Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες

+30 210 3387530Κλείστε Ραντεβού
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΣ
  • ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
    • Εμπορικό Δίκαιο – Εταιρείες
    • Τροχαία Ατυχήματα
    • Ακίνητα – Αγοραπωλησίες – Μισθώσεις
    • Ακίνητα – Διαχείριση Ακινήτων
    • Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
    • Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
    • Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία – Σήματα
    • Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
    • Διοικητικό Δίκαιο
    • Εργατικό Δίκαιο
    • Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
    • Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
    • Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες
  • ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
  • ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
  • ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
    • Για Ιδιώτες
    • Για Επιχειρήσεις
  • ΠΕΛΑΤΟΛΟΓΙΟ
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • English
  • Ελληνικά
  • Home
  • ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  • Archive from category "ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ"
  • Page 18

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΑΠΟΦΑΣΗ – ΑΚΥΡΗ Ή ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΕΤΑΙΡΩΝ Ή ΤΟΥ ΔΣ

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Στις εμπορικές εταιρείες, μπορεί να  λαμβάνονται αποφάσεις που έρχονται σε αντίθεση με το νόμο και το καταστατικό της εταιρείας,  επειδή είτε ηθελημένα είτε άθελά τους οι εταίροι και τα πρόσωπα της διοίκησης της εταιρείας,  παραβίασαν την διαδικασία ή και την ουσία που ορίζει ο νόμος και το καταστατικό της εταιρείας.

Σε κάθε περίπτωση ο νομοθέτης ορίζει δικαστική διαδικασία ακύρωσης και αμφισβήτησης της απόφασης που ελήφθη και είναι παράνομη (αντίθετη στο νόμο ή στο καταστατικό). Όμως ο νόμος ορίζει πολύ σύντομες προθεσμίες που αν παρέλθουν

 

 τότε η παρανομία θεραπεύεται και η απόφαση αν και αρχικώς άκυρη αντιμετωπίζεται ως νόμιμη. Ειδικά για τις ανώνυμες εταιρείες έχουν επέλθει λόγω του νέου νόμου σημαντικές αλλαγές. Με το ν. 4548/2018 επήλθαν ριζοσπαστικές και θεμελιώδεις αλλαγές στον κ.ν. 21902/1920 σε διάφορα ζητήματα εταιρικού δικαίου. Ειδικότερα:

Στο άρθρο 3 παρ. 1 προβλέπεται ότι: «Για τις υποθέσεις που, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, υπάγονται σε δικαστήριο, αποκλειστικά αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο στον παρόντα νόμο».

Από το άρθρο 12 παρ. 1 προκύπτει ότι: « Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία: […] γ) Ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση, με τα στοιχεία ταυτότητας, των προσώπων που: αα) ασκούν τη διαχείριση της εταιρείας, ββ) έχουν την εξουσία να την εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα […]».

Στο άρθρο 134 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Οι συζητήσεις και αποφάσεις που λαμβάνονται κατά τη γενική συνέλευση καταχωρίζονται σε περίληψη σε ειδικό βιβλίο πρακτικών. Στο ίδιο βιβλίο καταχωρίζεται και κατάλογος των μετόχων που παραστάθηκαν ή αντιπροσωπεύθηκαν στη γενική συνέλευση. … Αντίγραφα πρακτικών συνεδριάσεων της γενικής συνέλευσης υποβάλλονται στην αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 93». Κατά την παρ. 2, «Η εταιρεία υποχρεούται να χορηγεί στους μετόχους της αντίγραφα πρακτικών γενικών συνελεύσεων ύστερα από αίτησή τους»., ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «Η εταιρεία φέρει το βάρος απόδειξης ότι οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης έλαβαν χώρα την ημερομηνία και ώρα που αναγράφονται στο βιβλίο πρακτικών».

Στο άρθρο 135 για την λήψη αποφάσεων ΓΣ χωρίς συνεδρίαση ορίζεται ότι: «1. Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης είναι δυνατόν να λαμβάνονται από τους μετόχους χωρίς συνεδρίαση, σύμφωνα με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος, αν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Οι μετοχές της εταιρείας δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά. β) Το καταστατικό προβλέπει τη δυνατότητα του παρόντος άρθρου και προσδιορίζει τις αποφάσεις που μπορούν να ληφθούν με τον τρόπο αυτό. Αποφάσεις επί θεμάτων της τακτικής γενικής συνέλευσης δεν μπορούν να ληφθούν με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. γ) Όλοι οι μέτοχοι έχουν γνωστοποιήσει στην εταιρεία τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους. δ) Μειοψηφία του ενός πέμπτου (1/5) του κεφαλαίου δεν αντιτίθεται στη λήψη απόφασης με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. Σχετική δήλωση πρέπει να σταλεί στο διοικητικό συμβούλιο μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες από τη λήψη της πρότασης του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα με την παράγραφο 2.»

Στο άρθρο 136 προβλέπεται περί πρακτικού ΓΣ δια περιφοράς (χωρίς προσυπογραφή πρακτικό) ότι: «1. Στις εταιρείες των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους ισχύει ως απόφαση της γενικής συνέλευσης. Η ρύθμιση αυτή ισχύει και αν όλοι οι μέτοχοι ή οι αντιπρόσωποί τους συμφωνούν να αποτυπωθεί πλειοψηφική απόφασή τους σε πρακτικό, χωρίς συνέλευση. Το σχετικό πρακτικό υπογράφεται από όλους τους μετόχους με αναφορά των τυχόν μειοψηφούντων. […] 2. Οι υπογραφές των μετόχων ή των αντιπροσώπων τους μπορούν να αντικαθίστανται με ανταλλαγή μηνυμάτων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, αν τούτο προβλέπεται στο καταστατικό. […] 3. Το πρακτικό της παραγράφου 1 καταχωρίζεται στο βιβλίο πρακτικών, σύμφωνα με το άρθρο 134. […]  4. Το βάρος της απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων λήψης απόφασης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και του χρόνου της απόφασης φέρει η εταιρεία»

