Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες

+30 210 3387530Κλείστε Ραντεβού
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΣ
  • ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
    • Εμπορικό Δίκαιο – Εταιρείες
    • Τροχαία Ατυχήματα
    • Ακίνητα – Αγοραπωλησίες – Μισθώσεις
    • Ακίνητα – Διαχείριση Ακινήτων
    • Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
    • Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
    • Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία – Σήματα
    • Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
    • Διοικητικό Δίκαιο
    • Εργατικό Δίκαιο
    • Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
    • Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
    • Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες
  • ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
  • ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
  • ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
    • Για Ιδιώτες
    • Για Επιχειρήσεις
  • ΠΕΛΑΤΟΛΟΓΙΟ
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • English
  • Ελληνικά
  • Home
  • ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  • Archive from category "ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ"
  • Page 13

ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ΕΙΚΟΝΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ – ΕΙΚΟΝΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Δευτέρα, 05 Σεπτεμβρίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Πολλές φορές οι προθέσεις των συμβαλλομένων μερών, δεν αποτυπώνονται πάντα σε μια συμφωνία. Αυτή είναι η περίπτωση των εικονικών συμφωνιών. Το αντίστοιχο μπορεί να συμβεί και για εικονικές εταιρείες.

 

Η νομολογία δέχεται την εικονικότητα κάθε σύμβασης και συμφωνίας….

 

…συνεπώς και την εικονικότητα ίδρυσης μίας εμπορικής εταιρείας, ακόμα και αν αυτή είναι ΑΕ.

Κατά το άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ, δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας, αρκεί το γεγονός ότι η δήλωση των δικαιοπρακτούντων είναι προσχηματική και δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.

Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζομένης δικαιοπραξίας.

Οι επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων και τα ειδικότερα κίνητρα, που τους ώθησαν να καταρτίσουν εικονική δικαιοπραξία, δεν αποτελούν στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική (ΕφΘεσσ 689/2018 ΝΟΜΟΣ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτει ότι, δήλωση βουλήσεως που εν γνώσει του δηλούντος, δεν έγινε σπουδαίως παρά μόνο φαινομενικώς είναι εικονική, πάσχουσα ακυρότητα εκ του λόγου αυτού. Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής καταστάσεως άνευ υπάρξεως στον δηλούντα προθέσεως τέτοιας πραγματικής μεταβολής.

Σπανίως εικονική δυνατόν να είναι η δήλωση βουλήσεως σε σύμβαση εταιρείας (άρθρο 741 ΑΚ), αν και αυτό από κάποιους ειδικά για τις ΑΕ αμφισβητείται και ορθώς.

Πάντως για τις προσωπικές εταιρείες υποστηρίζεται ότι δεν αποκλείεται «η εικονικότητα να αφορά όχι την ύπαρξη της εταιρίας αλλά ένα από τα ουσιώδη στοιχεία της, οπότε και πάλι αυτή είναι άκυρη».

Σύμφωνα με το νόμο, η εικονική συμφωνία-σύμβαση μπορεί να είναι άκυρη και να μην ισχύει εν γένει. Μπορεί όμως να είναι άκυρη η συμφωνία που καταγράφεται ως φαίνεται και τα συμβαλλόμενα μέρη να έχουν την πρόθεση κάτω από την άκυρη-εικονική συμφωνία να υποκρύπτεται μία άλλη που στην πραγματικότητα επιδίωκαν και ήθελαν. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί στο δικαστήριο ότι η εμφανής σύμφωνία είναι άκυρη και στη σύμβαση υποκρύπτεται άλλη συμφωνία που πραγματικά ήθελαν τα μέρη.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΘΝΙΚΟ – ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ – ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΗΜΑ: ΜΙΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Δευτέρα, 05 Σεπτεμβρίου 2022 by spiliopouloslaw

Τρία είναι τα είδη σήματος των οποίων την προστασία μπορεί να αιτηθεί μία επιχείρηση: το εθνικό, το ευρωπαϊκό και το διεθνές. Κάθε ένα από τα τρία έχει τα δικά του πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, τα οποία αναλύονται εκτενώς παρακάτω.

 

 

Α. ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Σε αντίθεση με το εθνικό σήμα, το οποίο και κατοχυρώνει δικαίωμα χρήσης και εμπορικής εκμετάλλευσης του εκάστοτε σήματος στην περιφέρεια ενός και μόνο κράτους, το ευρωπαϊκό σήμα προσφέρει προστασία σε όλα τα κράτη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Αντίστοιχα, κατά την κατοχύρωση ενός σήματος ως διεθνούς, ο δικαιούχος επιλέγει από έναν κατάλογο τα κράτη στα οποία επιθυμεί να κατοχυρώσει το δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης του σήματός του, ανεξάρτητα από το αν αυτά βρίσκονται ή όχι εντός ΕΕ.

Εύλογα, επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι η κατοχύρωση ευρωπαϊκού ή διεθνούς σήματος παρέχει στον δικαιούχο ευρύτερη γεωγραφική προστασία, η οποία εκτείνεται σε περισσότερα του ενός κράτη. Στο σημείο αυτό πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί, πως τα ουσιαστικά δικαιώματα που απορρέουν από την κατοχύρωση ενός σήματος (αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσής του, δικαίωμα αποκλεισμού τρίτων από τη χρήση του κλπ) παραμένουν απολύτως ίδια και για τις τρεις μορφές κατοχύρωσης.

 

Β. ΚΟΣΤΟΣ

Το κόστος κατοχύρωσης ενός σήματος δεν είναι πάντοτε σταθερό, αλλά εξαρτάται από μία σειρά μεταβλητών παραγόντων, και κυρίως από τον αριθμό των κλάσεων για τις οποίες ζητείται η κατοχύρωση. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, η κατοχύρωση ενός εθνικού σήματος θα κοστίσει σημαντικά λιγότερο από την κατοχύρωση ενός ευρωπαϊκού ή ενός διεθνούς σήματος, κάτι που δικαιολογείται από την -γεωγραφικά και μόνο- πιο περιορισμένη προστασία που παρέχει το πρώτο σε σχέση με τα υπόλοιπα δύο.

 

Γ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗΣ

Κάθε σήμα για το οποίο υποβάλλεται αίτηση θα πρέπει να πληροί κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων είναι και η μη ύπαρξη προγενέστερου ταυτόσημου ή έστω σημαντικά όμοιου σήματος.

Ο διενεργούμενος έλεγχος κατά την εξέταση της αίτησης του εθνικού σήματος πραγματοποιείται σε σχέση με τα σήματα που είναι ήδη κατοχυρωμένα στην ελληνική επικράτεια. Αντίθετα, προκειμένου να γίνει δεκτό ένα ευρωπαϊκό σήμα ο έλεγχος περιλαμβάνει τα υπάρχοντα σήματα σε ολόκληρη την ΕΕ, ενώ αντίστοιχα για το διεθνές σήμα γίνεται έλεγχος των σημάτων στα κράτη για τα οποία ο αιτών ζητεί την κατοχύρωση.

