Ακίνητα – Πλειστηριασμοί – Αποχή των δικηγόρων Αθηνών από διαδικασίες πλειστηριασμών από 17.6.2021 έως 31.7.2021.
Ο Δικηγορικος Σύλλογος Αθηνών έχει εκφράσει την έντονη διαφωνία του στις ρυθμίσεις του Νέου Πτωχευτικού Κώδικα, διότι δεν εξασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία των ευάλωτων οφειλετών, και δη της πρώτης κατοικίας τους και αποφάσισε, την αποχή των δικηγόρων Αθηνών από τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας ευάλωτων νοικοκυριών-δανειοληπτών από 17.6.2021 έως 31.7.2021.
Με την εφαρμογή του νέου Πτωχευτικού νόμου (ν. 4738/2020), επίκεινται στο επόμενο χρονικό διάστημα πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας καθώς μέχρι σήμερα δεν έχουν εκδοθεί οι προβλεπόμενες εφαρμοστικές του νόμου υπουργικές αποφάσεις, αλλά κυρίως, δεν έχει συσταθεί ο «Φορέας Απόκτησης και Επαναμίσθωσης». Τούτο καταδεικνύει ότι, όπως έχουμε πολλαπλώς επισημάνει, η προστασία των ευάλωτων οφειλετών με το νέο νόμο είναι απισχνασμένη και η προστασία της πρώτης κατοικίας είναι αποφλοιωμένη και κόλουρη σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς.
Κατόπιν αυτών, το ΔΣ του ΔΣΑ εμμένει στην πάγια θέση για την άμεση αναστολή των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας των ευάλωτων οφειλετών με νομοθετική ρύθμιση, τουλάχιστον μέχρι τη θέσπιση του Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης, καθώς και τη θέσπιση δεοντολογικού πλαισίου λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων δια νόμου.
Με δεδομένο ότι τα ανωτέρω αιτήματα δεν έχουν εισέτι γίνει δεκτά, και λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι θα ακολουθήσει ορυμαγδός αναγκαστικών εκτελέσεων και πλειστηριασμών σε βάρος ευάλωτων οφειλετών (κατά τον ορισμό του άρθρου 217 ν. 4738/2020), το ΔΣ του ΔΣΑ αποφάσισε μέχρι 31.7.2021 την αποχή όλων των δικηγόρων από την εκτελεστική διαδικασία σε βάρος της πρώτης κατοικίας που επισπεύδεται από τράπεζες και εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων και ειδικότερα:
Α) Την αποχή από τη λήψη απογράφου εκτελεστών τίτλων. Ειδικά στη περίπτωση διαταγών πληρωμής επιτρέπεται μόνο η λήψη αντιγράφου αυτής και όχι απογράφου, προκειμένου και μόνο να τηρηθεί η προθεσμία του άρθρου 630Α ΚΠολΔ.
Β) Την αποχή από τη σύνταξη, υπογραφή και κοινοποίηση επιταγής (άρθ.924 ΚΠολΔ) που αποτελεί την 1η πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, και η οποία συντάσσεται υποχρεωτικά κάτω από επικυρωμένο αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο· η ακρίβεια της αντιγραφής της οποίας βεβαιώνεται από το δικηγόρο που το εκδίδει (άρθρ. 36 παρ. 2 περ. β Κώδικα Δικηγόρων) , και στην οποία επιβάλλεται τελικά de facto η υπογραφή της από δικηγόρο.
Γ) Την αποχή από την υπογραφή εντολής προς εκτέλεση (άρθ.927 ΚΠολΔ).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΚΙΝΗΤΑ – ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ -Η ΕΓΓΥΗΣΗ– ΕΝΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΖΗΤΗΜΑ
Τόσο στις αστικές (μισθώσεις κατοικίας) όσο και στις επαγγελματικές μισθώσεις, συμφωνείται, για λόγους εξασφάλισης του ιδιοκτήτη, η καταβολή ενός χρηματικού ποσού ως εγγύηση, ήδη πριν την έναρξη της μισθώσεως, με την υπογραφή του μισθωτηρίου. Πρέπει όμως να υπογραμμισθεί ευθύς εξ αρχής ότι σε περίπτωση που η διατύπωση των σχετικών με την εγγύηση όρων στο μισθωτήριο δεν είναι ορθή και ορισμένη, υπάρχει κίνδυνος το ποσό της εγγυοδοσίας να θεωρηθεί ποινική ρήτρα που καταπίπτει σε περίπτωση παράβασης, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό στο τέλος της μίσθωσης.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία περί αστικών μισθώσεων (άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 1702/1987), προκαταβολή μισθώματος επιτρέπεται μόνο για τον τρέχοντα μισθωτό μήνα. Απαγορεύεται η καταβολή από το μισθωτή εγγυοδοσίας για την εκτέλεση της σύμβασης ποσού μεγαλύτερου από τα μισθώματα δύο μηνών.
Αυτό το χρηματικό ποσό που κατά τη σύναψη της σύμβασης μίσθωσης δίνεται από το μισθωτή στον εκμισθωτή και αντιστοιχεί συνήθως σε πολλαπλάσιο του μηνιαίου μισθώματος, αποκαλείται καταχρηστικώς «εγγύηση».