Στο άρθρο 137 περί ακυρωσίας αποφάσεων ΓΣ προβλέπεται ότι: «1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 138 και 139, απόφαση της γενικής συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για αποφάσεις τις οποίες έλαβε γενική συνέλευση που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί. […] 3. Η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί με αγωγή από οποιονδήποτε μέτοχο, κάτοχο μετοχών που εκπροσωπούν τα δύο εκατοστά (2/100) του κεφαλαίου, αν δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση. Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ξεχωριστά. Στην περίπτωση αυτή, αν παρίσταται ανάγκη, το δικαστήριο της παραγράφου 7 διορίζει, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ειδικό εκπρόσωπο της εταιρείας για τη διεξαγωγή της δίκης.[…] 7. Η αγωγή ακύρωσης της απόφασης της γενικής συνέλευσης εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας. […] 8. Η αγωγή της παραγράφου 7 στρέφεται κατά της εταιρείας και ασκείται μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη λήψη της απόφασης ή, αν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. Εντός της ίδιας προθεσμίας ασκείται και η αγωγή αποζημίωσης της παραγράφου 4[…]. 9. Οι ενάγοντες μέτοχοι οφείλουν να αποδείξουν ότι, τόσο κατά την άσκηση της αγωγής όσο και κατά το χρόνο κατάθεσης των προτάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, έχουν τις μετοχές που τους παρέχουν το δικαίωμα να ασκήσουν την αγωγή. Αν μετά την άσκηση της αγωγής οι ενάγοντες μέτοχοι μεταβιβάσουν όλες τις μετοχές ή μέρος τούτων, ώστε κατά το χρόνο κατάθεσης των προτάσεων να μην συγκεντρώνουν πλέον τα ποσοστά της παραγράφου 3, οι ενάγοντες μέτοχοι μπορούν να ζητήσουν με τις προτάσεις τους αποζημίωση, σύμφωνα με την παράγραφο 4. […]  10. Η ακύρωση της απόφασης ισχύει έναντι πάντων. Το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να λάβει τα μέτρα που επιβάλλει η κατάσταση η οποία προέκυψε από την ακύρωση. Σε κάθε περίπτωση δε θίγονται τα δικαιώματα τρίτων που αποκτήθηκαν με απόφαση που ακυρώθηκε ή με πράξη που διενεργήθηκε με βάση την απόφαση αυτή, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε ή αγνοούσε από βαριά αμέλεια το ελάττωμα της απόφασης. […] 12. Η ακυρωσία απόφασης δεν εμποδίζει την καταχώριση της τελευταίας στο Γ.Ε.ΜΗ. Η αγωγή ακύρωσης απόφασης της γενικής συνέλευσης, που έχει καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ., η δικαστική απόφαση παντός βαθμού δικαιοδοσίας που απαγγέλλει την ακύρωσή της και η δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα ή αναστέλλεται η ισχύς της υποβάλλονται σε δημοσιότητα.»

Στο άρθρο 138 περί ακυρότητας των αποφάσεων ΓΣ «1. Σε περίπτωση που δεν υπήρξε σύγκληση της γενικής συνέλευσης ή το περιεχόμενο της απόφασής της είναι αντίθετο στο νόμο ή το καταστατικό, η απόφαση είναι άκυρη. 2. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου άρθρου, θεωρείται ότι συγκλήθηκε η γενική συνέλευση, αν υπήρξε πρόσκλησή της προερχόμενη από την εταιρεία και περιέχουσα τουλάχιστον ένδειξη της ημερομηνίας και του τόπου της γενικής συνέλευσης και η πρόσκληση αυτή δημοσιεύθηκε κατά τον νόμο και το καταστατικό. Ως προερχόμενη από την εταιρεία θεωρείται η πρόσκληση όταν έχει γίνει από το διοικητικό συμβούλιο ή μέλος του ή και από τα πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 121 και της παραγράφου 1 του άρθρου 141. 3. Η προβολή ακυρότητας εκ μέρους μετόχου λόγω έλλειψης σύγκλησης της γενικής συνέλευσης δεν είναι επιτρεπτή, αν ο μέτοχος αυτός μεταγενέστερα δήλωσε προς την εταιρεία εγγράφως ή με δήλωσή του στα πρακτικά, ότι η γενική συνέλευση συνεδρίασε νομίμως. 4. Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο, μέτοχο ή τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον, δικαστικά ή με ρητή έγγραφη εξώδικη δήλωσή του προς την εταιρεία, μέσα σε προθεσμία ενός (1) έτους από τη λήψη της απόφασης ή, αν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. Η προβολή της ακυρότητας πρέπει να αναφέρεται σε συγκεκριμένη απόφαση και να περιγράφει το λόγο, που, κατά την άποψη του δηλούντος, προκαλεί την ακυρότητα. Σε περίπτωση που με τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας καθίσταται παράνομος ή αντικείμενος στη δημόσια τάξη, καθώς και όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία. […] 6. Η ακυρότητα μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 4[…] 8. Η αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας απόφασης της γενικής συνέλευσης, που έχει καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ., η δικαστική απόφαση παντός βαθμού δικαιοδοσίας που αναγνωρίζει την ακυρότητά της και η δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα ή αναστέλλεται η ισχύς της υποβάλλονται σε δημοσιότητα.»

Στο άρθρο 140 περί ανυπόστατων αποφάσεων που έγιναν χωρίς συνεδρίαση της ΓΣ ορίζεται ότι: «1. Στις αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς συνεδρίαση, σύμφωνα με το άρθρο 135, οι διατάξεις για την ακυρωσία και την ακυρότητα των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης των άρθρων 137 και 138 εφαρμόζονται αναλόγως. 2. Στην περίπτωση προσυπογραφής πρακτικού, σύμφωνα με το άρθρο 136, η απόφαση είναι ανυπόστατη, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής. Απόφαση που λαμβάνεται με τον τρόπο αυτόν και αντίκειται στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρη. Οι παράγραφοι 4 έως 8 του άρθρου 138 εφαρμόζονται αναλόγως».

