ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΗΧΗΤΙΚΗΣ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ
Ένας σημαντικός παράγοντας που εξετάζεται προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα κατοχυρωμένο εμπορικό σήμα προσβάλλει ένα άλλο είναι η ηχητική σύγκριση των δύο, καθώς είναι πιθανόν να προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό λόγω της μεγάλης ηχητικής ομοιότητάς τους. Κατά την εξέταση αυτή λαμβάνεται υπόψιν μια σειρά κριτηρίων, τα οποία εν συντομία αναλύονται παρακάτω.
Κατ’ αρχάς, αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι αν πράγματι τα δύο σήματα ομοιάζουν ηχητικά. Για την κατάφαση της ομοιότητας δεν αρκεί τα δύο σήματα να έχουν ορισμένα κοινά γράμματα, ιδίως αν τα κοινά τους γράμματα δεν είναι τα κυρίαρχα. Το αυτό ισχύει κατά κανόνα τόσο για ελληνικούς όσο και για λατινικούς χαρακτήρες, καθώς πλέον θεωρείται πως ο μέσος καταναλωτής είναι σε θέση να διακρίνει τα γράμματα του λατινικού αλφαβήτου. Ακόμη, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει πρόσφατα κρίνει ότι δεν αρκεί η ύπαρξη κοινού αριθμού συλλαβών στη λέξη ή στις λέξεις που απαρτίζουν τα δύο σήματα, καθώς η προφορά κάθε μίας μπορεί να οδηγεί σε σημαντική διαφοροποίηση που να μην επιτρέπει την σύγχυση μεταξύ των σημάτων.
Αλλά ακόμη κι αν τα σήματα προφέρονται με όμοιο ή παρεμφερή τρόπο, η διαφορετική σημασία εκάστου είναι δυνατή να αποκλείσει τον κίνδυνο σύγχυσης. Ειδικότερα, έχει νομολογιακά κριθεί ότι η διαφορετική έννοια δύο λέξεων, όσο κι αν αυτές ομοιάζουν κατά την προφορά τους, ερεθίζει με πλήρως διαφορετικό τρόπο τον ανθρώπινο εγκέφαλο, κάτι που οδηγεί σε μια εντελώς διαφορετική αντίληψη της κάθε ένδειξης.
Ένας άλλος παράγοντας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για το αν η ηχητική ομοιότητα δύο σημάτων είναι δυνατή να προξενήσει κίνδυνο σύγχυσης, είναι οι συναλλακτικές περιστάσεις στις οποίες χρησιμοποιούνται τα δύο σήματα. Για παράδειγμα, τα κριτήρια διαπίστωσης του κινδύνου σύγχυσης θα είναι πολύ πιο ελαστικά και χαμηλά στην περίπτωση όπου ο καταναλωτής συναλλάσσεται συνήθως ζητώντας προφορικά τα φέροντα το σήμα προϊόντα (λόγου χάριν παραγγέλνοντας το προϊόν σε έναν χώρο εστίασης) σε σχέση με συναλλαγές όπου η ηχητική αποτύπωση του σήματος δεν είναι πρωταρχικό γνώρισμά του, όπως για παράδειγμα μεταξύ δύο σημάτων αυτοκινήτων ή ασφαλιστικών εταιρειών, όπου σημαντικότερη φαίνεται να είναι για τον μέσο συναλλασσόμενο η οπτική παρά η ηχητική του αποτύπωση.
Σημαντικό είναι σε κάθε περίπτωση ότι, ενώ ο ηχητικός παράγοντας μπορεί να αποδειχθεί σημαντικός για την διαπίστωση ή όχι της προσβολής ενός σήματος από ένα άλλο, η αντιπαραβολή δύο σημάτων δεν περιορίζεται ποτέ μόνο στο ηχητικό τους μέρος, αλλά ο εξεταστής προβαίνει σε μία πολυπαραγοντική εκτίμηση του λεκτικού, απεικονιστικού, ηχητικού και εννοιολογικού μέρους κάθε
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΜΕΛΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
Ο νόμος προβλέπει χαρακτηριστικά ότι με βάση τον εκτελεστό τίτλο (διαταγή πληρωμής συνηθέστερα, ή εκτελεστή δικαστική απόφαση) κατά της ομόρρυθμης ή της ετερόρρυθμης εταιρείας μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση και σε βάρος της περιουσίας των ομόρρυθμων εταίρων αυτής.
Η σύμπτωση της νομικής θέσης του ομορρύθμου εταίρου µε εκείνη της εταιρείας αποτυπώνεται, µμάλιστα, διάχυτα σε όλες τις ουσιαστικές και δικονομικές σχέσεις του µέλους και όχι µόνο στην αναγκαστική εκτέλεση. Ως αλληλέγγυα υπόχρεος λοιπόν, ο ομόρρυθμος εταίρος οφείλει να ανεχθεί την εναγωγή του από το δανειστή, που δικαιούται µε τη σειρά του να απαιτήσει την καταβολή του χρέους κατ’ αρέσκεια από οποιονδήποτε, είτε δηλαδή από την εταιρεία είτε από τον ή τους ομορρύθμους εταίρους της. Η άσκηση της αγωγής κατά της εταιρείας όμως, εμποδίζει λόγω εκκρεμοδικίας την άσκηση όμοιου περιεχομένου αγωγής και κατά του ομορρύθμου µέλους. Εάν δε, ασκηθεί κοινή αγωγή και κατά των ομόρρυθμων εταίρων και κατά της εταιρείας, τότε µμεταξύ τους δημιουργείται αυτό που νομικά ονομάζουμε «σχέση αναγκαίας ομοδικίας», η οποία με τη σειρά της οδηγεί στην επέκταση του δεδικασµένου και της εκτελεστότητας έναντι αμφότερων.
Όταν εντούτοις, ο εταιρικός δανειστής απευθύνει την αγωγή ατομικά κατά των ομόρρυθμων µελών της εταιρείας, οφείλει για να θεμελιώσει την ευθύνη τους ενώπιον του Δικαστηρίου, να εξειδικεύσει ότι στρέφεται κατ’ αυτών ως µελών της οφειλέτιδας εταιρείας. Δικονομικά επίσης, υπάρχει η δυνατότητα ο µη εναχθείς ομόρρυθμος εταίρος να «προσεπικληθεί» από την εναχθείσα εταιρεία. Σε επίπεδο εκτελέσεως, τέλος, ο δανειστής δικαιούται να αρχίσει ή να συνεχίσει εκτέλεση παράλληλα κατά της εταιρίας και των ομόρρυθμων εταίρων της, χωρίς όπως προαναφέραμε να έχει την υποχρέωση να ικανοποιηθεί πρώτα την εταιρεία.
