την αγωγή απόδοσης του μισθίου, χωρίς την ανάγκη αναφοράς στο δικόγραφο της ότι εχώρησε μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής της κληρονομιάς, απλά αρκεί η αναφορά ότι υπεισήλθε στην επίδικη έννομη σχέση ως κληρονόμος του εκμισθωτή.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΚΙΝΗΤΑ – ΑΓΟΡΑ ΑΚΙΝΗΤΟΥ – ΣΗΜΕΙΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΥΓΧΑΝΟΥΝ ΠΡΟΣΟΧΗΣ.
Η αγορά ενός ακινήτου αποτελεί μία διαδικασία που απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς από την πλευρά του αγοραστή, ώστε να αποφύγει να βρεθεί προ δυσάρεστων δεδομένων.
Η συμβολή δικηγόρου εξειδικευμένου στο δίκαιο ακινήτων, ο οποίος θα προβλέψει και θα διαπιστώσει όλους τους πιθανούς κινδύνους που συνεπάγεται η αγορά ενός ακινήτου για τον εντολέα του, είναι απαραίτητη.
Τα σημεία που πρέπει να προσέξει ένας υποψήφιος αγοράστης ακινήτου είναι τα κάτωθι:
Ι. Επιλογή ακινήτου προς αγορά και προκαταβολή
Κατά το στάδιο επιλογής ενός ακινήτου προς αγορά, συνήθως με την μεσολάβηση κάποιου κτηματομεσίτη, αυτό που ζητείται από τον αγοραστή είναι να καταβάλει κάποιο ποσό (συνήθως μικρό) ως προκαταβολή, με σκοπό να αποσυρθεί το ακίνητο από την αγορά και να «κρατηθεί» το ακίνητο για αυτόν. Ήδη κατά το πρώτο αυτό στάδιο, ο αγοραστής θα πρέπει να ζητήσει την συμβολή δικηγόρου της επιλογής του και να μην καταβάλει κανένα ποσό μέχρι να δεχτεί την καθοδήγηση του νομικού του παραστάτη. Αυτό που συστήνεται σε κάθε περίπτωση είναι να μην δίδεται κανένα ποσό ως προκαταβολή πριν ο δικηγόρος του αγοραστή προχωρήσει σε νομικό έλεγχο του ακινήτου στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο ή/και κτηματολογικό γραφείο.
Σε κάθε περίπτωση, η προκαταβολή δίδεται πάντοτε κατόπιν υπογραφής αντίστοιχου ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των μερών (πωλητή και αγοραστή), στο οποίο περιγράφεται πλήρως και με λεπτομέρεια το προς αγορά ακίνητο, το ύψος του τιμήματος για την αγορά του, ο τρόπος καταβολής του τιμήματος, η προθεσμία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου της μεταβίβασης, ενώ συγχρόνως εξειδικεύονται τυχόν ειδικότερες συμφωνίες των μερών (λ.χ. η τυχόν αναγκαιότητα κατασκευαστικών παρεμβάσεων, η τύχη της προκαταβολής σε περίπτωση υπαναχώρησης κάποιου από τα μέρη αναίτια ή κατόπιν σπουδαίου λόγου κ.ο.κ). Συνιστάται σε κάθε περίπτωση να αποφεύγεται από τους αγοραστές η υπογραφή τυποποιημένων ιδιωτικών συμφωνητικών που παρέχονται από τα μεσιτικά γραφεία και να ζητείται η σύνταξη του συμφωνητικού αυτού, δεδομένης και της σημασίας του, να γίνεται από τον δικηγόρο του.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να επισημανθεί ιδιαιτέρως ότι σε περίπτωση υπογραφής ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των μερών για την διασφάλιση του ποσού της προκαταβολής, ο αγοραστής δεν εξασφαλίζεται πλήρως από το ενδεχόμενο πώλησης του ακινήτου από τον πωλητή σε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σε περίπτωση που ο πωλητής, παρά την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού, επιλέξει τελικώς να προχωρήσει στην πώληση του ακινήτου σε κάποιο τρίτο πρόσωπο (και όχι στον αγοραστή), δεν μπορεί να εμποδιστεί σε αυτό με κάποιο νομικό μέσο, παρά μόνο γεννάται δικαίωμα του αγοραστεί να λάβει πίσω την προκαταβολή που κατέβαλε. Στην πράξη, συμφωνείται συνήθως ότι σε μία τέτοια περίπτωση η προκαταβολή θα επιστραφεί στον αγοραστή διπλή, οπότε και έχει τον χαρακτήρα «αρραβώνα» (καπάρου). Για να διασφαλίσει ο αγοραστής ότι ο πωλητής δεσμεύεται στην πώληση του ακινήτου προς τον ίδιο και για να μπορεί να προχωρήσει στην αγοραπωλησία ακόμη και μόνος του, ήτοι χωρίς την σύμπραξη του πωλητή (εννοείται υπό την προϋπόθεση της καταβολής ολόκληρου του τιμήματος), η συμφωνία περί πώλησης του ακινήτου θα πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο μέσω της υπογραφής συμβολαιογραφικού προσυμφώνου.
