ΜΚΟ (ΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ) – ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ
Οι MΚΟ ορίζονται από την Παγκόσμια Τράπεζα ως «ιδιωτικοί οργανισμοί που ασκούν δραστηριότητα για να απαλύνουν τον πόνο, να προωθήσουν τα συμφέροντα των φτωχών, την προστασία του περιβάλλοντος, την παροχή βασικών κοινωνικών υπηρεσιών, ή αναλαμβάνουν την ανάπτυξη της κοινότητας»
Στην πράξη η ΜΚΟ, είναι μια μη κερδοσκοπική (από την φύση της), μη κυβερνητική οργάνωση. Οι εισφορές των εταίρων μπορούν να συνίστανται στην εργασία τους, σε χρήματα, μόνον όμως για την επίτευξη των σκοπών της εταιρίας και τη λειτουργία αυτής, όχι για κερδοσκοπικούς σκοπούς, άλλα αντικείμενα ή σε κάθε άλλη παροχή. Τυχόν κέρδη που επιφέρει, δεν μοιράζονται στους ιδρυτές ή στα μέλη της, αλλά χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των στόχων της.
- ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΜΚΟ
Για την ίδρυση ΜΚΟ, πρέπει να συμπράξουν τουλάχιστον δύο συμβαλλόμενοι, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να επιδιώκουν αμοιβαία κοινό σκοπό. Τα ιδρυτικά μέλη της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος ηλικίας τους σύμφωνα με το άρθρο 127 του ΑΚ. Συμμετοχή ανηλίκου στην ίδρυση αστικής εταιρίας επιτρέπεται μόνο κατόπιν δικαστικής άδειας.
Η διοίκηση της εταιρίας ανήκει σε όλους μαζί τους εταίρους, εκτός αν συμφωνηθεί η ύπαρξη διοίκησης (Πρόεδρος, Γραμματέας, Ταμίας) για την ευκολότερη εκπροσώπησή της και την ευελιξία της λειτουργίας της.
Αν η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ανατέθηκε σε έναν ή σε μερικούς εταίρους, οι υπόλοιποι αποκλείονται από τη διαχείριση, αλλά έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση επί των πεπραγμένων και των αποφάσεων, ανάλογα και των δικαιωμάτων τους, κατά το καταστατικό τους.
Το καταστατικό αποτελεί το έγγραφο σύστασης της εταιρίας και προδιαγράφει όλα τα βασικά θέματα που αφορούν στην έδρα, στις σχέσεις των εταίρων, στον ορισμό του διαχειριστή στη διάρκεια ζωής της εταιρίας και στη διάλυσή της. Το καταστατικό υπογράφεται από όλους τους εταίρους στο πίσω φύλλο κάθε σελίδας. Δε χρειάζεται να συνταχθεί από συμβολαιογράφο ή να υπογραφεί από αυτόν.
Στη συνέχεια απευθυνόμαστε σε ένα λογιστή για περαιτέρω ενέργειες που απαιτούνται στη Δ.Ο.Υ. της έδρας της εταιρίας και για μία σειρά ενεργειών για την τελική διαδικασία σύστασης αυτής (δημοσιεύσεις της ίδρυσής της – ιδιωτικού συμφωνητικού), την λειτουργία της, έναρξη εργασιών στη Δ.Ο.Υ. έδρας της, με τις απαραίτητες ενέργειες που κάθε φορά θα ισχύουν και απαιτούνται.
- ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ «ΜΗΤΡΩΟ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΞΕΝΩΝ ΜΚΟ»
Απαραίτητη προυπόθεση για την ίδρυση ΜΚΟ, είναι η εγγραφή της στο μητρώο ελληνικών και ξένων ΜΚΟ. Η υλοποίηση της παραπάνω διαδικασίας γίνεται ως εξής:
- Οι φορείς που επιθυμούν να προχωρήσουν στην ίδρυση ΜΚΟ και να εγγραφούν στο «Μητρώο Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ)», οφείλουν να υποβάλουν ηλεκτρονικά αίτηση εγγραφής μέσω της σχετικής διαδικτυακής εφαρμογής του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου “ngo.migration.gov.gr”, συμπληρώνοντας υποχρεωτικά όλα τα πεδία της εφαρμογής και υποβάλλοντας ηλεκτρονικά τα στοιχεία και δικαιολογητικά που αναφέρονται στο άρθρο 2 της παρούσας. Όλα τα αλλοδαπά έγγραφα απαιτείται να είναι επικυρωμένα και μεταφρασμένα σύμφωνα με την κείμενη ελληνική, ισχύουσα, νομοθεσία.
- Εντός χρονικού διαστήματος τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης και πλήρους φακέλου για την ίδρυση ΜΚΟ, εξετάζονται τα δικαιολογητικά που προβλέπονται στο άρθρο 2 της παρούσας. Σε περίπτωση που διαπιστωθούν ελλείψεις στα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ο αιτών φορέας ενημερώνεται εγγράφως, ώστε να προβεί εντός διαστήματος δεκαπέντε (15) ημερών στην κατάθεση των συμπληρωματικών εγγράφων, ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, απορρίπτεται η αίτηση εγγραφής του φορέα στο Μητρώο.
- Εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις εγγραφής και κατόπιν σχετικής εισήγησης της αρμόδιας υπηρεσίας, ο αιτών φορέας δύναται να εγγραφεί στο Μητρώο, με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα Συντονισμού Εμπλεκομένων Φορέων του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.
- Ο Ειδικός Γραμματέας Συντονισμού Εμπλεκομένων Φορέων διατηρεί σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα επαλήθευσης των υποβληθέντων στοιχείων με όλες τις αρμόδιες κρατικές αρχές καθώς και το δικαίωμα, κατά τη συνεκτίμηση όλων των ανωτέρω σε συνδυασμό με στοιχεία που αφορούν τη δράση των υπό ένταξη φορέων και κατά την διακριτική του ευχέρεια, να απορρίψει την αίτηση εγγραφής του φορέα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Ο ΝΕΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ
Ο νέος αναπτυξιακός νόμος (ν. 4887/2022), που πρόκειται να ισχύσει από τον Ιανουάριο του 2023, αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την ίδρυση, την επέκταση και την διαφοροποίηση της παραγωγής των επιχειρήσεων. Θα επιτρέψει στην ουσία στους επιχειρηματίες να αναπτύξουν την δραστηριότητά τους μέσω σύγχρονων μορφών επενδύσεων.
Στο πρόγραμμα του αναπτυξιακού νόμου δικαιούνται να υπαχθούν καταρχάς, πολλές διαφορετικές επιχειρήσεις και συγκεκριμένα οι εμπορικές εταιρείες, εταιρείες υπό συγχώνευση ή υπό ίδρυση, οι συνεταιρισμοί, οι Κοινοπραξίες (εφόσον είναι καταχωρημένες στο Γ.Ε.ΜΗ.) και υπό κάποιες προϋποθέσεις οι δημόσιες και δημοτικές επιχειρήσεις μαζί με τις θυγατρικές τους.
Περαιτέρω, οι αιτήσεις για την υπαγωγή μίας επιχείρησης στο καθεστώς του νέου αναπτυξιακού νόμου, οι οποίες οφείλουν να υποβληθούν έως τις 31 Οκτωβρίου 2022, πρέπει να αφορούν οπωσδήποτε σε ένα από τα παρακάτω:
- Δημιουργία νέας μονάδας (προφανώς με σκοπό ενίσχυσης των νέων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε κλάδους της πρωτογενούς παραγωγής, στον ψηφιακό μετασχηματισμό κ.α., ενώ περιλαμβάνεται και η κάλυψη δαπανών για τις τυχόν απαιτούμενες ερευνητικές δραστηριότητες)
- Επέκταση της δυναμικότητας υφιστάμενης μονάδας-επιχείρησης (αυτό θα πρέπει να πιστοποιείται από ειδικότερα επίσημα στοιχεία).
- Διαφοροποίηση παραγωγής μονάδας σε προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν έχουν παραχθεί προηγουμένως από την ίδια μονάδα.
- Θεμελιώδη αλλαγή του συνόλου της παραγωγικής διαδικασίας υφιστάμενης μονάδας-επιχείρησης (λ.χ. με σκοπό την ενίσχυση επενδυτικών σχεδίων που αφορούν δραστηριότητες κυκλικής οικονομίας και βιώσιμης ανάπτυξης).
- Απόκτηση του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού από επιχειρηματική εγκατάσταση που έχει κλείσει και η αγορά γίνεται από επενδυτή που δε συσχετίζεται με τον πωλητή.
Για να ενταχθεί μια εταιρεία στο θεσμικό πλαισίου του νέου νόμου, επιπλέον, είναι απαραίτητο να μην έχει ξεκινήσει πριν υποβάλει την σχετική Αίτηση, το επιδοτούμενο έργο (αγορά μηχανημάτων, πληρωμή προκαταβολών κλπ).
Τα ποσοστά επιδότησης που πρόκειται να δοθούν δυνάμει του νέου νόμου (ενίσχυση με επιχορήγηση χρημάτων, φορολογική απαλλαγή), κυμαίνονται αναλόγως το μέγεθος της επιχείρησης και αναλόγως την Περιφέρεια στην οποία θα υλοποιηθεί το επενδυτικό σχέδιο. Τα επενδυτικά έργα ξεκινάνε από ελάχιστο ποσό των 100.000 € (εκτός από Συνεταιρισμούς, Κοινωνικές Συνεταιριστικές επιχειρήσεις κ.α. όπου το ελάχιστο είναι 50.000€).
ΛΗΨΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
Τα ποσοστά επιχορήγησης που θα χορηγηθούν δυνάμει του νέου νόμου, ακολουθούν τον «Νέο Χάρτη Ενισχύσεων» (με διάρκεια ισχύος από το 2022 ως το 2027), ο οποίος επικεντρώνεται στην παροχή τεσσάρων κινήτρων τα οποία είναι: η φορολογική απαλλαγή, η επιχορήγηση, η επιδότηση χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) και η επιδότηση κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης.
Στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις παρέχονται όλα τα είδη των ενισχύσεων, περιλαμβανομένης και της επιχορήγησης, ενώ στις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις παρέχονται τα κίνητρα της φορολογικής απαλλαγής, της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης και της επιδότησης του μισθολογικού κόστους (πλην επιχορήγησης). Οι μικρές επιχειρήσεις λαμβάνουν το 80% της ενίσχυσης όταν πρόκειται για επιχορήγηση, πλην ορισμένων "ειδικών κατηγοριών" όπου λαμβάνουν το 100% της ενίσχυσης του παραπάνω χάρτη. Σε περίπτωση που αντί για επιχορήγηση, ζητηθεί φορολογική απαλλαγή, τότε λαμβάνουν το 100% της ενίσχυσης.
Οι μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις λαμβάνουν το 80% της ενίσχυσης όταν πρόκειται για φοροαπαλλαγή, πλην ορισμένων "ειδικών κατηγοριών" όπου λαμβάνουν το 100% της ενίσχυσης. Δεν προβλέπεται γι’ αυτές ενίσχυση με τη μορφή επιχορήγησης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ ΜΕΛΩΝ ΔΣ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ
Το άρθρο 177 του ν. 4548/2018 περί (ποινικών) «παραβάσεων μελών διοικητικού συμβουλίου», αποσκοπεί μεταξύ άλλων στην διαφύλαξη του εταιρικού κεφαλαίου και των συμφερόντων των πιστωτών.
Η εν θέματι διάταξη τυποποιεί ως αξιόποινες πέντε διαφορετικές συμπεριφορές με κοινό συνεκτικό στοιχείο την ιδιότητα του δράστη: οποιοδήποτε (ακόμα και μη εκτελεστικό) μέλος διοικητικού συμβουλίου, οι οποίες συμπεριφορές κατηγοριοποιούνται στις παρακάτω δύο ενότητες:
1) Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει: (α) την πρωτογενή υποχρέωση σύνταξης και έγκρισης ουσιωδώς ακριβών, μη παραπλανητικών και κατά νόμο, ως προς το περιεχόμενό τους, χρηματοοικονομικών ή ενοποιημένων καταστάσεων της εταιρείας, εκθέσεων διαχείρισης (οι οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις) και κάθε άλλης υποχρεωτικής από τον νόμο ετήσιας έκθεσης, και (β) τη δευτερογενή απαγόρευση διανομής κερδών ή άλλων ωφελημάτων σε μετόχους της εταιρείας ή τρίτο πρόσωπο, στις περιπτώσεις που δεν τηρείται το πρωτογενές (υπό α) καθήκον αληθολογίας, ακρίβειας και συμμόρφωσης προς τον νόμο, πολλώ δε μάλλον όταν δεν έχουν συνταχθεί οι εν λόγω καταστάσεις κ.λπ.
2) Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει: (α) την απαγόρευση της εν γνώσει εξαγοράς εξαγοράσιμων μετοχών ή πρόκλησης απόκτησης από την εταιρεία ιδίων μετοχών της ή τίτλων κτήσης μετοχών της ή μετοχών της μητρικής της ή τίτλων κτήσης μετοχών της μητρικής της, κατά παράβαση του νόμου αλλά και (β) την απαγόρευση χορήγησης προκαταβολής, δανείου ή εγγύησης είτε επιβαρύνοντας την εταιρεία, με σκοπό να αποκτήσει τρίτος μετοχές αυτής, είτε επιβαρύνοντας θυγατρική της, με σκοπό να αποκτήσει τρίτος μετοχές της μητρικής της, κατά παράβαση του νόμου.
Οποιοδήποτε μέλος του ΔΣ υποπέσει σε κάποια από τις ανωτέρω παραβάσεις (είτε της πρώτης είτε της δεύτερης ενότητας) τιμωρείται με φυλάκιση έως πέντε (5) έτη και με χρηματική ποινή από 10.000 μέχρι 100.000 ευρώ.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ
Σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ: «απόφαση της Συνέλευσης είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο Νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το Δικαστήριο, ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται μετά την πάροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης. Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων». Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης Σωματείου, καθώς και οι αποφάσεις των άλλων οργάνων του (Διοικητικού Συμβουλίου και Εφορευτικής Επιτροπής), εφόσον αντιβαίνουν στο Νόμο ή το καταστατικό, είναι άκυρες, η δε ακυρότητά τους αυτή, ένεκα γενικότερων λόγων δημόσιας τάξεως και ασφαλείας των συναλλαγών, απαιτείται απαραιτήτως να κηρυχθεί από το Δικαστήριο κατόπιν έγερσης σχετικής αγωγής. Αναφύεται, ωστόσο, εν προκειμένω το εύλογο και κρίσιμο ερώτημα, εάν δηλαδή η παραβίαση μιας διάταξης Νόμου ή του καταστατικού αρκεί από μόνη της για την πρόκληση της ακυρότητας ή εάν απαιτείται και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του Νόμου ή του καταστατικού και της ληφθείσας απόφασης.