Και τούτο διότι η τελευταία αυτή σύμβαση, όπως ρυθμίζεται από τα άρθρα 847 επ. A.Κ., συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και του εγγυητή, ο οποίος είναι τρίτο πρόσωπο εκτός των συμβαλλομένων, διέπεται ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 A. Κ.), διότι αυτό είναι δυνατό να συμφωνήθηκε προς εξασφάλιση του μισθώματος και μάλιστα ως προκαταβολή του ή ως αρραβώνας (επιβεβαιωτικός ή προς κάλυψη της ζημίας από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης κλπ.) ή ως ποινική ρήτρα ή ως συμβατική εγγυοδοσία.
Συνήθως δίνεται ως εγγυοδοσία ("cash collateral") και ειδικότερα αποτελεί προκαταβολή έναντι μελλοντικού χρέους του μισθωτή που θα παραμείνει τυχόν ανεξόφλητο, οπότε και θα καταλογισθεί σ’ αυτό το ποσό της εγγυοδοσίας (ΜΕφΑθ 2857/2018, ΔΕΕ 2018/1056).
Η αξίωση του μισθωτή για απόδοση της εγγυοδοσίας γίνεται ληξιπρόθεσμη με τη λήξη της μίσθωσης και πρέπει να επιστραφεί εάν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωσης από ζημίες στο μίσθιο και εφόσον βεβαίως δεν είχε συμφωνηθεί διαφορετικά.
Η αξίωση περί απόδοσης της ως άνω συμβατικής εγγυοδοσίας, η οποία καθίσταται ληξιπρόθεσμη με τη λήξη της μίσθωσης και μάλιστα εντόκως, προβάλλεται νόμιμα σε συμψηφισμό, ακόμη και αν ρητώς έχει συμφωνηθεί το αντίθετο (ΕφΑθ 2199/2011, ΕλλΔ/νη 2012/ 833). Αντιθέτως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 404, 405, 407 του A.Κ. Προκύπτει ότι, σε περίπτωση που στη σύμβαση μίσθωσης το διδόμενο ποσό χρηματικής εγγύησης, για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτή μπορεί να συμφωνηθεί για κάθε περίπτωση παράβασης των όρων της μισθωτικής σύμβασης, ανεξαρτήτως άλλης ζημίας του εκμισθωτή, έναντι της οποίας δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό το χρηματικό ποσό στο οποίο ανάγεται η ποινική ρήτρα (ΜΕφΑθ 2857/2018, ΕφΑθ 2428/2012 ό.π.).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ – Η ΑΠΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΜΕΡΙΔΟΥΧΟΥ
Η ελληνική νομοθεσία παρέχει τη δυνατότητα σε κάθε πρόσωπο που επιθυμεί να ρυθμίσει με διαθήκη την τύχη της περιουσίας του μετά τον θάνατό του, να αποκληρώσει ορισμένες κατηγορίες νομίμων κληρονόμων του. Το ζήτημα χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και ειδικής νομικής διατύπωσης στη διαθήκη, με την σύμπραξη εξειδικευμένων και έμπειρων επαγγελματιών (δικηγόρων και συμβολαιογράφου), καθ’ ότι τα ελληνικά Δικαστήρια δέχονται το κύρος της αποκλήρωσης, μόνον εφ’ όσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, προκειμένου να μην θίγονται τα νομίμως προβλεπόμενα δικαιώματα των κληρονόμων στη νόμιμη μοίρα, δηλαδή στο ελάχιστο προβλεπόμενο στο νόμο ποσοστό που δικαιούνται ορισμένες κατηγορίες κληρονόμων στην κληρονομιαία περιουσία.
Σύμφωνα με το άρθρο 1839 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται στο νόμο, να στερήσει το μεριδούχο από τη νόμιμη μοίρα (αποκλήρωση). Η αποκλήρωση γίνεται με διάταξη τελευταίας βούλησης.
Σύμφωνα με το άρθρο 1840 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα αν:
- επιβουλεύθηκε τη ζωή του διαθέτη, του συζύγου ή άλλου κατιόντος του διαθέτη,
- προκάλεσε με πρόθεση σωματικές κακώσεις στο διαθέτη ή στο σύζυγό του, από τον οποίο κατάγεται ο κατιών,
- έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη ή του συζύγου του,
- αθέτησε κακόβουλα την υποχρέωση που είχε από το νόμο να διατρέφει το διαθέτη,
- ζει βίο άτιμο ή ανήθικο, παρά τη θέληση του διαθέτη.
Η αποκλήρωση για το λόγο αυτό είναι άκυρη, αν ο κατιών κατά το θάνατο του διαθέτη είχε οριστικά εγκαταλείψει τον άτιμο ή ανήθικο βίο.
Για να είναι έγκυρη η αποκλήρωση με την στενή έννοια, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις α) να γίνει με διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη), β) να υπάρχει βούληση του διαθέτη να στερήσει τον κατιόντα του από τη νόμιμη μοίρα του, η οποία μπορεί να έχει διατυπωθεί ρητά (με τον όρο «αποκληρώνω» ή άλλη παρεμφερή έκφραση, όπως π χ «στερώ από τη νόμιμη μοίρα»), ενδέχεται όμως και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης, γ) να συντρέχει λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ, των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του κατιόντος προς το διαθέτη και την οικογένεια του, δ) να αναφέρεται ο λόγος αποκλήρωσης στη διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου ως προς το ποιον από τους προβλεπόμενους λόγους αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης, ε) να υφίσταται ο λόγος αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι το θάνατο του διαθέτη και στ) να μην έχει δοθεί συγγνώμη εκ μέρους του τελευταίου (βλ ΕφΑΘ 4000/2008 ΕλλΔικ2008. 1515, ΕφΑΘ 4632/2007 ΕλλΔικ 2008.281, ΕφΑΘ 1?|Α6277/2003ΕλλΔικ 2004.1079, ΕφΑΘ 4939/1992 ΑρχΝ 1993.104).
