ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΕΓΓΑΜΗΣ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ
Κατά την έγγαμη συμβίωση οι δύο σύζυγοι έχουν την υποχρέωση κοινής συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες, ο καθένας ανάλογα με τις οικονομικές του δυνάμεις. Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται, υπό τη μορφή υποχρέωσης καταβολής διατροφής, και κατά το διάστημα μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης και πριν την έκδοση διαζυγίου, σύμφωνα με το άρθρο 1391 ΑΚ, παρά το γεγονός ότι οι σύζυγοι δεν συμβιώνουν πλέον σε κοινή οικία.
Ειδικότερα, ο ασθενέστερος οικονομικά σύζυγος έχει αξίωση διατροφής, ανεξαρτήτως του αν ο ίδιος έχει την δυνατότητα να καλύπτει τις βιοτικές του ανάγκες, σε αντίθεση με όσα ισχύουν για την οφειλόμενη μετά το διαζύγιο διατροφή. Δικαιολογητική βάση αυτού αποτελεί η σκέψη πως, για όσο διάστημα ο γάμος εξακολουθεί να είναι ενεργός, οι σύζυγοι, ακόμη κι αν η κοινή συμβίωση έχει παύσει, θα πρέπει να απολαμβάνουν το βιοτικό επίπεδο που απολάμβαναν και προ της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, ακριβώς λόγω του ότι νομικά θεωρούνται ακόμη σύζυγοι. Ως εκ τούτου, αν λόγου χάριν ο Α συνεισέφερε στις οικογενειακές δαπάνες κατά ποσοστό 2/6 και η Β κατά ποσοστό 4/6 μηνιαίως, η Β υποχρεούται να καταβάλει μηνιαίως διατροφή ίση με το 1/6 όσων συνεισέφερε. Το ποσό αυτό θα οφείλεται στον δικαιούχο σύζυγο ακόμη και αν ο τελευταίος ζει μια άνετη και εύπορη ζωή, αρκεί ο υπόχρεος σύζυγος να έχει έστω και κατά ελάχιστο μεγαλύτερη οικονομική άνεση από τον πρώτο.
Προκειμένου να γεννηθεί το ως άνω δικαίωμα, το άρθρο 1391 ΑΚ θέτει ως προϋπόθεση ο δικαιούχος σύζυγος να έχει διακόψει την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία ή, εξ αντιδιαστολής, ο υπόχρεος σύζυγος να έχει διακόψει την συμβίωση για αιτία αναγόμενη σε δική του υπαιτιότητα. Στην έννοια της εύλογης αιτίας ο νομοθέτης υπάγει κατά πρώτον τα γεγονότα εκείνα που είναι ικανά να τεκμάρουν τον ισχυρό κλονισμό του γάμου, και ιδιαίτερα τα απαριθμούμενα στο άρθρο 1439, ήτοι τη διγαμία, τη μοιχεία, την εγκατάλειψη, την επιβουλή της ζωής του ετέρου συζύγου και την άσκηση ενδοοικογενειακής βίας. Η απαρίθμηση είναι, φυσικά, ενδεικτική, και σε αυτή μπορεί να υπαχθεί οποιοδήποτε άλλο γεγονός καθιστά εκ των πραγμάτων ανυπόφορη τη εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης και μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα ενός εκ των δύο συζύγων.
Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης οφείλεται σε υπαιτιότητα του δικαιούχου συζύγου, ή αν ο δικαιούχος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση χωρίς εύλογη αιτία (λόγου χάριν επειδή θέλησε να κάνει μια νέα αρχή), ο τελευταίος δεν δικαιούται παρά μόνο ελαττωμένη διατροφή, σύμφωνα με τα άρθρα 1392 και 1495, διατροφή δηλαδή καλύπτουσα μόνο τις στοιχειώδεις, βιοτικές του ανάγκες, και μάλιστα μόνο σε περίπτωση που ο δικαιούχος σύζυγος αδυνατεί αποδεδειγμένα λόγω της οικονομικής του κατάστασης να τις καλύψει.
Επομένως, η αξίωση διατροφής δεν γεννάται μόνο με την έκδοση του διαζυγίου, αλλά αφής στιγμής διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, μπορεί, δε, να διεκδικηθεί και δικαστικά. Μάλιστα, η μη συσχέτιση της αξίωσης προς διατροφή με την δυνατότητα κάλυψης των βιοτικών αναγκών του δικαιούχου την καθιστά ένα δικαίωμα με βαρύνουσα σημασία, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς την μεγάλη διαφορά του με το δικαίωμα διατροφής μετά το διαζύγιο, για τη αναγνώριση του οποίου απαιτείται να συντρέχουν πολύ αυστηρότερες και στενότ
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΜΕΤΟΧΩΝ
Μέσα στο πλαίσιο του νόμου και εφόσον υπάρχει σχετική καταστατική πρόβλεψη, επιτρέπεται απόκλιση από την αρχή της ελεύθερης μεταβίβασης των μετοχών. Προς αυτό τον σκοπό άλλωστε, μπορεί να προβλεφθεί η έκδοση δεσμευμένων μετοχών, για την μεταβίβαση των οποίων δηλαδή χρειάζεται έγκριση είτε από τη Γενική Συνέλευση είτε από το Διοικητικό Συμβούλιο.
Το αρμόδιο εταιρικό όργανο παρέχει την συγκατάθεσή του κατά ελεύθερη κρίση, εκτός εάν το καταστατικό της εταιρείας έχει ήδη ορίσει λόγους για τους οποίους επιτρέπεται η άρνηση της έγκρισης. Είναι δε αυτονόητο ότι εάν οι περιορισμοί μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών δεν έχουν συμπεριληφθεί στο αρχικό καταστατικό, μπορούν να προστεθούν μέσω τροποποίησης καταστατικού, η οποία βέβαια απαιτεί αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.
ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΔΕΣΜΕΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ
Η δέσμευση ονομαστικών μετοχών αποσκοπεί στην εισαγωγή προσωπικών ουσιαστικά στοιχείων στην ανώνυμη εταιρεία, ιδίως εάν αυτή έχει λίγους μετόχους, ώστε να μην επιτρέπεται η είσοδος νέων μετόχων χωρίς την έγκριση του κατά το καταστατικό αρμοδίου οργάνου. Μεταβίβαση όμως χωρίς έγκριση της εταιρείας επιφέρει ακυρότητα της εμπράγματης δικαιοπραξίας.
ΑΛΛΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ
Ο νόμος, λαμβάνοντας υπόψη την επιθυμία των μετόχων ανώνυμης εταιρείας, κλειστού τύπου ιδίως, για έλεγχο των νέων μετόχων, επέτρεψε να μπορεί το καταστατικό, χάριν ιδιωτικής αυτονομίας, να προβλέπει και άλλους περιορισμούς στη μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών. Ένα παράδειγμα είναι η παροχή δικαιώματος προτίμησης-right of first refusal- στους λοιπούς μετόχους ή σε ορισμένους απ’ αυτούς, ή, να παρέχει στην εταιρεία το δικαίωμα να υποδεικνύει μέτοχο ή τρίτο, στον οποίο θα προσφερθούν οι μετοχές μετόχου, ο οποίος αυτοβούλως επιθυμεί την μεταβίβασή τους.
Παρέχεται επίσης, η δυνατότητα εξάρτησης της έγκρισης της μεταβίβασης από την δέσμευση του αποκτώντος να αποκτήσει μετοχές και άλλων μετόχων ή από την υποχρέωση των λοιπών μετόχων να μεταβιβάσουν και αυτοί στον αποκτώντα αντίστοιχο ποσοστό μετοχών.
Προϋπόθεση ωστόσο, για να είναι δεκτός ο οποιοσδήποτε περιορισμός στην μεταβίβαση μετοχών είναι να μην υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, έτσι ώστε η μεταβίβαση να καθίσταται ουσιαστικά αδύνατη. Πρέπει επιπλέον, να ορίζονται επαρκώς η διαδικασία, οι όροι και η προθεσμία μέσα στην οποία η εταιρεία οφείλει να εγκρίνει την μεταβίβαση ή να υποδείξει το πρόσωπο του αγοραστή. Στην τελευταία περίπτωση, παρέλευσης της προθεσμίας έγκρισης της μεταβίβασης από το Διοικητικό Συμβούλιο ή την Γενική Συνέλευση, οι ορισθείσες μετοχές θα μεταβιβασθούν ελεύθερα. Για να προστατευθεί όμως ο μέτοχος που δήλωσε ότι επιθυμεί να μεταβιβάσει μετοχές που του ανήκουν, το καταστατικό οφείλει να προβλέψει υποχρέωση της εταιρείας να εξαγοράσει τις μετοχές του.
ΑΝΕΝΕΡΓΕΙΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ-ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ
Όλοι οι περιορισμοί μεταβίβασης που περιεγράφηκαν ως άνω δεν ισχύουν σε περίπτωση θανάτου, κατάσχεσης, πτώχευσης ή υπαγωγής του μετόχου σε άλλη συλλογική διαδικασία εκποίησης της περιουσίας του. Πάλι όμως μπορεί το καταστατικό να προβλέπει ότι μετοχές θα εξαγοράζονται από πρόσωπο που υποδεικνύει η εταιρεία ή ότι οι μέτοχοι έχουν δικαίωμα προτίμησης στην εξαγορά.
Ο νόμος αναγνωρίζει, και σε εταιρικό επίπεδο, την ισχύ ενοχικών συμφωνιών μεταξύ μετόχων ή τρίτων, με τις οποίες παρέχεται δικαίωμα προαίρεσης αγοράς ή πώλησης μη εισηγμένων ονομαστικών μετοχών, οι οποίες δυνητικά καταγράφονται στο βιβλίο μετοχών ή στο μητρώο αν είναι άυλες.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΔΙΚΑΙΩΜΑ «SQUEEZE OUT» : ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΓΙΑ ΑΓΟΡΑ ΜΕΤΟΧΩΝ
Δυνάμει του Ν.3461/2006 με τίτλο «δημόσιες προτάσεις αγοράς κινητών αξιών», προβλέφθηκε και ρυθμίστηκε η δυνατότητα υποβολής προς τους μετόχους ανώνυμης εταιρείας με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά, δημόσιας πρότασης για την αγορά των μετοχών τους, εκ μέρους του πλειοψηφούντος μετόχου (δικαίωμα «squeeze out») με μέσα που να εξασφαλίζουν δημοσιότητα, δια της μεταφοράς στο εσωτερικό ελληνικό δίκαιο της συναφούς Οδηγίας 2004/25/ ΕΚ. Μια δημόσια πρόταση απευθυνόμενη στους κατόχους κινητών αξιών μιας εταιρείας για την απόκτηση του συνόλου ή μέρους των αξιών αυτών, μπορεί είναι είτε προαιρετική σύμφωνα με το άρθρο 6 είτε υποχρεωτική σύμφωνα με το άρθρο 7 της ως άνω νομοθετικής διάταξης. Στα πλαίσια του παρόντος εξετάζεται η υποχρεωτική δημόσια πρόταση αγοράς μετοχών υπό την έποψη της συμμόρφωσης ή αντίθεσής της προς την αρχή της συνταγματικότητας.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 7 του ανωτέρω Νόμου, ορίζεται ότι: «1. Κάθε πρόσωπο, το οποίο αποκτά καθ` οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, απευθείας ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό, κινητές αξίες και, λόγω της απόκτησης αυτής, το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει το πρόσωπο αυτό, άμεσα ή έμμεσα, απευθείας ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό, υπερβαίνει το όριο του ενός τρίτου (1/3) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου της υπό εξαγορά εταιρείας, υποχρεούται, εντός είκοσι (20) ημερών από την απόκτηση αυτή, να απευθύνει υποχρεωτική δημόσια πρόταση για το σύνολο των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας καταβάλλοντος δίκαιο και εύλογο αντάλλαγμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 [...]»