Η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα εντοπίζεται μέσω της Νομολογίας των Δικαστηρίων της Χώρας, στο πλαίσιο της οποίας γίνεται δεκτό ότι για τη θεμελίωση του ακυρώσιμου της ληφθείσας απόφασης δεν αρκεί οποιαδήποτε παράβαση του Νόμου ή του καταστατικού, αλλά εξετάζεται αν η συγκεκριμένη παράβαση άσκησε επιρροή στη λήψη της απόφασης και ιδιαίτερα στη διαμόρφωση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας. Η αποδοχή, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση ακυροτήτων ανεξαρτήτως αιτιώδους συνάφειας θα αποτελούσε αφόρητη τυπολατρία και δεν θα εξυπηρετούσε τα αληθινά συμφέροντα τόσο των μελών όσο και του σωματείου, θα έθετε δε τη λήψη των αποφάσεων υπό τον συνεχή κίνδυνο ανατροπής τους με δικαστική απόφαση.
Ενόψει των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι μόνο όταν παραβιάζονται κανόνες προβλεπόμενοι από το Νόμο ή το καταστατικό, που εξασφαλίζουν τη νομιμότητα κατά τη θεσμική λειτουργία του συγκεκριμένου οργάνου του σωματείου (π.χ. παράβαση διάταξης σχετικά με τη μυστικότητα ψηφοφορίας, άσκηση εξουσιών από πρόσωπα άλλα από εκείνα που ορίζει ο Νόμος ή το καταστατικό κ.λπ.), δεν αναζητείται η αιτιώδης συνάφεια της παράβασης με την απόφαση που ελήφθη και το κατά πόσο η παράβαση αυτή την επηρέασε (κάτι άλλωστε δυσχερές), διότι οι κανόνες αυτοί έχουν θεσπισθεί για να προστατεύουν τα δικαιώματα τόσο της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας των μελών του σωματείου.
Αντιθέτως, στις λοιπές περιπτώσεις παραβάσεων του Νόμου ή του καταστατικού Σωματείου (π.χ. ανεπίτρεπτη συμμετοχή στην ψηφοφορία προσώπων, ανεπίτρεπτος αποκλεισμός από αυτήν προσώπων, μη καταχώρηση ενστάσεως από την εφορευτική επιτροπή κ.λπ.), προσαπαιτείται η παράβαση να επέδρασε αιτιωδώς στο αποτέλεσμα της ληφθείσας απόφασης. Εξάλλου, κατά τη μάλλον κρατούσα στη Νομολογία άποψη, στοιχείο της ιστορικής βάσης της ακυρωτικής αγωγής του άρθρου 101 ΑΚ αποτελεί, μεταξύ άλλων, η συνδρομή της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβάσεως του Νόμου ή του καταστατικού και της απόφασης που ελήφθη από τα όργανα του Σωματείου (ή του Συνεταιρισμού), την οποία πρέπει να επικαλεσθεί ο ενάγων, διαφορετικά η αγωγή του τυγχάνει απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η αντίθετη εκδοχή ότι το εναγόμενο Σωματείο (Συνεταιρισμός) πρέπει να επικαλεσθεί, υπό τη μορφή ενστάσεως, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, διότι διαφορετικά επιβαρύνεται αδικαιολόγητα η θέση του ενάγοντος, δε φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στον Νόμο, όπου στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ νομίμου λόγω ευθύνης και αποτελέσματος αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ – ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΘΥΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
Με βάση το νομικό πλαίσιο της Οδηγίας της Ε.Ε. 2000/26/ΕΚ, το πρόσωπο που ζημιώθηκε σε ατύχημα στο εξωτερικό μπορεί να αξιώσει αποζημίωση για Υλικές Ζημίες ή Σωματικές Βλάβες με βάση τη νομοθεσία της χώρας του ατυχήματος, όταν επιστρέψει στον τόπο της μόνιμης κατοικίας του, στη γλώσσα του και με διαδικασίες στις οποίες είναι εξοικειωμένο.
Ως οργανισμός αποζημίωσης για την Ελλάδα με βάση την ως άνω Οδηγία, ορίσθηκε το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης (Ξενοφώντος 9 – 10557 Αθήνα – τηλ.210 3236562 – email compbody@mib-hellas.gr) και ως κέντρο πληροφοριών ορίσθηκε το Επικουρικό Κεφάλαιο Ν.Π.Ι.Δ (Υπατίας 5 - 10557 Αθήνα - τηλ.210 3327490 - e-mail: i.c@epikef.gr)
Περαιτέρω, κάθε ασφαλιστική εταιρία υποχρεώθηκε σύμφωνα με την Οδηγία της Ε.Ε., να διορίσει έναν Αντιπρόσωπο Ζημιών σε κάθε χώρα της Ε.Ε. για τον διακανονισμό των ζημιών τους. Όλοι οι Aντιπρόσωποι Zημιών των εταιριών, είναι καταχωρημένοι στα αντίστοιχα Kέντρα Πληροφοριών στα οποία μπορούν να απευθύνονται οι ενδιαφερόμενοι, προκειμένου να ενημερώνονται για τον αντιπρόσωπο ζημιών της ασφαλιστικής επιχείρησης στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα που τους ζημίωσε.