 

Σε κάθε περίπτωση, η εκάστοτε επιχείρηση, ανάλογα με το είδος των δραστηριοτήτων της, το μέγεθός της, καθώς και τα κράτη στα οποία αναπτύσσει την  εμπορική της δράση, θα πρέπει να σταθμίζει κατά την κατοχύρωση των σημάτων της όλους τους ανωτέρω παράγοντες.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ – ΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥΣ ΕΠΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2022 by spiliopouloslaw

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε υποχρεωτικό έλεγχο από ανεξάρτητους ορκωτούς λογιστές ή από ελεγκτική εταιρεία, υπόκεινται οι «μεσαίες» και οι «μεγάλες» ανώνυμες εταιρείες. Για να χαρακτηρισθεί δε μία ανώνυμη εταιρεία ως μεσαία ή μεγάλη θα πρέπει να πληροί δύο από τα εξής τρία κριτήρια:  το σύνολο ενεργητικού της να υπερβαίνει τα 4.000.000 €, το καθαρό ύψος του κύκλου εργασιών της να υπερβαίνει τα 8.000.000€ και να απασχολεί κατά μέσο όρο 50 άτομα.

 Η τακτική διεξαγωγή ελέγχου είναι σε κάθε περίπτωση απαραίτητη, μιας και τα οικονομικά σκάνδαλα δεν είναι διόλου σπάνια στις ανώνυμες εταιρείες, όπου οι μέτοχοι εφησυχάζουν με τη σκέψη ότι υπέγγυα για τους εταιρικούς δανειστές είναι μόνο η εταιρική περιουσία και οι ίδιοι, εύκολα θα μπορέσουν να απεμπλακούν από την όποια ευθύνη. Οι αρχές άλλωστε της αλήθειας και της σαφήνειας, είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, και τα όποια συμβάντα οικονομικής απάτης έχουν λάβει χώρα ανά τα χρόνια έχει κριθεί ότι οφείλονται σε ελλείψεις και σφάλματα στη διάρκεια των ελεγκτικών διαδικασιών.

Η αξιοπιστία των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της εταιρείας συνδέεται άρρηκτα με το αδίκημα της οικονομικής-λογιστικής απάτης. Αυτή θεμελιώνεται σε περίπτωση λανθασμένης καταγραφής των συναλλαγών της εταιρείας είτε από απροσεξία είτε με δόλο του λογιστή -ελεγκτή, με σκοπό την παρουσίαση της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας διαφορετικής απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα, και, κατ’ επέκταση, την παραπλάνηση των υποψήφιων επενδυτών αλλά και των εταιρικών δανειστών. Συχνά παραδείγματα αλλοίωσης των οικονομικών καταστάσεων στην πράξη είναι η υπερτίμηση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, η διόγκωση των πωλήσεων και η υποτίμηση των υποχρεώσεών της (ιδίως η απόκρυψη υφιστάμενων απαιτήσεων των εταιρικών δανειστών).

Η ευκαιρία για διάπραξη απάτης εμφανίζεται συνήθως όταν το σύστημα εσωτερικού ελέγχου της εταιρείας είναι ανεπαρκές ή, όταν ο δράστης κατέχει υψηλή θέση στην εταιρεία (λ.χ. «μέτοχος πλειοψηφίας»), οπότε κρίνει ότι μπορεί να αποφύγει να γίνει αντιληπτός από τους διενεργούντες τον εσωτερικό έλεγχο. Οι πιέσεις των δανειστών, η ανάγκη για διατήρηση ζωντανής της εταιρείας, ο φόβος του κινδύνου πτώχευσής της καθώς και τυχόν χρέη του δράστη είναι μερικά από τα κίνητρα για το εν λόγω έγκλημα.

 

ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΚΤΩΝ

Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι ελεγκτές ευθύνονται για κάθε πταίσμα και έχουν υποχρέωση αποζημίωσης της εταιρείας. Έχουν όμως το πλεονέκτημα ότι η απαίτηση της εταιρείας κατ’ αυτών υπόκειται στην βραχυπρόθεσμη παραγραφή των δύο ετών, η οποία τρέχει από τον χρόνο σύνταξης των λογιστικών τους εκθέσεων. Σε περίπτωση διάπραξης της απάτης ή με οποιονδήποτε τρόπο, συμμετοχής σε αυτήν και άλλων προσώπων, όπως ιδίως μετόχων ή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, η ευθύνη του ελεγκτή είναι εις ολόκληρον.

 

ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΚΤΩΝ

Σύμφωνα με το άρθρο 178 του πρόσφατου νόμου 4548/2018 για τις ανώνυμες εταιρείες, ο τακτικός ελεγκτής υπέχει ποινική ευθύνη και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως τριών ετών, συνδυαστικά με χρηματική ποινή ύψους από 10.000 έως 100.000 € στις εξής δύο περιπτώσεις:

  • Εάν ενέκρινε χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, η οποία εν γνώσει του είχε καταρτισθεί κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας περί Λογιστικών Προτύπων, ως προς το περιεχόμενό τους
  • Εάν παραβίασε την υποχρέωση εχεμύθειας που έχει, αφήνοντας να διαρρεύσουν κρίσιμες απόρρητες πληροφορίες, σχετικές με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας (σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση το έγκλημα διώκεται μόνο κατόπιν υποβολής έγκλησης, με πρωτοβουλία δηλαδή, συνήθως της θιγόμενης εταιρείας).

 

 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Σε περίπτωση επιγενόμενου θανάτου ενός εκ των εταίρων, αναζητείται, αρχικά η βούληση των συμβαλλομένων. Αν δηλαδή προέβλεψαν ρητά με την καταστατική σύμβαση τη συνέχιση της εταιρείας με τους κληρονόμους του θανόντος εταίρου ή αν απέκλεισαν ρητά το ενδεχόμενο αυτό.

Στην πρώτη περίπτωση η εταιρεία συνεχίζει κανονικά τη λειτουργία της και στη θέση του αποβιώσαντος εταίρου, υπεισέρχονται οι εξ αδιαθέτου ή οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του αυτοδικαίως.

 

Στην δεύτερη περίπτωση κατά την οποία οι εταίροι με την εταιρική σύμβαση όρισαν ρητά, οτι σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των εταίρων, η εταιρεία δε συνεχίζει τη λειτουργία της,αλλά λύεται, η λύση της εταιρείας αποτελεί μονόδρομο, με δεδομένη την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που διέπει το δίκαιο των προσωπικών εταιρειών.

Ακόμη όμως και αν οι εταίροι δεν προέβλεψαν καθόλου το ενδεχόμενο του θανάτου στην εταιρική σύμβαση, τότε εφαρμόζεται η αρχή της συνέχισης της λειτουργίας της εταιρείας.