Δεδομένου ότι τα εμπράγματα δικαιώματα επί της μετοχής, όπως το δικαίωμα κυριότητας, υπάγονται στην προστασία του άρθρου 17 του Συντάγματος για το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, καθώς και στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος σχετικά με το δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας, αφού ο μέτοχος ανώνυμης εταιρείας, εκ της μετοχικής του σχέσεως, αποκτά τόσο δικαιώματα εταιρικής συμμετοχής, όσο και περιουσιακά δικαιώματα, ενώ τα μη εμπράγματα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη, υπάγονται στην προστασία της ΕΣΔΑ (άρθρο ί του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), θα μπορούσε κανείς εκ πρώτης ανάγνωσης να υποστηρίξει ότι οι διατάξεις του «squeeze out», κατ’ αρχήν θίγουν τόσο το συνταγματικό δικαίωμα του μετόχου για προστασία της κυριότητάς του επί της μετοχής του, όσο και. το δικαίωμα προστασίας της περιουσίας του, καθώς επιφέρουν την απώλεια των δικαιωμάτων του αυτών επί της μετοχής.
Γίνεται, ωστόσο, δεκτό από την νομολογία, ότι οι διατάξεις του «squeeze out» θεμελιώνονται συνταγματικά και δεν αντιτίθενται στην αρχή της συνταγματικότητας, όπως αυτό προκύπτει ενδεικτικά στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. 2644/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (ΤΝΠ NOMOS) καθότι : « […] αφ’ενός μεν, οι ρυθμίσεις αυτές εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον (που εν προκειμένω είναι η δημιουργία ανταγωνιστικών επιχειρήσεων και η αποτελεσματικότητα της οικονομίας) και αποτελούν το αναγκαίο και κατάλληλο μέτρο για την επίτευξη του στόχου αυτού, αφ`ετέρου δε, καταβάλλεται αποζημίωση για την αξία των μετοχών της μειοψηφίας κατά τον χρόνο της υποχρεωτικής εξαγοράς, η οποία (μειοψηφία) επικαλούμενη ζημία και αθέμιτες πρακτικές (κατά περίπτωση, άρθρα 13 και 27 παρ. 7 του ν. 3461/2006 - βλ. κατωτέρω) μπορεί να αξιώσει την αποκατάσταση αυτής, αμφισβητώντας το ύψος του προσφερόμενου ανταλλάγματος. Συγκεκριμένα, η ρύθμιση του "squeeze out" δίνει τη δυνατότητα στον πλειοψηφούντα μέτοχο να χειρισθεί απρόσκοπτα τις εταιρικές υποθέσεις, προστατεύοντάς τον από ενδεχόμενες καταχρηστικές πρακτικές των μετόχων της μειοψηφίας, οι οποίοι, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μετασχηματισμών, εκμεταλλεύονται τη θέση τους ώστε να αποκομίσουν χρηματικά οφέλη ή άλλα οικονομικά ανταλλάγματα - μη ανταποκρινόμενα στην πραγματική αξία των μετοχών τους - από τον πλειοψηφούντα μέτοχο, προκειμένου να μην εμποδίσουν το επιδιωκόμενο επενδυτικό σχέδιο. Ιδιαίτερα δε για το δικαίωμα του πλειοψηφούντος μετόχου για εξαγορά των κινητών αξιών (ειδικότερα, μετοχών) της μειοψηφίας, που προβλέπεται στο Ν. 3461/2006 (για τις δημόσιες προτάσεις), ο αποκλεισμός της μειοψηφίας γίνεται αντιληπτός και ως αντιστάθμισμα στην υποχρέωση που επιβάλλει ο νομοθέτης στον προτείνοντα να αποτείνει υποχρεωτική πρόταση σε όλους τους κατόχους κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρίας».
Ενόψει των ανωτέρω, γίνεται αντιληπτό ότι δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα «ab initio» αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του Ν. 3461/2006 περί υποχρεωτικής εξαγοράς μετοχών, παρά μόνο τυχόν επίκληση διαδικασίας - υπό την έποψη του ως άνω Νόμου - αντίθετης προς τις συνταγματικές διατάξεις (ερχόμενης, δηλαδή, σε αντίθεση προς το άρθρο 17 ή, αναλόγως, και 5 παρ. 1 του Συντάγματος) εφόσον δηλαδή δεν τηρήθηκαν οι εκ του Νόμου διαδικασίες για την πλήρη αποζημίωση των μετόχων κατά την υποχρεωτική εξαγορά των μετοχών τους, δηλαδή χωρίς να λαμβάνουν αυτοί την συναρτώμενη με την πραγματική αξία τους (μετοχών) αποζημίωση, κατά τον χρόνο της εξαγοράς.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ΕΙΚΟΝΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ – ΕΙΚΟΝΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
Πολλές φορές οι προθέσεις των συμβαλλομένων μερών, δεν αποτυπώνονται πάντα σε μια συμφωνία. Αυτή είναι η περίπτωση των εικονικών συμφωνιών. Το αντίστοιχο μπορεί να συμβεί και για εικονικές εταιρείες.
Η νομολογία δέχεται την εικονικότητα κάθε σύμβασης και συμφωνίας….
…συνεπώς και την εικονικότητα ίδρυσης μίας εμπορικής εταιρείας, ακόμα και αν αυτή είναι ΑΕ.
Κατά το άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ, δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας, αρκεί το γεγονός ότι η δήλωση των δικαιοπρακτούντων είναι προσχηματική και δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.
Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζομένης δικαιοπραξίας.