Περαιτέρω, η υποχρέωση του ομορρύθμου εταίρου να ανεχθεί την εναγωγή του ή την εναντίον του επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως δεν συναρτάται µε την ιδιότητά του ως ομορρύθμου µέλους κατά τον χρόνο διεξαγωγής της δίκης ή επίσπευσης της εκτέλεσης. Προϋποθέτει µόνο την κατά το ουσιαστικό δίκαιο ύπαρξη ή διατήρηση της ευθύνης του ως προς το εταιρικό χρέος. Έτσι η «εκτελεστότητα» αντιτάσσεται κατά του ομορρύθμου εταίρου για χρέη προγενέστερα ή μεταγενέστερα της εισόδου του στην εταιρεία, εκτός αν συναφθεί αντίθετη σχετική συμφωνία και τηρηθούν ως προς αυτήν χάριν της προστασίας των δανειστών οι διατυπώσεις δημοσιότητας.
Οι εταιρικοί δανειστές έχουν εξάλλου το δικαίωμα να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση κατά ομορρύθμου εταίρου για να ικανοποιήσουν αξίωσή τους κατά της εταιρείας, µε βάση εκτελεστό τίτλο κατά της τελευταίας, χωρίς να είναι ανάγκη να έχουν αποκτήσει εκτελεστό τίτλο και κατά του εν λόγω εταίρου, ή να έχουν προβεί προηγουμένως σε εκτέλεση κατά της Ο.Ε. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη του νόμου αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα ότι για να αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση κατά ενός προσώπου χρειάζεται να εκδοθεί εναντίον του εκτελεστός τίτλος. Αυτό σημαίνει δικονομικά ότι «διευρύνονται τα υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας» (άρθρο 920 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Ο εταίρος έχει τη δυνατότητα να αμυνθεί µε τη διαδικασία των ανακοπών που προβλέπονται κατά της εναντίον του επιχειρηθησοµένης αναγκαστικής εκτέλεσης. Αν, για παράδειγμα, ο εταίρος δεν ευθύνεται για οποιονδήποτε βάσιμο λόγο και κατ’ επέκταση δεν οφείλει, δεν υπόκειται σε αναγκαστική εκτέλεση κατά το άρθρο 920.
Απ’ όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι τελικά ο εταιρικός δανειστής αποκτά πρακτικά πλεονεκτήματα στρεφόμενος κατά της προσωπικής εταιρείας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΚΑΙ DOMAIN NAMES – ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ & ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ
Ως απαραίτητο εργαλείο πλέον, για την επέκταση δραστηριοτήτων κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, έχει καταστεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο, στον οποίο το πρόσωπο (φυσικό ή/και νομικό) θα παρουσιάζεται και θα διαφημίζεται.
Το δικαίωμα στο όνομα, είναι μία από τις δύο εκφάνσεις της προσωπικότητας που ρυθμίζονται ειδικότερα στον Αστικό Κώδικα, και σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητάς του, κατά την διάταξη του άρθρου 58 ΑΚ, ο προσβαλλόμενος στο όνομα του, δικαιούται να ζητήσει άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς να απαιτείται υπαιτιότητα του προσβάλλοντος.
Το όνομα ειδικότερα, προστατεύεται με την ειδική διάταξη του άρθρου 58 Α, σύμφωνα με το οποίο ορίζεται ότι:
«Αν σ’ αυτόν που δικαιούται να φέρει ένα όνομα αμφισβητείται από άλλον το δικαίωμα αυτό, ή αν κάποιος χρησιμοποιεί παράνομα ορισμένο όνομα, ο δικαιούχος ή εκείνος που βλάπτεται, μπορεί να ζητήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, δεν αποκλείεται».
Το όνομα του προσώπου, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι προσθήκες ή οι παραλλαγές, ακόμα και τα ψευδώνυμα όταν εξατομικεύουν ένα πρόσωπο, αποτελεί διακριτικό γνώρισμα του ατόμου, ουσιώδες στοιχείο της ταυτότητας του και χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητάς του. Για τον λόγο αυτό, το δικαίωμα στο όνομα, δεν περιορίζεται απλώς και μόνο στην προστασία της εξατομικευτικής λειτουργίας του ονόματος, αλλά η προσβολή του συνιστά προσβολή του δικαιώματος στην προσωπικότητα και συνεπώς παράλληλα με την διάταξη του άρθρου 58 ΑΚ, τυγχάνει εφαρμογής και η διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 58 ΑΚ, εκτός από το όνομα του φυσικού προσώπου, προστατεύει και την επωνυμία του νομικού προσώπου.Η προστασία του ονόματος συνεπώς, επεκτείνεται και στην επιχειρηματική δραστηριότητα του προσώπου και καλύπτει κάθε διακριτικό γνώρισμα που αποτελεί χαρακτηριστικό του προσώπου, σύμβολο «της σφαίρας δράσης του».
Σχετικά με τις αξιώσεις του προσβαλλόμενου στην περίπτωση προσβολής της προσωπικότητάς του, κατά την 58 ΑΚ, ο προσβαλλόμενος στο όνομα του δικαιούται να ζητήσει άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον χωρίς να απαιτείται υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Επιπλέον, στην περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων των διατάξεων 914 επ. ΑΚ, δύναται να ζητήσει και αποζημίωση, ενώ εφαρμόζεται και στις προσβολές αυτές η διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ για την ηθική ικανοποίηση του προσβαλλόμενου. Τέλος, ο προσβαλλόμενος δύναται να ασκήσει ασφαλιστικά μέτρα ή αναγνωριστική αγωγή.
Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, για την επέκταση των δραστηριοτήτων κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, απαραίτητο εργαλείο κατέστη η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο, στον οποίο το πρόσωπο (φυσικό ή/και νομικό), θα παρουσιάζεται και θα διαφημίζεται.
Βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελεί η δημιουργία μίας ιστοσελίδας, όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση συναλλαγών. Η είσοδος στην ως άνω ιστοσελίδα θα γίνεται μέσω του ονόματος χώρου (domain name), το οποίο κατ` ουσία επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ιστοσελίδας.
Το όνομα χώρου (domain name), δεν μπορεί κατ’ αρχήν να ταυτιστεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Εντούτοις, όταν χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, το όνομα χώρου λειτουργεί κατά έμμεσο τρόπο ως διακριτικό γνώρισμα, καθώς τελεί την πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία του διακριτικού γνωρίσματος στις ηλεκτρονικές εμπορικές συναλλαγές.
Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι από τον πρώτο τυχόντα, θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημιές στην επιχείρηση, που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία.