Εφόσον λοιπόν, η εταιρεία συνεχίσει κανονικά τη λειτουργία της, με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος εταίρου, θα πρέπει να γίνει διάκριση περιπτώσεων, ανάλογα με το αν η εταιρεία είναι ομόρρυθμη ή ετερρόρυθμη, διμελής ή με περισσότερους εταίρους. Ειδικότερα:

Ομόρρυθμη εταιρεία

Στην ομόρρυθμη εταιρεία το άρθρο 265 παρ 1. και 2 του Ν. 4072/2012 ορίζει ότι “1. Σε περίπτωση συνέχισης της εταιρείας με τους κληρονόμους θανόντος εταίρου κάθε κληρονόμος μπορεί να εξαρτήσει την παραμονή του στην εταιρεία από το αν θα λάβει τη θέση ετερόρρυθμου εταίρου. Εφόσον οι εταίροι δεν κάνουν δεκτή την πρόταση, ο κληρονόμος μπορεί να εξέλθει από την εταιρεία. 2.Τα ανωτέρω δικαιώματα μπορεί να ασκήσει ο κληρονόμος μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την αποδοχή της κληρονομίας ή την απώλεια του δικαιώματος για την αποποίησή της. Εφόσον ο κληρονόμος είναι ανίκανος ή περιορισμένα ικανός για άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων, η προθεσμία αρχίζει από το διορισμό του νόμιμου αντιπροσώπου του.”

Με βάση το παραπάνω, καθίσταται σαφές οτι η συνέχιση λειτουργίας της εταιρείας ως ομόρρυθμη, εξαρτάται από το αν ο κληρονόμος κάνει χρήση του δικαιώματος, που του παρέχει το εν λόγω άρθρο, εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Σε αρνητική περίπτωση, ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, λαμβάνει τη θέση του ομόρρυθμου εταίρου και η εταιρεία εξακολουθεί να είναι ομόρρυθμη, ενώ σε καταφατική περίπτωση η εταιρεία μετατρέπεται σε ετερρόρυθμη, με ομόρρυθμο εταίρο τον εναπομείναντα εταίρο και ετερρόρυθμους εταίρους τους κληρονόμους του αποβιώσαντος.

Ετερόρρυθμη εταιρεία

Στην ετερόρρυθμη εταιρεία το άρθρο 281 παρ 1. του Ν. 4072/2012 ορίζει οτι “1. Σε περίπτωση εξόδου, αποκλεισμού ή θανάτου του μοναδικού ομόρρυθμου εταίρου, η ετερόρρυθμη εταιρεία λύνεται, εκτός αν με τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης, που πρέπει να καταχωρισθεί μέσα σε τέσσερις (4) μήνες στο Γ.Ε.ΜΗ., ένας από τους ετερόρρυθμους εταίρους καταστεί ομόρρυθμος εταίρος ή αν εισέλθει στην εταιρεία νέος εταίρος ως ομόρρυθμος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο 259.”

Συνεπώς θα πρέπει να γίνει διάκριση περιπτώσεων και εν προκειμένω, ανάλογα με το αν ο αποβιώσας εταίρος ετερόρρυθμης εταιρείας, είναι ετερόρρυθμος ή ο μοναδικός ομόρρυθμος εταίρος. Στην πρώτη περίπτωση η εταιρεία συνεχίζει κανονικά τη λειτουργία της με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ετερόρρυθμου εταίρου, ενώ στη δεύτερη κάμπτεται ο κανόνας της συνέχισης της λειτουργίας της εταιρείας και αυτή λύεται, καθώς δεν είναι δυνατή η συνέχιση της, χωρίς την ύπαρξη κατ’ ελάχιστο ενός ομόρρυθμου εταίρου.

Στην τελευταία περίπτωση ωστόσο, υπάρχει η δυνατότητα συνέχισης της ετερόρρυθμης εταιρείας, εφόσον μέσα σε χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, από το θάνατο του μοναδικού ομόρρυθμου εταίρου, γίνει τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης, με την οποία είτε ένας εκ των ετερορρύθμων εταίρων καθίσταται ομόρρυθμος, είτε εισέρχεται στην εταιρεία νέος εταίρος, ως ομόρρυθμος. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης, να καταχωρηθεί στην αρμόδια υπηρεσία ΓΕΜΗ, μέσα στην ίδια τετράμηνη προθεσμία.

Η προσωπική εταιρεία (ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη), που αποτελείται από περισσότερους από δυο εταίρους δεν εμφανίζει πρακτικές δυσκολίες, σε περίπτωση θανάτου ενός εξ αυτών, καθώς συνεχίζει κανονικά τη λειτουργία της και η μόνη υποχρέωση των εταίρων της, είναι η τροποποίηση του καταστατικού της, προκειμένου να ενσωματωθούν σε αυτό οι αλλαγές που επήλθαν από το θάνατο ενός εταίρου, όπως για παράδειγμα η μεταβολή των ποσοστών συμμετοχής στην εταιρεία, η διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτής, σε περίπτωση που χρέη διαχειριστή της εταιρείας εκτελούσε ο αποθανών κτλ, προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί στο ΓΕΜΗ και να λάβουν γνώση και οι τρίτοι για τις επιγενόμενες μεταβολές στη σύνθεση και διαχείριση της εταιρείας.

 

Διμελής εταιρεία

Ο θάνατος εταίρου διμελούς προσωπικής εταιρείας, όπως προαναφέρθηκε δεν αποτελεί λόγο λύσης αυτής, αλλά λόγο εξόδου του αποβιώσαντος εταίρου από την εταιρεία, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως και η αξία της μερίδας του θανόντος εταίρου περιέρχεται στους κληρονόμους του, με βάση το κληρονομικό δίκαιο. Το ως άνω γεγονός, συνιστά μεταβολή στον πρόσωπο των εταίρων και απαιτεί τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης.

Συνεπώς, ο εναπομείνας εταίρος και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος εταίρου, πρέπει να δημοσιεύσουν εντός τεσσάρων μηνών στην υπηρεσία ΓΕΜΗ, τροποποίηση του καταστατικού, με την οποία θα δηλώνονται τα ποσοστά συμμετοχής τους και ο τρόπος επαγωγής της κληρονομιάς στους κληρονόμους. Από πρακτικής απόψεως σε περίπτωση θανάτου εταίρου η διαδικασία που ακολουθείται από την υπηρεσία ΓΕΜΗ είναι η εξής:

Αρχικά καταχωρείται με αίτηση ενός εκ των κληρονόμων ή ενός εκ των επιζώντων εταίρων, η ληξιαρχική πράξη θανάτου και εκδίδεται η σχετική ανακοίνωση. Η δημοσιότητα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου είναι δηλωτική μόνο και όχι συστατική, με την έννοια οτι αφορά στο αντιτάξιμο του γεγονότος του θανάτου και τη συνεπεία αυτού εξόδου του εταίρου, έναντι των καλόπιστων τρίτων.