Οι επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων και τα ειδικότερα κίνητρα, που τους ώθησαν να καταρτίσουν εικονική δικαιοπραξία, δεν αποτελούν στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική (ΕφΘεσσ 689/2018 ΝΟΜΟΣ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτει ότι, δήλωση βουλήσεως που εν γνώσει του δηλούντος, δεν έγινε σπουδαίως παρά μόνο φαινομενικώς είναι εικονική, πάσχουσα ακυρότητα εκ του λόγου αυτού. Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής καταστάσεως άνευ υπάρξεως στον δηλούντα προθέσεως τέτοιας πραγματικής μεταβολής.
Σπανίως εικονική δυνατόν να είναι η δήλωση βουλήσεως σε σύμβαση εταιρείας (άρθρο 741 ΑΚ), αν και αυτό από κάποιους ειδικά για τις ΑΕ αμφισβητείται και ορθώς.
Πάντως για τις προσωπικές εταιρείες υποστηρίζεται ότι δεν αποκλείεται «η εικονικότητα να αφορά όχι την ύπαρξη της εταιρίας αλλά ένα από τα ουσιώδη στοιχεία της, οπότε και πάλι αυτή είναι άκυρη».
Σύμφωνα με το νόμο, η εικονική συμφωνία-σύμβαση μπορεί να είναι άκυρη και να μην ισχύει εν γένει. Μπορεί όμως να είναι άκυρη η συμφωνία που καταγράφεται ως φαίνεται και τα συμβαλλόμενα μέρη να έχουν την πρόθεση κάτω από την άκυρη-εικονική συμφωνία να υποκρύπτεται μία άλλη που στην πραγματικότητα επιδίωκαν και ήθελαν. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί στο δικαστήριο ότι η εμφανής σύμφωνία είναι άκυρη και στη σύμβαση υποκρύπτεται άλλη συμφωνία που πραγματικά ήθελαν τα μέρη.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΘΝΙΚΟ – ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ – ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΗΜΑ: ΜΙΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Τρία είναι τα είδη σήματος των οποίων την προστασία μπορεί να αιτηθεί μία επιχείρηση: το εθνικό, το ευρωπαϊκό και το διεθνές. Κάθε ένα από τα τρία έχει τα δικά του πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, τα οποία αναλύονται εκτενώς παρακάτω.
Α. ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Σε αντίθεση με το εθνικό σήμα, το οποίο και κατοχυρώνει δικαίωμα χρήσης και εμπορικής εκμετάλλευσης του εκάστοτε σήματος στην περιφέρεια ενός και μόνο κράτους, το ευρωπαϊκό σήμα προσφέρει προστασία σε όλα τα κράτη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Αντίστοιχα, κατά την κατοχύρωση ενός σήματος ως διεθνούς, ο δικαιούχος επιλέγει από έναν κατάλογο τα κράτη στα οποία επιθυμεί να κατοχυρώσει το δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης του σήματός του, ανεξάρτητα από το αν αυτά βρίσκονται ή όχι εντός ΕΕ.
Εύλογα, επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι η κατοχύρωση ευρωπαϊκού ή διεθνούς σήματος παρέχει στον δικαιούχο ευρύτερη γεωγραφική προστασία, η οποία εκτείνεται σε περισσότερα του ενός κράτη. Στο σημείο αυτό πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί, πως τα ουσιαστικά δικαιώματα που απορρέουν από την κατοχύρωση ενός σήματος (αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσής του, δικαίωμα αποκλεισμού τρίτων από τη χρήση του κλπ) παραμένουν απολύτως ίδια και για τις τρεις μορφές κατοχύρωσης.
Β. ΚΟΣΤΟΣ
Το κόστος κατοχύρωσης ενός σήματος δεν είναι πάντοτε σταθερό, αλλά εξαρτάται από μία σειρά μεταβλητών παραγόντων, και κυρίως από τον αριθμό των κλάσεων για τις οποίες ζητείται η κατοχύρωση. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, η κατοχύρωση ενός εθνικού σήματος θα κοστίσει σημαντικά λιγότερο από την κατοχύρωση ενός ευρωπαϊκού ή ενός διεθνούς σήματος, κάτι που δικαιολογείται από την -γεωγραφικά και μόνο- πιο περιορισμένη προστασία που παρέχει το πρώτο σε σχέση με τα υπόλοιπα δύο.
Γ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗΣ
Κάθε σήμα για το οποίο υποβάλλεται αίτηση θα πρέπει να πληροί κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων είναι και η μη ύπαρξη προγενέστερου ταυτόσημου ή έστω σημαντικά όμοιου σήματος.
Ο διενεργούμενος έλεγχος κατά την εξέταση της αίτησης του εθνικού σήματος πραγματοποιείται σε σχέση με τα σήματα που είναι ήδη κατοχυρωμένα στην ελληνική επικράτεια. Αντίθετα, προκειμένου να γίνει δεκτό ένα ευρωπαϊκό σήμα ο έλεγχος περιλαμβάνει τα υπάρχοντα σήματα σε ολόκληρη την ΕΕ, ενώ αντίστοιχα για το διεθνές σήμα γίνεται έλεγχος των σημάτων στα κράτη για τα οποία ο αιτών ζητεί την κατοχύρωση.
Σε κάθε περίπτωση, η εκάστοτε επιχείρηση, ανάλογα με το είδος των δραστηριοτήτων της, το μέγεθός της, καθώς και τα κράτη στα οποία αναπτύσσει την εμπορική της δράση, θα πρέπει να σταθμίζει κατά την κατοχύρωση των σημάτων της όλους τους ανωτέρω παράγοντες.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Είναι γεγονός ότι σήμερα μπορούν και στη χώρα μας όλα τα ζευγάρια ετερόφυλα ή ομόφυλα να κατοχυρώσουν νομικά την ερωτική τους σχέση μέσω της σύναψης του συμφώνου συμβίωσης, αντί για τη διενέργεια θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου. Η διαδικασία είναι καθαρά τυπική, εύκολη και εξαιρετικά γρήγορη ενώ στο κείμενο του συμφώνου συμβίωσης μπορούν να ρυθμισθούν πάσης φύσεως σχέσεις του ζευγαριού.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Η διαδικασία σύναψης του συμφώνου συμβίωσης είναι πολύ απλή και προϋποθέτει ουσιαστικά μόνο την έγγραφη αποτύπωση της βούλησης των δύο προσώπων. Σε αυτή την έγγραφη συμφωνία μπορούν να ρυθμισθούν τα διάφορα ζητήματα που αφορούν τη σχέση του ζευγαριού, όπως η διανομή των περιουσιακών τους στοιχείων σε περίπτωση χωρισμού τους ή, θανάτου του ενός, η διατροφή και η επιμέλεια των τέκνων που έχουν αποκτήσει ή θα αποκτήσουν.