Για την διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των παραπάνω επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο domain name μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος.
Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από το ότι οι κάτοχοι domain name, στην πράξη εμφανίζονται στο διαδίκτυο με τα διακριτικά γνωρίσματα, που τους κατέστησαν γνωστούς στον υλικό κόσμο, δηλαδή χρησιμοποιούν το όνομα, την επωνυμία τους ή το σήμα τους, δεδομένων μάλιστα των περιορισμένων ορίων παροχής domain name για κάθε χρήση αλλά και της επιβαλλόμενης συντομίας για του είδους αυτού την επικοινωνία.
Συνεπώς, το όνομα χώρου θα πρέπει να απολαμβάνει προστασίας αντίστοιχης με εκείνη των διακριτικών γνωρισμάτων αλλά και ένα άλλο διακριτικό γνώρισμα θα πρέπει να προστατεύεται από τη χρήση ενός ονόματος χώρου.
Σε περίπτωση προσβολής, ο προσβαλλόμενος δύναται να επιδιώξει την άρση και την παράλειψη της προσβολής, η οποία θα συνίσταται στην παύση της χρήσης του συγκεκριμένου domain name από τον αντίδικό του και την διαγραφή του από το Μητρώο της ΕΕΤΤ, ως καταχωρήσαντα το επίδικο domain name.
Σε περίπτωση που στο domain name αναφέρεται όνομα ή επωνυμία νομικού προσώπου, τότε παρέχεται στον προσβαλλόμενο η προστασία των άρθρων 57, 58 και 59 ΑΚ. Η περίπτωση αυτή συνιστά, παράνομη χρήση ξένου ονόματος, όπου σύμφωνα με την 58 ΑΚ, την άρση της προσβολής μπορεί να ζητήσει όχι μόνον ο δικαιούχος, αλλά και κάθε τρίτος που βλάπτεται από την παράνομη αυτή συμπεριφορά.
Φυσικά, παράνομη προσβολή δεν υφίσταται στην περίπτωση συνωνυμίας, ούτε στην περίπτωση όπου η χρήση έγινε μετά από συναίνεση του δικαιούχου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΟΙΟΥΣ ΣΥΜΦΕΡΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ Η 10ΕΤΗΣ ΠΡΑΓΡΑΦΗ
Η επίμαχη διάταξη που υιοθετεί τη 10ετή παραγραφή (από 20ετή που ισχύει σήμερα στα περισσότερα ταμεία) είναι προ των πυλών. Μάλιστα από την 1η Ιανουαρίου 2027 η παραγραφή των μη βεβαιωμένων οφειλών προς τον ΕΦΚΑ γίνεται πενταετής, με εναρμόνιση των χρονικών ορίων παραγραφής των ασφαλιστικών οφειλών με ό,τι ισχύει για τις φορολογικές οφειλές.
Ωστόσο, ποιους συμφέρει πραγματικά η παραγραφή;
Η παραγραφή σε γενικές γραμμές συμφέρει όσους μπορούν, σε κάθε περίπτωση με τα υπόλοιπα χρόνια να θεμελιώσουν δικαίωμα συνταξιοδότησης στα 62 ή στα 67.
Ποιοι θα συναντήσουν εμπόδια και θα εξαιρεθούν από το δικαίωμα παραγραφής;
Όσοι εντάχθηκαν στη ρύθμιση των 120 δόσεων και στις άλλες ευνοϊκές ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν το 2015, 2017 και 2019, δηλαδή 1 στους 4 οφειλέτες.
Όσοι έλαβαν ενημέρωση από το Κ.Ε.Α.Ο. ότι οφείλουν είτε με δική τους πρωτοβουλία είτε με πρωτοβουλία του φορέα. Δηλαδή εάν ο ΕΦΚΑ είχε προβεί σε κοινοποίηση προς τον ασφαλισμένο της βεβαίωσης οφειλής των εν λόγω εισφορών εντός δεκαετίας από τη γένεσή της (γεγονός που διακόπτει τον χρόνο παραγραφής), τότε ο ασφαλισμένος οφείλει το σύνολο των εισφορών.
Όσοι δεν γνώριζαν ότι οφείλουν και το έμαθαν με την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης.
Αντίθετα, αν μια οφειλή που δημιουργήθηκε το 2007 δεν βεβαιώθηκε μέχρι το 2017 διότι στο μεταξύ είχε ψηφιστεί το 2016 ο νόμος Κατρούγκαλου που έβαζε τον πήχη της παραγραφής στην 20ετία, τότε η οφειλή παραγράφεται.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΜΙΣΘΩΣΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΑ
Δεν μπορεί να απαγορευθεί η διατήρηση ζώων συντροφιάς με τον κανονισμό της πολυκατοικίας, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 του Ν. 4039/2021, περί διατήρησης ζώων συντροφιάς σε κατοικίες.
Σύμφωνα με το Ν. 4039/2012 «για τα δεσποζόμενα και τα αδέσποτα ζώα συντροφιάς και την προστασία των ζώων από την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίηση με κερδοσκοπικό σκοπό» και ειδικότερα στο άρθρο 1, ως κατοικίδιο ζώο ορίζεται: «κάθε μη άγριο ζώο, που συντηρείται ή προορίζεται να συντηρηθεί από τον άνθρωπο, κυρίως μέσα στην κατοικία του, για λόγους ζωοφιλίας ή συντροφιάς και τελεί υπό την άμεση επίβλεψη και φροντίδα του ιδιοκτήτη, κατόχου, συνοδού ή φύλακά του».
Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 8 του ιδίου νόμου, περί διατήρησης ζώων συντροφιάς σε κατοικίες:
«Επιτρέπεται η διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς σε κάθε κατοικία. Στις πολυκατοικίες, που αποτελούνται από δύο διαμερίσματα και πάνω, επιτρέπεται η διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς σε κάθε διαμέρισμα με την προϋπόθεση ότι αυτά:
- διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα με τον ιδιοκτήτη τους ή τον κάτοχο τους,
- δεν παραμένουν μόνιμα στις βεράντες ή στους ανοιχτούς χώρους του διαμερίσματος,
- η παραμονή στα διαμερίσματα πολυκατοικιών τελεί υπό την επιφύλαξη της τήρησης των κανόνων ευζωίας, των υγειονομικών διατάξεων και των αστυνομικών διατάξεων περί κοινής ησυχίας και
- έχουν ελεγχθεί ηλεκτρονικά, έχουν σημανθεί, καταγραφεί και φέρουν βιβλιάριο υγείας».