ΙΙ. Νομικός έλεγχος ακινήτου
Το στάδιο του νομικού ελέγχου ενός ακινήτου αποτελεί ίσως το πιο ουσιώδες σημείο της διαδικασίας, αφού αποτρέπει το να βρεθεί ο αγοραστής προ δυσάρεστων καταστάσεων και διασφαλίζει ότι το ακίνητο που αγοράζει δεν παρουσιάζει νομικά προβλήματα. Για τον λόγο αυτό, ο νομικός έλεγχος του ακινήτου θα πρέπει να ανατίθεται σε εξειδικευμένο στο δίκαιο ακινήτων δικηγόρο.
Αυτό που ελέγχει ο δικηγόρος κατά τον νομικό έλεγχο του ακινήτου είναι η νομιμότητα και κανονικότητα των τίτλων ιδιοκτησίας για τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια (χρόνος έκτακτης χρησικτησίας), δηλαδή ελέγχει εάν ο τίτλος ή οι τίτλοι ιδιοκτησίας του πωλητή και των δικαιοπαρόχων του είναι ορθώς μεταγεγραμμένοι, εάν υπάρχει σε αυτούς κάποια αίρεση, εάν έχει εξοφληθεί το τίμημα αυτών κ.ο.κ. Περαιτέρω, ελέγχεται η ύπαρξη τυχόν βαρών επί του ακινήτου (υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης), καθώς και η ύπαρξη τυχόν δουλειών (δουλείες διόδου, οίκησης, επικαρπία κ.ο.κ.) που βαρύνουν το ακίνητο. Επίσης, ελέγχεται το τυχόν υφιστάμενο εργολαβικό συμβόλαιο, αλλά και οι όροι του συμβολαίου σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, καθώς και η τυχόν ύπαρξη κανονισμού πολυκατοικίας και οι τυχόν τροποποιήσεις τους και οι συμφωνηθείσες χρήσεις των οριζοντίων ιδιοκτησιών που περιέχονται σε αυτά. Ο έλεγχος που περιγράφεται ανωτέρω λαμβάνει χώρα στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, καθώς και στο τυχόν υφιστάμενο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο σε περίπτωση που το ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή όπου λειτουργεί κτηματολογικό γραφείο.
ΙΙΙ. Διαδικασία που ακολουθείται έως την υπογραφή των οριστικών συμβολαίων της αγοραπωλησίας.
Αφού ολοκληρωθεί με επιτυχία ο νομικός έλεγχος του ακινήτου και διευθετηθεί το ζήτημα της προκαταβολής, ο αγοραστής θα πρέπει να υποδείξει στον πωλητή τον συμβολαιογράφο της επιλογής του, ο οποίος θα αναλάβει την σύνταξη του συμβολαίου της αγοραπωλησίας και την διεκπεραίωση όλων των απαραίτητων ζητημάτων, πάντοτε φυσικά με την συνδρομή του πληρεξούσιου δικηγόρου του πωλητή.