Στο άρθρο 92 ορίζεται ότι: «1. Το διοικητικό συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτό το ήμισυ πλέον ενός των συμβούλων, ουδέποτε όμως ο αριθμός των παρόντων ή αντιπροσωπευόμενων συμβούλων μπορεί να είναι μικρότερος των τριών (3). Για την εξεύρεση του αριθμού απαρτίας παραλείπεται τυχόν προκύπτον κλάσμα. 2. Εφόσον δεν ορίζει διαφορετικά ο νόμος ή το καταστατικό, οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται έγκυρα με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων και αντιπροσωπευόμενων μελών. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου. 3. Κάθε σύμβουλος μπορεί να αντιπροσωπεύει εγκύρως μόνον έναν άλλο σύμβουλο. 4. Η αντιπροσώπευση στο διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να ανατεθεί σε πρόσωπα που δεν αποτελούν μέλη του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν η αντιπροσώπευση ανατεθεί σε τυχόν αναπληρωματικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου».

Κατά το άρθρο 95 περί ελαττωματικών αποφάσεων του ΔΣ προβλέπεται ότι «1. Αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, το περιεχόμενο των οποίων αντίκειται στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρες. 2. Αποφάσεις που λήφθηκαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό είναι επίσης άκυρες, εκτός αν λήφθηκαν ομοφώνως από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, παρόντα ή νομίμως εκπροσωπούμενα. 3. Την ακυρότητα μπορούν να επικαλεσθούν, εντός έξι (6) μηνών από την καταχώριση της απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με το άρθρο 12, ή από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών, σύμφωνα με το άρθρο 93, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τρίτοι δε, μέτοχοι ή μη, αν έχουν προσωπικό και ειδικό έννομο συμφέρον. Αν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η δυνατότητα επίκλησης δεν υπόκειται σε προθεσμία. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα μπορεί είτε να προταθεί από τους μετόχους είτε να ληφθεί υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. 4. Αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου που αφορούν ζητήματα της παραγράφου 4 του άρθρου 27, της παραγράφου 2 του άρθρου 56, της παραγράφου 1 του άρθρου 71 και των περιπτώσεων α, β και ε της παραγράφου 2 του άρθρου 117 είναι άκυρες ή ακυρώσιμες, με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 137 και 138. Η περίπτωση β της παραγράφου 2 του άρθρου 137 δεν εφαρμόζεται. 5. Αν η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της οποίας η ακυρότητα αναγνωρίσθηκε δικαστικά υπέκειτο σε δημοσιότητα, το ίδιο ισχύει και για τη δικαστική απόφαση που αναγνώρισε την ακυρότητά της. 6. Το παρόν άρθρο δεν επηρεάζει την εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 86.»

 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ – ΔΙΑΦΩΝΙΕΣ ΕΤΑΙΡΩΝ ΣΕ ΜΙΑ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ Ή ΕΤΕΡΡΟΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΝΟΥΝΤΟΣ ΕΤΑΙΡΟΥ

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Σε μία ομόρρυθμη ή ετερρόρυθμη εταιρεία είναι σύνηθες να υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες και αντιδικίες ως προς την διαχείριση, την εκπροσώπηση της εταιρείας, τις συναλλαγές και τις εταιρικές επιλογές. Ο νομοθέτης έχει καλύψει κάθε τυχόν τέτοια προβληματική περίπτωση και έχει εισαγάγει δυνατότητες δικαστικής επίλυσης του όποιου προβλήματος ανακύπτει, που περιλαμβάνουν και την απομάκρυνση του διαφωνούντος εταίρου.

 

Μία εκ των λύσεων για την επίλυση των διαφωνιών είναι η απομάκρυνση του διαφωνούντος εταίρου, με δύο τρόπους:

  • Είτε επιλέγει ο ίδιος να εξέλθει και να φύγει από την εταιρεία

 

  • Eίτε επιλέγει κάποιος άλλος εταίρος την δικαστική προσφυγή για να εκδιωχθεί ο εταίρος από την εταιρεία

Στην πρώτη περίπτωση ο εταίρος που διαφωνεί επιλέγει να φύγει από την εταιρεία (έξοδος εταίρου). Φυσικά δεν θα χαρίσει την μερίδα του και την εταιρική του συμμετοχή στους άλλους άλλους εταίρους. Θα αποζημιωθεί πλήρως και αυτό γίνεται με δικαστική εκτίμηση της εταιρικής του συμμετοχής-μερίδας και με καταβολή χρημάτων σε αξία όση και η αξία της μερίδας του στην εταιρεία. Μάλιστα ο υπολογισμός γίνεται όχι με στενά λογιστική αποτίμηση (φορολογική αποτίμηση) αλλά με συνυπολογισμό και άλλων υπεραξιών όπως η πελατεία, τα διαφυγόντα κέρδη του μέλλοντος, η δυναμική της εταιρείας κλπ.

Στην δεύτερη περίπτωση που ο εταίρος που διαφωνεί δεν επιθυμεί να εξέλθει και να φύγει μόνος του, ο νομοθέτης έχει εισάγει με αυστηρές προϋποθέσεις την δικαστική δυνατότητα των άλλων εταίρων να τον απομακρύνουν από την εταιρεία.

Δηλαδή οι άλλοι εταίροι έχουν την επιλογή να προβούν σε αποκλεισμό-απομάκρυνση του εταίρου από την εταιρεία.

Και πάλι χρειάζεται δικαστική απόφαση και πάλι ο εταίρος αυτός θα αποζημιωθεί για την εταιρική μερίδα που χάνει αλλά οι άλλοι εταίροι θα μπορούν να συνεχίσουν μόνοι τους την λειτουργία της εταιρείας τους. 