Όσον αφορά την αναφορά του λόγου της αποκλήρωσης στη διαθήκη, γίνεται δεκτό ότι η σχετική μνεία μπορεί να γίνει είτε με τη χρησιμοποίηση των λεκτικών εκφράσεων του νόμου ή και με τη χρησιμοποίηση λεκτικών όρων ταυτόσημων κατά την έννοια προς τους όρους του νόμου, το οποίο συμβαίνει, όταν οι όροι που χρησιμοποιούνται στη διαθήκη έχουν σαφώς καθορισμένη και κοινώς ή ευρέως παραδεδεγμένη σημασία, ταυτιζόμενη προς εκείνη των όρων του νόμου, είτε και με την επίκληση στη διαθήκη ορισμένων πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν ανενδοιάστως σε κάποια από τις νόμιμες περιπτώσεις αποκλήρωσης (ΑΠ 1420/1981 ΕΕΝ 1982.822). Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει, όταν η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο ή όταν ο λόγος της αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός ή έγινε για λόγο, για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη (βλ.ΕφΑΘ 4000/2008 ΕλλΔικ 2008 1515, ΕφΑΘ 4632/2007 ΕλλΔικ 2008.281 ,ΕφΑΘ 4939/1992 ΑρχΝ 1993.104) και ισχύει ως αποκλεισμός του μεριδούχου από την εξ αδιαθέτου διαδοχή.
Κατά συνέπεια, ο αποκληρωθείς λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, διότι κατά το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης (βλ ΑΠ 1349/2005 ΕλλΔικ 2006.159, ΑΠ 1178/1997 ΕΕΝ 1999.167, ΑΠ 1389/1990 ΕλλΔικ 1992.331, ΕφΑΘ 4000/2008 ΕλλΔικ 2008.15 15. ΕφΑΘ 97/2000 ΕλλΔικ 2000.1417, ΕφΘεσ 2513/2005 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος). Ο μεριδούχος, που ισχυρίζεται ότι αποκληρώθηκε χωρίς νόμιμο και αληθινό λόγο, μπορεί να ασκήσει κατά του τετιμημένου αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας της διάταξης περί αποκλήρωσης με σκοπό την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της νόμιμης μοίρας του (ΕφΑΘ 4000/2008 ΕλλΔικ 2008.1 5 15).
Είναι προφανές, ότι σε ένα τόσο λεπτό και περίπλοκο νομικά θέμα, η εκ των προτέρων συνεργασία με έμπειρους και εξειδικευμένους νομικούς (δικηγόρους και συμβολαιογράφο) οι οποίοι έχουν αποδεδειγμένα τριβή με το αντικείμενο και θα καθοδηγήσουν με εμπειρία και συνέπεια τον συντάσσοντα την διαθήκη και τα εμπλεκόμενα μέρη, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την μη απόρριψη της αποκλήρωσης από τα Δικαστήρια και την μη ακύρωση της διαθήκης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΘΕΣΕΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ – ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΜΑΣ – Άμεση Επανεγγραφή υποψηφίου σε διαγωνισμό
Άμεση επανεγγραφή υποψηφίου σε διαγωνισμό στους καταλόγους καταλλήλων ΕΠ.ΟΠ. του Ελληνικού Στρατού, μετά την αρχική απόρριψή του, έλαβε χώρα, ύστερα από ενέργειες και νομικά αιτιολογημένη Αίτηση Θεραπείας του Γραφείου μας.
Δεκτή έκανε το Γενικό Επιτελείο Στρατού Αίτηση Θεραπείας υποψηφίου
- Κατηγορα: Υποθέσεις του Γραφείου
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΧΡΟΝΟΥ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Είναι γεγονός πως η αξιοποίηση του παράλληλου χρόνου ασφάλισης έχει βρεθεί, και όχι άδικα, στο προσκήνιο των ασφαλιστικών ζητημάτων που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης από τους αρμόδιους φορείς του e-ΕΦΚΑ, καθώς αφορά πλήθος συνταξιούχων. Ως εκ τούτου, ο e-ΕΦΚΑ προχώρησε στην έκδοση εγκυκλίων με τις οποίες δόθηκαν περαιτέρω ρυθμιστικές οδηγίες ώστε να “ανοίξει” ο δρόμος της αξιοποίησης του παράλληλου χρόνου ασφάλισης και, κατ΄ επέκταση, της επιστροφής στους συνταξιούχους των καταβληθεισών εισφορών κατά τη απονομή της σύνταξης, γεγονός που είναι σημαντικό να γνωρίζει και αξιοποιήσει ο κάθε ενδιαφερόμενος.
Σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, παράλληλη ασφάλιση ονομάζεται η ασφάλιση που έχει πραγματοποιηθεί έως την 31.12.2016 σε δύο ή περισσότερους φορείς ενταχθέντες στον e-ΕΦΚΑ, λόγω παροχής μισθωτής εργασίας ή λόγω άσκησης εκ παραλλήλου μισθωτής και αυτοτελούς ή ελεύθερου επαγγέλματος ή αγροτικής απασχόλησης, για τα οποία έχουν καταβληθεί οι απαιτούμενες ασφαλιστικές εισφορές σε κάθε ένα ενταχθέντα φορέα. Κατά την παράλληλη ασφάλιση τα χρονικά διαστήματα αυτής θεωρούνται διακριτοί, αυτοτελείς χρόνοι κύριας ασφάλισης.
Είναι σημαντικό να λεχθεί, λαμβανομένου υπόψιν και του υπ΄ αριθμόν Σ23/1/75268/1.3.2021 γενικού εγγράφου του e-ΕΦΚΑ πως, κατά την υποβολή της αίτησης απονομής κύριας σύνταξης, το διανυθέν μετά την 1.1.2017 χρονικό διάστημα στον e-ΕΦΚΑ, για το οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές παράλληλης απασχόλησης προσμετράται κατ’ επιλογή του ασφαλισμένου στον ασφαλιστικό χρόνο ενός από τους εντασσόμενους στον e-ΕΦΚΑ πρώην φορείς, στον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές για την θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η επιλογή είναι δεσμευτική και δηλώνεται, κατά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης.
Ο χρόνος παράλληλης ασφάλισης (διανυθείς χρόνος έως 31.12.2016) πρώην φορέα, με τη δραστηριότητα του οποίου συνεχίζεται η ασφάλιση στον e-ΕΦΚΑ, λαμβάνονται υποχρεωτικά κατά τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και τον υπολογισμό του ποσού της εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης. Οι ανωτέρω χρόνοι λαμβάνονται υπόψη: α) είτε για τη θεμελίωση ενός συνταξιοδοτικού δικαιώματος και λήψης προσαύξησης για τον παράλληλο μέχρι 31.12.2016 χρόνο, β) είτε για θεμελίωση δύο συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων με τις προϋποθέσεις συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας και του χρόνου ασφάλισης σε καθένα από αυτά, γ) είτε για θεμελίωση ενός συνταξιοδοτικού δικαιώματος με τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης και λήψης προσαύξησης για τον παράλληλο μέχρι 31.12.2016 χρόνο.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΣΤΕΡΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΟΔΗΓΗΣΗΣ – ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΖΗΜΙΑΣ (ΑΠ 379/2021)
Εξαίρεση από την ασφάλιση ζημίας(και συνεπώς μη υποχρέωση κάλυψης εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας), συντρέχει και όταν ο οδηγός κατείχε μεν άδεια ικανότητας οδήγησης, αλλά κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε λήξει η διάρκεια ισχύος της.
Με πρόσφατη απόφασή του (ΑΠ 379/2021), ο Άρειος Πάγος έκρινε πως εξαιρούνται από την ασφάλιση, οι ζημίες που προκαλούνται από οδηγό, ο οποίος στερείται άδειας οδήγησης.
Συγκεκριμένα, ο Αρειος Πάγος, αναιρώντας απόφασης του δικάσαντος κατ’ έφεση Μονομελούς Μονομελούς Πρωτοδικείου, έκρινε πως δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος, αλλά αρκεί το γεγονός και μόνο ότι αυτός δεν διαθέτει, κατά το χρόνο του ατυχήματος, την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί άδεια ικανότητας οδηγού.
Επιπλέον, εξαίρεση της ζημίας από την ασφάλιση συντρέχει και όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος κατείχε μεν άδεια ικανότητας οδήγησης, αλλά, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, είχε λήξει η διάρκεια της ισχύος της.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 4 του Ν. 3557/2007, με την οποία προστέθηκε το άρ. 6β' στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το Ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης»), εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί.
Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής, προκύπτει ότι δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται κατά πόσο η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος. Ο νομοθέτης συνειδητά δεν θέτει ως προϋπόθεση του λόγου απαλλαγής ή εξαίρεσης του ασφαλιστή την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πιο πάνω παράβασης και του ατυχήματος.
Συνεπώς, κατά το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, δεν έχει νομική επιρροή ο ισχυρισμός του οδηγού που έχει εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και δεν έχει άδεια ικανότητας οδήγησης, ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι ελλείπει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της άδειας αυτής και του ατυχήματος.
Περαιτέρω, το δικαστήριο δέχτηκε πως, κατά τις σχετικές διατάξεις του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), η ανανέωση της άδειας οδήγησης που έληξε, λόγω της συμπλήρωσης της ηλικίας των 65 ετών, δεν καλύπτει τον ενδιάμεσο χρόνο, ήτοι από τη λήξη μέχρι την ανανέωση της άδειας, κατά τον οποίο ο οδηγός, που στερείται της άδειας, προκάλεσε το τροχαίο ατύχημα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΠΟΙΟΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΠΟΧΩΡΗΣΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ 2021
Ευκαιρία να «κλειδώσουν» από φέτος, το 2021, την έξοδο στη σύνταξη, αρκετά νωρίτερα από τα 67 ή ακόμα και τα 62 έχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι.
Οι αιτήσεις συνταξιοδότησης είναι ήδη αυξημένες και όπως δείχνουν τα στοιχεία αναμένεται ρεκόρ εξόδου ως το τέλος της χρονιάς από πολύ μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που πληρούν τις προϋποθέσεις.