Απαιτείται αρχικά, η επιλογή του αρμόδιου συμβολαιογράφου ενώπιον του οποίου θα συναφθεί το σύμφωνο συμβίωσης. Κατόπιν επικοινωνίας μαζί του, και αφού συμφωνήσουν οι δύο σύντροφοι για το περιεχόμενό του, το σύμφωνο είναι έτοιμο να υπογραφεί, χωρίς να χρειάζεται η παρουσία μαρτύρων. Για τη σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης θα χρειαστούν, και για τα δύο μέρη, ταυτότητα ή διαβατήριο, η διεύθυνση μόνιμης κατοικίας τους, ο αριθμός Δημοτολογίου, Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) και της Δ.Ο.Υ. στην οποία υπάγονται, ο Αριθμός του Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισής τους (Α.Μ.Κ.Α.), πιστοποιητικό της οικογενειακής τους κατάστασης καθώς και αναφορά του συνταξιοδοτικού φορέα ασφάλισης και του επαγγέλματός τους.
Ενδεικτικά αναφέρουμε, ως προς τα ζητήματα που δύνανται να ρυθμισθούν στο σύμφωνο συμβίωσης τα εξής:
- Τόσο για τα κληρονομικά όσο και για τα κοινωνικά και ασφαλιστικά δικαιώματα, καθώς επίσης και για τις παροχές, προβλέπεται πλήρης εξομοίωση των προβλέψεων του συμφώνου με τα αντίστοιχα δικαιώματα των συζύγων.
- Δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των προσώπων. Ο καθένας μπορεί, εφόσον συγκατατίθεται ο άλλος, να χρησιμοποιεί στις κοινωνικές σχέσεις το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του.
- Τέκνο που θα γεννηθεί κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε 300 ημέρες από τη λύση του, φέρει το επώνυμο που επέλεξαν οι γονείς του με κοινή και αμετάκλητη δήλωσή τους, η οποία μπορεί να συμπεριληφθεί στο σύμφωνο.
Αφού λοιπόν υπογραφεί το σύμφωνο συμβίωσης απαιτείται σε τελευταίο στάδιο, η κατάθεσή αντιγράφου του στο Ληξιαρχείο του τόπου κατοικίας των συντρόφων. Από την στιγμή της κατάθεσης του συμφώνου και της καταχώρησής του στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στο Ληξιαρχείο ξεκινάει και η ισχύς του.
Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται όταν και οι δύο σύντροφοι υπογράψουν αυτοπροσώπως ενώπιον συμβολαιογράφου σχετική συμφωνία για την λύση του και την καταθέσουν στο Ληξιαρχείο. Λύεται συνεπώς με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο καταρτίζεται. Μπορεί όμως και ο ένας από τους δύο συντρόφους να υπογράψει ενώπιον συμβολαιογράφου, μονομερώς, σχετική δήλωση για την λύση του συμφώνου και να την κοινοποιήσει μέσω δικαστικού επιμελητή στον άλλον σύντροφο. Το σύμφωνο συμβίωσης μπορεί τέλος, να λυθεί αυτοδικαίως εάν οι σύντροφοι συνάψουν γάμο μεταξύ τους είτε πολιτικό είτε θρησκευτικό, ή, εάν έστω ένας εξ αυτών συνάψει γάμο με τρίτον.
Με το σύμφωνο συμβίωσης εν κατακλείδι, δίνεται η δυνατότητα στους συντρόφους να ρυθμίσουν τους όρους της κοινής τους ζωής υπό το περίβλημα ενός «προγαμιαίου» συμβολαίου. Συνέπεια δε της απλότητας της διαδικασίας του είναι η αύξηση των συνηφθέντων συμφώνων συμβίωσης κατά 13,4% από το 2019 στο 2020 σύμφωνα με έγκυρα στοιχεία
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΣΕ Ο.Ε. Ή Ε.Ε. – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & ΣΤΑΔΙΑ
Η πιο απλή και ευέλικτη μορφή επιχειρηματικής δράσης είναι η ατομική επιχείρηση, καθώς διευθύνεται από ένα φυσικό πρόσωπο, το οποίο παίρνει και όλες τις αποφάσεις που αφορούν την επιχείρηση.
Αυτό βέβαια, ενώ προσδίδει ευελιξία στην επιχείρηση, αποτελεί και μειονέκτημα, καθώς η συγκέντρωση όλων των εξουσιών σε ένα πρόσωπο θέτει συγκεκριμένα όρια στην ανάπτυξη της επιχείρησης, που μπορεί όμως να είναι αντιοικονομικά και να περιορίζουν την ικανότητα ανταγωνισμού της επιχείρησης, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει πάντα και το πρόβλημα της διαδοχής του επιχειρηματία.
Αποτέλεσμα αυτού είναι, πολλές ατομικές επιχειρήσεις να μετασχηματίζονται, έτσι ώστε, πρώτον, να εξασφαλίζεται η συνέχιση της επιχείρησης μετά τον θάνατο ή την αποχώρηση του επιχειρηματία, δεύτερον να συνεργάζονται περισσότερα φυσικά πρόσωπα για τη διαχείριση της επιχείρησης και τρίτον, να διασπάται το φορολογητέο εισόδημα που προκύπτει από την λειτουργία της επιχείρησης σε περισσότερα φυσικά πρόσωπα και να επιτυγχάνεται φορολογική ελάφρυνση.