Η ύστατη λύση είναι η λύση και εκκαθάριση της εταιρείας, αν καμία από τις παραπάνω επιλογές δεν είναι δυνατή.

Φυσικά δυνατή είναι και η αντικατάσταση ενός διαχειριστή-εκπροσώπου από την εταιρεία, δηλαδή η απομάκρυνσή του από την διοίκηση αλλά χωρίς να απομακρυνθεί και από την εταιρεία ως εταίρος.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

LEASING: ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ ΤΟΥ «ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ» ΚΑΙ ΑΜΥΝΑ ΤΟΥ «ΜΙΣΘΩΤΗ».

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2021 by spiliopouloslaw

 

Ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση προ της λήξεως αυτής, εάν ο μισθωτής αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, κυρίως εάν ο τελευταίος περιέλθει σε υπερημερία ως προς την καταβολή του μισθώματος.

Με την καταγγελία λύεται η χρηματοδοτική μίσθωση και ο εκμισθωτής δικαιούται να αναζητήσει το πράγμα από το μισθωτή είτε με διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ) είτε με αγωγή αποβολής από τη νομή (άρθρα 984, 987 και 998 ΑΚ - αντιποίηση) είτε με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 733 - 734 ΚΠολΔ). Επίσης, μπορεί να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής. 

Στους όρους της συμβάσεως περιλαμβάνεται συνήθως και η πρόβλεψη ότι σε περίπτωση έκτακτης καταγγελίας της συμβάσεως, λόγω π.χ. υπερημερίας του μισθωτή, όλα τα μισθώματα καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά ώστε να καλύπτεται το σύνολο των εξόδων και τα κέρδη της εταιρίας.

Τυχόν όρος στη σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως λόγω καθυστερήσεως περί την καταβολή ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων (ή λόγω παραβάσεως κάποιας άλλης σημαντικής συμβατικής υποχρεώσεως) ο εκμισθωτής δύναται να απαιτήσει επιπλέον, δηλαδή σωρευτικώς, εκτός από τα οφειλόμενα ληξιπρόθεσμα μισθώματα και την απόδοση - επιστροφή του πράγματος, και τα μελλοντικά μη εισέτι ληξιπρόθεσμα μισθώματα, είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτός και έγκυρος, κρίνεται όμως ως συνομολογηθείσα ποινική ρήτρα, η οποία, εάν τυγχάνει δυσαναλόγως μεγάλη υπόκειται σε μείωση από το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη, στο προσήκον μέτρο, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ (ΑΠ 1439/2012 ΕφΑΔ 2013, 136, ΑΠ 605/2010 ΕλλΔνη 52, 139, ΕφΑΘ 2324/2009 ΕλλΔνη 53, 1396, ΕφΑΘ 5636/2003 ΕλλΔνη 45, 265, ΕφΑΘ 4747/2002 ΕλλΔνη 44, 567), ενώ δεν αποκλείεται η εν λόγω αξίωση να κριθεί ως καταχρηστική, εάν ο οφειλέτης επικαλεσθεί και αποδείξει περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν κατάχρηση δικαιώματος κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, στη διαμόρφωση της κρίσης του για το χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης και στη συνέχεια για το μέτρο που πρέπει να μειωθεί, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που συντρέχουν κατά περίπτωση, ιδίως δε το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή, που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματος του και την ενδεχόμενη ωφέλεια του από την μη εκπλήρωση της παροχής, καθώς και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και τα απώτερα ακόμη επιβλαβή γενικώς αποτελέσματα, τα οποία είχε γι` αυτόν η μη εκπλήρωσή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής, όχι δε απλώς τη μη επέλευση σ` αυτόν ζημίας ή το μέγεθος αυτής, αφού, κατά το άρθρο 405 ΑΚ η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη ζημία.

Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι ο ζητών τη μείωση της ποινής ως υπέρμετρης πρέπει να επικαλεσθεί στην αίτηση του ορισμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων παρίσταται υπέρμετρη η ποινή, και, σε περίπτωση αμφισβητήσεώς τους, να αποδείξει αυτά, μη αρκούντος μόνο του περιστατικού, ότι η ζημία του δανειστή είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΠΩΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΕ ΙΚΕ

Παρασκευή, 03 Δεκεμβρίου 2021 by spiliopouloslaw

 

Η διαδικασία μετατροπής μίας προσωπικής εταιρείας σε ΙΚΕ προβλέπεται στο Ν. 4601/2019. Ειδικότερα, νομοθετικά προβλέπονται τρία επί μέρους στάδια:

α. Σύνταξη Έκθεσης του Διαχειριστή της Προσωπικής Εταιρείας

β. "Αποτίμηση" της αξίας της εταιρείας

γ. Απόφαση των Εταίρων της ΟΕ και καταχώριση στο ΓΕΜΗ, μαζί με το καταστατικό της ΙΚΕ.

Η απόφαση των εταίρων προσωπικής εταιρείας για τη μετατροπή της λαμβάνεται με ομοφωνία.

Εφόσον εταίρος της υπό μετατροπή εταιρείας ευθύνεται προσωπικά, μετά τη μετατροπή, για τα χρέη της εταιρείας με τη νέα της νομική μορφή απαιτείται η ρητή συναίνεσή του.

Η απόφαση των εταίρων για τη μετατροπή και η εταιρική σύμβαση της εταιρείας με τη νέα νομική της μορφή πρέπει να περιλαμβάνουν και τους εταίρους που, ως εταίροι της εταιρείας με τη νέα νομική της μορφή ευθύνονται προσωπικά για τα χρέη της, εφόσον συντρέχει περίπτωση τέτοιας ευθύνης.

Δεν απαιτείται γραπτή έκθεση προς τους εταίρους από το διαχειριστή, εφόσον το σύνολο των εταίρων της υπό μετατροπή εταιρείας είναι συγχρόνως και διαχειριστές της.

