Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
Σε περίπτωση επιγενόμενου θανάτου ενός εκ των εταίρων, αναζητείται, αρχικά η βούληση των συμβαλλομένων. Αν δηλαδή προέβλεψαν ρητά με την καταστατική σύμβαση τη συνέχιση της εταιρείας με τους κληρονόμους του θανόντος εταίρου ή αν απέκλεισαν ρητά το ενδεχόμενο αυτό.
Στην πρώτη περίπτωση η εταιρεία συνεχίζει κανονικά τη λειτουργία της και στη θέση του αποβιώσαντος εταίρου, υπεισέρχονται οι εξ αδιαθέτου ή οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του αυτοδικαίως.
Στην δεύτερη περίπτωση κατά την οποία οι εταίροι με την εταιρική σύμβαση όρισαν ρητά, οτι σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των εταίρων, η εταιρεία δε συνεχίζει τη λειτουργία της,αλλά λύεται, η λύση της εταιρείας αποτελεί μονόδρομο, με δεδομένη την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που διέπει το δίκαιο των προσωπικών εταιρειών.
Ακόμη όμως και αν οι εταίροι δεν προέβλεψαν καθόλου το ενδεχόμενο του θανάτου στην εταιρική σύμβαση, τότε εφαρμόζεται η αρχή της συνέχισης της λειτουργίας της εταιρείας.
Εφόσον λοιπόν, η εταιρεία συνεχίσει κανονικά τη λειτουργία της, με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος εταίρου, θα πρέπει να γίνει διάκριση περιπτώσεων, ανάλογα με το αν η εταιρεία είναι ομόρρυθμη ή ετερρόρυθμη, διμελής ή με περισσότερους εταίρους. Ειδικότερα:
Ομόρρυθμη εταιρεία
Στην ομόρρυθμη εταιρεία το άρθρο 265 παρ 1. και 2 του Ν. 4072/2012 ορίζει ότι “1. Σε περίπτωση συνέχισης της εταιρείας με τους κληρονόμους θανόντος εταίρου κάθε κληρονόμος μπορεί να εξαρτήσει την παραμονή του στην εταιρεία από το αν θα λάβει τη θέση ετερόρρυθμου εταίρου. Εφόσον οι εταίροι δεν κάνουν δεκτή την πρόταση, ο κληρονόμος μπορεί να εξέλθει από την εταιρεία. 2.Τα ανωτέρω δικαιώματα μπορεί να ασκήσει ο κληρονόμος μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την αποδοχή της κληρονομίας ή την απώλεια του δικαιώματος για την αποποίησή της. Εφόσον ο κληρονόμος είναι ανίκανος ή περιορισμένα ικανός για άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων, η προθεσμία αρχίζει από το διορισμό του νόμιμου αντιπροσώπου του.”
Με βάση το παραπάνω, καθίσταται σαφές οτι η συνέχιση λειτουργίας της εταιρείας ως ομόρρυθμη, εξαρτάται από το αν ο κληρονόμος κάνει χρήση του δικαιώματος, που του παρέχει το εν λόγω άρθρο, εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Σε αρνητική περίπτωση, ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, λαμβάνει τη θέση του ομόρρυθμου εταίρου και η εταιρεία εξακολουθεί να είναι ομόρρυθμη, ενώ σε καταφατική περίπτωση η εταιρεία μετατρέπεται σε ετερρόρυθμη, με ομόρρυθμο εταίρο τον εναπομείναντα εταίρο και ετερρόρυθμους εταίρους τους κληρονόμους του αποβιώσαντος.
Ετερόρρυθμη εταιρεία
Στην ετερόρρυθμη εταιρεία το άρθρο 281 παρ 1. του Ν. 4072/2012 ορίζει οτι “1. Σε περίπτωση εξόδου, αποκλεισμού ή θανάτου του μοναδικού ομόρρυθμου εταίρου, η ετερόρρυθμη εταιρεία λύνεται, εκτός αν με τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης, που πρέπει να καταχωρισθεί μέσα σε τέσσερις (4) μήνες στο Γ.Ε.ΜΗ., ένας από τους ετερόρρυθμους εταίρους καταστεί ομόρρυθμος εταίρος ή αν εισέλθει στην εταιρεία νέος εταίρος ως ομόρρυθμος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο 259.”
Συνεπώς θα πρέπει να γίνει διάκριση περιπτώσεων και εν προκειμένω, ανάλογα με το αν ο αποβιώσας εταίρος ετερόρρυθμης εταιρείας, είναι ετερόρρυθμος ή ο μοναδικός ομόρρυθμος εταίρος. Στην πρώτη περίπτωση η εταιρεία συνεχίζει κανονικά τη λειτουργία της με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ετερόρρυθμου εταίρου, ενώ στη δεύτερη κάμπτεται ο κανόνας της συνέχισης της λειτουργίας της εταιρείας και αυτή λύεται, καθώς δεν είναι δυνατή η συνέχιση της, χωρίς την ύπαρξη κατ’ ελάχιστο ενός ομόρρυθμου εταίρου.
Στην τελευταία περίπτωση ωστόσο, υπάρχει η δυνατότητα συνέχισης της ετερόρρυθμης εταιρείας, εφόσον μέσα σε χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, από το θάνατο του μοναδικού ομόρρυθμου εταίρου, γίνει τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης, με την οποία είτε ένας εκ των ετερορρύθμων εταίρων καθίσταται ομόρρυθμος, είτε εισέρχεται στην εταιρεία νέος εταίρος, ως ομόρρυθμος. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης, να καταχωρηθεί στην αρμόδια υπηρεσία ΓΕΜΗ, μέσα στην ίδια τετράμηνη προθεσμία.