Οι διατάξεις που ευνοούν τους δημοσίους υπαλλήλους, ώστε να αποφύγουν τα όρια ηλικίας των 67 και 62 ετών που ισχύουν από το 2022, μεταξύ άλλων αφορούν:
Περισσότερα:
- Σύνταξη με διατάξεις ανήλικων τέκνων ή τριτέκνων,
- Έξοδο με όρια ηλικίας για μειωμένη σύνταξη,
- Σύνταξη με τα όρια ηλικίας που αντιστοιχούν στο 58ο έτος με 35ετία και 36ετία,
- Σύνταξη με το όριο ηλικίας που αντιστοιχεί στο 55ο έτος με 37ετία και
- Σύνταξη με εξαγορές πλασματικών ετών ασφάλισης.
Όσοι έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο συνολικό χρόνο ασφάλισης και μέχρι το τέλος του 2021 συμπληρώνουν και τα 58 είναι ουσιαστικά ένα βήμα πριν την σύνταξη, καθώς μένει να έχουν και το νέο όριο ηλικίας. Όσοι έχουν συμπληρώσει μόνο τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης αλλά συμπληρώνουν τα 58 μετά τις 31.12.2021 ή το αντίστροφο, μπορούν να αποχωρήσουν με αυξημένες προϋποθέσεις κατά περίπτωση. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση οι επιλογές τους είναι είτε με μειωμένη σύνταξη στα 62 είτε με πλήρη στα 67.
Εάν λείπουν χρόνια ασφάλισης μπορούν να συμπληρωθούν με εξαγορές πλασματικών ετών από στρατιωτική θητεία, τέκνα, σπουδές.
Η πολυπλοκότητα των δεδομένων συνταξιοδότησης είναι προφανής και η δυσκολία ουσιαστικής διερεύνησης τους ορισμένες φορές δεδομένη. Για αυτό, είναι επιτακτικό προαπαιτούμενο η εκ των προτέρων και με βεβαιότητα διασφάλιση του τρόπου και του χρόνου θεμελίωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, ώστε να αποφεύγονται δυσάρεστες συνέπειες από καθυστερήσεις και επιπλοκές ή ακόμη και απόρριψη της σχετικής αίτησης συντοξιοδότησης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
Εταιρείες- Έξοδος εταίρου για σπουδαίο λόγο.
Σπουδαίο λόγο για την έξοδο εταίρου από ΕΠΕ συνιστά και η σοβαρή διαταραχή των προσωπικών και εταιρικών σχέσεων των εταίρων, καθώς και οι διαφωνίες και διενέξεις τους, που συνεπάγονται αδυναμία τους να συνεργαστούν για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού. Απόφαση 1560 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Κατά το άρθρο 33 παρ.2 εδ. α' του ν. 3190/1955 σπουδαίο λόγο για την έξοδο εταίρου από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) συνιστά και η σοβαρή διαταραχή των προσωπικών και εταιρικών σχέσεων των εταίρων, καθώς και οι διαφωνίες και διενέξεις τους, που συνεπάγονται αδυναμία τους να συνεργαστούν για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού, τούτο δε και ανεξαρτήτως υπαιτιότητας των υπολοίπων εταίρων ή των εκπροσώπων της εταιρείας, αλλά και του αναιτίου του αιτούντος την έξοδο εταίρου.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../3-5-2005 συμβολαίου (....) συστάθηκε, μεταξύ του αιτούντος - εκκαλούντος (εφεξής αιτούντος) και της Κ. Π. (β' εφεσίβλητης - καθής - εφεξής β' καθής) (μη διαδίκου ήδη ενώπιον του Αρείου Πάγου), εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (...) και με διακριτικό τίτλο "………. Ε.Π.Ε." με κεφάλαιο 20.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλαν οι δύο εταίροι κατ' ισομοιρία. Έδρα της ως άνω εταιρείας ορίστηκε το ... (...). Διαχειρίστρια αυτής ορίστηκε η δεύτερη καθής, η οποία είναι Ιταλίδα, οικονομολόγος και διατηρεί στην Ιταλία, μαζί με τον πατέρα της, παρόμοια εταιρεία. Σημειώνεται ότι κατά το χρόνο σύστασης της εταιρείας, αυτή ήταν μνηστή του αιτούντος και διέμενε αρκετό διάστημα στην Κεφαλληνία. Η ως άνω εταιρεία αρχικά λειτουργούσε ομαλά και η συνεργασία, καθώς και οι σχέσεις των δύο εταίρων ήταν αρμονικές. Από το Μάρτιο όμως του 2007 οι προσωπικές και εταιρικές σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν σοβαρά. Υπήρχαν δε διαφωνίες και διενέξεις μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να συνεργαστούν. Η μνηστεία τους διαλύθηκε και η δεύτερη καθής μετοίκησε στην Ιταλία, επισκεπτόμενη πλέον σπανίως την Κεφαλληνία. Και ναι μεν εξουσιοδότησε τον αιτούντα, αλλά και τον αδελφό της Τ. Π., ο οποίος διέμενε τότε στη Κεφαλληνία, να ενεργούν μαζί ή χωριστά, ορισμένες πράξεις διαχειρίσεως και συγκεκριμένα τους εξουσιοδότησε α) να εκπροσωπούν τη διαχειρίστρια στις συναλλαγές της με οποιαδήποτε Τράπεζα και να προβαίνουν προς το σκοπό αυτό σε είσπραξη χρημάτων, έκδοση ή αποδοχή συναλλαγματικών, επιταγών και άλλων αξιόγραφων κλπ και β) να υπογράφουν και να εκτελούν κάθε σύμβαση Τραπεζική ή μη. Και πράγματι ο αιτών προέβαινε σε αρκετές πράξεις διαχείρισης ως αντιπρόσωπος της αντιδίκου του, όπως π.χ. έκδοση επιταγών κλπ. Δεν πιθανολογήθηκε όμως ότι αυτός ήταν ο πραγματικός και μοναδικός de facto διαχειριστής της εταιρείας, όπως αβάσιμα δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Η δεύτερη καθής διατήρησε για τον εαυτό της το δικαίωμα να ενεργεί κι αυτή η ίδια αυτοπροσώπως ή μέσω του αδελφού της πράξεις διαχείρισης, όπως και πράγματι έκανε (όπως π.χ. αγορά οικοδομικών υλικών από την Ιταλία).