Για την εφαρμογή των διατάξεων της 4ης Οδηγίας και το Π.Δ.10/2003 όμως, η υπαιτιότητα πρέπει να είναι αδιαμφισβήτητη και να μην έχει κατατεθεί αγωγή σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης του υπαίτιου οχήματος,
Ο ζημιωθείς να υποβάλει αίτηση αποζημίωσης στον τόπο κατοικίας του, στην ασφαλιστική επιχείρηση του οχήματος που προκάλεσε το ατύχημα ή στον Αντιπρόσωπό της Ζημιών τον οποίο θα πληροφορηθεί από το Κέντρο Πληροφοριών. Οι αντιπρόσωποι ζημιών 4ης Οδηγίας των αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιριών στην Ελλάδα έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κέντρου Πληροφοριών,
Εάν εντός χρονικού διαστήματος τριών μηνών, ο ζημιωθείς δεν λάβει αιτιολογημένη απάντηση ή δεν υπάρχει Αντιπρόσωπος Ζημιών, τότε υποβάλει αίτηση στον Οργανισμό Αποζημίωσης του κράτους όπου διαμένει και μετά την πάροδο προθεσμίας δύο μηνών, ο Οργανισμός αυτός διακανονίζει σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους του ατυχήματος και του καταβάλει αποζημίωση, εφόσον υποχρεούται προς τούτο.
Περαιτέρω ο ζημιωθείς, δεν έχει δικαίωμα να ενάγει ενώπιον των δικαστηρίων τον Οργανισμό Αποζημίωσης βάσει των διατάξεων της 4ης Οδηγίας ή του Π.Δ. 10/2003.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί, ότι ο Οργανισμός Αποζημίωσης, είναι επίσης υπεύθυνος για την ικανοποίηση των ζημιωθέντων που διαμένουν σε χώρα της Ε.Ε. και έχουν υποστεί ζημίες σε άλλο κράτος μέλος:
- από όχημα του οποίου δεν μπορεί να αναγνωρισθεί η ταυτότητα,
- σε περίπτωση που δεν μπορεί να διαπιστωθεί η ταυτότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης του οχήματος που προκάλεσε το ατύχημα,
- σε περίπτωση ανασφάλιστων οχημάτων τρίτων χωρών, των οποίων το Εθνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης Αυτοκινήτων έχει προσχωρήσει στο σύστημα Πράσινης Κάρτας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΣΤΕΓΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ «ΣΥΖΥΓΩΝ».
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α’ του ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας, ενόψει των ειδικών συνθηκών καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολοκλήρου ή τμήματος του ακινήτου, που χρησιμεύει για κυρία διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος απ’ αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα χρήσεως του.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, στα πλαίσια της εξουσίας του για προστασία της οικογένειας, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης έχει το δικαίωμα να παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση ολοκλήρου ή τμήματος του ακινήτου, που χρησιμεύει ως οικογενειακή στέγη, στον έναν από τους συζύγους.
Η εν λόγω παραχώρηση γίνεται…
… με βάση τις ειδικές συνθήκες του καθενός συζύγου, το συμφέρον των τέκνων και τις αρχές της επιείκειας, οι οποίες είναι δυνατόν να επιβάλουν, κατά περίπτωση, η παραχώρηση αυτή να γίνεται και προς τον σύζυγο που δεν έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα στο ακίνητο.
Η ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, κατά την προαναφερόμενη διάταξη, αποτελεί δικαίωμα αυτοτελές και αυθύπαρκτο κάθε συζύγου, που ασκείται αυτοτελώς, με κυρία αγωγή, η απόφαση δε που εκδίδεται επ’ αυτής έχει καταψηφιστικό χαρακτήρα, ως εκ τούτου δε μπορεί, κατά τους όρους των άρθρων 907 και 908 του ΚΠολΔ, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα, να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, ενώ η εκτέλεσή της γίνεται κατά τις κοινές διατάξεις ενόψει δε του γεγονότος ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για τη ρύθμιση της κατοχής της συζυγικής κατοικίας, μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ., να απειληθεί κατά του απομακρυνομένου από αυτήν συζύγου χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, για κάθε μελλοντική διατάραξη της επ’ αυτής κατοχής του παραμένοντος εκεί συζύγου, προς τούτο όμως απαιτείται πάντοτε αίτημα του νικώντος διαδίκου.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι διάδικοι στη δίκη που αφορά τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, ως εκ της φύσεως της διαφοράς, μπορεί να είναι μόνο οι σύζυγοι, καθόσον η σχετική απόφαση είναι προσωρινή και διαρκεί όσο η διάσταση των συζύγων, παύει δε να ισχύει αυτοδικαίως, αν δεν ζητηθεί η τροποποίησή της, μετά την αμετάκλητη απόφαση που λύνει ή ακυρώνει το γάμο, οπότε οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου, που χρησίμευε για οικογενειακή στέγη, διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και ενοχικού δικαίου.