Η προσωπική εταιρεία (ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη), που αποτελείται από περισσότερους από δυο εταίρους δεν εμφανίζει πρακτικές δυσκολίες, σε περίπτωση θανάτου ενός εξ αυτών, καθώς συνεχίζει κανονικά τη λειτουργία της και η μόνη υποχρέωση των εταίρων της, είναι η τροποποίηση του καταστατικού της, προκειμένου να ενσωματωθούν σε αυτό οι αλλαγές που επήλθαν από το θάνατο ενός εταίρου, όπως για παράδειγμα η μεταβολή των ποσοστών συμμετοχής στην εταιρεία, η διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτής, σε περίπτωση που χρέη διαχειριστή της εταιρείας εκτελούσε ο αποθανών κτλ, προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί στο ΓΕΜΗ και να λάβουν γνώση και οι τρίτοι για τις επιγενόμενες μεταβολές στη σύνθεση και διαχείριση της εταιρείας.
Διμελής εταιρεία
Ο θάνατος εταίρου διμελούς προσωπικής εταιρείας, όπως προαναφέρθηκε δεν αποτελεί λόγο λύσης αυτής, αλλά λόγο εξόδου του αποβιώσαντος εταίρου από την εταιρεία, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως και η αξία της μερίδας του θανόντος εταίρου περιέρχεται στους κληρονόμους του, με βάση το κληρονομικό δίκαιο. Το ως άνω γεγονός, συνιστά μεταβολή στον πρόσωπο των εταίρων και απαιτεί τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης.
Συνεπώς, ο εναπομείνας εταίρος και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος εταίρου, πρέπει να δημοσιεύσουν εντός τεσσάρων μηνών στην υπηρεσία ΓΕΜΗ, τροποποίηση του καταστατικού, με την οποία θα δηλώνονται τα ποσοστά συμμετοχής τους και ο τρόπος επαγωγής της κληρονομιάς στους κληρονόμους. Από πρακτικής απόψεως σε περίπτωση θανάτου εταίρου η διαδικασία που ακολουθείται από την υπηρεσία ΓΕΜΗ είναι η εξής:
Αρχικά καταχωρείται με αίτηση ενός εκ των κληρονόμων ή ενός εκ των επιζώντων εταίρων, η ληξιαρχική πράξη θανάτου και εκδίδεται η σχετική ανακοίνωση. Η δημοσιότητα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου είναι δηλωτική μόνο και όχι συστατική, με την έννοια οτι αφορά στο αντιτάξιμο του γεγονότος του θανάτου και τη συνεπεία αυτού εξόδου του εταίρου, έναντι των καλόπιστων τρίτων.
Σε δεύτερη φάση καταχωρείται τροποποίηση του καταστατικού, η οποία θα πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά από τα νομιμοποιητικά έγγραφα των κληρονόμων, ήτοι ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών, πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο, πιστοποιητικό περί μη αποποίησης κληρονομιάς από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο, πιστοποιητικό περί μη εκκρεμοδικίας από το αρμόδιο Πρωτοδικείο και σε περίπτωση ύπαρξης διαθήκης τα πρακτικά δημοσίευσης της από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο.
Σε περίπτωση ύπαρξης κληρονομητηρίου του αποβιώσαντος προσκομίζεται μόνο αυτό. Η δημοσιότητα της τροποποίησης της εταιρικής σύμβασης είναι συστατική πράξη σύμφωνα με το άρθρο 93 του Ν. 4635/2019.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΠΕΛΑΤΕΙΑΣ ΑΠΟ ΠΡΩΗΝ ΣΤΕΛΕΧΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΑΝΕΥ ΕΤΕΡΟΥ ΠΑΡΑΝΟΜΗ;
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, «απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εφαρμογή της απαιτείται η πράξη, αφενός να έγινε προς τον σκοπό ανταγωνισμού, αφετέρου ν` αντίκειται στα χρηστά ήθη. Ενόψει, περαιτέρω, της ανάγκης εξειδίκευσης των περιπτώσεων κατά τις οποίες πλήττεται η ως άνω γενική ρήτρα των χρηστών ηθών στα πλαίσια του εμπορικού ανταγωνισμού, προς τον σκοπό να επιτευχθεί ομοιόμορφη κατά το δυνατόν επίλυση των κατ` ιδίαν περιπτώσεων και εντεύθεν ασφάλεια δικαίου, προκρίνεται η κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στη γενική αυτή ρήτρα, στις ακόλουθες μορφές:
1) Πράξεις προσέλκυσης πελατείας με αθέμιτες μεθόδους,
2) Πράξεις αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης φήμης και οργάνωσης,
3) Πράξεις αθέμιτης παρεμπόδισης,
4) Πράξεις εκμετάλλευσης ξένης παροχής,
5) Παραβάσεις νομικών δεσμεύσεων και
6) διακινδύνευσης της αγοράς.
Ειδικότερα, οι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στην κατηγορία της αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης οργάνωσης υποκατηγοριοποιούνται στις περιπτώσεις: α) της (αθέμιτης) απόσπασης εργατικού δυναμικού και β) της (αθέμιτης) απόσπασης πελατείας. Και αυτό διότι ένα από τα πολύτιμα οικονομικά αγαθά μιας επιχείρησης με δυναμικό χαρακτήρα αποτελεί και η πελατεία, η επιδίωξη απόσπασης της οποίας από τον ανταγωνιστή απορρέει από την ουσία και τη λειτουργία του οικονομικού ανταγωνισμού, μόνον, όμως, αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις μπορεί η εν λόγω απόσπαση να προσλάβει αθέμιτο χαρακτήρα, όπως συμβαίνει όταν γίνεται με σκοπό εκτόπισης ορισμένου ή ορισμένων ανταγωνιστών από την αγορά και στη συνέχεια την ανενόχλητη ανάπτυξη της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας (ΕφΑθ 3545/2005 ΔΕΕ 2006. 57), ή όταν η απόσπαση γίνεται με παραπλάνηση του πελάτη, μείωση του ανταγωνιστή, με δωροδοκία, με μποϋκοτάζ ή γενικότερα με δόλιες μεθοδεύσεις.