- Επιτρέπεται η διατήρηση ζώων συντροφιάς, που έχουν σημανθεί και καταχωρισθεί νομίμως και φέρουν βιβλιάριο υγείας, στις μονοκατοικίες με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες καλής μεταχείρισης και ευζωίας των ζώων, καθώς και οι ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις και οι αστυνομικές διατάξεις περί κοινής ησυχίας.
- Απαγορεύεται η διατήρηση και παραμονή ζώων συντροφιάς σε κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας. Επιτρέπεται όμως στην πυλωτή, στην ταράτσα, στον ακάλυπτο χώρο και στον κήπο εφόσον υφίσταται η ομόφωνη απόφαση της γενικής συνέλευσης των ιδιοκτητών.
- Οι ανωτέρω αριθμητικοί περιορισμοί ισχύουν μόνο για σκύλους και γάτες. Για τα λοιπά ζώα συντροφιάς, πρέπει να τηρούνται οι όροι της παραγράφου 2.»
Με τον ίδιο κανονισμό, μπορεί να περιορίζεται ο μέγιστος αριθμός των ζώων, που επιτρέπονται, στα δύο (2) ζώα ανά διαμέρισμα.
Περαιτέρω, από τις ανωτέρω ειδικότερες ρυθμίσεις του νόμου, προκύπτει ότι αυτός στο σύνολό του, αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια του νομοθέτη να ορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ρυθμίζονται οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων σε αναφορά με την ύπαρξη δεσποζόμενων και αδέσποτων ζώων.
Επισημαίνουμε ότι ο νόμος αυτός, αποτελεί τον πρόδρομο των Ν. 4235/2014 και Ν. 4830/2021, οι οποίοι άνοιξαν τον δρόμο για το ελεύθερο τάισμα και πότισμα των αδέσποτων ζώων τόσο από ιδιώτες, όσο και από τους Δήμους, τους οποίους υποχρέωσε να δημιουργήσουν σημεία σίτισης και ποτίσματός τους. Βέβαια και πριν ακόμα και πριν τους νόμους αυτούς, αυτό δεν απαγορευόταν, εφόσον φυσικά, τηρούνταν οι κανόνες υγιεινής και καθαριότητας.
Χαρακτηριστικό κατάλοιπο της προηγούμενης κατάστασης, αποτελούν όροι μισθωτηρίων συμβολαίων, αλλά και καταστατικά πολυκατοικιών, σύμφωνα με τα οποία απαγορεύεται η κατοχή κατοικίδιου ζώου και η διαμονή του εντός διαμερίσματος. Σύμφωνα, ωστόσο, με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 8 του Ν. 4039/2012, η διατήρηση ζώων συντροφιάς σε κάθε κατοικία είναι επιτρεπτή, υπό προϋποθέσεις, περιοριστικά απαριθμούμενες σε αυτό.
Αυτό σημαίνει, ότι εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, η κατοχή κατοικίδιου και η διαμονή του σε σπίτι (διαμέρισμα ή οποιαδήποτε άλλη οικία) δεν δύναται να απαγορευτεί, ούτε καν με κανονισμό πολυκατοικίας, ο οποίος μπορεί μόνο να ορίσει τον μέγιστο αριθμό ζώων ανά διαμέρισμα. Στην περίπτωση, δε, που ένας τέτοιος περιορισμός δεν ορίζεται στο καταστατικό, γίνεται δεκτό ότι μπορεί να επιτραπούν και πάνω των δύο (20 ζώων ανά διαμέρισμα, αρκεί να τηρούνται οι προϋποθέσεις που περιγράφονται στο άρθρο 8 παρ.1 εδ. α΄.
Ζήτημα, ωστόσο, ενδέχεται να υπάρχει στην περίπτωση παλαιότερων του Ν. 4039/2012 Κανονισμών πολυκατοικίας, οι οποίοι απαγόρευαν την διατήρηση κατοικίδιων στα διαμερίσματά της, ότε και θα χρειαστεί τροποποίησή του. Σύμφωνα, άλλωστε, με το Ν. 1562/1985 περί «οικοδόμησης συνιδιόκτητων ακινήτων και τροποποίηση διατάξεων του κώδικα πολιτικής δικονομίας για τη διανομή και άλλες διατάξεις» και ειδικότερα το άρθρο 9 αυτού «αν υπάρχει ήδη χωριστή κατ’ ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60% των συγκυρίων δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων άρθρων, να καταρτιστεί κανονισμός, εφόσον είναι αναγκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών. Κατά τον ίδιο τρόπο και με πλειοψηφία τουλάχιστον 65% των συγκυρίων, μπορεί να επιτραπεί η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του κανονισμού, όταν εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών σύμφωνα με τον προορισμό του ακινήτου».
Σε αντιδιαστολή λοιπόν με τα παραπάνω, άλλη αντιμετώπιση έχει τυχόν αντίθετος όρος μισθωτηρίου συμβολαίου, που απαγορεύει τη διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς σε κατοικία, καθώς η συμφωνία μεταξύ του εκμισθωτή και του μισθωτή διέπεται από την θεμελιώδη αρχή της «ελευθερίας των συμβάσεων» και ως εκ τούτου υπερισχύει του νόμου.
Αξίζει, δε, να αναφερθεί ότι η ως άνω διαμορφωθείσα κατάσταση και το δικαίωμα που παρέχει ο νόμος να διατηρείται κατοικίδιο ζώο, ακόμα και σε μισθωμένη κατοικία, ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα του εκμισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 8 ή παρατηρήσει κακή χρήση του μισθίου, ήτοι της οικίας/διαμερίσματος.
Ειδικότερα κατά το άρθρο 594 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί εμπορικών μισθώσεων κατ’ άρθ. 15 του π.δ/τος 34/1995, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει αμέσως τη μίσθωση αν ο μισθωτής, παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή, δεν μεταχειρίζεται το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε. Η διαμαρτυρία αυτή, δε, του εκμισθωτή για την κακή χρήση του μισθίου μπορεί, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, να εμπεριέχεται και στην αγωγή, με αποτέλεσμα ο μισθωτής να έχει δυνατότητα συμμόρφωσης μέχρι την άσκησή της.