Σε περίπτωση μετατροπής σε κεφαλαιουχική εταιρεία απαιτείται προηγούμενη εξακρίβωση της αξίας της περιουσίας της υπό μετατροπή εταιρείας από τα πρόσωπα της παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 4548/2018.

Η έκθεση εξακρίβωσης που συντάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 υποβάλλεται σε δημοσιότητα με ανάλογη εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 17 του ν. 4548/2018.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΙΔΡΥΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2021 by spiliopouloslaw

Η ίδρυση εταιρείας στην Κύπρο από  Έλληνες (φυσικά ή και νομικά πρόσωπα) είναι μια πολύ συχνή και επαναλαμβανόμενη πρακτική τα τελευταία χρόνια για μια σειρά από λόγους (φορολογικούς,  λειτουργικούς κλπ).

Το νέο στοιχείο που ισχύει για τις εταιρείες στην Κύπρο,  είναι ότι,  από τον Μάρτιο 2022 οι μέτοχοι της εταιρείας θα πρέπει να είναι γνωστοί και να κατονομάζονται μέχρι του τελευταίου φυσικού προσώπου, με αποτέλεσμα να είναι λιγότερο επιθυμητή ως επιλογή,  η συμμετοχή στην εταιρεία Κυπρίων πολιτών ως εκπροσώπων της εταιρείας.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΙΔΡΥΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ – ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2021 by spiliopouloslaw

Η ίδρυση και λειτουργία εταιρείας στην γειτονική Βουλγαρία από Έλληνες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) είναι πολύ διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια για διάφορους λόγους,  όπως φορολογικούς, λόγους περιστολής κόστους  ανάγκη  ίδρυσης υποκαταστημάτων  και άλλους. Ως αποτέλεσμα αυτού, στην Βουλγαρία υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός εταιρειών Ελληνικών συμφερόντων που λειτουργούν και δραστηριοποιούνται ενεργά στη γειτονική χώρα ενώ επιπλέον υπάρχει και ένας μεγάλος αριθμός εταιρειών Ελληνικών συμφερόντων που εμφανίζει μικρή ή τυπική δραστηριότητα.

Ωστόσο, ενώ η σύσταση μιας εταιρείας στη Βουλγαρία είναι αρκετά οικονομική και σχετικά γρήγορη (όπως θα αναφερθεί παρακάτω) το τελευταίο διάστημα έχουν εμφανιστεί σοβαρά προβλήματα στην ίδρυση και κυρίως  πρακτική λειτουργία νέων εταιρειών, καθότι οι Τραπεζικές αρχές στη Βουλγαρία δεν ανοίγουν ή ανοίγουν με μεγάλη δυσκολία τραπεζικούς λογαριασμούς σε ξένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η ΥΠΟΜΙΣΘΩΣΗ ΣΤΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2021 by spiliopouloslaw

Στις εμπορικές μισθώσεις απαγορεύεται στο μισθωτή να παραχωρήσει ολικώς ή μερικώς το μίσθιο σε οποιονδήποτε τρίτο, εφόσον δεν του έχει παρασχεθεί τέτοιο δικαίωμα κατόπιν προηγούμενης συμφωνίας του με τον εκμισθωτή (άρθρ. 11 παρ. 1 εδ. α΄ του Π.Δ. 34/1995). Ωστόσο η διάταξη περί απαγόρευσης της παραχώρησης της χρήσης του μισθίου είναι ενδοτικού δικαίου, που σημαίνει ότι επιτρέπεται να συμφωνηθεί το αντίθετο από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Η υπομίσθωση αποτελεί νέα και αυτοτελή μισθωτική σύμβαση, που συνάπτεται στο πλαίσιο της κύριας μισθωτικής, η οποία εξακολουθεί να ισχύει μεταξύ των αρχικά συμβαλλομένων χωρίς να έχει οποιαδήποτε επίδραση στις σχέσεις μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή/υπεκμισθωτή, με τον τελευταίο να παραμένει υπεύθυνος έναντι του πρώτου παρά την ύπαρξη του υπομισθωτή στο μίσθιο.

 Ο υπομισθωτής δεν υπεισέρχεται στην κύρια μίσθωση, έστω κι αν έχει συμφωνηθεί ότι θα ευθύνεται εις ολόκληρον με το μισθωτή για τις υποχρεώσεις του έναντι του εκμισθωτή.

Το ύψος του υπομισθώματος συνομολογείται από τους συμβαλλομένους ελεύθερα και ανεξάρτητα από τη διαμόρφωσή του στο πλαίσιο της κύριας μίσθωσης. Η απευθείας καταβολή του μισθώματος στον εκμισθωτή από τον υπομισθωτή (αντί του οφειλέτη μισθωτή) και η άνευ εναντιώσεως του εκμισθωτή είσπραξή του δεν αρκεί για να υποδηλώσει τη συναίνεσή του σε γενομένη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως, αν και γίνεται δεκτό ότι από την ανοχή του τελευταίου μπορεί να συνάγεται η εκ μέρους του σιωπηρή αποδοχή της υπομισθώσεως.

Η υπομίσθωση ως σύμβαση παρεπόμενη της κύριας μίσθωσης δεν μπορεί να συμφωνηθεί με διάρκεια μεγαλύτερη της κύριας, ενώ απαιτείται πάντα για το κύρος της η συναίνεση του εκμισθωτή.

Αν η κύρια μίσθωση είναι άκυρη, η υπομίσθωση δεν μπορεί να προβληθεί έναντι του εκμισθωτή, έστω και αν έχει συναφθεί εγκύρως, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της. Εάν υπάρχει συμφωνία μεταξύ εκμισθωτή και υπομισθωτή να καταβάλλεται το υπομίσθωμα από το δεύτερο απευθείας στον πρώτο, μπορεί να εκδοθεί νομίμως κατ’ αυτού διαταγή πληρωμής.