Η απόσπαση πελατείας από πρώην στελέχη (εργαζόμενους, εμπορικούς αντιπροσώπους, διανομείς) μιας επιχείρησης, τα οποία μετά την αποχώρηση τους ασκούν πλέον ανταγωνιστική δραστηριότητα και αποσπούν πελάτες του πρώην εργοδότη τους-παραγωγού, είναι καταρχήν νόμιμη. Εφόσον ο πρώην εργαζόμενος δεν υπόκειται σε μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού με ρητή πρόβλεψη, με την οποία ο πρώην εργοδότης «εξαγοράζει» για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα την αποχή του από τον ανταγωνισμό στην ίδια σχετική αγορά, μπορεί να διεισδύσει στην πελατεία του πρώην εργοδότη του, να ανακοινώσει σ` αυτήν ότι έχει ιδρύσει δική του επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα, αρκεί να μη χρησιμοποιούνται αθέμιτα μέσα ή παραπλανητικές μέθοδοι ή ισχυρισμοί υποτιμητικοί για τον πρώην εργοδότη, ή δεν έχει αποκτήσει πρόσβαση στο πελατολόγιο του πρώην εργοδότη με αθέμιτο τρόπο.
Η υποχρέωση πίστης που υπέχει ο εργαζόμενος έναντι του εργοδότη του (ΑΚ 288) μόνον σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να αναπτύξει μετενέργεια (Μιχ.-Θεοδ. Μαρίνος, ό.π., αριθ. 301-305). Στην περίπτωση που έχει συνομολογηθεί ρήτρα μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού, η οποία θεωρείται καταρχήν έγκυρη, η προσβολή της δεν είναι eo ipso και αθέμιτος ανταγωνισμός. Αλλά και η εκμετάλλευση ξένης φήμης μπορεί με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών να είναι αθέμιτη, όταν επιχειρείται κατά τρόπον αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, όπως συμβαίνει όταν ο ανταγωνιστής εκμεταλλεύεται τη φήμη ξένης επιχείρησης και τους θετικούς συνειρμούς και παραστάσεις που συνδέουν οι σχετικοί συναλλακτικοί κύκλοι με την επιχείρηση αυτή και τα προϊόντα ή υπηρεσίες της, μεταφέροντας τους θετικούς αυτούς συνειρμούς (image transfer) στη δική του επιχείρηση.
Υπό την έποψη των ανωτέρω, και η υποτίμηση, δηλαδή η μείωση της τιμής πώλησης προϊόντων ή υπηρεσιών είναι ελεύθερη και δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη όταν η νέα τιμή είναι ίση προς την αγοραία αξία. Τέτοια αντίθεση υπάρχει όταν συντρέχουν και άλλες περιστάσεις, όπως όταν γίνεται συστηματική υποτίμηση, με πρόθεση εξόντωσης του ανταγωνιστή και με τη δημιουργία κινδύνου εκτοπισμού του από την αγορά ή όταν γίνεται πώληση σε τιμές κάτω του κόστους.
DOMAIN NAME: ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Οι απαιτήσεις τα σύγχρονης αγοράς ωθούν σήμερα σχεδόν κάθε επιχείρηση στην αγορά ενός domain name (όνομα χώρου), προκειμένου να δημιουργήσει την δική της ιστοσελίδα. Ωστόσο, η προστασία που παρέχεται από την αγορά του domain name αποδεικνύεται εν τοις πράγμασι ελλιπής, μη ικανή να προστατεύσει αποτελεσματικά την εκάστοτε επιχείρηση.
Ειδικότερα, η διαδικασία η οποία ακολουθείται κατά την αγορά ενός domain name είναι ένας έλεγχος καθ’ όλα τυπικός, ο οποίος περιορίζεται στη διαπίστωση του αν υπάρχει ήδη καταχωρημένο άλλο πανομοιότυπο όνομα. Παραδείγματος χάριν, αν μία επιχείρηση έχει αγοράσει ως domain name την ένδειξη www.domain.gr, κανείς δεν απαγορεύει σε μία τρίτη επιχείρηση να κατοχυρώσει το όνομα www.thedomain.gr ή www.domain.com, αφού πρόκειται για ενδείξεις μη χρησιμοποιούμενες από άλλον χρήστη. Με άλλα λόγια, ο διενεργούμενος έλεγχος δεν είναι έλεγχος ουσίας, αλλά ένας αυτοματοποιημένος, θα έλεγε κανείς, έλεγχος διαθεσιμότητας της εκάστοτε ένδειξης, που ομοιάζει με αυτόν που γίνεται κατά την δημιουργία username (!) σε διάφορες εφαρμογές. Ελλοχεύει, επομένως, ο κίνδυνος να βρεθεί ο εκάστοτε επιχειρηματίας εκτεθειμένος, καθώς με μόνη την αγορά του συγκεκριμένου domain name δεν δύναται να αξιώσει τη μη χρήση παρεμφερών ενδείξεων από τρίτους.
Δεδομένης της εμφανούς αλυσιτέλειας που χαρακτηρίζει την -απαραίτητη κατά τα λοιπά- αγορά ενός domain name, ένας τρόπος απομένει προκειμένου ο δικαιούχος να είναι και νομικά προστατευμένος ως προς τη χρήση της εκάστοτε ένδειξης: η κατοχύρωσή της ως εμπορικό σήμα. Κι αυτό καθώς, αν στην ανωτέρω περίπτωση η ένδειξη domain είχε κατοχυρωθεί ως εθνικό ή ευρωπαϊκό σήμα στον ΟΒΙ, η χρήση έστω και παρεμφερούς ένδειξης από μία τρίτη επιχείρηση, είτε ως διακριτικό γνώρισμα είτε ως domain name, θα συνιστούσε προσβολή του ήδη κατοχυρωμένου σήματος, αφού θα ήταν ικανή να δημιουργήσει κίνδυνο σύγχυσης μεταξύ των δύο ενδείξεων στο καταναλωτικό κοινό. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος θα είχε δικαίωμα να αξιώσει δικαστικά όχι μόνο τη μη χρήση του διακριτικού γνωρίσματος από τον τρίτο, αλλά και αποζημίωση για τυχόν ζημία που υπέστη από την καθ’ όλα παράνομη αυτή προσβολή του σήματός του.