Στο πλαίσιο αυτό, ο συμβολαιογράφος θα ζητήσει από τα μέρη (κυρίως από τον πωλητή) να του προσκομίσουν μία σειρά από έγγραφα που είναι απαραίτητα για την υπογραφή του συμβολαίου (όπως λ.χ. βεβαίωση μηχανικού περί μη ύπαρξης αυθαιρεσιών στο ακίνητο, βεβαίωση ΤΑΠ, φορολογική ενημερότητα, απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος κ.ο.κ.). Αφού ο συμβολαιογράφος διασφαλίσει ότι έχει στην διάθεσή του όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την υπογραφή των συμβολαίων και ελέγξει την ορθότητα και πληρότητά τους, οφείλει να συντάξει την δήλωση φόρου μεταβίβασης, η οποία υποβάλλεται στην εφορία, συνοδευόμενη από φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Ο φόρος μεταβίβασης ακινήτου ανέρχεται σε ποσοστό 3% επί της αγοραίας ή της τυχόν υψηλότερης αντικειμενικής αξίας του ακινήτου και πρέπει να καταβληθεί εφάπαξ από τον αγοραστή πριν από την υπογραφή των οριστικών συμβολαίων, για την οποία απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικού καταβολής του και η επισύναψή του στο συμβόλαιο.
Αφού ολοκληρωθούν οι ανωτέρω γραφειοκρατικές διαδικασίες, υπογράφεται το οριστικό συμβόλαιο της αγοραπωλησίας ενώπιον του Συμβολαιογράφου, το οποίο στην συνέχεια θα πρέπει να μεταγραφεί στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο ή να καταχωρηθεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό γραφείο σε περίπτωση που στην περιοχή του ακινήτου λειτουργεί τέτοιο. Το κόστος της μεταγραφής ή καταχώρησης βαρύνει εξολοκλήρου τον αγοραστή. Η μεταγραφή του συμβολαίου αποτελεί και το τελευταίο βήμα για την ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας και την οριστική μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στον αγοραστή.
- IV. Ιδιαιτερότητες της διαδικασίας αγοράς ακινήτου σε περίπτωση που ο αγοραστής είναι αλλοδαπό πρόσωπο
Με δεδομένο το μεγάλο αγοραστικό ενδιαφέρον που παρατηρείται κατά τα τελευταία έτη από αλλοδαπούς υπηκόους (είτε πολίτες Ευρωπαϊκών κρατών είτε πολίτες τρίτων χωρών) για την αγορά ακινήτων στην Ελλάδα, κυρίως για επενδυτικούς σκοπούς, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν μερικά άξια προσοχής σημεία για τις συγκεκριμένες κατηγορίες αγοραστών.
Καταρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αλλοδαπός αγοραστής θα πρέπει να μεριμνήσει μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του για την έκδοση αριθμού φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) στην Ελλάδα και για τον διορισμό κάποιου προσώπου (συνήθως του δικηγόρου του ή κάποιου λογιστή) ως φορολογικού του εκπροσώπου στην Ελλάδα. Η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει είτε με αυτοπρόσωπη παρουσία του αλλοδαπού στην αρμόδια εφορία είτε με εξουσιοδότηση προς τρίτο πρόσωπο.
Σε περίπτωση που ο αλλοδαπός αγοραστής δεν επιθυμεί ή δεν δύναται να είναι παρών κατά την διαδικασία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου της αγοραπωλησίας, δύναται να προβεί στην υπογραφή πληρεξουσίου προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του (είτε ενώπιον Έλληνα συμβολαιογράφου είτε ενώπιον της αρμόδιας ελληνικής προξενικής αρχής του τόπου κατοικίας του), δυνάμει του οποίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αγοραστή θα δύναται να διεκπεραιώσει αυτοδυνάμως οποιαδήποτε ενέργεια απαιτείται για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου (υπογραφή δηλώσεων φόρου μεταβίβασης, υπογραφή του συμβολαίου κ.ο.κ). Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι είναι δυνατή για κάποιον η αγορά ακινήτου στην Ελλάδα, χωρίς ποτέ να επισκεφτεί την χώρα, αφού μπορούν όλες οι ενέργειες να διεκπεραιωθούν από πληρεξούσιο δικηγόρο δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου. Σε περίπτωση, πάντως, που το οριστικό συμβόλαιο υπογράφεται από τον ίδιο τον αγοραστή και αυτός είναι υπήκοος τρίτης χώρας (εκτός Ε.Ε.), είναι απαραίτητο να είναι εφοδιασμένος με ισχυρή θεώρηση εισόδου (visa) οποιουδήποτε τύπου ή να είναι κάτοχος ισχυρής άδειας διαμονής που έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές ή τις αρμόδιες αρχές άλλης ευρωπαϊκής χώρας.
