Ένας σημαντικός παράγοντας που εξετάζεται προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα κατοχυρωμένο εμπορικό σήμα προσβάλλει ένα άλλο είναι η ηχητική σύγκριση των δύο, καθώς είναι πιθανόν να προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό λόγω της μεγάλης ηχητικής ομοιότητάς τους. Κατά την εξέταση αυτή λαμβάνεται υπόψιν μια σειρά κριτηρίων, τα οποία εν συντομία αναλύονται παρακάτω.
Κατ’ αρχάς, αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι αν πράγματι τα δύο σήματα ομοιάζουν ηχητικά. Για την κατάφαση της ομοιότητας δεν αρκεί τα δύο σήματα να έχουν ορισμένα κοινά γράμματα, ιδίως αν τα κοινά τους γράμματα δεν είναι τα κυρίαρχα. Το αυτό ισχύει κατά κανόνα τόσο για ελληνικούς όσο και για λατινικούς χαρακτήρες, καθώς πλέον θεωρείται πως ο μέσος καταναλωτής είναι σε θέση να διακρίνει τα γράμματα του λατινικού αλφαβήτου. Ακόμη, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει πρόσφατα κρίνει ότι δεν αρκεί η ύπαρξη κοινού αριθμού συλλαβών στη λέξη ή στις λέξεις που απαρτίζουν τα δύο σήματα, καθώς η προφορά κάθε μίας μπορεί να οδηγεί σε σημαντική διαφοροποίηση που να μην επιτρέπει την σύγχυση μεταξύ των σημάτων.
Αλλά ακόμη κι αν τα σήματα προφέρονται με όμοιο ή παρεμφερή τρόπο, η διαφορετική σημασία εκάστου είναι δυνατή να αποκλείσει τον κίνδυνο σύγχυσης. Ειδικότερα, έχει νομολογιακά κριθεί ότι η διαφορετική έννοια δύο λέξεων, όσο κι αν αυτές ομοιάζουν κατά την προφορά τους, ερεθίζει με πλήρως διαφορετικό τρόπο τον ανθρώπινο εγκέφαλο, κάτι που οδηγεί σε μια εντελώς διαφορετική αντίληψη της κάθε ένδειξης.
Ένας άλλος παράγοντας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για το αν η ηχητική ομοιότητα δύο σημάτων είναι δυνατή να προξενήσει κίνδυνο σύγχυσης, είναι οι συναλλακτικές περιστάσεις στις οποίες χρησιμοποιούνται τα δύο σήματα. Για παράδειγμα, τα κριτήρια διαπίστωσης του κινδύνου σύγχυσης θα είναι πολύ πιο ελαστικά και χαμηλά στην περίπτωση όπου ο καταναλωτής συναλλάσσεται συνήθως ζητώντας προφορικά τα φέροντα το σήμα προϊόντα (λόγου χάριν παραγγέλνοντας το προϊόν σε έναν χώρο εστίασης) σε σχέση με συναλλαγές όπου η ηχητική αποτύπωση του σήματος δεν είναι πρωταρχικό γνώρισμά του, όπως για παράδειγμα μεταξύ δύο σημάτων αυτοκινήτων ή ασφαλιστικών εταιρειών, όπου σημαντικότερη φαίνεται να είναι για τον μέσο συναλλασσόμενο η οπτική παρά η ηχητική του αποτύπωση.
Σημαντικό είναι σε κάθε περίπτωση ότι, ενώ ο ηχητικός παράγοντας μπορεί να αποδειχθεί σημαντικός για την διαπίστωση ή όχι της προσβολής ενός σήματος από ένα άλλο, η αντιπαραβολή δύο σημάτων δεν περιορίζεται ποτέ μόνο στο ηχητικό τους μέρος, αλλά ο εξεταστής προβαίνει σε μία πολυπαραγοντική εκτίμηση του λεκτικού, απεικονιστικού, ηχητικού και εννοιολογικού μέρους κάθε