Επομένως, μόνο με την κατοχύρωση του ονόματος της ιστοσελίδας ως εμπορικού σήματος, κατά την προβλεπόμενη στον ν. 4679/2020 διαδικασία, μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματική προστασία του εκάστοτε δικαιούχου, αφού η παρεχόμενη προστασία αφορά κάθε χρήση εκ μέρους τρίτων ενδείξεων όχι μόνο ταυτόσημων με ήδη κατοχυρωμένες, αλλά και παρόμοιων, ικανών να επιφέρουν κίνδυνο σύγχυσης, ενώ ο έλεγχος που διενεργείται τόσο κατά την κατάθεση του εκάστοτε σήματος όσο και σε περίπτωση αγωγής λόγω προσβολής του είναι ουσιαστικός και όχι τυπικός.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΚΑ (ΙΚΑ) ΣΕ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ – ΠΑΘΟΝΤΟΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ (ΜΠρΗλείας 139/2021)
Το δικάσαν κατ’ έφεση Μονομελές Πρωτοδικείο (ΜΠρΗλείας 139/2021), απέρριψε ως αβάσιμη έφεση του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Το εκκαλούν, επικαλούμενο ότι, για τις οφειλόμενες παροχές για μερική αναπηρία συνεπεία τραυματισμού σε τροχαίο ατύχημα που υπέστη ασφαλισμένος του, υποκαταστάθηκε εκ του νόμο στην αξίωση του τελευταίου για αποζημίωση έναντι του ζημιώσαντος αυτόν, ζήτησε την καταβολή εκ μέρους του υποχρέου των παροχών σύνταξης μερικής αναπηρίας, κύριας και επικουρικής.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.5 του Ν.Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.1 του Ν. 4476/1965 και το άρθρο 18 του Α.Ν. 1654/1986, συνάγεται ότι το ΙΚΑ, για τις οφειλόμενες ασφαλιστικές παροχές προς ασφαλισμένους, οι οποίοι δικαιούνται αποζημίωση για ζημία που προξενήθηκε σε αυτούς λόγω ασθενείας, αναπηρίας ή, όπως εν προκειμένω, τραυματισμού, υποκαθίσταται εκ του νόμου κατά το ποσό των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωση του τελευταίου κατά του ζημιώσαντος. Η υποκατάσταση αυτή επέρχεται εκ του νόμου και ανατρέχει στον χρόνο που γεννήθηκε η ζημία.
Όσον αφορά στο ζήτημα της επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής των επίδικων αξιώσεων του εκκαλούντος, το δικαστήριο έκρινε πως, καθόσον η ένδικη ζημία του παθόντος ήταν προβλέψιμη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ήδη από την αρχή, η αξίωση αποζημίωσης υπέρ του εκκαλούντος για όλη τη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, γεννήθηκε ήδη αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, ήτοι το ατύχημα και ο τραυματισμός.
Ειδικότερα, το δικαστήριο διαπίστωσε πως η λόγω του ατυχήματος κατάσταση της υγείας του ασφαλισμένου και η εξ αυτής ανικανότητά του για εργασία και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν προβλεπτή από την αρχή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ούτε το εκκαλούν επικαλέστηκε ότι, πέρα από τον αρχικό βαρύτατο τραυματισμό του ασφαλισμένου, υπήρξε και κάποια άλλη περαιτέρω επιπλοκή της υγείας του, που να συνιστά απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης και να θεμελιώνει νέα παραγραφή με αφετηρία τον χρόνο εμφανίσεως των εν λόγω συνεπειών.
Επεσήμανε, πως η έκδοση αποφάσεων του Διευθυντή του ΙΚΑ, με τις οποίες παρατάθηκε η χορήγηση στον ασφαλισμένο σύνταξης συνήθους και μερικής αναπηρίας εξαιτίας του επιδίκου ατυχήματος για τον ένδικο χρόνο, έχουν αξία για τον καθορισμό του τελικού ύψους της μεταβιβαζόμενης στο εκκαλούν αξιώσεως του παθόντος-ασφαλισμένου του και δεν συνιστούν όρο για τη γένεση το πρώτον της αξιώσεως του εκκαλούντος. Αντίθετη άποψη, κατά την οποία η γένεση της αξιώσεως αποζημιώσεως του εκκαλούντος κατά του υπόχρεου εξαρτάται από την έκδοση της αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου του ΙΚΑ, θα ήταν αντίθετη στο άρθρο 18 του Ν.1456/1986, που συνδέει τη μεταβίβαση της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος με τη γένεση της αξιώσεως αλλά και θα μετέθετε χρονικά την έναρξη της παραγραφής, συνδέοντας αυτή με πράξη (έκδοση πράξεως του αρμοδίου οργάνου του ΙΚΑ) που εμπίπτει στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του δανειστή, με αποτέλεσμα, ουσιαστικά, να επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής σε βάρος του υπόχρεου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ – ΚΑΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΘΙΟΥ – ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΓΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
Κατά το άρθρο 594 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί εμπορικών μισθώσεων κατ’ άρθ. 15 του π.δ/τος 34/1995, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει αμέσως τη μίσθωση αν ο μισθωτής, παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή, δεν μεταχειρίζεται το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε.
Προϋπόθεση του παρεχόμενου στον εκμισθωτή δικαιώματος προς άμεση καταγγελία της μίσθωσης είναι αφενός μεν ότι ο μισθωτής δεν χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε με τους όρους της σύμβασης, αφετέρου δε ότι εμμένει στην κακή ή αντισυμβατική χρήση παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή.
Με την ανωτέρω διάταξη θεσπίζεται νόμιμη υποχρέωση του μισθωτή να χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια, δηλαδή με την αντικειμενικά κρινόμενη επιμέλεια του συνετού ανθρώπου και να αποφεύγει πράξεις ή παραλείψεις οφειλόμενες σε πταίσμα του, σε περίπτωση δε που παραβεί την υποχρέωσή του αυτή ιδρύεται δικαίωμα του εκμισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση.