Σε δεύτερη φάση καταχωρείται τροποποίηση του καταστατικού, η οποία θα πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά από τα νομιμοποιητικά έγγραφα των κληρονόμων, ήτοι ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών, πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο, πιστοποιητικό περί μη αποποίησης κληρονομιάς από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο, πιστοποιητικό περί μη εκκρεμοδικίας από το αρμόδιο Πρωτοδικείο και σε περίπτωση ύπαρξης διαθήκης τα πρακτικά δημοσίευσης της από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο.

Σε περίπτωση ύπαρξης κληρονομητηρίου του αποβιώσαντος προσκομίζεται μόνο αυτό. Η δημοσιότητα της τροποποίησης της εταιρικής σύμβασης είναι συστατική πράξη σύμφωνα με το άρθρο 93 του Ν. 4635/2019.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

DOMAIN NAME: ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2022 by spiliopouloslaw

            Οι απαιτήσεις τα σύγχρονης αγοράς ωθούν σήμερα σχεδόν κάθε επιχείρηση στην αγορά ενός domain name (όνομα χώρου), προκειμένου να δημιουργήσει την δική της ιστοσελίδα. Ωστόσο, η προστασία που παρέχεται από την αγορά του domain name αποδεικνύεται εν τοις πράγμασι ελλιπής, μη ικανή να προστατεύσει αποτελεσματικά την εκάστοτε επιχείρηση.

 

            Ειδικότερα, η διαδικασία η οποία ακολουθείται κατά την αγορά ενός domain name είναι ένας έλεγχος καθ’ όλα τυπικός, ο οποίος περιορίζεται στη διαπίστωση του αν υπάρχει ήδη καταχωρημένο άλλο πανομοιότυπο όνομα. Παραδείγματος χάριν, αν μία επιχείρηση έχει αγοράσει ως domain name την ένδειξη www.domain.gr, κανείς δεν απαγορεύει σε μία τρίτη επιχείρηση να κατοχυρώσει το όνομα www.thedomain.gr ή www.domain.com, αφού πρόκειται για ενδείξεις μη χρησιμοποιούμενες από άλλον χρήστη. Με άλλα λόγια, ο διενεργούμενος έλεγχος δεν είναι έλεγχος ουσίας, αλλά ένας αυτοματοποιημένος, θα έλεγε κανείς, έλεγχος διαθεσιμότητας της εκάστοτε ένδειξης, που ομοιάζει με αυτόν που γίνεται κατά την δημιουργία username (!) σε διάφορες εφαρμογές. Ελλοχεύει, επομένως, ο κίνδυνος να βρεθεί ο εκάστοτε επιχειρηματίας εκτεθειμένος, καθώς με μόνη την αγορά του συγκεκριμένου domain name δεν δύναται να αξιώσει τη μη χρήση παρεμφερών ενδείξεων από τρίτους.

            Δεδομένης της εμφανούς αλυσιτέλειας που χαρακτηρίζει την -απαραίτητη κατά τα λοιπά- αγορά ενός domain name, ένας τρόπος απομένει προκειμένου ο δικαιούχος να είναι και νομικά προστατευμένος ως προς τη χρήση της εκάστοτε ένδειξης: η κατοχύρωσή της ως εμπορικό σήμα. Κι αυτό καθώς, αν στην ανωτέρω περίπτωση η ένδειξη domain είχε κατοχυρωθεί ως εθνικό ή ευρωπαϊκό σήμα στον ΟΒΙ, η χρήση έστω και παρεμφερούς ένδειξης από μία τρίτη επιχείρηση, είτε ως διακριτικό γνώρισμα είτε ως domain name, θα συνιστούσε προσβολή του ήδη κατοχυρωμένου σήματος, αφού θα ήταν ικανή να δημιουργήσει κίνδυνο σύγχυσης μεταξύ των δύο ενδείξεων στο καταναλωτικό κοινό. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος θα είχε δικαίωμα να αξιώσει δικαστικά όχι μόνο τη μη χρήση του διακριτικού γνωρίσματος από τον τρίτο, αλλά και αποζημίωση για τυχόν ζημία που υπέστη από την καθ’ όλα παράνομη αυτή προσβολή του σήματός του.

            Επομένως, μόνο με την κατοχύρωση του ονόματος της ιστοσελίδας ως εμπορικού σήματος, κατά την προβλεπόμενη στον ν. 4679/2020 διαδικασία, μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματική προστασία του εκάστοτε δικαιούχου, αφού η παρεχόμενη προστασία αφορά κάθε χρήση εκ μέρους τρίτων ενδείξεων όχι μόνο ταυτόσημων με ήδη κατοχυρωμένες, αλλά και παρόμοιων, ικανών να επιφέρουν κίνδυνο σύγχυσης, ενώ ο έλεγχος που διενεργείται τόσο κατά την κατάθεση του εκάστοτε σήματος όσο και σε περίπτωση αγωγής λόγω προσβολής του είναι ουσιαστικός και όχι τυπικός.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΤΟ ΜΠΟΪΚΟΤΑΖ ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΑΘΕΜΙΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2022 by spiliopouloslaw

Το μποϊκοτάζ είναι οπωσδήποτε μία από τις πιο επιθετικές τεχνικές ανταγωνισμού στην αγορά. Όποια μορφή και αν λάβει, σκοπός του είναι η άσκηση πίεσης στον ανταγωνιστή προκειμένου να τηρήσει ορισμένη συμπεριφορά και να ξεκινήσει να χάνει σιγά-σιγά την θέση του στην αγορά ή, έστω, να χαθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών απέναντί του. Ανάλογα δε με τα πρόσωπα που συμμετέχουν, το μποϊκοτάζ διακρίνεται σε τριμερές, το οποίο απαγορεύεται ρητά από το νόμο και, σε διμερές, που αφορά την περίπτωση άνισης μεταχείρισης ανταγωνιστή.

 

ΤΡΙΜΕΡΕΣ ΜΠΟΪΚΟΤΑΖ

Στο τριμερές μποϊκοτάζ μετέχουν τα εξής τρία πρόσωπα: ο υποκινητής, οι διενεργούντες το μποϊκοτάζ και ο παρεμποδιζόμενος ανταγωνιστής, τον οποίο επιχειρούν οι δύο πρώτοι να εκτοπίσουν από την αγορά. Σύμφωνα λοιπόν με τις προβλέψεις του νόμου 3959/2011 περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, η με οποιοδήποτε μέσο προσπάθεια παρεμπόδισης μίας επιχείρησης να ασκήσει την επιχειρηματική της δράση (λ.χ. μέσω συνεχούς δυσφήμισής της στους καταναλωτές από τους διενεργούντες το μποϊκοτάζ μετά από παρότρυνση του υποκινητή), συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού. Άλλα παραδείγματα αποτελούν η από τρίτο παρότρυνση περισσότερων είτε να μην αγοράζουν τα προϊόντα μίας επιχείρησης είτε να μην αποδέχονται τις υπηρεσίες που προσφέρει, με σκοπό, συνήθως να στραφεί η πλειονότητα των καταναλωτών στην αγορά των προϊόντων της επιχείρησης που ανήκει στον διενεργούντα το μποϊκοτάζ.