Εάν λήξει με οποιονδήποτε τρόπο η μίσθωση, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση της χρήσεως του μισθίου τόσο από το μισθωτή όσο και από τον υπομισθωτή, έστω και αν η μίσθωση απολαμβάνει την προστασία του Π.Δ. 24/1995. Συνεπώς, η λύση της μισθώσεως συνεπάγεται και τη λύση της γενομένης υφ’ οιανδήποτε μορφή παραχωρήσεως της χρήσης του μισθίου σε τρίτον.

Επιπλέον, παρέχεται εκ του νόμου δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης άνευ αποζημιώσεως του μισθωτή, αν αυτός έχει προβεί σε υπεκμίσθωση ή/και παραχώρηση χρήσης αυτού, παρά την απαγόρευση. Δικαίωμα καταγγελίας δεν υφίσταται αν η γενομένη παραχώρηση χρήσεως του μισθίου είχε επιτραπεί στο μισθωτή δια συμφωνίας του με τον εκμισθωτή είτε κατά τη σύναψη της μίσθωσης είτε και αργότερα, ρητώς ή σιωπηρώς. Το αυτό ισχύει και αν ο εκμισθωτής είχε συγκατατεθεί στην παραχώρηση εγκρίνοντάς την εκ των υστέρων.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ- ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ σε περίπτωση που ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή επιβραδύνει την εκτέλεση του.

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2021 by spiliopouloslaw
 

Ο εργοδότης, έχει το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου στην περίπτωση που, λόγω της μη έγκαιρής έναρξης ή επιβράδυνσης εκτέλεσης του έργου από τον εργολάβο, προβλέπεται με βεβαιότητα, πριν την παρέλευση του χρόνου παράδοσης του αναληφθέντος έργου, ότι ο εργολάβος δεν θα κατορθώσει να το αποπερατώσει εγκαίρως.

Ειδικότερα, παρέχεται στον εργοδότη, σε χρόνο προ του ληξιπροθέσμου της παροχής, το δικαίωμα της διαταξης 686 εδ.α΄, ήτοι της υπαναχώρησης από την σύμβαση, που αποτελεί «ειδικά ρυθμισμένη περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης, με την ειδικότερη μορφή της εκ των προτέρων αθέτησης της σύμβασης». Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης 686 εδ. α΄ ΑΚ είναι οι εξής:

  1. Η μη έγκαιρη έναρξη ή η επιβράδυνση εκτέλεσης του έργου. Για μη έγκαιρη έναρξη της εκτέλεσης του έργου ομιλούμε, όταν ο εργολάβος δεν έχει αρχίσει την εκτέλεση του έργου κατά το συμφωνημένο χρόνο. Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών, ο χρόνος έναρξης προσδιορίζεται από τον εφαρμοστή του δικαίου, βάσει της αρχής της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (200, 288 ΑΚ), συνεκτιμωμένου του χρόνου εντός του οποίου πρέπει να περατωθεί το έργο.(ίδετε σχετικές ΕφΠειρ 61/2018, ΑΠ 1393/2012, ΑΠ 1772/2007). Επιβράδυνση εκτέλεσης υπάρχει όταν ο εργολάβος δεν τηρεί το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του έργου που συμφωνήθηκε ή το ρυθμό εκτέλεσης, που βάσει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (200, 288 ΑΚ) απαιτείται για την κατασκευή παρόμοιων έργων. Πιο συγκεκριμένα, ελλείψει συμφωνίας των μερών, ο χρόνος αυτός προσδιορίζεται από το δικαστήριο, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 323 ΑΚ (ΑΠ 1393/2012, ΑΠ 1772/2007).
  2. Η έλλειψη υπαιτιότητας του εργοδότη.
  3. Η αδυναμία έγκαιρης περάτωσης του έργου.
  4. Η ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου στην καθυστέρηση είναι προϋπόθεση εφαρμογής της εν λόγω διάταξης;

Σύμφωνα με την νομολογία και την θεωρία, για την εφαρμογή της διάταξης, αρκεί και καθυστέρηση που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου. Έτσι, η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται και όταν η μη έγκαιρη έναρξη ή η επιβράδυνση εκτέλεσης του έργου οφείλεται σε τυχαία περιστατικά που κείνται εκτός της σφαίρας επιρροής του εργοδότη.

Συντρεχουσών των ανωτέρω προϋποθέσεων, και, εφόσον τα μέρη δεν έχουν θέσει διαφορετικές προϋποθέσεις στη μεταξύ τους συμφωνία, δεδομένου του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του αρ. 686 εδ. α΄ΑΚ, παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα «προτερόχρονης υπαναχώρησης» από τη σύμβαση έργου.

Πρόκειται περί νόμιμης υπαναχώρησης, στην οποία, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για τη συμβατική υπαναχώρηση (387 §2 ΑΚ). Δεν απαιτείται η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ. του ΑΚ, γιατί πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από το νόμο και σε αυτήν εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 του ΑΚ.

Η υπαναχώρηση συνιστά μονομερή απευθυντέα δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, η δε δήλωση αυτής, ρητή ή και σιωπηρή, δεν υπόκειται σε τύπο, είναι απρόθεσμη και μπορεί να γίνει και με την άσκηση αγωγής. Ο ασκών το δικαίωμα υπαναχώρησης εργοδότης θα πρέπει στη σχετική δήλωσή του να συμπεριλάβει τον λόγο της υπαναχώρησης, διαφορετικά, η σχετική δήλωση βούλησής του, θα ισχύσει κατά μετατροπή (182 ΑΚ) ως καταγγελία της σύμβασης έργου, κατ’ αρ. 700 ΑΚ, συνεπώς θα πρέπει να αναφέρεται ο λόγος υπαναχώρησης, τόσο για να μπορέσει ο εργολάβος να αμυνθεί, αλλά και για να μην προκύψει σύγχυση σχετικά με το αν πρόκειται για την υπαναχώρηση του άρθρου 686 εδ. α` ΑΚ ή για την καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ.