Μεταχείριση του μισθίου όχι με επιμέλεια συνιστά τόσο η καταστροφή μερών, συστατικών ή παραρτημάτων του μισθίου, όσο και κάθε βλάβη αυτών ή κάθε αυθαίρετη, χωρίς τη συναίνεση του εκμισθωτή, επέμβαση του μισθωτή, εξαιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου, που έχουν γίνει και προοριστεί από τον εκμισθωτή για την εξυπηρέτηση του οικονομικού του σκοπού.
Τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία στηρίζουν το δικαίωμα της καταγγελίας πρέπει να συντρέχουν κατά τον χρόνο της άσκησης της καταγγελίας, ήτοι της περιέλευσης αυτής στο μισθωτή (ΑΠ 1676/2009, 739/2008, 285/2007, 1712/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 ΑΚ, ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 592 του ίδιου Κώδικα, ο μισθωτής δεν ευθύνεται για φθορές ή μεταβολές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 574, 594, 330, 297 και 298 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρ. 44 π.δ. 34/ 1995) προκύπτει ότι ο μισθωτής, είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον εκμισθωτή για κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο τελευταίος, υπό την προϋπόθεση να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, για τις φθορές ή μεταβολές που προκλήθηκαν στο μίσθιο, με εξαίρεση αυτές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση. Ειδικά, σε περίπτωση καταστροφής ή αφαίρεσης πράγματος του μισθίου, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη δαπάνη για την αντικατάστασή του (ΑΠ 495/2008).
Ως συμφωνημένη χρήση νοείται εκείνη που ανταποκρίνεται στις ειδικότερες συμφωνίες και στους συγκεκριμένους σκοπούς των συμβαλλομένων, το είδος και τον προορισμό του μίσθιου πράγματος και, συμπληρωματικά, στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Η έννοια αυτή είναι ευρύτερη από την απλώς συνηθισμένη χρήση, η οποία ισχύει αν δεν υπάρχει ιδιαίτερη συμφωνία, η οποία επιτρέπεται, κατ` άρθρ. 361 ΑΚ, λόγω του ότι οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 591, 592 και 599 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα είναι, ενδοτικού δικαίου (ΑΠ .529/ 2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) [§1].
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 592, 594, 599 σε συνδυασμό με το άρθρο 330 ΑΚ, προκύπτει ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί το μίσθιο, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, με επιμέλεια, και όπως ειδικότερα έχει συμφωνηθεί, ώστε να είναι σε θέση κατά τη λήξη της συμβάσεως, να αποδώσει τούτο χωρίς φθορές, με εξαίρεση εκείνες που προκλήθηκαν από τη συνήθη χρήση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, διότι διαφορετικά, υπέχει υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής από την ανεπίτρεπτη, πέραν της συνήθους χρήσεως, φθορά του μισθίου.
Προκύπτει, επίσης, ότι για τη θεμελίωση της σχετικής αγωγής του εκμισθωτού απαιτείται η ύπαρξη συμβάσεως μισθώσεως, επενεχθείσες στο μίσθιο φθορές, ποσό ζημίας, όχι, όμως, και υπαιτιότητα του μισθωτή, ο οποίος για να καταλύσει την αγωγή, έχει δικαίωμα να προτείνει κατ` ένσταση, ότι οι φθορές του μισθίου οφείλονται σε γεγονός για το οποίο ο ίδιος δεν υπέχει ευθύνη, ή σε ανώτερη βία.
Επομένως, επί αγωγής με αίτημα, την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω φθορών στο μίσθιο, πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να προσδιορίζονται κατ` άρθρο 118/216 ΚΠολΔ με σαφήνεια: α) πόσα και ποια μέρη του μισθίου υπέστησαν ολική ή μερική φθορά (είδος, ποσότητα και ποιότητα) και β) πόση η απαιτούμενη δαπάνη σε υλικά (ποσότητα, ποιότητα αυτών και η επιμέρους αξία κάθε υλικού) και για αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού (αριθμός, ειδικότητα προσωπικού και μέρες απασχόλησης).
Κακή δε χρήση του μισθίου υπάρχει όταν ο μισθωτής χρησιμοποιεί το μίσθιο χωρίς επιμέλεια (καταστροφή, φθορά των μερών του μισθίου, συστατικών ή παραρτημάτων, αυθαίρετη, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή επέμβαση του μισθωτή εξαιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου (βλ. σχετ. ΑΠ 559/1996 ΕλλΔνη 38.107, ΕΑ 7729/1996 ΕΔΠ 1998.80) και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων.
Κακή χρήση συνιστά όμως και η μη χρησιμοποίηση του μισθίου ή μέρους ή συστατικών ή παραρτημάτων του, η οποία επιφέρει μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου καθώς και όταν από την αχρησία προκαλείται ζημία στον εκμισθωτή λόγω της φύσης και του προορισμού του μισθίου (ΑΠ 1498/1988 ΕλλΔνη 31.107, ΕΑ 5663/1995 ΕλλΔνη 39.184).
Ωστόσο, ο εκμισθωτής δεν μπορεί να ζητήσει την αποκατάσταση των ζημιών σε τέτοιο βαθμό, που η εκτέλεση των αντίστοιχων εργασιών να επαναφέρει το μίσθιο στην αρχική (πριν από τη μίσθωση) κατάστασή του, ή και να βελτιώνει ακόμη την κατάσταση αυτή (ΕΑ 3237/ 1990 ΕΔΠ 1990,152, ΕΑ 5649/1987 ΕΔΠ 1989,159, ΕΑ 8634/ 1986 ΕΔΠ 1987,132) [§3].