Κατ’ ‘εξαίρεση, το μποϊκοτάζ μπορεί να θεωρηθεί θεμιτό όταν διεξάγεται για σκοπό μη ανταγωνιστικό. Τέτοια είναι η περίπτωση που κάποιος προμηθευτής παροτρύνει πελάτες να μην προμηθεύονται προϊόντα από ορισμένη επιχείρηση επειδή γνωρίζει ότι χρησιμοποιεί στα εργοστάσιά της ανήλικα παιδιά, ή μεθόδους παρασκευής προϊόντων άκρως βλαβερές για το περιβάλλον.

 

ΔΙΜΕΡΕΣ ΜΠΟΪΚΟΤΑΖ

Στο διμερές μποϊκοτάζ πρωταγωνιστούν δύο μόνο πρόσωπα: ο διενεργών το μποϊκοτάζ και ο παρεμποδιζόμενος ανταγωνιστής. Αφορά περιπτώσεις όπου μία οικονομικά ισχυρή επιχείρηση, η οποία κατά κανόνα θα κατέχει και δεσπόζουσα, κυρίαρχη θέση στην αγορά συγκεκριμένων προϊόντων, αρνείται να συμβληθεί ή, διακόπτει αιφνίδια και αδικαιολόγητα τη συνεργασία της με μία μικρότερη και όχι ισχυρή οικονομικά επιχείρηση. Η «παρεμποδιζόμενη» επιχείρηση, στερείται κατ’ αυτόν τον τρόπο τους αναγκαίους πελάτες ή τους προμηθευτές της, και σταδιακά, βρίσκεται σε όλο και πιο μειονεκτική θέση στην αγορά.

Η ως άνω συμπεριφορά και πρακτική αποτελεί την λεγόμενη «καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης», η οποία διαπράττεται από την πλευρά της οικονομικά ισχυρής επιχείρησης. Χάριν ελεύθερου ανταγωνισμού βέβαια, ισχύουν η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και της ελεύθερης επιλογής πελατών, μιας και κάθε επιχείρηση δικαιούται να συνάπτει, να διατηρεί και να διακόπτει τις σχέσεις και τις συνεργασίες της με όλους τους αντισυμβαλλομένους της. Υποχωρεί ωστόσο η ελευθερία των συμβάσεων, όταν μια επιχείρηση αρνείται να πωλήσει σε άλλη αναντικατάστατα προϊόντα, παρ’ ότι είναι αποκλειστικός εισαγωγέας αυτών.

Είναι αθέμιτη δηλαδή και δεν δικαιολογείται, βάσει επιχειρηματικών και πάνω απ’ όλα αντικειμενικών κριτηρίων, η διακριτική μεταχείριση επιχείρησης, με σκοπό είτε απλώς την βλάβη είτε την εκτόπισή της από την αγορά, γεγονός που θεμελιώνεται και στην διάταξη 281 του Αστικού Κώδικα περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, πέρα από την γενική ρήτρα περί αθεμίτου ανταγωνισμού (άρθρο 1 του νόμου 146/2014). Όποια περίπτωση μποϊκοτάζ και αν συντρέχει, παρέχεται στον προσβαλλόμενο αξίωση:

Α) άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον και

Β) αποζημίωσης, σύμφωνα με τη γενική διάταξη 914 του Αστικού Κώδικα.

 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΛΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ: ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2022 by spiliopouloslaw

 

Στα πλαίσια της σύγχρονης συναλλακτικής καθημερινότητας και της εμπορικής πρακτικής, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η διάκριση μεταξύ συμβάσεων αποκλειστικής και απλής διανομής, η οποία δεν είναι πάντοτε ευχερής και στηρίζεται επί συγκεκριμένων κριτηρίων που έχουν τεθεί προς τούτο από την θεωρία και την νομολογία.

  

Ως σύμβαση αποκλειστικής διανομής, νοείται η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Η έννοια της αποκλειστικότητας είναι, ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να μην παραδώσει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή διανομής και επίσης ότι ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα.

 

Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο, προς αποφυγή παρερμηνειών, ότι η ανωτέρω ιδιότυπη, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αντιδιαστέλλεται ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, στα πλαίσια λειτουργίας της οποίας (σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας) ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο ένας εκ των συμβαλλόμενων (ο διανομέας), ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

 

Η διάκριση, δε, της σύμβασης αποκλειστικής από εκείνη της απλής διανομής, εντοπίζεται στο γεγονός ότι στο εννοιολογικό περιεχόμενο της απλής διανομής εντάσσεται η σύμβαση με την οποία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός) υποχρεούται να πωλεί για ορισμένη εδαφική περιοχή σε άλλον (διανομέα) τα προϊόντα παραγωγής του, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους, στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, αποσκοπώντας σε εμπορικό κέρδος που αντιστοιχεί στη διαφορά της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης, αναλαμβάνοντας συνήθως και την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, και έχοντας το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, ή να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών, χωρίς όμως ο τελευταίος (διανομέας) να ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή και χωρίς να συμφωνηθεί μεταξύ τους ο όρος της αποκλειστικότητας, υπό την έννοια ότι ο διανομέας αναλαμβάνει τη συμβατική υποχρέωση κατά τη λειτουργία της σύμβασης να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις διαθέτοντας στους πελάτες του δικτύου του αποκλειστικά και μόνον τα συμβατικά προϊόντα του προμηθευτή.

 

Ενόψει των προεκτεθέντων και των αντίστοιχων παραδοχών της νομολογίας, παρά την διαφοροποίηση που υφίσταται ανάμεσα στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής αντιπροσωπείας, επί των πρώτων μπορούν να εφαρμοσθούν, αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, υπό την προϋπόθεση ότι στην εκάστοτε υπό κρίση περίπτωση  τα χαρακτηριστικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής προσομοιάζουν, έστω και αν δεν ταυτίζονται πλήρως, με εκείνα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας (Ολ. ΑΠ 16/2013, Δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος). Απεναντίας, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω Π.Δ. δεν φτάνει έως την εφαρμογή του και επί των συμβάσεων απλής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (βλ. ΑΠ 419/2018, ΑΠ 1909/2013, ΤΝΠ NOMOS).

 

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ: ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2022 by spiliopouloslaw

 

            Πέραν του εμπορικού σήματος, δεκτικά κατοχύρωσης και προστασίας, και μάλιστα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι και τα λεγόμενα βιομηχανικά σχέδια και υποδείγματα, τα οποία αφορούν κατά κύριο λόγο την εξωτερική, ορατή εικόνα ενός βιομηχανικού προϊόντος.