Όσον αφορά την πιο συχνή μετατροπή ατομικής επιχείρησης, που είναι σε προσωπική εταιρεία, σχετικές διατάξεις δεν υπάρχουν στην νομοθεσία αλλά ακολουθούνται τα άρθρα 38-44 του Εμπορικού Κώδικα και το άρθρο 741 του Αστικού Κώδικα που αφορούν την σύσταση προσωπικής εταιρείας.
Επιπλέον, πρέπει να εκτιμηθεί η αξία των περιουσιακών στοιχείων που εισφέρονται, να συσταθεί καταστατικό και να ακολουθηθεί η διαδικασία ίδρυσης που προβλέπεται για τις προσωπικές εταιρείες και συγκεκριμένα αναλυτικότερα η μετατροπή μιας ατομικής επιχείρησης περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια:
- Εκτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού της ατομικής επιχείρησης ύστερα από απογραφή, που διενεργείται από τον ιδιοκτήτη της ατομικής επιχείρησης και το συνέταιρο ή συνέταιρους που προσλαμβάνει,
- Σύνταξη πρωτοκόλλου καταστροφής, στην περίπτωση που προκύψουν άχρηστα από την απογραφή, που θα συνταχθεί από επιτροπή, που θα αποτελείται από τον ιδιοκτήτη της ατομικής επιχείρησης και δύο ακόμα επιχειρηματίες,
- Κλείσιμο των βιβλίων της ατομικής επιχείρησης,
- Σύνταξη εταιρικού, που δεν οφείλει να είναι συμβολαιογραφικό έγγραφο καθώς αφορά δημιουργία προσωπικής εταιρείας, εκτός εάν, μεταξύ των εισφερομένων, υπάρχει εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου,
- Έκδοση άδειας λειτουργίας, η οποία γίνεται με την υποβολή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. της «Δήλωσης Έναρξης Δραστηριότητας», με τα σχετικά δικαιολογητικά που προβλέπονται, καθώς και την καταβολή του Φόρου Συγκέντρωσης Κεφαλαίου 1%,
- Θεώρηση βιβλίων από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. των βιβλίων και στοιχείων που προβλέπονται από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων,
- Προσκόμιση στο αρμόδιο επιμελητήριο δύο αντιγράφων του καταστατικού της εταιρείας, προκειμένου να ελεγχθεί η επωνυμία και ο διακριτικός τίτλος και να χορηγηθεί η σχετική βεβαίωση,
- Κατάθεση στο Πρωτοδικείο αντιγράφου του καταστατικού, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την σύσταση της εταιρείας, προκειμένου να καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία και να εκπληρωθεί η επιταγή για δημοσιότητα της σύστασης της εταιρείας, και
- Άνοιγμα βιβλίων της προσωπικής εταιρείας με εγγραφή των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού χωρίς να εκδοθεί τιμολόγιο πώλησης των περιουσιακών στοιχείων, καθώς πρόκειται για μετατροπή και συνέχιση των εργασιών της ατομικής επιχείρησης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΛΛΑΓΗ ΕΠΩΝΥΜΟΥ – ΛΟΓΟΙ ΑΛΛΑΓΗΣ ΕΠΩΝΥΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Η αλλαγή επωνύμου, είναι μια αρκετή πολύπλοκη, τυπική και χρονοβόρα διαδικασία, η οποία απαιτεί την συνδρομή ενός εξειδικευμένου δικηγόρου. Στο παρόν άρθρο, θα εξετάσουμε τους λόγους εκείνους που δικαιολογούν και επιτρέπουν την αλλαγή του επωνύμου καθώς και την διαδικασία αλλαγής.
Ως γνωστόν, το επώνυμο μας, αποτελεί βασικό στοιχείο της προσωπικότητας μας, καθώς μας συνοδεύει και πολλές φορές ακόμα και μας χαρακτηρίζει σε όλη την διάρκεια της ζωή μας.
Στην διαδικασία για αλλαγή του επωνύμου ο νομοθέτης προσπαθεί να εξισορροπήσει δύο “αντίρροπες δυνάμεις”. Στην μια πλευρά, η ιδιωτική βούληση και το επώνυμο ως στοιχείο της προσωπικότητας του κάθε ατόμου, που συνιστά το διακριτικό του γνώρισμα σε κάθε κοινωνική του συναναστροφή και στην άλλη, η αλλαγή του επωνύμου απασχολεί την έννομη τάξη ενόψει της ανάγκης εξασφάλισης και διατήρησης της ασφάλειας των συναλλαγών με την προστασία του δημόσιου συμφέροντος.
Ποιοι είναι όμως οι συνηθέστεροι λόγοι για τους οποίους ζητείται και εγκρίνεται η αλλαγή επωνύμου;
Ι. Λόγοι για τους οποίους είναι επιτρεπτή η μεταβολή του επωνύμου.
Οι λόγοι που δικαιολογούν την αλλαγή του επωνύμου, δεν αναφέρονται ρητά στο νόμο ούτε είναι περιορισμένοι αριθμητικά. Στην υπ. Αριθ. Φ131360/22379/13 Εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών προβλέπονται ενδεικτικά ορισμένοι σοβαροί λόγοι, δυνάμει των οποίων είναι επιτρεπτή η αλλαγή επωνύμου. Η νομολογία μας επιτρέπει να τους εντάξουμε σε πέντε κατηγορίες:
- Ψυχολογικοί λόγοι: Προσφάτως έγινε δεκτό από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι σοβαρός λόγος είναι και η ανυπαρξία συναισθηματικού δεσμού του ενδιαφερόμενου με τον γονέα του, του οποίου φέρει το επώνυμο.