Λόγω όμως της προαναφερόμενης κακής σχέσης των ανωτέρω διαδίκων και της έλλειψης συνεργασίας μεταξύ τους, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα αμφοτέρων, η λειτουργία της εταιρείας έγινε προβληματική, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν χρέη (μεταξύ άλλων, όπως και ο ίδιος ο αιτών αναφέρει στις προτάσεις του, οφείλονται από την εταιρεία στη Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου ποσό που σήμερα ανέρχεται στα 15.000 ευρώ περίπου) και να σταματήσει η εκτέλεση έργων και η πραγματοποίηση κερδών. Η εταιρεία μάλιστα έχει εμπλακεί σε δικαστική διαμάχη με αρκετούς πελάτες της. Η φήμη της έχει καταστραφεί και η πελατεία της μειώθηκε δραστικά. Πιθανολογήθηκε λοιπόν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι συντρέχει σπουδαίος λόγος για την έξοδο του αιτούντος από την εταιρεία. Ορθή κρίση Εφετείου, που δέχθηκε την έφεση και την ένδικη αίτηση του αναιρεσιβλήτου, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, και επέτρεψε την έξοδο του τελευταίου από την καθ'ης η αίτηση, ήδη αναιρεσείουσα, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και το διατακτικό της απόφασής του, αφού τα εκτιθέμενα ως άνω, χωρίς αντιφάσεις, στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, περιστατικά και δη ότι από τα αναφερόμενα επίσης γεγονότα διαταράχθηκαν οι προσωπικές και εταιρικές σχέσεις μεταξύ των εταίρων (αιτούντος και ειρημένης-Κ. Π.) και ότι προέκυψαν διαφωνίες και διενέξεις μεταξύ τους με αποτέλεσμα την αδυναμία συνεργασίας τους για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού, συνιστούν, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί την έξοδο του εταίρου από την Ε.Π.Ε., ως έννομη συνέπεια του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου, την οποία και διέταξε το δικαστήριο.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Η σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας, όπου τα άτομα περνούν τις περισσότερες ώρες της ημέρας τους, είναι μία παραβατική συμπεριφορά που πλέον αντιμετωπίζεται από τη νομοθεσία.
Ως σεξουαλική παρενόχληση ορίζεται κάθε ανεπιθύμητη λεκτική, μη λεκτική ή σωματική συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα, η οποία θίγει τη γενετήσια αξιοπρέπεια του ατόμου.
Ειδικά στον χώρο εργασίας, η σεξουαλική παρενόχληση μπορεί να τελείται μεταξύ συναδέλφων, από τον εργοδότη προς τον εργαζόμενο και αντιστρόφως ή από προϊστάμενο προς υφιστάμενο και αντιστρόφως.
Παρατηρείται δε ακόμη και κατά τη διαδικασία αναζήτησης εργασίας και όχι μόνο στα πλαίσια μίας υφιστάμενης εργασιακής σχέσης.
Η σεξουαλική παρενόχληση εμπίπτει στο πεδίο ρύθμισης τόσο του αστικού, όσο και του ποινικού δικαίου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3896/2010 η σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται διάκριση λόγω φύλου, η οποία απαγορεύεται.
Επιπλέον, το άρθρο 337 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ρητά την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας ως ποινικό αδίκημα, ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι όποιος προβαίνει σε χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα ή διατυπώνει προτάσεις για τέλεση γενετήσιων πράξεων σε πρόσωπο που εξαρτάται εργασιακά από αυτόν ή εκμεταλλευόμενος την ανάγκη ενός προσώπου να εργαστεί, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.
Βέβαια, οι περιπτώσεις, που στοιχειοθετούν ποινικό αδίκημα, είναι οι ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις για ασελγείς πράξεις, περιπτώσεις δηλαδή που δεν προσβάλλουν απλώς την προσωπικότητα του ατόμου, αλλά και το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών στον χώρο εργασίας στο πεδίο της γενετήσιας ζωής και αξιοπρέπειας.
Αντίθετα, η προσβολή της προσωπικότητας του αστικού δικαίου, η οποία συντρέχει σε κάθε περίπτωση, δεν προϋποθέτει «ασελγείς» χειρονομίες και προτάσεις, αλλά απλώς γεγονότα ικανά να αποτελέσουν σεξουαλική διάκριση, δημιουργώντας εκφοβιστικό κλίμα στο χώρο εργασίας.