Περαιτέρω, για την παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, ο δικαστής μπορεί να ορίσει παροχή ή ανταλλάγματα προς τον άλλο σύζυγο, από τον οποίο αφαιρείται η χρήση του ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του καθενός (οικονομικές, επαγγελματικές, διαμονή κοινών τέκνων κ.λπ.). Το αντάλλαγμα δηλαδή θα αποτελεί περιεχόμενο της ρήτρας της επιείκειας, με βάση την οποία θα κρίνει ο δικαστής και όχι ως μέρος της διατροφής.
Ο εναγόμενος δεν έχει ουσιαστικές ενστάσεις, ούτε και την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (ΑΚ 281), διότι τα πραγματικά γεγονότα, που θα θεμελίωναν την ένσταση αυτή, θα ανέτρεπαν το βάθρο, στο οποίο στηρίζεται η παραχώρηση, δηλαδή την επιεική κρίση και επομένως τα περιστατικά αυτά θα συνιστούσαν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
Η ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΑΜΥΝΑ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ
Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής εις βάρος οφειλέτη, ο οφειλέτης μπορεί να στραφεί με αίτηση ανακοπής κατά του εκδότη της διαταγής πληρωμής για συγκεκριμένους λόγους και αιτίες. Η αίτηση του οφειλέτη κατά της διαταγής πληρωμής, πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την πρώτη επίδοση της στον οφειλέτη και εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την δεύτερη επίδοση της στον οφειλέτη.
Λόγοι ανακοπής της αίτησης του οφειλέτη κατά της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε εναντίον του, μπορούν να αποτελέσουν:
- Η επίκληση μιας από τις αρνητικές προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 624 για την έκδοση διαταγής πληρωμής, λχ αν ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι έγινε επίδοση της διαταγής με τη διαδικασία της άγνωστης διαμονής.
- Η επίκληση μιας ουσιαστικής ένστασης εξαιτίας της οποίας δεν ίσχυε η οφειλή, στο χρόνο που εκδόθηκε η ήδη ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
- H αμφισβήτηση της γνησιότητας του ιδιωτικού εγγράφου, στο οποίο στηρίχτηκε η ανακοπτόμενη διαταγή (αρ.457 ΚΠολΔ), καθώς και η προσβολή του ως πλαστού (αρ.460 ΚΠολΔ), οπότε αντικείμενο της προσβολής μπορεί να είναι ακόμη και δημόσιο έγγραφο.
- Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προς εκδόσεως διαταγής πληρωμής. Η διάταξη του αρ.281 ΑΚ, έχει έντονο χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως και αποσκοπεί στην καταπολέμηση της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές. Συνεπώς, κατάχρηση υπάρχει όταν ο τρόπος ασκήσεως του δικαιώματος υπερβαίνει τα όρια που τίθενται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον οικονομικό ή κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος. Τα κριτήρια αυτά είναι α) η καλή πίστη, β) τα χρηστά ήθη, γ) ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και δ) ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
- Ενστάσεις αοριστίας επί της διαταγής πληρωμής. Σύμφωνα με την παγία νομολογία η επιταγή προς πληρωμή πάσχει αοριστίας και ως εκ τούτου είναι άκυρη, όταν σε τούτη δεν εμπεριέχεται σαφής και ορισμένη έκθεση των σχετικών κονδυλίων εξόδων κτλ.
Λόγος ανακοπής δεν μπορεί να είναι η γενική άρνηση της οφειλής εκ μέρους του οφειλέτη. Μάλιστα, σε μια τέτοια περίπτωση, δικαιολογείται η επιβολή δικονομικής ποινής για κακόπιστη διεξαγωγή της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 205 (ΕιρΑθ 5/1969 ΝοΒ 17, 67).
Απαράδεκτη είναι επίσης η ανακοπή, αν το σχετικό δικόγραφο δεν περιέχει έναν τουλάχιστον λόγο ανακοπής. Η ενδεχόμενη έλλειψη νομικής ή ουσιαστικής βασιμότητας του μοναδικού λόγου της ανακοπής δεν επηρεάζει το παραδεκτό αυτής.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΚΙΝΗΤΑ – ΤΟ «ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΨΟΥΝ»
Ο όροφος ή το διαμέρισμα ορόφου, είναι το τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου μετά των συστατικών αυτού και του εντός αυτού κυβικού χώρου, ο οποίος περικλείεται τεχνικώς μετά τοίχων ή άλλων οικοδομικών στοιχείων, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και ανάγεται με τον τρόπο αυτό σε ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση.
Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων καθώς και τα εκ του νόμου εξομοιούμενα προς ορόφους υπόγεια και δωμάτια υπό την στέγη δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο οριζοντίου ιδιοκτησίας.
Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός εάν προβλέπεται διά της (μεταγεγραμμένης) συστατικής πράξεως ή βάσει (μεταγεγραμμένης) μεταγενεστέρας συμφωνίας όλων των διαδίκων ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να ανοικοδομηθεί κατά παραχώρηση αυτοτελούς δικαιώματος κυριότητος επι του μελλοντικού ή των μελλοντικών ορόφων, οπότε η σύσταση διηρημένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων και τελεί σύμφωνα με το άρθρο 201 ΑΚ , υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής αυτών.