- Κακόηχο του επωνύμου:Τα κακόηχα επώνυμα, δυνανται να προκαλέσουν θυμηδία και περιφρόνηση σε βάρος του προσώπου που τα φέρει ή μπορεί να είναι δυσκολοπροφέρετα και να δημουργούν δυσκολίες στις κοινωνικές συναναστροφές του ατόμου.
- Ξενικό επώνυμο: Τα μουσουλμανικά επώνυμα αποτελούν το συνηθέστερο παράδειγμα αυτής της κατηγορίας.
- Αντίθετο προς την αντίληψη της κοινωνίας περί ηθικής: Πρόκειται για επώνυμα που το άκουσμα τους δύναται να προσβάλλει το κοινό περί ηθικής αίσθημα.
- Κακή φήμη που έχει αποκτήσει το συγκεκριμένο επώνυμο από πράξεις άλλου προσώπου: Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί όταν το επώνυμο ενός πρόσωπο έχει συνδεθεί με ειδεχθείς και πολλές φορές κολάσιμες πράξεις ενός προσώπου, το επώνυμο του οποίου φέρει ο ενδιαφερόμενος.
ΙΙ. Διαδικασία αλλαγής επωνύμου.
Δυνάμει του άρθρο 94 παρ. 6 του ν. 3852/2010, αρμόδια για την έκδοση των σχετικών με την πρόσληψη και αλλαγή επωνύμου πράξεων είναι τα όργανα των οικείων Δήμων. Για την αλλαγή του επωνύμου απαιτείται να ακολουθηθεί μια ιδιαιτέρως τυπική και αυστηρή διαδικασία, η οποία συνοψίζεται στα κατωτέρω βήματα:
- Ο ενδιαφερόμενος καταθέτει αίτηση ενώπιον του αρμόδιου Δήμου στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο του οποίου ζητείται η πρόσληψη. Στην ίδια αίτηση επισυνάπτονται και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα.
- Ακολουθεί η δημοσίευση περίληψης της αίτησης αλλαγής επωνύμου σε μία εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην πρωτεύουσα ή την περιφέρεια του νομού, ή γειτονικού νομού του Δήμου που έχει κατατεθεί η αίτηση.
- Μεσολαβεί χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από τηΝ δημοσίευση στην εφημερίδα, εντός του οποίου χρονικού διαστήματος, μπορεί οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον να υποβάλει στον Δήμαρχο τις αντιρρήσεις του, εκθέτοντας τους σχετικούς λόγους.
- Έπειτα από την πάροδο της προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών, ο Δήμαρχος εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση, με την οποία αποδέχεται ή απορρίπτει το αίτημα του ενδιαφερόμενου για την αλλαγή του επωνύμου του.
Η απόφαση του Δημάρχου, η οποία αποδέχεται την ζητηθείσα αλλαγή επωνύμου, κοινοποιείται στις αρχές που τηρούν το δημοτολόγιο και το μητρώο αρρένων, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, στην Εισαγγελία και στις Αστυνομικές Αρχές του τόπου γεννήσεως και κατοικίας του ενδιαφερομένου καθώς και στον ίδιο τον ενδιαφερόμενο για να την προσκομίσει στην Αστυνομική Αρχή του τόπου της κατοικίας του, κατά την έκδοση νέου δελτίου ταυτότητος.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΚΙΝΗΤΑ – ΟΔΗΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΜΕ ΥΠΟΘΗΚΗ Ή ΜΕ ΔΑΝΕΙΟ
Είναι γνωστό πως λόγω της κρίσης, πολλά ακίνητα προσφέρονται πλέον σε πολύ χαμηλές τιμές.
Ωστόσο, η αγορά οποιουδήποτε ακινήτου (αγορά κατοικίας, καταστήματος, οικοπέδου, αγρού) ενέχει κινδύνους που πολλές φορές οι αγοραστές αγνοούν, με αποτέλεσμα να προβαίνουν σε μη συμφέρουσες αγορές ή να αποκτούν «προβληματικά» ακίνητα με νομικά ελαττώματα.
Η σωστή νομική συμβουλή στο θέμα της αγοράς ακινήτου είναι κομβικής σημασίας, προκειμένου ο υποψήφιος αγοραστής να προστατευτεί.
Ο νομικός έλεγχος περιλαμβάνει την έρευνα σε υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο του τόπου που βρίσκεται το ακίνητο, με σκοπό να διαπιστωθεί η νομιμότητα και ορθή καταχώριση του τίτλου ή τίτλων ιδιοκτησίας του ακινήτου (συμβόλαια), τυχόν διεκδικήσεις τρίτων ή δουλείες (πχ. ενδέχεται στην αγορά ενός οικοπέδου ή αγρού τμήμα του να πρέπει να παραχωρείται ως δίοδος σε γειτονικό ακίνητο κτλ.)
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να προηγείται προσεκτική έρευνα του ακινήτου που πρόκειται να αγοραστεί, έτσι ώστε να εξεταστεί :
Α)Αν το ακίνητο είναι αυθαίρετο, αν η οικοδομική άδεια αντιστοιχεί στην πραγματική του έκταση ή αν υπάρχουν υπερβάσεις στη δηλωθείσα έκταση του.
Β) Αν το ακίνητο φέρει κάποια υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης.
Γ)Αν το ακίνητο διεκδικείται από κάποιον τρίτο ή τράπεζα.
Δ)Αν το ακίνητο έχει δηλωθεί ορθώς στο κτηματολόγιο όπου προβλέπεται.
Ε)Αν οι τίτλοι ιδιοκτησίας (συμβόλαια) του ακινήτου ανταποκρίνονται στην πραγματική του κατάσταση.
Περαιτέρω, στις περιπτώσεις εκείνες που το ακίνητο πρόκειται να αγοραστεί με δάνειο, η παρουσία δικηγόρου καθ’ ΄όλη τη διάρκεια της αγοροπωλησίας κρίνεται επιβεβλημένη, προκειμένου να εξεταστούν τόσο οι όροι χρηματοδότησης του αγοραστή, όσο και τήρηση της σωστής διαδικασίας κατά την συμβολαιογραφική μεταβίβαση.