Περαιτέρω δε ορίζεται ότι κάθε εργοδοτική συμπεριφορά (π.χ. καταγγελία της σύμβασης εργασίας, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κ.λπ.) που είναι αποτέλεσμα της μη ενδοτικότητας του εργαζομένου σε σεξουαλική ή άλλη παρενόχληση σε βάρος του συνιστά δυσμενή μεταχείριση αυτού.
Είναι πολύ σημαντικό ότι στην ισχύουσα νομοθεσία περιλαμβάνεται διάταξη με την οποία αντιστρέφεται το βάρος της απόδειξης όταν μια εργαζόμενη προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές (ΣΕΠΕ, Συνήγορος του Πολίτη) ή στα δικαστήρια για άνιση μεταχείριση λόγω απαγορευμένης διάκρισης ή/και εκδήλωση εκ μέρους του εργοδότη σε βάρος της σεξουαλικής ή άλλης παρενόχλησης.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο εργοδότης θα πρέπει να αποδείξει πως η συμπεριφορά του αυτή απέναντι στην εργαζόμενη δεν αποτελεί απαγορευμένη διάκριση, παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση.
Η παρενόχληση και η σεξουαλική παρενόχληση έχουν απασχολήσει τα ελληνικά δικαστήρια. Έτσι, έχει κριθεί ότι η απόλυση λόγω εκδίκησης κατόπιν απόκρουσης της παρενοχλητικής συμπεριφοράς από τον εργαζόμενο ή λόγω μαρτυρίας ενός συμβάντος σεξουαλικής παρενόχλησης από κάποιον εργαζόμενο είναι απολύτως άκυρη (ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ 1936/2015).
Σε κάθε περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη προς καταγγελία της σύμβασης εργασίας υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, ήτοι στα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1655/1999). Είναι άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, η οποία λαμβάνει χώρα κατόπιν της αντίδρασης του μισθωτού.
Παράλληλα, η παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, η οποία συντρέχει σε κάθε σεξουαλική παρενόχληση, συνιστά αδικοπραξία και θεμελιώνει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΕΦ ΑΘ 1139/2007).
Επιπροσθέτως, αν ο εργοδότης δεν προβεί σε απόλυση, η οποία, όπως αναφέρεται ανωτέρω, θα είναι άκυρη, η σεξουαλική παρενόχληση δύναται να ερμηνευθεί ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, υπό την έννοια ότι οι συνθήκες εργασίας μεταβλήθηκαν επί τα χείρω, καθιστώντας τη σχέση εργασίας ανυπόφορη για τον εργαζόμενο. Επ’ αυτού έχει κριθεί ότι οι προσωπικές συζητήσεις και ιδίως αναφορικά με τις ερωτικές σχέσεις, η πρόθεση συναντήσεων εκτός χώρου εργασίας, καθώς και οι ερωτήσεις περί σεξουαλικών εμπειριών και προτιμήσεων, συνιστούν εκδήλωση σεξουαλικής παρενόχλησης, η οποία προκαλεί δυσάρεστο αίσθημα στον εργαζόμενο, φθάνοντας έως και την αίσθηση εκφοβιστικού ή ταπεινωτικού κλίματος στο χώρο εργασίας (ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ 1936/2005). Σε τέτοιες περιπτώσεις ο εργαζόμενος δύναται να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά του εργοδότη ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και να αποχωρήσει από την εργασία, θεωρώντας ότι έχει επέλθει καταγγελία της σύμβασης από την πλευρά του εργοδότη.
Το ίδιο κρίθηκε και στην περίπτωση, που ο εργοδότης εξανάγκαζε συγκεκριμένη υπάλληλο να παραμένει μαζί του στο χώρο εργασίας μετά το πέρας του ωραρίου της, προκειμένου να κλείσουν τις ταμειακές μηχανές, ενώ επιπλέον της απηύθυνε συνεχώς ερωτικά τραγούδια (EΦ ΘΕΣΣΑΛ 957/2001). Σημειώνεται, πάντως, ότι η οικειοθελής αποχώρηση από την εργασία λόγω προηγηθείσης σεξουαλικής παρενόχλησης δεν αποτελεί ορθή λύση. Ο εργαζόμενος πρέπει να γνωρίζει όλες τις επιλογές του και να ακολουθήσει την πλέον συμφέρουσα για τον ίδιο.
Ο εργοδότης όμως έχει υποχρέωση προστασίας του εργαζόμενου από παρενοχλήσεις ή σεξουαλικές παρενοχλήσεις και στην περίπτωση που αυτές προέρχονται από συναδέλφους του τελευταίου. Ειδικότερα, ο εργοδότης, αφού ενημερωθεί για τις παρενοχλήσεις αυτές, οφείλει να λάβει αμέσως όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της προσωπικότητας του θιγόμενου εργαζόμενου (π.χ. έγγραφες ή προφορικές συστάσεις, επιβολή πειθαρχικών ποινών ή ακόμη και απόλυση του εργαζόμενου που προβαίνει σε ενέργειες ή συμπεριφορές έναντι συναδέλφων του οι οποίες συνιστούν απαγορευμένες διακρίσεις λόγω φύλου).