Τέλος, σημειώνεται ότι σε περίπτωση που ο αγοραστής είναι υπήκοος τρίτης χώρας (εκτός Ε.Ε.) και το τίμημα της αγοραπωλησίας ανέρχεται σε ποσό μεγαλύτερο των 250.000 Ευρώ, έχει την δυνατότητα να αιτηθεί και να λάβει κατόπιν της υπογραφής του συμβολαίου και της μεταγραφής του άδεια διαμονής διάρκειας 5 ετών (Golden Visa), τόσο για αυτόν όσο και για τα μέλη της οικογενείας του (σύζυγος ή σύντροφος με σύμφωνο συμβίωσης, τέκνα κάτω των 21 ετών και γονείς).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – Αποζημίωση των γονέων για στέρηση υπηρεσιών τέκνου λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης, λόγω τροχαίου ατυχήματος
Σε περίπτωση θανάτου του τέκνου τους σε τροχαίο ατύχημα, οι γονείς του μπορούν να απαιτήσουν αποζημίωση είτε για στέρηση διατροφής είτε για στέρηση παροχής υπηρεσιών με την κατάλληλη επιχειρηματολογία και τεκμηρίωση.
γονέων του και ανατρέφεται ή διατρέφεται από αυτούς υποχρεούται να παρέχει στους γονείς του για τη διοίκηση του οίκου ή την άσκηση του επαγγέλματος τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογενείας του». Έτσι, σε περίπτωση θανατώσεως του τέκνου τους οι γονείς του μπορούν να απαιτήσουν αποζημίωση είτε για στέρηση διατροφής, είτε για στέρηση παροχής υπηρεσιών, τα δικαιώματα δε, αυτά των γονέων τελούν μεταξύ τους σε σχέση διαζευκτική και όχι συμπλεκτική (βλ. Αθ. Κρητικού, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, έκδοση 1998, παρ. 409 επ.). Εναπόκειται στους γονείς τι από τα δύο θα επιλέξουν. Εξ άλλου, γίνεται δεκτό ότι η υποχρέωση παροχής υπηρεσιών εκ μέρους του τέκνου είναι αυτοτελής και δεν τελεί σε σχέση παροχής και αντιπαροχής προς την υποχρέωση διατροφής εκ μέρους των γονέων.
Προϋπόθεση της υποχρεώσεως αυτής του τέκνου είναι η ιδιότητα αυτού ως μέλους του οίκου των γονέων του, η οποία είναι, κατά κανόνα, συνυφασμένη με συνοίκηση. Δεν έχει σημασία, κατά την ορθότερη άποψη, η ηλικία του τέκνου, ή αν αυτό είναι έγγαμο ή άγαμο, ούτε ερευνάται αν κατά τον χρόνο θανατώσεως του παρείχε πράγματι υπηρεσίες, ή αν τις προσέφερε κατά το παρελθόν. Διότι για την θεμελίωση του δικαιώματος στο πρόσωπο των γονέων αρκεί ότι η υποχρέωση του τέκνου για παροχή υπηρεσιών θα γεννάτο στο εγγύς μέλλον κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και ότι είναι δυνατός ο από τώρα προσδιορισμός της ζημίας τους. Αν όμως η ζημία των γονέων του δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγματοποίηση αυτής εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες (χρόνος ζωής των γονέων, ικανότητα του τέκνου προς παροχή των υπηρεσιών του, αποχώρηση του τέκνου από την οικία των γονέων του), οι οποίοι είναι απλώς ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον, αυτή η αξίωση αποζημιώσεως δεν γεννάται. Τούτο, συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία το τέκνο ήταν μικρής ηλικίας κατά τον χρόνο του θανάτου του, οπότε καθίσταται δυσχερέστερος ο προσδιορισμός των ως άνω στοιχείων με βεβαιότητα, εξ αιτίας του σχετικώς μεγάλου χρόνου, που θα έπρεπε να παρέλθει μέχρι το τέκνο να καταστεί ικανό προς παροχή των υπηρεσιών του. Εν όψει όμως του ότι αντικειμενική δυνατότητα παροχής υπηρεσιών έχουν τα παιδιά, που υπερβαίνουν το 14ο έτος της ηλικίας τους, η κατά το άρθρο αυτό υποχρέωση του τέκνου έχει περιθώρια εφαρμογής στην πράξη για παιδιά άνω της ηλικίας των 14 ετών (βλ. ΕφΑθ 