Εκτός όμως από την αγορά ακινήτου με δάνειο, συνηθίζεται και η αγορά ακινήτου το οποίο έχει υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, προκειμένου ο αγοραστής να αποκτήσει το ακίνητο ελεύθερο βαρών, θα πρέπει να συμφωνηθεί εγγράφως προκειμένου να διασφαλιστεί η συναλλαγή.
Επίσης, θα πρέπει να έχει ελεγχθεί διεξοδικά ότι η οφειλή που πρόκειται να εξοφληθεί ή συμψηφιστεί με το τίμημα, αντιστοιχεί στην οφειλή που βαρύνει με προσημείωση ή υποθήκη το ακίνητο.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ – ΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥΣ ΕΠΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΠΑΤΗΣ
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε υποχρεωτικό έλεγχο από ανεξάρτητους ορκωτούς λογιστές ή από ελεγκτική εταιρεία, υπόκεινται οι «μεσαίες» και οι «μεγάλες» ανώνυμες εταιρείες. Για να χαρακτηρισθεί δε μία ανώνυμη εταιρεία ως μεσαία ή μεγάλη θα πρέπει να πληροί δύο από τα εξής τρία κριτήρια: το σύνολο ενεργητικού της να υπερβαίνει τα 4.000.000 €, το καθαρό ύψος του κύκλου εργασιών της να υπερβαίνει τα 8.000.000€ και να απασχολεί κατά μέσο όρο 50 άτομα.
Η τακτική διεξαγωγή ελέγχου είναι σε κάθε περίπτωση απαραίτητη, μιας και τα οικονομικά σκάνδαλα δεν είναι διόλου σπάνια στις ανώνυμες εταιρείες, όπου οι μέτοχοι εφησυχάζουν με τη σκέψη ότι υπέγγυα για τους εταιρικούς δανειστές είναι μόνο η εταιρική περιουσία και οι ίδιοι, εύκολα θα μπορέσουν να απεμπλακούν από την όποια ευθύνη. Οι αρχές άλλωστε της αλήθειας και της σαφήνειας, είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, και τα όποια συμβάντα οικονομικής απάτης έχουν λάβει χώρα ανά τα χρόνια έχει κριθεί ότι οφείλονται σε ελλείψεις και σφάλματα στη διάρκεια των ελεγκτικών διαδικασιών.
Η αξιοπιστία των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της εταιρείας συνδέεται άρρηκτα με το αδίκημα της οικονομικής-λογιστικής απάτης. Αυτή θεμελιώνεται σε περίπτωση λανθασμένης καταγραφής των συναλλαγών της εταιρείας είτε από απροσεξία είτε με δόλο του λογιστή -ελεγκτή, με σκοπό την παρουσίαση της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας διαφορετικής απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα, και, κατ’ επέκταση, την παραπλάνηση των υποψήφιων επενδυτών αλλά και των εταιρικών δανειστών. Συχνά παραδείγματα αλλοίωσης των οικονομικών καταστάσεων στην πράξη είναι η υπερτίμηση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, η διόγκωση των πωλήσεων και η υποτίμηση των υποχρεώσεών της (ιδίως η απόκρυψη υφιστάμενων απαιτήσεων των εταιρικών δανειστών).
Η ευκαιρία για διάπραξη απάτης εμφανίζεται συνήθως όταν το σύστημα εσωτερικού ελέγχου της εταιρείας είναι ανεπαρκές ή, όταν ο δράστης κατέχει υψηλή θέση στην εταιρεία (λ.χ. «μέτοχος πλειοψηφίας»), οπότε κρίνει ότι μπορεί να αποφύγει να γίνει αντιληπτός από τους διενεργούντες τον εσωτερικό έλεγχο. Οι πιέσεις των δανειστών, η ανάγκη για διατήρηση ζωντανής της εταιρείας, ο φόβος του κινδύνου πτώχευσής της καθώς και τυχόν χρέη του δράστη είναι μερικά από τα κίνητρα για το εν λόγω έγκλημα.
ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΚΤΩΝ
Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι ελεγκτές ευθύνονται για κάθε πταίσμα και έχουν υποχρέωση αποζημίωσης της εταιρείας. Έχουν όμως το πλεονέκτημα ότι η απαίτηση της εταιρείας κατ’ αυτών υπόκειται στην βραχυπρόθεσμη παραγραφή των δύο ετών, η οποία τρέχει από τον χρόνο σύνταξης των λογιστικών τους εκθέσεων. Σε περίπτωση διάπραξης της απάτης ή με οποιονδήποτε τρόπο, συμμετοχής σε αυτήν και άλλων προσώπων, όπως ιδίως μετόχων ή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, η ευθύνη του ελεγκτή είναι εις ολόκληρον.
ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΚΤΩΝ
Σύμφωνα με το άρθρο 178 του πρόσφατου νόμου 4548/2018 για τις ανώνυμες εταιρείες, ο τακτικός ελεγκτής υπέχει ποινική ευθύνη και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως τριών ετών, συνδυαστικά με χρηματική ποινή ύψους από 10.000 έως 100.000 € στις εξής δύο περιπτώσεις:
- Εάν ενέκρινε χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, η οποία εν γνώσει του είχε καταρτισθεί κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας περί Λογιστικών Προτύπων, ως προς το περιεχόμενό τους
- Εάν παραβίασε την υποχρέωση εχεμύθειας που έχει, αφήνοντας να διαρρεύσουν κρίσιμες απόρρητες πληροφορίες, σχετικές με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας (σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση το έγκλημα διώκεται μόνο κατόπιν υποβολής έγκλησης, με πρωτοβουλία δηλαδή, συνήθως της θιγόμενης εταιρείας).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