Τέλος, το χρηματικό ποσό, το οποίο δίδεται, κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, από τον μισθωτή στον εκμισθωτή, "ως εγγύηση" (στην πραγματικότητα εγγυοδοσία), διέπεται ως προς την λειτουργία του και ιδίως την τύχη του, από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, κατά την αυτή διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Έτσι, αυτό είναι δυνατόν να δόθηκε ως συμβατική εγγυοδοσία, είτε προς εξασφάλιση του μισθώματος και μάλιστα ως προκαταβολή αυτού, είτε ως ποινική ρήτρα.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 404, 405, 406 και 407 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση που στη σύμβαση μίσθωσης το διδόμενο ποσό χρηματικής εγγυήσεως, για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτού, μπορεί να συμφωνηθεί, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 406 ΑΚ, για κάθε περίπτωση αντίστοιχης παραβίασης, ανεξαρτήτως άλλης ζημίας του εκμισθωτή, έναντι της οποίας δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό το χρηματικό ποσό, στο οποίο ανάγεται η ποινική ρήτρα.
Η αξίωση του μισθωτή για απόδοση της εγγυοδοσίας, γίνεται ληξιπρόθεσμη, με τη λήξη της μίσθωσης και επιστρέφεται αν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημίες στο μίσθιο και εφ` όσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά.
Συνεπώς, στην αγωγή, ή ανταγωγή με την οποία ζητείται, η επιστροφή της πιο πάνω "εγγυήσεως" ή στην ένσταση συμψηφισμού, για να είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα πρέπει να εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε η "εγγύηση" καθώς και η αιτία για την οποία υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ – Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗ ΝΕΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 35 Ν. 4786/2021
Με τη νέα ερμηνευτική ρύθμιση αποσαφηνίζεται πλέον, προς άρση πάσης τυχόν αμφιβολίας, ότι, εφόσον ο κληρονόμος που ενηλικιώνεται δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα της απογραφής μέχρι τη συμπλήρωση ενός (1) έτους αφότου ενηλικιώθηκε, δικαιούται, εντός της ετήσιας αυτής προθεσμίας του άρθρου 1912 ΑΚ, να αποποιηθεί την κληρονομία
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, με την ερμηνευτική ρύθμιση που εισάγεται σύμφωνα με το άρθρο 77 του Συντάγματος, αποσαφηνίζεται προς άρση πάσης αμφιβολίας, ότι, εφόσον ο κληρονόμος που ενηλικιώνεται δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα της απογραφής μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους αφότου ενηλικιώθηκε, δικαιούται, εντός της ετήσιας αυτής προθεσμίας του άρθρου 1912 ΑΚ, να αποποιηθεί την κληρονομία.
Η θέσπιση ειδικής ρύθμισης σχετικά με τους κληρονόμους που ενηλικιώνονται κρίθηκε αναγκαία, προκειμένου να μην υφίστανται αμφισημίες ή ασάφειες ως προς τη βούληση του νομοθέτη, που εν προκειμένω εμφορείται, αφενός από τη μέγιστη δυνατή προστασία του κληρονόμου που ενηλικιώνεται και αφετέρου από το γεγονός ότι όταν ο νόμος επιτρέπει το μείζον, ήτοι την απόλαυση των ευεργετημάτων της κληρονομίας, επιτρέπει ευνόητα και το έλασσον, ήτοι την πλήρη απέκδυση από αυτήν.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΚΙΝΗΤΑ – ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΜΕ ΑΔΕΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ ΠΟΥ ΕΜΠΟΔΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΟΜΑΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΣΊΑΣ Ή ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΙΔΟΚΤΗΣΙΩΝ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ συνάγεται ότι, επιτρέπεται στους ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών να ρυθμίσουν τον τρόπο χρήσης των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων πραγμάτων της συνιδιοκτησίας και να καθορίσουν το ποσοστό συμμετοχής κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας στις κοινόχρηστες δαπάνες αυτής, έστω και αν υπάρχει κανονισμός που ρυθμίζει αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική απόφαση θα ληφθεί από την παμψηφία των συνιδιοκτητών.
Σε περίπτωση που δεν έχει καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον του 60% των συγκυριών μπορεί να ζητήσει δικαστικώς την κατάρτιση κανονισμού.
Σε περίπτωση που έχει καταρτιστεί κανονισμός, ο οποίος όμως εμφανίζει ελλείψεις, μπορεί να ζητηθεί δικαστικώς από την πλειοψηφία τουλάχιστον του 65% των συγκυριών η συμπλήρωση των ελλείψεων ή και η τροποποίηση του κανονισμού.
Για να συμβεί όμως η τελευταία περίπτωση, θα πρέπει να υπάρχουν ελλείψεις στον υπάρχοντα κανονισμό, που να εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των διακεκριμένων ιδιοκτησιών.
Έτσι, αν υπάρχει κανονισμός που ρυθμίζει τις σχέσεις των συνιδιοκτητών χωρίς να εμφανίζει ελλείψεις, αλλά ορισμένοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι οι διατάξεις του αδικούν αυτούς, οι τελευταίοι δεν έχουν δικαίωμα έστω και αν αποτελούν το 65% της ιδιοκτησίας να ζητήσουν δικαστικώς την τροποποίησή του.
Τούτο διότι, ο ιδιοκτήτης κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας κατά την αγορά της, έλαβε υπόψη του για τη διαπίστωση της αγοραίας αξίας της, την στάθμιση του συμφέροντός του και την προβλεπόμενη από τον κανονισμό χρήση της οριζόντιας ιδιοκτησίας του, η οποία (χρήση), δεν είναι λογικό να μεταβάλλεται εκ των υστέρων εις βάρος του, χωρίς τη θέλησή του από μια πλειοψηφία συνιδιοκτητών (65%), τους οποίους πιθανώς να μην γνώριζε καθόλου και να μην τελούσε σε συμβατικό δεσμό κατά το χρόνο αγοράς της ιδιοκτησίας του.
Επομένως, αν δεν υπάρχουν ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών κατά τον προορισμό τους, δεν επιτρέπεται η κατά τα τον προαναφερόμενο τρόπο τροποποίηση του κανονισμού, ο οποίος μπορεί πλέον να τροποποιηθεί μόνο με τον τρόπο που τυχόν αυτός ορίζει, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929.