308/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η θανάτωση, επομένως, τέκνου ηλικίας 10 ετών, το οποίο αποτελούσε μέλος του οίκου του γονέα του, δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης του τελευταίου κατά τρίτου με βάση το άρθρο 928 ΑΚ, εφόσον δεν υφίσταται ζημία, λόγω της αντικειμενικής και πραγματικής αδυναμίας τούτου, συνεπεία της ηλικίας του, να προσφέρει υπηρεσίες υποκείμενες σε χρηματική αποτίμηση. Και είναι αλήθεια ότι κατά την ορθότερη άποψη δεν είναι απαραίτητο κατά το χρόνο της θανάτωσης το τέκνο να παρείχε πράγματι υπηρεσίες στον γονέα του, αλλά αρκεί ότι η υποχρέωση του τέκνου για παροχή υπηρεσιών στο γονέα του θα γεννιόταν στο κοντινό μέλλον, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο δικόγραφο όμως της αγωγής αποζημίωσης κατά τρίτου πρέπει να εκτίθεται το είδος και η έκταση των υπηρεσιών που θα προσέφερε τούτο, ώστε να κριθεί αν αυτές θα ήταν ανάλογες με τις δυνάμεις και τις βιοτικές του συνθήκες ώστε να αποτιμηθεί η αξία τους (Αθ. Κρητικού: Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, Γ` έκδοση, 1998, παρ. 416, 417, 513, 518).
Πάντως, σε κάθε περίπτωση, οι γονείς δεν μπορούν να απαιτήσουν αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών κατά την ΑΚ 1508 αν το ανήλικο τέκνο εργάζεται επαγγελματικά εκτός της οικίας και διατρέφεται στην ουσία μέσω των δικών του εισοδημάτων που εισκομίζει στην οικογένεια των γονέων του, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει μία από τις βασικές προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 1508 του ΑΚ (ΕφΑθ 10116/1988 ΕλλΔνη 1990 (31). 865). Εφόσον δε, η προσφορά υπηρεσιών από το τέκνο στους γονείς του στηρίζεται σε σύμβαση (π.χ. σύμβαση εργασίας) οι γονείς δεν έχουν αξίωση αποζημιώσεως κατά του τρίτου (Αθ. Κρητικός: ό.π. παρ. 412 σελ. 159, ΕφΑθ 6614/1992 ΕλλΔνη 1993. 1491). Σχέση εργασίας σε συμβατικό επίπεδο υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία το τέκνο συνεργάζεται στο κατάστημα των γονέων του, κατά ένα μέτρο που υπερβαίνει την έκταση της συνήθους οικογενειακού δικαίου, παροχής υπηρεσιών, όπως ένας εργαζόμενος στην σχέση εργατικού δικαίου, υπάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη και λαμβάνει αντάλλαγμα για την εργασία του. Η σταθερότητα και το ύψος του ανταλλάγματος έχει σημασία για τον χαρακτήρα της σχέσεως (Αθ. Κρητικός: ό.π. παρ. 412 σελ. 159, ΕφΑθ 1571/2000 ΕλλΔνη 2000.799).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 216 § 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914, 928 εδ. β` και 1508 του ΑΚ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία οι γονείς του θανατωθέντος τέκνου αξιώνουν αποζημίωση από τον υπαίτιο για στέρηση των προς αυτούς υπηρεσιών του τέκνου τους, αρκεί να εκτίθεται σε αυτήν ότι το τέκνο αποτελούσε μέλος του οίκου των γονέων του και διατρεφόταν από αυτούς, καθώς και να προσδιορίζεται το είδος και η έκταση των υπηρεσιών που προσέφερε, ώστε να καθίσταται δυνατό να κριθεί αν αυτές ήταν ανάλογες προς τις δυνάμεις και τις βιοτικές του συνθήκες και να αποτιμηθεί έτσι η αξία τους (Αθ. Κρητικός: ό.π. παρ. 416, 417, 513, 518, του ιδίου: Σχόλιο στην ΕφΑθ 6614/1992 ΕλλΔνη 34. 1491, ΑΠ 303/2005 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., ΑΠ 505/1999 ΕλλΔνη 1999. 1705, ΕφΑθ 308/2000 ΕλλΔνη 2001. 172-173, ΕφΛαρ 49/2002 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