 

            Ειδικότερα, και σύμφωνα με τον Κανονισμό 6/2002 της ΕΕ, ως σχέδιο ή υπόδειγμα νοείται «η εικόνα την οποία παρουσιάζει το σύνολο ή μέρος ενός προϊόντος η οποία προκύπτει από τα χαρακτηριστικά του, και ιδίως από τη γραμμή, το περίγραμμα, το χρώμα, το σχήμα, την υφή ή/και τα υλικά του ίδιου του προϊόντος ή/και της διακόσμησης που φέρει». Οι, δε, προϋποθέσεις προκειμένου ένα βιομηχανικό σχέδιο να χαίρει προστασίας είναι δύο: να αποτελεί «νέο» σχέδιο και να διαθέτει ατομικό χαρακτήρα.

            Αναφορικά με την προϋπόθεση του νέου, ως τέτοιο χαρακτηρίζεται ένα σχέδιο ή υπόδειγμα όταν δεν έχει προηγουμένως διατεθεί στο κοινό άλλο ταυτόσημο ή διαφορετικό μόνο κατά επουσιώδεις λεπτομέρειες σχέδιο. Ειδικότερα, στην περίπτωση μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, η διάθεση δεν θα πρέπει να έχει γίνει πριν από την ημερομηνία κατά την οποία το σχέδιο ή το υπόδειγμα για το οποίο διεκδικείται προστασία διατέθηκε για πρώτη φορά στο κοινό, ενώ στην περίπτωση καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την καταχώριση ή, αν διεκδικείται προτεραιότητα, πριν από την ημερομηνία προτεραιότητας.

            Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση ευδοκίμησης της αίτησης καταχώρισης, τον ατομικό χαρακτήρα του σχεδίου, θα πρέπει, σύμφωνα με το νόμο, η συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο καταναλωτή διαφέρει από τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον εν λόγω καταναλωτή κάθε σχέδιο ή υπόδειγμα που έχει διατεθεί προηγουμένως στο κοινό. Για τον σκοπό αυτό θα ληφθεί υπόψη ο βαθμός της ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του σχεδίου ή υποδείγματος.

            Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η αίτηση του δικαιούχου ευδοκιμεί, κάτι που συνεπάγεται αφενός την απόκτηση αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσής του στο κράτος ή στα κράτη για τα οποία έχει υποβληθεί η σχετική αίτηση, και αφετέρου την θεμελίωση δικαιώματος του δικαιούχου να αξιώνει ανά πάσα στιγμή τη μη χρήση του από τρίτους, αλλά και την αποζημίωσή του από τυχόν τρίτους που παρανόμως κάνουν χρήση του συγκεκριμένου σχεδίου ή υποδείγματος.

            Καθίσταται σαφές πως η προστασία, πέραν των εμπορικών σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων, και των βιομηχανικών σχεδίων, είναι ιδιαίτερα σημαντική, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς τη σημασία τους σε τομείς όπως η ένδυση/υπόδηση, η διακόσμηση, η επίπλωση, και εν γένει σε κλάδους όπου η ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα του εκάστοτε σχεδίου διαδραματίζει βαρύνοντα ρόλο κατά τη διάθεση του προϊόντος στο καταναλωτικό κοινό.

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ – ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΕΣ ΜΕΤΟΧΕΣ – ΕΝΝΟΙΑ – ΣΚΟΠΟΣ – ΟΦΕΛΗ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2022 by spiliopouloslaw

Η έκδοση προνομιούχων μετοχών αποτελεί, συχνά, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιλογή τόσο για την ΑΕ όσο και για τον επενδυτή. Η πρώτη, μέσω αυτών, προσελκύει επενδυτικά κεφάλαια, ενισχύει την κεφαλαιακή της βάση, αυξάνει την πιστοληπτική της ικανότητα, γίνεται περισσότερο ελκυστική σε υποψήφιους επενδυτές. Η κατοχή προνομιούχων μετοχών, από την άλλη, αποτελεί μια εναλλακτική (και, συχνά, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα) επενδυτική επιλογή. Η προσθήκη (ή μη) δικαιώματος ψήφου είναι δυνατό να ικανοποιήσει επιμέρους ανάγκες κι επιλογές των εμπλεκομένων προσώπων. Στην περίπτωση, μάλιστα, που οι προνομιούχες μετοχές συμφωνηθούν εξαγοράσιμες το σχήμα είναι δυνατό να καταστεί περισσότερο ελκυστικό, τόσο για τους υφιστάμενους όσο και για τους νέους μετόχους.

        

Οι Προνομιούχες Μετοχές Και Τα Οφέλη Της ΑΕ.

Οι προνομιούχες μετοχές (άρ. 38 του ν. 4548/2018) είναι εκείνες που κατ’ απόκλιση από την αρχή της ισότητας που διέπει τις μετοχές, παρέχουν περισσότερα έναντι των κοινών, περιουσιακά δικαιώματα και προνόμια στους κατόχους τους.

Ακόμα κι αν το συμφωνημένο αντάλλαγμα για τον κάτοχο προνομιούχων μετοχών είναι ο τόκος, υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις από μια, αντίστοιχου ύψους, χρηματοδότηση με τη μορφή του απλού ή ομολογιακού δανείου. Μεταξύ αυτών η καταβολή τόκου στον μέτοχο-κάτοχο προνομιούχων μετοχών αποτελεί για την ΑΕ δαπάνη, σε αντίθεση με τα κέρδη που διανέμει.

Οι προνομιούχες μετοχές διευρύνουν την κεφαλαιακή βάση της ΑΕ, βελτιώνουν τους χρηματοοικονομικούς της δείκτες και την πιστοληπτική της ικανότητα. Ο πιστωτικός κίνδυνος του επόμενου χρηματοδότη θα περισσότερο απομειωμένος και η κεφαλαιακή βάση και χρηματοοικονομικοί δείκτες της ΑΕ θα είναι περισσότερο βελτιωμένοι. Αναπόδραστη συνέπεια θα αποτελεί η ευχερέστερη εξεύρεση νέων και φθηνότερων χρηματοδοτήσεων, στη βάση της λογικής της μείωσης του πιστωτικού κινδύνου. Θα καταστεί, για τους ίδιους λόγους, περισσότερο ελκυστική για υποψήφιους νέους επενδυτές.

Η Διαδικασία Έκδοσης Των Προνομιούχων Μετοχών και τα Προνόμια.

Η έκδοση προνομιούχων μετοχών προϋποθέτει αρχική ή επιγενόμενη καταστατική πρόβλεψη. Η σχετική απόφαση, εφόσον πρόκειται για τροποποίηση του καταστατικού, λαμβάνεται από τη ΓΣ με τη συνήθη απαρτία και πλειοψηφία. Στην περίπτωση όμως, της έκδοσης προνομιούχων μετοχών μέσω της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕ απαιτείται σχετική απόφαση της ΓΣ, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία (άρ. 130 §§3 και 4 και άρ. 132 §2). Σε περίπτωση που προϋπάρχουν προνομιούχοι μέτοχοι στην ΑΕ (προ)απαιτείται εγκριτική απόφαση της συνέλευσής τους αλλά και άσκηση του δικαιώματος προτίμησής τους (αρ. 25 §§3 και 4 και 25 §1).