Συνεπώς, συνάγεται ότι η διευκόλυνση που προβλέπει ο νομοθέτης για την τροποποίηση του κανονισμού με άδεια δικαστηρίου, υφίσταται μόνο όταν υπάρχουν ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των διακεκριμένων ιδιοκτησιών. Η δυσλειτουργία δε αυτή που προκαλείται από τις ελλείψεις του κανονισμού πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΟ ΜΠΟΪΚΟΤΑΖ ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΑΘΕΜΙΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Το μποϊκοτάζ είναι οπωσδήποτε μία από τις πιο επιθετικές τεχνικές ανταγωνισμού στην αγορά. Όποια μορφή και αν λάβει, σκοπός του είναι η άσκηση πίεσης στον ανταγωνιστή προκειμένου να τηρήσει ορισμένη συμπεριφορά και να ξεκινήσει να χάνει σιγά-σιγά την θέση του στην αγορά ή, έστω, να χαθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών απέναντί του. Ανάλογα δε με τα πρόσωπα που συμμετέχουν, το μποϊκοτάζ διακρίνεται σε τριμερές, το οποίο απαγορεύεται ρητά από το νόμο και, σε διμερές, που αφορά την περίπτωση άνισης μεταχείρισης ανταγωνιστή.
ΤΡΙΜΕΡΕΣ ΜΠΟΪΚΟΤΑΖ
Στο τριμερές μποϊκοτάζ μετέχουν τα εξής τρία πρόσωπα: ο υποκινητής, οι διενεργούντες το μποϊκοτάζ και ο παρεμποδιζόμενος ανταγωνιστής, τον οποίο επιχειρούν οι δύο πρώτοι να εκτοπίσουν από την αγορά. Σύμφωνα λοιπόν με τις προβλέψεις του νόμου 3959/2011 περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, η με οποιοδήποτε μέσο προσπάθεια παρεμπόδισης μίας επιχείρησης να ασκήσει την επιχειρηματική της δράση (λ.χ. μέσω συνεχούς δυσφήμισής της στους καταναλωτές από τους διενεργούντες το μποϊκοτάζ μετά από παρότρυνση του υποκινητή), συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού. Άλλα παραδείγματα αποτελούν η από τρίτο παρότρυνση περισσότερων είτε να μην αγοράζουν τα προϊόντα μίας επιχείρησης είτε να μην αποδέχονται τις υπηρεσίες που προσφέρει, με σκοπό, συνήθως να στραφεί η πλειονότητα των καταναλωτών στην αγορά των προϊόντων της επιχείρησης που ανήκει στον διενεργούντα το μποϊκοτάζ.
Κατ’ ‘εξαίρεση, το μποϊκοτάζ μπορεί να θεωρηθεί θεμιτό όταν διεξάγεται για σκοπό μη ανταγωνιστικό. Τέτοια είναι η περίπτωση που κάποιος προμηθευτής παροτρύνει πελάτες να μην προμηθεύονται προϊόντα από ορισμένη επιχείρηση επειδή γνωρίζει ότι χρησιμοποιεί στα εργοστάσιά της ανήλικα παιδιά, ή μεθόδους παρασκευής προϊόντων άκρως βλαβερές για το περιβάλλον.
ΔΙΜΕΡΕΣ ΜΠΟΪΚΟΤΑΖ
Στο διμερές μποϊκοτάζ πρωταγωνιστούν δύο μόνο πρόσωπα: ο διενεργών το μποϊκοτάζ και ο παρεμποδιζόμενος ανταγωνιστής. Αφορά περιπτώσεις όπου μία οικονομικά ισχυρή επιχείρηση, η οποία κατά κανόνα θα κατέχει και δεσπόζουσα, κυρίαρχη θέση στην αγορά συγκεκριμένων προϊόντων, αρνείται να συμβληθεί ή, διακόπτει αιφνίδια και αδικαιολόγητα τη συνεργασία της με μία μικρότερη και όχι ισχυρή οικονομικά επιχείρηση. Η «παρεμποδιζόμενη» επιχείρηση, στερείται κατ’ αυτόν τον τρόπο τους αναγκαίους πελάτες ή τους προμηθευτές της, και σταδιακά, βρίσκεται σε όλο και πιο μειονεκτική θέση στην αγορά.
Η ως άνω συμπεριφορά και πρακτική αποτελεί την λεγόμενη «καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης», η οποία διαπράττεται από την πλευρά της οικονομικά ισχυρής επιχείρησης. Χάριν ελεύθερου ανταγωνισμού βέβαια, ισχύουν η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και της ελεύθερης επιλογής πελατών, μιας και κάθε επιχείρηση δικαιούται να συνάπτει, να διατηρεί και να διακόπτει τις σχέσεις και τις συνεργασίες της με όλους τους αντισυμβαλλομένους της. Υποχωρεί ωστόσο η ελευθερία των συμβάσεων, όταν μια επιχείρηση αρνείται να πωλήσει σε άλλη αναντικατάστατα προϊόντα, παρ’ ότι είναι αποκλειστικός εισαγωγέας αυτών.
Είναι αθέμιτη δηλαδή και δεν δικαιολογείται, βάσει επιχειρηματικών και πάνω απ’ όλα αντικειμενικών κριτηρίων, η διακριτική μεταχείριση επιχείρησης, με σκοπό είτε απλώς την βλάβη είτε την εκτόπισή της από την αγορά, γεγονός που θεμελιώνεται και στην διάταξη 281 του Αστικού Κώδικα περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, πέρα από την γενική ρήτρα περί αθεμίτου ανταγωνισμού (άρθρο 1 του νόμου 146/2014). Όποια περίπτωση μποϊκοτάζ και αν συντρέχει, παρέχεται στον προσβαλλόμενο αξίωση:
Α) άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον και
Β) αποζημίωσης, σύμφωνα με τη γενική διάταξη 914 του Αστικού Κώδικα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΛΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ: ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ
Στα πλαίσια της σύγχρονης συναλλακτικής καθημερινότητας και της εμπορικής πρακτικής, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η διάκριση μεταξύ συμβάσεων αποκλειστικής και απλής διανομής, η οποία δεν είναι πάντοτε ευχερής και στηρίζεται επί συγκεκριμένων κριτηρίων που έχουν τεθεί προς τούτο από την θεωρία και την νομολογία.