Ως προς τα αποτελέσματα της άσκησης τους δικαιώματος υπαναχώρησης, η σύμβαση αυτή καταργείται από τη στιγμή της κατάρτισής της (ex tunc), η νομική σχέση ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργολάβο διαλύεται αυτοδικαίως και αναδρομικά, επέρχεται απόσβεση όλων των υποχρεώσεων αυτών για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωσή τους να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθ. 904 επόμ ΑΚ), για αιτία που έληξε.

Έτσι, ο μεν εργοδότης οφείλει να επιστρέψει το τυχόν εκτελεσθέν τμήμα του έργου, ο δε εργολάβος την αμοιβή που έλαβε μέχρι την υπαναχώρηση, καθώς και ό,τι ο εργοδότης του παρέδωσε για την εκτέλεση του έργου (υλικά, το πράγμα επί του οποίου εκτελούσε το έργο). Στην περίπτωση αδυναμίας της αυτούσιας απόδοσης του ληφθέντος αντικειμένου, ο οφειλέτης αποδίδει το γι’ αυτό ληφθέν αντάλλαγμα. Επί παροχής έργου αντάλλαγμα είναι η κατά το χρόνο της παροχής αξία του μέρους του έργου που εκτελέστηκε και παραδόθηκε. Η αξία αυτή δεν αποτελεί αμοιβή, αλλά ωφέλεια κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ.

Στην περίπτωση που εκτελέστηκε ένα μόνο μέρος του έργου, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον να υπαναχωρήσει μόνο σε σχέση με το τμήμα του έργου, που δεν έχει εκτελεστεί κατά το χρόνο της υπαναχώρησης, οφείλοντας στην περίπτωση αυτή μόνο αντίστοιχη αμοιβή για τις εργασίες, που μέχρι το χρόνο εκείνο εκτελέστηκαν. Η υπαναχώρηση αυτή ενεργεί στην πραγματικότητα ως καταγγελία της σύμβασης, αφού ισχύει για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου, που εκτελέστηκε μέχρι την άσκησή της.

Τέλος, ας σημειωθεί ότι ο εργοδότης, σε περίπτωση μη έγκαιρης έναρξης ή εκτέλεσης του έργου, έχει το δικαίωμα, αντί να ασκήσει το δικαίωμα «προτερόχρονης υπαναχώρησης», σύμφωνα με το εδ. α΄ της 686 ΑΚ, να αναμείνει το χρόνο παράδοσης του έργου και να ασκήσει τα δικαιώματά του από την υπερημερία του εργολάβου.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – Πότε θεωρείται εργατικό ατύχημα.

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2021 by spiliopouloslaw

Τροχαίο ατύχημα κατά την μετάβαση στην εργασία, θεωρείται ως ατύχημα εντός εργασίας, εφόσον υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ατυχήματος και εργασίας.

Με την υπ’ αρ. 8452/2020 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η προσφυγή κατά απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ., με την οποία απορρίφθηκε ο χαρακτηρισμός του τροχαίου ατυχήματος του προσφεύγοντος ως ατύχηματος  εντός εργασίας.

Ως εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε βίαιο συμβάν, το οποίο προκάλεσε θάνατο ή αναπηρία, που παρακωλύει την εργασία και το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, τελεί δε προς αυτήν, άμεσα ή έμμεσα, σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος (ΣτΕ 1727/2016, 1291/2015, 3009/2005, 1692/2003, 3280/1992 Ολ., πρβλ. ΣτΕ 1549/2013, 3485/2011 κ.ά.)· υφίσταται, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εργασίας και του ατυχήματος (ΣτΕ 1291/2015, 2394/1991).

Περαιτέρω, ως ατύχημα με το χαρακτήρα αυτόν θεωρείται και το επισυμβάν, υπό ανάλογες συνθήκες, κατά τη μετάβαση του ασφαλισμένου στον τόπο της εργασίας του ή την αποχώρησή του από αυτόν, αρκεί να υφίσταται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος (ΣτΕ 3785/2014, 454, 1549, 4299/2013, 1012/2003, 5446/1995,575/1993, 2574, 394/1992, 3475/1987 κ.ά.).

Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταθέτει εντός ορισμένου χρόνου και ενώπιον του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, πίνακες, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τον τόπο εργασίας των εργαζομένων καθώς και το ωράριο εργασίας τους, ενώ η ορθότητα των ανωτέρω στοιχείων των εργαζομένων, όπως και η μεταβολή αυτών, αποτελούν ευθύνη του εργοδότη.

 

Η Τοπική Διοικητική Επιτροπή του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. (καθ’ ού Οργανισμός) έσφαλε, λαμβάνοντας υπόψη τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ατυχήματος και της εργασίας, επικαλούμενη την δήλωση του εργοδότη του προσφεύγοντος, σχετικά με τον τόπο εργασίας του και το ωράριό του, καθώς αυτή τελικώς απεδείχθη ανακριβής.

Συγκεκριμένα, η κατά το άρθρο 16 του ν. 2874/2000 αναγραφή στις καταστάσεις προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας, ότι τόπος εργασίας του προσφεύγοντος είναι η … , δεν αποκλείει την παράλειψη αναφοράς μεταβολής του τόπου εργασίας εκ μέρους της εταιρείας, στην οποία ανήκει και η ευθύνη για την δήλωση των σχετικών μεταβολών των στοιχείων των εργαζομένων της. Εξάλλου, η επικαλούμενη από το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ κατάσταση προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας, η οποία αναγράφει ότι ο προσφεύγων εργάζεται στην …, έρχεται σε αντίθεση με την ανωτέρω δήλωση της εταιρείας στην αναγγελία εργατικού ατυχήματος, στην οποία δηλούται ότι το ατύχημα συνέβη στην ..., κατά την προσέλευση στην εργασία και δη στα γραφεία της εταιρείας στο … .