Δυνατή είναι επίσης, η μετατροπή κοινών μετοχών σε προνομιούχες, χωρίς αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕ, επιφυλασσόμενης της αρχής της ίσης μεταχείρισης των μετόχων (άρ. 38 §7). Και στην περίπτωση, όμως, αυτή απαιτείται αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία της ΓΣ που θα λάβει τη σχετική απόφαση. Τα δε προνόμια των μετοχών αυτών είναι τα εξής:

  1. Η μερική ή ολική απόληψη του διανεμόμενου μερίσματος, πριν τις κοινές μετοχές.
  1. Η προνομιακή απόδοση εισφοράς των δικαιούχων των μετοχών από το προϊόν μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου ή το προϊόν εκκαθάρισης, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής αυτών στα υπέρ το άρτιο ποσά, τα οποία είχαν τυχόν καταβληθεί.
  2. Η καταβολή σωρευτικού μερίσματος (κι ως τέτοιου νοούνται τα μερίσματα προηγούμενων εταιρικών χρήσεων τα οποία δεν καταβλήθηκαν στους προνομιούχους μετόχους εξαιτίας της μη διανομής κερδών).
  3. Η καταβολή σταθερού μερίσματος ή η μερική, μόνον, συμμετοχή στα κέρδη της εταιρείας.
  4. Η απόληψη τόκου, είτε με παράλληλη πρόβλεψη της προϋπόθεσης περί μη συμμετοχής στα κέρδη της εταιρείας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είτε χωρίς σχετική πρόβλεψη.

Οι προνομιούχες μετοχές είναι δυνατό να εκδοθούν με (ή χωρίς) δικαίωμα ψήφου. Στην περίπτωση έκδοσής τους χωρίς δικαίωμα ψήφου, δεν προσμετρώνται στην απαρτία και πλειοψηφία για τη λήψη απόφασης της ΓΣ. Η ονομαστική τους αξία λαμβάνεται υπόψη, όμως, στην άσκηση των δικαιωμάτων μειοψηφίας. Περιορισμός ως προς τον αριθμό των προνομιούχων μετοχών χωρίς δικαίωμα ψήφου που είναι δυνατό να εκδώσει η ΑΕ δεν υφίσταται. Δυνατή είναι επίσης η έκδοση προνομιούχων μετοχών με περιορισμένο δικαίωμα ψήφου (για ορισμένα, μόνον, θέματα που προσδιορίζονται στο καταστατικό της ΑΕ άρ. 37 §4).

Επίσης οι προνομιούχες μετοχές, είναι δυνατό να εκδοθούν ως μετατρέψιμες σε κοινές ή προνομιούχες άλλης κατηγορίας (άρ. 38 §3), στη βάση σχετικής (αρχικής ή επιγενόμενης) καταστατικής πρόβλεψης. Το καταστατικό πρέπει να ορίζει τους όρους και προθεσμίες αλλά και την υποχρεωτικότητα (ή μη) της μετατροπής. Το δικαίωμα μετατροπής είναι δυνατό να προβλεφθεί, για πρώτη φορά, με την απόφαση της ΓΣ για την έκδοση των προνομιούχων μετοχών (άρ. 38 §3). Στην περίπτωση επιγενόμενης της έκδοσής τους απόφασης, απαιτείται αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία τόσο από τη ΓΣ των κατόχων κοινών μετοχών όσο και από εκείνη των προνομιούχων (άρ. 38 §8 εδ. α΄ και β΄).

Κατάργηση Ή Περιορισμός Των Προνομίων.

Η ολοσχερής κατάργηση των προνομίων των προνομιούχων μετοχών οδηγεί στη μετατροπή τους σε κοινές. Ο περιορισμός τους λαμβάνει χώρα στην περίπτωση που ένα από τα περισσότερα προνόμια καταργείται ή περιορίζεται καθώς και όταν εκδίδονται νέες προνομιούχες. Προϋποτίθεται, σε κάθε τέτοια περίπτωση, απόφαση της ιδιαίτερης συνέλευσης των προνομιούχων μετόχων που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.

Το «Way Out» Της Επένδυσης.

Η δυνατότητα ρευστοποίησης της επένδυσης αποτελεί σημαντική παράμετρο για την επιλογή της. Κι όταν ως επένδυση επιλεγεί η κτήση προνομιούχων μετοχών, είναι δυνατό να την καταστήσουμε περισσότερο ελκυστική με τη ταυτόχρονη έκδοσή τους ως εξαγοράσιμων, ως ένα επιπρόσθετο «προνόμιο». Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο χρόνος και τρόπος ρευστοποίησης της επένδυσης θα είναι εκ των προτέρων καθορισμένος όπως, εξάλλου, και το συνολικό τελικό όφελος του επενδυτή.

 

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΑΘΕΜΙΤΗ ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ & ΡΗΤΡΕΣ ΜΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2022 by spiliopouloslaw

Ο ανταγωνιστής μπορεί ελεύθερα, κατ’ αρχήν, να προσφέρει σε εργαζομένους άλλης επιχείρησης καλύτερους όρους εργασίας από αυτούς τους οποίους απολαμβάνουν, ακόμα και αν η απόσπασή τους πλήττει καίρια την πρώτη επιχείρηση, που θα στερηθεί τις αναγκαίες υπηρεσίες εξειδικευμένων στελεχών. Έχει σημασία δε, να διακρίνουμε πότε μία τέτοια πρακτική υπερβαίνει τα όρια του θεμιτού-ελεύθερου ανταγωνισμού.

 

ΕΙΔΗ ΑΠΟΣΠΑΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ

Πρώτη μορφή απόσπασης εργατικού δυναμικού είναι η παρότρυνση του εργαζομένου για αθέτηση της συμβάσεώς του. Μπορεί να καταστεί αθέμιτη, εάν ο τρίτος-παροτρύνων δρα κακόβουλα και επιδιώκει πάσει θυσία να επηρεάσει τη βούληση του εργαζομένου, ώστε αυτός να αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αδιαφορώντας για τη ζημία που μπορεί να προκληθεί στον ανταγωνιστή-εργοδότη του παροτρυνόμενου. Οπωσδήποτε βέβαια, παίζουν ρόλο και τα ειδικά περιστατικά όπως το αν γίνεται πρόσληψη του εργαζομένου με σκοπό την πληροφόρηση απ’ αυτόν επαγγελματικών απορρήτων του ανταγωνιστή.

Δεν είναι αντιθέτως, συμπεριφορά αθέμιτου ανταγωνισμού η εκμετάλλευση σύμβασης εργασίας η οποία έχει ήδη αθετηθεί. Εργαζόμενος ο οποίος παραιτήθηκε ή αποχώρησε από την επιχείρηση που εργαζόταν επειδή παραβίασε με δική του πρωτοβουλία, τις συμβατικές του υποχρεώσεις, και, χωρίς την υποκίνηση εκ μέρους κάποιου ανταγωνιστή μπορεί κανονικά να προσληφθεί από άλλο εργοδότη.