Μέχρι της υλοποιήσεως του δικαιώματος υψούν επί του υφισταμένου δώματος οικοδομής, αυτό παραμένει κοινόχρηστος χώρος ο οποίος παρέχει δικαίωμα συγχρήσεως εις όλους τους οροφοκτήτες και σε καμία περίπτωση το δικαίωμα υψούν δεν παρέχει στο δικαιούχο την εξουσία αποκλειστικής χρήσεως του ακαλύπτου δώματος προ της σκεπάσεως του ακαλύπτου χώρου για την υλοποίηση του μελλοντικού ορόφου.
Με την υλοποίηση του δικαιώματος υψούν (προσθήκης καθ’ ύψος ορόφου), ο νέος όροφος περιέρχεται στον δικαιούχο της επεκτάσεως κατ’ αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή μετά του ανάλογου ποσοστού αναγκαστικής συγκυριότητος επί του εδάφους και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής.
Το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής προς τα πάνω (υψούν) διά της προσθήκης νέων ορόφων, ανήκει από κοινού σε όλους τους συνιδιοκτήτες του εδάφους.
Ο προς ανοικοδόμηση προοριζόμενος χώρος δεν χαρακτηρίζεται ως αντικείμενο ιδιοκτησίας αλλά ως εκμεταλλεύσιμο αγαθό για την άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως (υψούν), το οποίο παρέχεται ως συνέπεια των απορρεουσών εξουσιών του δικαιώματος κυριότητος ή συγκυριότητος.
Μπορεί να συμφωνηθεί με την συστατική πράξη της οροφοκτησίας, ότι το δικαίωμα ύψουν ανήκει σε έναν ή ορισμένους εκ των πλειόνων συνιδιοκτητών του εδάφους, πλήν όμως και κατά την περίπτωση αυτή, το δικαίωμα ύψουν εμφανίζεται ως συνέπεια του υφισταμένου δικαιώματος συνιδιοκτησίας, άλλως είναι εξουσία εμπεριεχομένη εις το δικαίωμα συνιδιοκτησίας του δικαιούχου επί του εδάφους.
Έτσι το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν νοείται ως δικαίωμα κυριότητος αλλά ως εξουσία όλων των συνιδιοκτητών ή μερικών εξ αυτών κατά την συμφωνία των μερών απορρέουσα από το δικαίωμα κυριότητος ή συγκυριότητος αυτών επί του εδάφους της υφισταμένης οικοδομής.
Το δικαίωμα αυτό (της επεκτάσεως), το οποίον είναι μεταβιβαστό και σε τρίτο μη οροφοκτήτη, είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο των ήδη υφισταμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΙΔΡΥΣΗ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Ένα υποκατάστημα αλλοδαπής εταιρείας δεν διαθέτει ανεξάρτητη νομική υπόσταση σε σχέση με την εταιρεία από την οποία εξαρτάται. Σε ό,τι αφορά την οργάνωσή του, αποτελεί μέρος της «μητρικής εταιρείας» και συνεπώς υπόκειται στους νόμους που ρυθμίζουν τη δική της δομή και λειτουργία. Και η νομική του μορφή κατ’ επέκταση (ομόρρυθμη, ετερόρρυθμη, ανώνυμη κ.ο.κ. εταιρεία) θα είναι ίδια με αυτή της μητρικής.
Το υποκατάστημα αλλοδαπής εταιρείας, δεν έχει δικό του κεφάλαιο ακριβώς επειδή δεν έχει αυτόνομη υπόσταση, αλλά χρηματοδοτείται αμεσα από τα κεντρικά καταστήματα της μητρικής του εταιρείας. Άλλωστε, η ίδρυση υποκαταστήματος αλλοδαπής εταιρείας στην Ελλάδα, θεωρείται από φορολογική άποψη ως μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, κατά τις διατάξεις του οποίου φορολογούνται για τα αλλοδαπά υποκαταστήματα μόνο για τα επιχειρηματικά τους κέρδη.
Το υποκατάστημα αλλοδαπής εταιρείας δεν διανέμει μερίσματα αλλά μεταφέρει στην μητρική αλλοδαπή εταιρεία το σύνολο των κερδών του που υπόκεινται σε φορολόγηση, χωρίς να όμως να παρακρατείται φόρος επί της μεταφοράς κερδών από το υποκατάστημα της αλλοδαπής εταιρείας στην μητρική. Για να είναι δε ισχυρές οι συναλλαγές και οι όποιες εμπορικές δραστηριότητες του υποκαταστήματος, είναι απαραίτητη η έκδοση ελληνικού Α.Φ.Μ., με την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών στο τμήμα Μητρώου της αρμόδιας Εφορίας στην οποία υπάγεται το υποκατάστημα. Τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα με τη μορφή Α.Ε., Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε. που ιδρύουν υποκατάστημα στην Ελλάδα, χρειάζεται να καταθέσουν:
1) Ανακοίνωση καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ, της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα,
2) Επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου πληρεξουσιότητας για τον ορισμό νομίμου εκπροσώπου ή αντιπροσώπου στην Ελλάδα, επίσημα μεταφρασμένο,
3) Πιστοποιητικό αρμόδιας αρχής της χώρας έδρας, για την ύπαρξη του νομικού προσώπου, επίσημα μεταφρασμένο. Τα ίδια δικαιολογητικά προσκομίζουν και αν πρόκειται για υποκαταστήματα Ο.Ε. και Ε.Ε., εφόσον ασκούν εμπορική δραστηριότητα στην Ελλάδα.