Ως σύμβαση αποκλειστικής διανομής, νοείται η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Η έννοια της αποκλειστικότητας είναι, ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να μην παραδώσει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή διανομής και επίσης ότι ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα.
Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο, προς αποφυγή παρερμηνειών, ότι η ανωτέρω ιδιότυπη, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αντιδιαστέλλεται ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, στα πλαίσια λειτουργίας της οποίας (σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας) ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο ένας εκ των συμβαλλόμενων (ο διανομέας), ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Η διάκριση, δε, της σύμβασης αποκλειστικής από εκείνη της απλής διανομής, εντοπίζεται στο γεγονός ότι στο εννοιολογικό περιεχόμενο της απλής διανομής εντάσσεται η σύμβαση με την οποία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός) υποχρεούται να πωλεί για ορισμένη εδαφική περιοχή σε άλλον (διανομέα) τα προϊόντα παραγωγής του, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους, στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, αποσκοπώντας σε εμπορικό κέρδος που αντιστοιχεί στη διαφορά της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης, αναλαμβάνοντας συνήθως και την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, και έχοντας το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, ή να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών, χωρίς όμως ο τελευταίος (διανομέας) να ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή και χωρίς να συμφωνηθεί μεταξύ τους ο όρος της αποκλειστικότητας, υπό την έννοια ότι ο διανομέας αναλαμβάνει τη συμβατική υποχρέωση κατά τη λειτουργία της σύμβασης να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις διαθέτοντας στους πελάτες του δικτύου του αποκλειστικά και μόνον τα συμβατικά προϊόντα του προμηθευτή.
Ενόψει των προεκτεθέντων και των αντίστοιχων παραδοχών της νομολογίας, παρά την διαφοροποίηση που υφίσταται ανάμεσα στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής αντιπροσωπείας, επί των πρώτων μπορούν να εφαρμοσθούν, αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, υπό την προϋπόθεση ότι στην εκάστοτε υπό κρίση περίπτωση τα χαρακτηριστικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής προσομοιάζουν, έστω και αν δεν ταυτίζονται πλήρως, με εκείνα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας (Ολ. ΑΠ 16/2013, Δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος). Απεναντίας, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω Π.Δ. δεν φτάνει έως την εφαρμογή του και επί των συμβάσεων απλής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (βλ. ΑΠ 419/2018, ΑΠ 1909/2013, ΤΝΠ NOMOS).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ: ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Πέραν του εμπορικού σήματος, δεκτικά κατοχύρωσης και προστασίας, και μάλιστα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι και τα λεγόμενα βιομηχανικά σχέδια και υποδείγματα, τα οποία αφορούν κατά κύριο λόγο την εξωτερική, ορατή εικόνα ενός βιομηχανικού προϊόντος.
Ειδικότερα, και σύμφωνα με τον Κανονισμό 6/2002 της ΕΕ, ως σχέδιο ή υπόδειγμα νοείται «η εικόνα την οποία παρουσιάζει το σύνολο ή μέρος ενός προϊόντος η οποία προκύπτει από τα χαρακτηριστικά του, και ιδίως από τη γραμμή, το περίγραμμα, το χρώμα, το σχήμα, την υφή ή/και τα υλικά του ίδιου του προϊόντος ή/και της διακόσμησης που φέρει». Οι, δε, προϋποθέσεις προκειμένου ένα βιομηχανικό σχέδιο να χαίρει προστασίας είναι δύο: να αποτελεί «νέο» σχέδιο και να διαθέτει ατομικό χαρακτήρα.
Αναφορικά με την προϋπόθεση του νέου, ως τέτοιο χαρακτηρίζεται ένα σχέδιο ή υπόδειγμα όταν δεν έχει προηγουμένως διατεθεί στο κοινό άλλο ταυτόσημο ή διαφορετικό μόνο κατά επουσιώδεις λεπτομέρειες σχέδιο. Ειδικότερα, στην περίπτωση μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, η διάθεση δεν θα πρέπει να έχει γίνει πριν από την ημερομηνία κατά την οποία το σχέδιο ή το υπόδειγμα για το οποίο διεκδικείται προστασία διατέθηκε για πρώτη φορά στο κοινό, ενώ στην περίπτωση καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την καταχώριση ή, αν διεκδικείται προτεραιότητα, πριν από την ημερομηνία προτεραιότητας.
Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση ευδοκίμησης της αίτησης καταχώρισης, τον ατομικό χαρακτήρα του σχεδίου, θα πρέπει, σύμφωνα με το νόμο, η συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο καταναλωτή διαφέρει από τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον εν λόγω καταναλωτή κάθε σχέδιο ή υπόδειγμα που έχει διατεθεί προηγουμένως στο κοινό. Για τον σκοπό αυτό θα ληφθεί υπόψη ο βαθμός της ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του σχεδίου ή υποδείγματος.
Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η αίτηση του δικαιούχου ευδοκιμεί, κάτι που συνεπάγεται αφενός την απόκτηση αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσής του στο κράτος ή στα κράτη για τα οποία έχει υποβληθεί η σχετική αίτηση, και αφετέρου την θεμελίωση δικαιώματος του δικαιούχου να αξιώνει ανά πάσα στιγμή τη μη χρήση του από τρίτους, αλλά και την αποζημίωσή του από τυχόν τρίτους που παρανόμως κάνουν χρήση του συγκεκριμένου σχεδίου ή υποδείγματος.
Καθίσταται σαφές πως η προστασία, πέραν των εμπορικών σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων, και των βιομηχανικών σχεδίων, είναι ιδιαίτερα σημαντική, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς τη σημασία τους σε τομείς όπως η ένδυση/υπόδηση, η διακόσμηση, η επίπλωση, και εν γένει σε κλάδους όπου η ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα του εκάστοτε σχεδίου διαδραματίζει βαρύνοντα ρόλο κατά τη διάθεση του προϊόντος στο καταναλωτικό κοινό.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