Ομοίως δεν συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό από μόνο του, το γεγονός της αποχώρησης ομάδας εργαζομένων από μία επιχείρηση με σκοπό την ίδρυση άλλης επιχείρησης με συναφές αντικείμενο, ή, η ανακοίνωση της ίδρυσης νέας επιχείρησης στους πελάτες της παλιάς από τα πρώην στελέχη.

Επιλήψιμη όμως γίνεται οπωσδήποτε η συμπεριφορά του ανταγωνιστή, όταν συντρέχουν επιβαρυντικά στοιχεία όπως δωροδοκία δυσαναπλήρωτων στελεχών ή η ψευδής προσφορά σ’ αυτά σημαντικά υψηλότερου μισθού από αυτόν που λάμβαναν (εξαπάτηση), προκειμένου να εγκαταλείψουν τον έως τώρα εργοδότη τους.

 

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΗΤΡΑΣ ΜΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Ρήτρα ανταγωνισμού είναι μία διάταξη στη σύμβαση του εργαζομένου, με την οποία προβλέπεται για αυτόν μια υποχρέωση παράλειψης για το μετά την αποχώρησή του από την επιχείρηση χρονικό διάστημα. Η υποχρέωση αυτή αφορά σε παράλειψη άσκησης ανταγωνιστικών πράξεων από τον εργαζόμενο, σχετικών με το αντικείμενο και την επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκεί η επιχείρηση από την οποία αποχώρησε. Αυτονόητο δε είναι ότι η υποχρέωση αυτή υφίσταται και καθ’ όλη τη διάρκεια απασχόλησης του εργαζομένου στην επιχείρηση, υπό την μορφή της «υποχρέωσης πίστης».

Φορείς της υποχρέωσης πίστης, και μετέπειτα υποχρέωσης παράλειψης ανταγωνισμού είναι, σύμφωνα με το νόμο, σχεδόν όλα τα πρόσωπα που απασχολούνται σε μία επιχείρηση, ιδίως ο εταίρος προσωπικής εταιρείας (στις οποίες η υποχρέωσης πίστης και εχεμύθειας είναι ακόμα πιο σημαντική), τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, οι διαχειριστές των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης καθώς και των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών.

Η ρήτρα ανταγωνισμού τέλος, δύναται υπό συγκεκριμένες συνθήκες να κριθεί καταχρηστική από το δικαστή και να συνιστά κατ’επέκταση αθέμιτη συμπεριφορά. Η εγκυρότητα της κρίνεται κατά περίπτωση, με βάση τη διάρκεια ισχύος της, την κατά τόπο έκτασή της και το είδος της επαγγελματικης δραστηριότητας που απαγορεύει. Εάν λόγου χάριν, η χρονική διάρκειά της είναι 3 έτη μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας (υπερβολικά μεγάλη) ή απαγορεύει στον εργαζόμενο την άσκηση ομοειδούς επαγγελματικής δραστηριότητας εντός οποιασδήποτε ευρωπαϊκής χώρας (!) μπορεί να κριθεί καταχρηστική λόγω υπέρμετρης δέσμευσης της επαγγελματικής και οικονομικής ελευθερίας του εργαζομένου (άρθρο 5 του Συντάγματος και άρθρο 361 του Αστικού Κώδικα περί ιδιωτικής αυτονομίας).

Περισσότερα
  • Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  • 11
  • 12
  • 13
  • 14
  • 15

Δίπλα σας αποτελεσματικά & με συνέπεια

Επικοινωνήστε μαζί μας

Please enable JavaScript in your browser to complete this form.
Ονομ/νυμο *
Loading

ΒΑΣΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Εμπορικό Δίκαιο - Εταιρείες
Τροχαία Ατυχήματα
Ακίνητα - Διαχείριση Ακινήτων
Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό, Κληρονομικό, Απαιτήσεις, Αποζημιώσεις κλπ.)
Δίκαιο Ηλεκτρονικού Εμπορίου & Νέων τεχνολογιών
Πνευματική & Βιομηχανική Ιδιοκτησία - Σήματα
Δικαστική & Εξωδικαστική Επίλυση Διαφορών
Διοικητικό Δίκαιο
Εργατικό Δίκαιο
Συνταξιοδοτικό Δίκαιο
Θέματα κατοίκων Εξωτερικού
Συμβολαιογραφικές Υπηρεσίες

ΠΡΟΦΙΛ

Αρχική
Το Γραφείο μας
Τομείς Δραστηριότητας
Υποθέσεις
Συνεργάτες
Νομικά Θέματα για Ιδιώτες
Νομικά Θέματα για Επιχειρήσεις
Πελατολόγιο
Επικοινωνία
Όροι Χρήσης - Πολιτική Απορρήτου - Πολιτική Χρήσης Cookies

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΠΗΛΙΟΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ & Συνεργάτες
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Βουκουρεστίου 18, Αθήνα 106 71
210 3387530, 210 3387540
E-mail: spilios@spiliopouloslaw.com

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Αποτυχία, παρακαλούμε προσπαθήστε ξανά.
Σας ευχαριστούμε για την εγγραφή σας.

© 2024 - spiliopouloslaw.com

TOP

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε τη βέλτιστη εμπειρία πλοήγησης στον ιστότοπό μας.

Μπορείτε να μάθετε ποια cookies χρησιμοποιούμε ή να τα απενεργοποιήσετε στις .

  • English (Αγγλικά)
  • Ελληνικά
Δικηγορικό Γραφείο Σπήλιος Σπηλιόπουλος και Συνεργάτες
Powered by  GDPR Cookie Compliance
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Απολύτως απαραίτητα cookies

Το αυστηρώς απαραίτητο cookie θα πρέπει να είναι ενεργοποιημένο ανά πάσα στιγμή, ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας για ρυθμίσεις cookie.

Εάν απενεργοποιήσετε αυτό το cookie, δεν θα μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που επισκέπτεστε αυτόν τον ιστότοπο θα χρειαστεί να ενεργοποιήσετε ή να απενεργοποιήσετε ξανά τα cookies.

Στατιστικά

Τα στατιστικά cookie βοηθούν τους κατόχους ιστοτόπων να κατανοήσουν πώς αλληλεπιδρούν οι επισκέπτες με ιστότοπους συλλέγοντας και αναφέροντας πληροφορίες ανώνυμα.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Marketing

Τα cookies μάρκετινγκ χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των επισκεπτών σε ιστότοπους. Η πρόθεση είναι να προβάλλονται διαφημίσεις που είναι σχετικές και ελκυστικές για τον μεμονωμένο χρήστη και, ως εκ τούτου, πιο πολύτιμες για εκδότες και διαφημιστές τρίτων.

Παρακαλούμε ενεργοποιήστε πρώτα τα απολύτως απαραίτητα cookies ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας!

Πολιτική Cookies

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Πολιτική Cookie