Ειδικότερα, με την ανωτέρω διάταξη θεσπίζεται νόμιμη υποχρέωση του μισθωτή να χρησιμοποιεί το μίσθιο με την επιμέλεια του μέσου, συνετού ανθρώπου. Αντίθετη μεταχείριση, δε, του μισθίου, ήτοι κακή χρήση αυτού συνιστά, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου η καταστροφή μερών, συστατικών ή παραρτημάτων του μισθίου και κάθε βλάβη ή αυθαίρετη, χωρίς τη συναίνεση του εκμισθωτή, επέμβαση του μισθωτή σε αυτό, που αλλοιώνει ουσιωδώς το μίσθιο και που έχουν γίνει από τον εκμισθωτή για την εξυπηρέτηση του οικονομικού του σκοπού. Ως εκ τούτου, είναι εμφανές ότι από μόνη της η παρουσία κατοικίδιου ζώου σε οποιαδήποτε κατοικία δεν συνιστά κακή χρήση μισθίου, αλλά απαιτείται είτε αυτή να αντίκειται σε όρο του συμβολαίου μεταξύ του εκμισθωτή και του μισθωτή, είτε η παρουσία αυτή να έχει ένα επιβλαβές αποτέλεσμα, ήτοι καταστροφές, φθορές, αλλοιώσεις, που δεν δικαιολογούνται από τη συνήθη χρήση του να είναι αντίθετη σε μεταξύ τους συμφωνία.
Στις ως άνω περιπτώσεις, δε, αυτή ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα όχι μόνο να καταγγείλει την σύμβαση μίσθωσης, αλλά και να αποζημιωθεί, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων 594 ΑΚ, 297 ΑΚ και 298 ΑΚ, τόσο ως προς τη θετική ζημία, όσο ως προς το διαφυγόν κέρδος. Με άλλα λόγια, ο εκμισθωτής έχει αξίωση τόσο ως προς τις φθορές που πραγματοποιήθηκαν στο ακίνητό του, όσο και για τυχόν συνέπειες αυτών (πχ. αδυναμία εκ νέου μίσθωσης του διαμερίσματος εξαιτίας τους), υπό τη μοναδική προϋπόθεση ότι η ζημία του τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επικαλούμενη κακή χρήση του μισθίου από τον μισθωτή ή ότι εκείνος παρέβη σχετικό όρο του μισθωτηρίου συμβολαίου.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω και με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος και της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι γεγονός ότι ο Ν. 4039/2012, τελεί σε πλήρη αρμονία με το γενικότερο σύστημα δικαίου της χώρας μας, χωρίς να πλήττονται από την άλλη μεριά και τα συμφέροντα του εκμισθωτή.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΩΝ – ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΥΤΩΝ – ΠΟΝΙΚΗ ΡΗΤΡΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ – ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ
Οι περισσότερες πολυκατοικίες, διέπονται από την σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών, η οποία συνοδεύεται από τον κανονισμό της πολυκατοικίας, ο οποίος αναφέρει τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων της κάθε πολυκατοικίας. Μία από τις υποχρεώσεις αυτές είναι και η καταβολή των κοινόχρηστων δαπανών σύμφωνα με τις αναλογίες που αναφέρονται στην πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών σε συνδυασμό με τον κανονισμό της πολυκατοικίας για κάθε διαμέρισμα, ενώ στην περίπτωση που δεν τηρείται αυτή η υποχρέωση από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη ο ως κανονισμός αλλά και ο νόμος προβλέπει ως συνέπεια την είσπραξή της εν λόγω οφειλής με τόκο υπερημερίας.
Δεν είναι λίγες οι φορές εκείνες, που συχνά υπάρχει στον κανονισμό της πολυκατοικίας και όρος ο οποίος αναφέρει ότι σε περίπτωση μη καταβολής των οφειλόμενων κοινόχρηστων δαπανών ενός διαμερίσματος, πέραν των τόκων υπερημερίας, ο ιδιοκτήτης αυτού να επιβαρύνεται με την καταβολή διπλάσιου ή και τριπλάσιου ποσού ως ποινικής ρήτρας. Ο όρος αυτός όμως είναι άκυρος σύμφωνα με τον νόμο.
Σύμφωνα με το άρθρο 243 ΑΚ, το ανώτατο όριο του τόκου που οφείλεται από δικαιοπραξία προσδιορίζεται, όπως ο νόμος ορίζει. Οι προμήθειες ή άλλα ανταλλάγματα που συνομολογούνται ή καταβάλλονται επί πλέον του τόκου λογίζονται ως τόκος. Κατά το άρθρο 293 ΑΚ, το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος και σύμφωνα με το άρθρο 294 ΑΚ κάθε δικαιοπραξία για τόκο, που υπερβαίνει το ανώτατο θεμιτό όριο είναι άκυρη ως προς το επί πλέον.
Το άρθρο 345 ΑΚ αναφέρει, ότι όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, έχει δικαίωμα ν’ απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας, που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία. Αν όμως, αποδείξει και άλλη θετική ζημία, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα ν’ απαιτήσει και αυτήν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 341 ΑΚ αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ορισμένη (δήλη) ημέρα ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με την πάροδο και μόνο αυτής.
Τέλος κατά το άρθρο 404 ΑΚ, οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα) για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή. Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων και ιδίως αυτών των άρθρων 293 εδ. β, 294 και 345 του ΑΚ, σκοπός των οποίων είναι ν’ αποτρέψει την καταστρατήγηση του θεμιτού ορίου τόκου, δια των συνυπολογισμών στο ποσοστό των τόκων όλων των προσθέτων παροχών, οι οποίες με διάφορη του τόκου νομική μορφή επιβαρύνουν ουσιαστικά τον οφειλέτη, συνάγεται ότι, επί χρηματικής κυρίως οφειλής ως κύριας παροχής η συνομολόγηση σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη περί την εκπλήρωση της, επιπλέον του θεμιτού τόκου και πρόσθετου χρηματικού ποσού, ως ποινικής ρήτρας αντιβαίνει στις παραπάνω διατάξεις του νόμου και είναι άκυρη, κατά το υπερβάλλον, ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας, η ακυρότητα δε αυτή της εν λόγω «ποινικής ρήτρας» είναι άσχετη με το υπέρμετρο αυτής, που ρυθμίζεται κατά το άρθρο 409 ΑΚ.
Επομένως, επί οροφοκτησίας προκειμένου για υποχρέωση καταβολής εκ μέρους του ιδιοκτήτου διαμερίσματος δαπανών κοινοχρήστων, σε περίπτωση υπερημερίας αυτού, ως προς την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του αυτής, ο διαχειριστής δικαιούται να ζητήσει την καταβολή των οφειλών αυτών εκ μέρους του συνιδιοκτήτη, καθώς και τον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο τόκο υπερημερίας όχι δε και τυχόν πρόσθετο χρηματικό αντάλλαγμα, που για τον λόγο αυτό έχει συμφωνηθεί με τον οφειλέτη, ως «ποινική ρήτρα».