Περαιτέρω, η φύση της εργασίας του προσφεύγοντος ως πωλητή, όπως προκύπτει και από την προσκομιζόμενη σύμβαση εργασίας του με την εταιρεία, επιτάσσει ευελιξία ωραρίου, και, ως εκ τούτου, η προκύπτουσα από τα προσκομιζόμενα έγγραφα διαφορά κατά μία ώρα στην έναρξη και την λήξη του ωραρίου εργασίας του (σε σχέση με το ωράριο εργασίας που προβάλλει ο προσφεύγων), παρίσταται εύλογη.

Εν όψει αυτού, το ατύχημα του προσφεύγοντος συνέβη εντός ευλόγου χρόνου που απαιτείται κατά τα κοινώς γνωστά για να μεταβεί ο προσφεύγων από τον τόπο του ατυχήματος στον τόπο εργασίας του κατά τις πρωινές ώρες αιχμής. 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος κατά την μετάβαση του ασφαλισμένου στον τόπο της εργασίας του.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής, η οποία έκρινε ότι το ατύχημα έλαβε χώρα εκτός εργασίας είναι εσφαλμένη και πρέπει να ακυρωθεί.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

GDPR – ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ ΣΕ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΜΕΡΩΝ

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2021 by spiliopouloslaw

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επέβαλε πρόστιμο ύψους 15.000,00 ευρώ σε εταιρεία για παράνομη εγκατάσταση και λειτουργία συστήματος βιντεοεπιτήρησης στους χώρους γραφείων των εργαζομένων και στην κουζίνα του χώρου εργασίας κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 1 α’ και γ’ και 5 παρ. 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Επιπλέον, η Αρχή διέταξε την απεγκατάσταση των καμερών και τη διαγραφή τυχόν συλλεγέντος υλικού.

 Σύμφωνα με την πρόσφατη Απόφαση 23/2021 της Αρχής  Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η  μετάδοση της εικόνας των προσώπων που βρίσκονται στην εμβέλεια των καμερών στην οθόνη προβολής του ηλεκτρονικού υπολογιστή του διαχειριστή της εταιρείας, ο οποίος είχε την τεχνική δυνατότητα να εμφανίσει στην οθόνη την πλήρη εικόνα ή να την καλύψει μαυρίζοντας την οθόνη, ανά πάσα στιγμή και με εύκολο τρόπο μέσω σχετικής ρύθμισης από το καταγραφικό, ακόμα και αν για τη ρύθμιση αυτή χρειαζόταν η συνδρομή του εγκαταστάτη των καμερών, συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων η οποία παραβιάζει τις διατάξεις του ΓΚΠΔ. Περαιτέρω, η ύπαρξη και μόνο καμερών σε χώρους για τους οποίους έχει ήδη κριθεί με την υπ’ αριθμ. 1/2011 Οδηγία της Αρχής ότι απαγορεύεται εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων βιντεοεπιτήρησης, όπως χώρους γραφείων και εστίασης, προσβάλλει υπέρμετρα τα δικαιώματα των εργαζομένων και παραβιάζει τις διατάξεις του ΓΚΠΔ.

Ολόκληρη η απόφαση στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://www.dpa.gr/sites/default/files/2021-06/23_2021anonym.pdf

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  • 16
  • 17
  • 18
  • 19
  • 20

Δίπλα σας αποτελεσματικά & με συνέπεια

Επικοινωνήστε μαζί μας

Please enable JavaScript in your browser to complete this form.
Ονομ/νυμο *
Loading

ΒΑΣΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Εμπορικό Δίκαιο - Εταιρείες
Τροχαία Ατυχήματα
Ακίνητα - Διαχείριση Ακινήτων
Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία - Σήματα
Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
Διοικητικό Δίκαιο
Εργατικό Δίκαιο
Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες

ΠΡΟΦΙΛ

Αρχική
Το Γραφείο μας
Τομείς Δραστηριότητας
Υποθέσεις
Συνεργάτες
Νομικά Θέματα για Ιδιώτες
Νομικά Θέματα για Επιχειρήσεις
Πελατολόγιο
Επικοινωνία
Όροι Χρήσης - Πολιτική Απορρήτου - Πολιτική Χρήσης Cookies

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΠΗΛΙΟΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ & Συνεργάτες
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Βουκουρεστίου 18, Αθήνα 106 71
210 3387530, 210 3387540
E-mail: spilios@spiliopouloslaw.com

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Αποτυχία, παρακαλούμε προσπαθήστε ξανά.
Σας ευχαριστούμε για την εγγραφή σας.

© 2024 - spiliopouloslaw.com

TOP

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε τη βέλτιστη εμπειρία πλοήγησης στον ιστότοπό μας.

Μπορείτε να μάθετε ποια cookies χρησιμοποιούμε ή να τα απενεργοποιήσετε στις .

  • English (Αγγλικά)
  • Ελληνικά
Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες
Powered by  GDPR Cookie Compliance
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Απολύτως απαραίτητα cookies

Το αυστηρώς απαραίτητο cookie θα πρέπει να είναι ενεργοποιημένο ανά πάσα στιγμή, ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας για ρυθμίσεις cookie.

Εάν απενεργοποιήσετε αυτό το cookie, δεν θα μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που επισκέπτεστε αυτόν τον ιστότοπο θα χρειαστεί να ενεργοποιήσετε ή να απενεργοποιήσετε ξανά τα cookies.

Στατιστικά

Τα στατιστικά cookie βοηθούν τους κατόχους ιστοτόπων να κατανοήσουν πώς αλληλεπιδρούν οι επισκέπτες με ιστότοπους συλλέγοντας και αναφέροντας πληροφορίες ανώνυμα.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Marketing

Τα cookies μάρκετινγκ χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των επισκεπτών σε ιστότοπους. Η πρόθεση είναι να προβάλλονται διαφημίσεις που είναι σχετικές και ελκυστικές για τον μεμονωμένο χρήστη και, ως εκ τούτου, πιο πολύτιμες για εκδότες και διαφημιστές τρίτων.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Πολιτική Cookies

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Πολιτική Cookie