Για την ίδρυση υποκαταστήματος απαιτείται η εγγραφή του στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ). Σε αυτό επίσης υποβάλλονται ως νομιμοποιητικά έγγραφα τα εξής:
- Συμπληρωμένη μια προδιατυπωμένη αίτηση που υπογράφεται ενώπιον της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ, κατά την υποβολή των δικαιολογητικών.
-Απόφαση της αλλοδαπής εταιρείας για ίδρυση υποκαταστήματος στην Ελλάδα στην οποία να προσδιορίζονται οι δραστηριότητες του υποκαταστήματος, η έδρα, η επωνυμία του και τα ατομικά στοιχεία του νομίμου εκπροσώπου του υποκαταστήματος, κατόχου ελληνικού Α.Φ.Μ.
-Καταστατικό της αλλοδαπής εταιρείας, όπως ισχύει κατά την χρονική περίοδο της αίτησης.
-Βεβαίωση του Μητρώου, στο οποίο έχει καταχωρισθεί η εταιρεία που να προκύπτουν η νομική μορφή, η έδρα, το κεφάλαιο & η διοίκηση / εκπροσώπηση της εταιρείας στην έδρα της.
-Βεβαίωση της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ για την προέγκριση της Επωνυμίας ή/και του Διακριτικού Τίτλου του υποκαταστήματος.
Τα ανωτέρω δικαιολογητικά υποβάλλονται σε έντυπη μορφή (πρωτότυπα νομίμως υπογεγραμμένα) και σε ηλεκτρονική μορφή (CD ή USB με αρχεία pdf).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΕΤΑΙΡΟΥ ΣΤΗΝ Ο.Ε
Σύμφωνα με το άρθρο 254 παρ.2 του ν.4072/2012, ο διαχειριστής εταίρος σε ομόρρυθμη εταιρεία, έχει δικαίωμα εναντίωσης κατά των πράξεων των άλλων διαχειριστών.
Η ανωτέρω διάταξη συγκεκριμένα προβλέπει ότι «εφόσον η διαχείριση ασκείται από όλους ή από περισσότερους εταίρους και δεν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση, κάθε διαχειριστής εταίρος μπορεί να ενεργεί μόνος. Αν ένας από τους λοιπούς διαχειριστές εταίρους εναντιώνεται στην ενέργεια μιας πράξης πριν από την εκτέλεση της, ο διαχειριστής οφείλει να μην την τελέσει».
Αν το δικαίωμα αυτό εναντίωσης ασκηθεί έγκαιρα, ο διαχειριστής οφείλει να απέχει από την πράξη, ευθυνόμενος διαφορετικά για τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του κατά τις διατάξεις περί εντολής (754 ΑΚ) αναλογικά εφαρμοζόμενες.
Όπως σε κάθε δικαίωμα, έτσι και στο δικαίωμα εναντίωσης εφαρμόζεται το άρθρο 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όταν υφίσταται υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Παράδειγμα καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος δύναται να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος εναντίωσης όχι με γνώμονα τα εταιρικά συμφέροντα, αλλά τα προσωπικά συμφέροντα του διαχειριστή εταίρου.
Σε περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εναντίωσης, ο διαχειριστής μπορεί να μην το λάβει υπόψη. Από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου συνάγεται ότι το δικαίωμα εναντίωσης ασκείται πριν από την εκτέλεση της πράξης από τον άλλο διαχειριστή εταίρο.
Κατά την υπ’ αριθ. 1333/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, προβλέπεται «το δικαίωμα εναντίωσης σε κάθε εταίρο διαχειριστή στην ενέργεια μιας πράξης πριν την εκτέλεσή της, ως αντίβαρο στην ευρεία εξουσία του διαχειριστή στα πλαίσια της ατομικής διαχείρισης. Η τέλεση όμως της πράξης παρά την εναντίωση δεν επιδρά στο κύρος της Γεννάται μόνο υποχρέωση αποζημίωσης, ενδεχομένως, αν η τέλεση της πράξης αποτελεί παράβαση της προς τα έσω διαχειριστικής εξουσίας του εταίρου».
Συνεπώς, η τέλεση της πράξης παρά την εναντίωση του εταίρου δεν επιδρά στο κύρος της, ενώ το δικαίωμα εναντίωσης αποτελεί νόμιμο εφαλτήριο για την αναζήτηση τυχόν αποζημίωσης για την παράβαση της προς τα έσω διαχειριστικής εξουσίας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