Ως προς το χρονικό πλαίσιο διεκδίκησης των οφειλόμενων κοινόχρηστων δαπανών διαμερίσματος πολυκατοικίας, σύμφωνα με το άρθρο 250 εδ. 17 ΑΚ, οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά, παραγράφονται σε πέντε χρόνια. Στις προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή αξιώσεις, περιλαμβάνεται και η κατά του κυρίου διαιρεμένης ιδιοκτησίας πολυώροφης οικοδομής αξίωση καταβολής των κατά τον κανονισμό συνιδιοκτησίας και το άρθρο 5 εδ. β' Ν. 3741/1929 αναλογουσών στην ιδιοκτησία αυτή δαπανών των κοινοχρήστων χώρων, αφού και η ανωτέρω αξίωση έχει αντικείμενο περιοδικώς, καθορισμένα χρονικά διαστήματα, επαναλαμβανόμενη παροχή, διαφόρου, ενδεχομένως εκάστοτε ύψους, αλλά σαφώς καθορισμένου εκ των προτέρων περιεχομένου και δεν διατελεί ως προς τη γένεση και την ύπαρξη της από κάποια αίρεση, αλλά παράγεται με μόνη την πάροδο του υπό του νόμου ή της βούλησης των συναλλαγέντων τεταγμένου αναγκαίου χρόνου.
Η πενταετής παραγραφή, αρχίζει κατ’ άρθρο 253 ΑΚ μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της, όπως η τελευταία ορίζεται στα άρθρα 251 και 252 ΑΚ. Εξ άλλου κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΚΙΝΗΤΑ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΥΠΟ ΔΙΑΛΥΤΙΚΗ ΑΙΡΕΣΗ
Η πώληση υπό διαλυτική αίρεση, πρόκειται για μία πώληση της οποίας τα αποτελέσματα ενδεχομένως να ανατραπούν με την επέλευση ενός γεγονότος μελλοντικού και αβέβαιου.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ «αν με τη δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση».
Ενόψει της διάταξης αυτής, ο διαλυτικός όρος που περιέχεται στη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση που ο αγοραστής, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση για ορισμένη, εντός τακτής προθεσμίας, ενέργεια, που μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή του πιστωθέντος τιμήματος, δεν προέβη στην εκπλήρωση αυτής, θα εκπίπτει από κάθε δικαίωμά του που απορρέει από την πώληση και το πωληθέν θα καθίσταται αναγόραστο και θα επιστραφεί χωρίς άλλη διατύπωση στην κυριότητα του πωλητή, αποτελεί αναμφίβολα παρεμβολή στη σύμβαση διαλυτικής αίρεσης, υπό την οποία τελεί τόσο η κατά το άρθρο 1033 ΑΚ συμφωνία για τη μεταβίβαση της κυριότητας, όσο και η ενοχική δικαιοπραξία της πώλησης, η οποία αποτελεί, κατά την παραπάνω διάταξη, τη νόμιμη αιτία της μεταβίβασης.
Όταν η διαλυτική αυτή αίρεση πληρωθεί, διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία εντός της οποίας όφειλε να ενεργήσει ο αγοραστής, τότε, κατά τη βούληση των μερών, που σαφώς εκφράστηκε και είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ, ανατρέπεται η όλη σύμβαση τόσο κατά την ενοχική όσο και κατά την εμπράγματη ενέργειά της, υπό την έννοια ότι παύει αυτή να ισχύει με την επέλευση του αιρετικού γεγονότος και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση, άρα και η κυριότητα στον πωλητή, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργειά του (όπως δήλωση υπαναχώρησης), ενώ ο αγοραστής εκπίπτει από τα δικαιώματά του από τη σύμβαση πώλησης (ΠΠρΚω 72/2018 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1361/2017, ΑΠ 389/2017, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 1133/2009, ΑΠ 848/2008, ΑΠ 637/2003, ΕφΛαρ 110/2015.).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕ ΜΕΤΟΧΕΣ ΕΙΣΗΓΜΕΝΕΣ ΣΕ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΗ ΑΓΟΡΑ
Σύμφωνα με τον πρόσφατο νόμο του 2018 που άλλαξε ριζικά το Δίκαιο των Ανωνύμων Εταιρειών «Εισηγμένη» Ανώνυμη Εταιρεία είναι εκείνη της οποίας οι μετοχές «προσφέρονται» σε ένα πολυμερές σύστημα, το οποίο διευθύνει ή διαχειρίζεται διαχειριστής αγοράς και το οποίο διευκολύνει την προσέγγιση συμφερόντων διαφόρων τρίτων ώστε να αγοράζουν ή να πουλήσουν μετοχές.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ (=ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΗ ΑΓΟΡΑ)
Η εισαγωγή μιας Α.Ε. σε ρυθμιζόμενη αγορά απαιτεί την υποβολή αίτησης από την εταιρεία προς: 1) τον διαχειριστή της αγοράς, 2)το χρηματιστήριο (εφόσον μιλάμε για ελληνική ανώνυμη εταιρεία στο Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε.) και 3)την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την έγκριση ενημερωτικού δελτίου και τη χορήγηση άδειας, για δημόσια προσφορά υφιστάμενων κινητών αξιών της (δηλαδή των μετοχών). Ωστόσο, όπως προβλέπεται από τον νόμο 3371/2005, δεν επιτρέπεται σε όλες τις ανώνυμες εταιρείες να εισαγάγουν τις μετοχές τους στο Χρηματιστήριο, υφίστανται λοιπόν, οι εξής προϋποθέσεις εισαγωγής:
- Η εν γένει κατάσταση της εταιρείας να είναι σύννομη,
- Τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας να είναι τουλάχιστον γενικά 1.000.000 ευρώ και ειδικά 3.000.000€, σε ενοποιημένη ή ατομική βάση. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τα παραπάνω ποσά μπορούν να αναπροσαρμοσθούν.
- Η εταιρεία να είναι συνεπής στην υποχρέωσή της περί κατάρτισης, έγκρισης και δημοσίευσης χρηματοοικονομικών καταστάσεων να έχει δηλαδή δημοσιεύσει ή υποβάλει τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις της για 3 τουλάχιστον οικονομικές χρήσεις εταιρικές χρήσεις, οι οποίες μάλιστα πρέπει να προηγούνται της υποβολής αιτήσεως εισαγωγής,
- Οι μετοχές να είναι νόμιμα εκδοθείσες (ιδίως να είναι ονομαατικές και όχι ανώνυμες, η έκδοση των οποίων έπαψε και απαγορεύεται ρητά από τον νόμο ήδη από τις 01.01.2020), ελεύθερα διαπραγματεύσιμες και πλήρως εξοφλημένες,
- Σε περίπτωση εκδόσεως μετοχών με δημόσια εγγραφή («δημόσια προσφορά»), η εισαγωγή τους γίνεται μετά τη λήξη της περιόδου, κατά τη διάρκεια της οποίας είναι δυνατή η υποβολή αιτήσεως συμμετοχής στη δημόσια εγγραφή,
- Η αίτηση εισαγωγής να αναφέρεται σε όλες τις μετοχές της ίδιας κατηγορίας (κοινές, ονομαστικές, άϋλες, δεσμευμένε, προνομιούχες ή εξαγοράσιμες) που έχουν ήδη εκδοθεί,
- Να πληρούνται οι ειδικότερες προϋποθέσεις εισαγωγής που τίθενται από τον κανονισμό του εκάστοτε χρηματιστηρίου και τέλος,
- Να έχει εκδοθεί και εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως άνω ενημερωτικό δελτίο προς το επενδυτικό κοινό (το οποίο ο νόμος αποκαλεί «Ενημερωτικό Δελτίο Προσφοράς κινητών αξιών και εισαγωγής τους για διαπραγμάτευση»).
Η εισαγωγή βεβαίως των μετοχών μιας ανώνυμης εταιρείας σε ρυθμιζόμενη αγορά οδηγεί αυτομάτως σε μεταβολή των υποχρεώσεών της. οφείλει να τις εκδώσει ή να τις μετατρέψει σε άυλες ή και να εκδίδει άυλους μόνο τίτλους. Για μια εισηγμένη Α.Ε., -επειδή υπάγεται στην κατηγορία των οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος-κάθε τροποποίηση του καταστατικού της προϋποθέτει έγκριση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, κατόπιν διεξαγωγής ενός τυπικού ελέγχου νομιμότητας. Μερική καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου επίσης απαγορεύεται στις εν λόγω εταιρείες. Η πρόσκληση για τη σύγκληση της Γ.Σ. των μετόχων της πρέπει να περιέχει πρόσθετες πληροφορίες, που τυγχάνουν δημοσιότητας υποχρεωτικά.
Η συγκεκριμένη Α.Ε. επιπλέον, είναι υποχρεωμένη να συντάσσει τις ετήσιες χρηματοοικονομικές της καταστάσεις, σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα του Κανονισμού 1606/2002 και οφείλει να εφαρμόζει τις αρχές της εταιρικής διακυβέρνησης, όπως αυτές καταγράφονται στις διατάξεις του νόμου 3016/2002 και να παράσχει στις αρμόδιες αρχές και το επενδυτικό κοινό πρόσθετη πληροφόρηση.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ: ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ Ή ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΕΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ;
Η ανάληψη καθηκόντων διαχειριστή επί εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, η οποία τίθεται σε καθεστώς εκκαθάρισης, συνεπάγεται σημαντικές ευθύνες και καθήκοντα· επεκτείνεται, ωστόσο, η ευθύνη του διαχειριστή μέχρι και στο σημείο θεμελίωσης προσωπικής του ευθύνης για τα χρέη της εταιρείας;
Στο πλαίσιο του Ν. 3190/1955 περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης (Α΄ 912), διευκρινίζεται ρητά στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι: «Επί της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δια τας εταιρικάς υποχρεώσεις ευθύνεται μόνον η εταιρεία δια της περιουσίας αυτής», στον δε Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994 (Α΄ 151), ορίζεται στο άρθρο 101 ότι: «1. Στο φόρο υπόκεινται: α) Οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες. β) […] ε) Οι ημεδαπές εταιρίες περιορισμένης ευθύνης. στ) [...] 2. […]» και στο άρθρο 115 με τίτλο «Ευθύνη διοικούντων νομικά πρόσωπα» (όπως η παρ. 3 αυτού προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 22 του ν. 2648/1998, Α΄ 238) ότι: «1. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανώνυμων εταιριών ή συνεταιρισμών κατά το χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους. […] 2. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά εντεταλμένοι στη διοίκηση του νομικού προσώπου, κατά το χρόνο της διάλυσης των λοιπών νομικών προσώπων του άρθρου 101, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και των φόρων που παρακρατούνται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους. 3. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν, ως εξής: […]»
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, με την υπ’ αριθμ. 7/2022 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε και διευκρινίστηκε ότι: « […] με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 115 του Κ.Φ.Ε. θεσπίζεται, ως προς τις μνημονευόμενες σε αυτές φορολογικές οφειλές των ημεδαπών εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, προσωπική και αλληλέγγυος ευθύνη των φυσικών προσώπων τα οποία είναι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά εντεταλμένοι στη διοίκηση των εν λόγω εταιρειών και στων οποίων τα διευθυντικά καθήκοντα προδήλως περιλαμβάνεται και η μέριμνα για τη συμμόρφωση του νομικού προσώπου προς τις απορρέουσες από τη φορολογική νομοθεσία υποχρεώσεις. Η ευθύνη αυτή, η οποία είναι απλή, πρόσθετη ευθύνη για την πληρωμή των προαναφερθέντων φόρων του νομικού προσώπου, αναγόμενη στο στάδιο της εισπράξεως αυτών (ΣτΕ 2275/2017, 3333/2008), αποβλέπει στην επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της διασφαλίσεως της εισπράξεως των οφειλομένων από τα νομικά πρόσωπα φόρων (ΣτΕ 1187/2018 7μ., 1028/2013, πρβλ. ΑΠ 1106/1978). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, για τις μνημονευόμενες σε αυτές φορολογικές υποχρεώσεις εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ευθύνονται, πέραν του νομικού προσώπου της εταιρείας, και εκείνα τα πρόσωπα τα οποία κατά τον χρόνο της διαλύσεως αυτής (για τις περιπτώσεις της παραγράφου 2) ή και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της (για τις περιπτώσεις της παραγράφου 3, εφόσον οι σχετικές φορολογικές υποχρεώσεις γεννήθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 6 του ν. 2648/1998) την διοικούν και την εκπροσωπούν νομίμως (πρβλ. ΣτΕ 3936/1999 7μ.). Εξ άλλου, οι εν λόγω διατάξεις, ως θεσπίζουσες εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των κεφαλαιουχικών εταιρειών (βλ. ενδεικτικώς άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2190/1920, Α΄ 144, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3604/2007, Α΄ 189, για τις ανώνυμες εταιρείες, άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3190/1955 για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, πρβλ. ΑΠ 1106/1979), πρέπει να ερμηνεύονται στενά (πρβλ. ΣτΕ 2030/2004 7μ., 1769/2018) και σύμφωνα προς το Σύνταγμα (άρθρο 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος) και την απορρέουσα από αυτό αρχή της νομιμότητας του φόρου. Τούτων έπεται ότι, εφόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 3190/1955 (οι οποίες εκφράζουν και γενική αρχή του δικαίου, βλ. ενδεικτικώς άρθρο 72 του ΑΚ), η λύση του νομικού προσώπου της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δεν ταυτίζεται με την περάτωση της νομικής προσωπικότητας αυτής, ως χρόνος διαλύσεως της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 115 του ΚΦΕ, λογίζεται η λύση αυτής και θέση αυτής σε εκκαθάριση και όχι η περάτωση της νομικής προσωπικότητάς της, η οποία επέρχεται με την περάτωση της εκκαθαρίσεως και τη διανομή του προϊόντος εκκαθαρίσεως της εταιρικής περιουσίας (πρβλ. ΑΠ 1419/2004). Κατ’ ακολουθίαν, οι εκκαθαριστές εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, οι οποίοι, άλλωστε, δεν μνημονεύονται στη διάταξη του άρθρου 115 παρ. 2 ΚΦΕ μεταξύ των ευθυνομένων δυνάμει αυτής προσώπων, δεν ευθύνονται, υπό την ιδιότητά τους αυτή, για τα χρέη της εταιρείας που γεννήθηκαν πριν από τη θέση της σε εκκαθάριση (πρβλ. ΣτΕ 3594/2013). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα έβαινε πέραν του σκοπού που εξυπηρετούν οι ως άνω στενώς ερμηνευτέες διατάξεις του ΚΦΕ, διότι θα οδηγούσε στο άτοπο να απαλλάσσεται ο διαχειριστής από τα κατά τον χρόνο της λύσεως της εταιρείας και θέσεώς της σε εκκαθάριση χρέη και να επιβαρύνεται πλέον ο εκκαθαριστής, αν και αμέτοχος στη δημιουργία των χρεών αυτών και στη μη εξόφλησή τους (πρβλ. ΑΠ 538/1966). Περαιτέρω, η υιοθέτηση της αντίθετης απόψεως, η οποία εγκαθιδρύει ευθύνη για αλλότρια χρέη, θα είχε ως αποτέλεσμα την άρνηση αναλήψεως καθηκόντων εκκαθαριστή εταιρείας από έμπειρα και ικανά στελέχη και την κατά τον τρόπο αυτό δυσλειτουργία των νομικών προσώπων που τελούν υπό εκκαθάριση (βλ. σχετικώς την εισηγητική έκθεση επί του άρθρου 34 του ν. 4646/2019, Α΄ 201)».
Συμπερασματικά, οι εκκαθαριστές ΕΠΕ, οι οποίες έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση, δεν ευθύνονται για τα χρέη της εταιρείας, είτε αυτά βεβαιώθηκαν πριν από την θέση τους σε εκκαθάριση είτε κατά την διάρκεια της θητείας τους.
ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΩ ΤΗΝ ΣΥΣΤΑΣΗ ΑΦΑΝΟΥΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ;
Η ιδιαίτερη εταιρική μορφή της αφανούς εταιρείας, η οποία εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των προσωπικών εταιρειών, παρουσιάζει μία σειρά από πλεονεκτήματα σε σχέση με τα άλλα είδη εταιρειών, κυρίως για τους αφανείς εταίρους, τα οποία και αναλύονται λεπτομερώς παρακάτω.
Αρχικά, πρέπει να επισημανθεί πως βασικό χαρακτηριστικό της αφανούς εταιρείας είναι η διενέργεια των επιμέρους εμπορικών πράξεων μόνο από τον εμφανή εταίρο. Επομένως, ο αφανής εταίρος μετέχει μεν στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας, χρηματοδοτώντας τον εμφανή εταίρο, δεν είναι όμως απαραίτητο να φέρει την εμπορική ιδιότητα, καθώς ο ίδιος δεν διενεργεί συναλλαγές με τρίτα πρόσωπα. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, άλλωστε, η συμμετοχή του στην αφανή εταιρεία δεν υπόκειται σε διατυπώσεις δημοσιότητας.
Ακριβώς λόγω του ότι ο εταιρικός δεσμός μεταξύ εμφανούς και αφανούς εταίρου δεν εκδηλώνεται προς τα έξω, δεν τίθεται ζήτημα εκπροσώπησης του αφανούς από τον εμφανή εταίρο, ο οποίος και συναλλάσσεται στο όνομά του και όχι για λογαριασμό άλλων. Συνεπεία αυτού, ο αφανής εταίρος δεν ευθύνεται έναντι τρίτων με την προσωπική του περιουσία, καθώς οι τρίτοι δεν είναι αναγκαίο -και πολλές φορές ούτε δυνατόν- να γνωρίζουν την συμμετοχή του στην αφανή εταιρεία. Διαφορετικό είναι, φυσικά, το ζήτημα της εσωτερικής σχέσης των εταίρων, όπου ανάλογα με τα συμφωνηθέντα, μπορεί να δημιουργηθεί ενδοσυμβατική ευθύνη του ενός εταίρου απέναντι στον άλλον.
Τέλος, εξαιρετικά σημαντικό είναι το γεγονός της δυνατότητας ταχύτερης και πιο ευέλικτης δράσης αυτού του είδους της εταιρείας. Ειδικότερα, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, η σχέση μεταξύ εμφανούς και αφανούς εταίρου είναι καθαρά εσωτερική, χωρίς να ενδιαφέρει τους τρίτους. Ως εκ τούτου, η σύσταση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να περιβληθεί κανενός είδους δημοσιότητα, ενώ οι εσωτερικές σχέσεις των μερών μπορούν να ρυθμίζονται ακόμη και με ιδιωτικό συμφωνητικό. Η αφανής εταιρεία συστήνεται και διαλύεται άμεσα και δίχως ιδιαίτερες διατυπώσεις, κάτι που μπορεί, μεν, να είναι σε ορισμένες περιπτώσεις επισφαλές για τους συμμετέχοντες, διευκολύνει όμως σε κάθε περίπτωση την ευελιξία και την ταχύτητα της δράσης της στην καθημερινή συναλλακτική ζωή.
Συνεπώς, το ιδιαίτερο αυτό εταιρικό μόρφωμα της αφανούς εταιρείας προσφέρει ουσιαστικά την δυνατότητα σε ένα πρόσωπο να συμμετέχει στα κέρδη και τις ζημίες της εμπορικής δραστηριότητας ενός άλλου, καταβάλλοντας μεν προς τον σκοπό αυτό κεφάλαιο, εργασία ή ό,τι άλλο συμφωνηθεί από τα μέρη, μη ευθυνόμενος όμως απέναντι σε τρίτους για τις πράξεις και παραλείψεις της εταιρείας.