Η παράλειψη του εργοδότη να λάβει τα αναγκαία αυτά μέτρα συνιστά παράβαση συμβατικής του υποχρέωσης προς το θιγόμενο εργαζόμενο και θεμελιώνει αξιώσεις του τελευταίου για πλήρη αποκατάσταση (από τον εργοδότη) της ζημίας του από την προσβολή της προσωπικότητάς του. Υποχρέωση δε αποζημίωσης του εργαζόμενου υπέχει βεβαίως –πέραν του εργοδότη– και ο συνάδελφος που προβαίνει σε ενέργειες ή συμπεριφορές σε βάρος του οι οποίες συνιστούν απαγορευμένες διακρίσεις λόγω φύλου, ενώ δεν αποκλείεται οι συμπεριφορές αυτές του συναδέλφου να τυγχάνουν ελεγκτέες και σε ποινικό επίπεδο, όπως προκτέθηκε ανωτέρω.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ – ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗ ΤΗΕ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΕ ΤΟ ΑΝΗΛΙΚΟ ΤΕΚΝΟ ΤΟΥ (ΑΠΌ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΝΗΛΙΚΟΥ) – ΑΓΩΓΗ ΠΑΤΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΡΩΗΝ ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΟΥ ΓΙΑ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ
Με απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτή την αγωγή πατέρα κατά της πρώην συζύγου του για προσβολή προσωπικότητας, υποχρεώνοντάς τη να «επιτρέπει ανεμπόδιστα αλλά και να διευκολύνει την επικοινωνία του ενάγοντος με τον ανήλικο υιό τους», σύμφωνα με το διατακτικό σχετικής απόφασης που καθόριζε τους όρους της.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, «η καλή διάθεση και η συνεργασία εκ μέρους της εναγόμενης μητέρας είναι προϋποθέσεις απολύτως απαραίτητες προκειμένου ο ανήλικος να σφυρηλατήσει ισχυρούς δεσμούς και με τον μη έχοντα την επιμέλεια ενάγοντα - πατέρα του, δεσμοί που και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας του, τη συναισθηματική και ψυχική του ισορροπία και τη γενικότερη θετική μελλοντική του εξέλιξη».
Σύμφωνα με την απόφαση, η εναγόμενη στην πράξη όχι μόνο δεν διευκολύνει αλλά παρεμποδίζει την επικοινωνία του ενάγοντος με το τέκνο τους, παρεμπόδιση που συνιστά παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου, καθόσον έχει αποξενωθεί από το τέκνο του, το οποίο βρίσκεται σε κρίσιμη ηλικία για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του και των σχέσεων του με τους οικείους του.
«Η ηθική βλάβη του ενάγοντος συνιστάμενη στην αποξένωση από το τέκνο του και την εξ αυτής πίκρα, απογοήτευση, στενοχώρια και ακύρωση του πατρικού ρόλου δεν μπορεί να αποκατασταθεί με καταβολή χρηματικού ποσού εκ μέρους της εναγομένης, αλλά με την στο εξής συμμόρφωση της τελευταίας στα οριζόμενα από την απόφαση σχετικά με τη ρύθμιση της επικοινωνίας πατέρα - υιού.
Η με την αρωγή της εναγομένης εξομάλυνση της επικοινωνίας, η εμπέδωση στα μάτια του τέκνου της πατρικής φιγούρας του ενάγοντος και η αγαστή συνεργασία των διαδίκων στα θέματα που αφορούν το τέκνο τους θα αποκαταστήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ηθική βλάβη του ενάγοντος», καταλήγει η απόφαση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1518, 1520 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός του απολύτως προσωπικού δικαιώματος και καθήκοντος επικοινωνίας μεταξύ γονέα και τέκνου είναι η διατήρηση του ψυχικού τους δεσμού και η δυνατότητα άμεσης γνώσης από το γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, την πνευματική ανάπτυξη και την παρακολούθηση της εν γένει κατάστασης αυτού. Η άσκηση δε της επικοινωνίας μεταξύ γονέα και τέκνου που απορρέει από το φυσικό δεσμό αίματος αυτών, ως αμοιβαία έκφραση αισθημάτων αγάπης, συμπάθειας, ενδιαφέροντος και στοργής, αμβλύνει τις δυσμενείς συνέπειες της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης και συντελεί στην πνευματική και ηθική ανάπτυξη, τη συναισθηματική ολοκλήρωση και ψυχική ισορροπία και των δύο, αποβλέποντας ιδίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου.
Τυχόν δε αδικαιολόγητη παρεμπόδιση της επικοινωνίας συνιστά ενδεχομένως καταχρηστική άσκηση της γονικής μέριμνας, με τις συνέπειες των άρθρων 1532-1533 ΑΚ ή στοιχειοθετεί μεταβολή των συνθηκών ικανή να προκαλέσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1536 ΑΚ, μεταρρύθμιση της σχετικής δικαστικής απόφασης. Στα πλαίσια αυτά οι γονείς πρέπει να αποφεύγουν κάθε ενέργεια που δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό συμφέρον του τέκνου και να μεριμνούν, ώστε αυτό να παραμείνει αλώβητο, εκτός του πεδίου των προσωπικών τους εντάσεων. Πολύ περισσότερο ο ασκών τη γονική μέριμνα, στη θετική συνδρομή του οποίου απόκειται η ουσιαστική πραγματοποίηση της επικοινωνίας, υποχρεούται να απέχει από κάθε ενέργεια, που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να οδηγήσει στην παρεμπόδιση της, και οι δύο δε οφείλουν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργασία μεταξύ τους, προκειμένου να μη θίγονται με τη συμπεριφορά του καθενός από αυτούς τα δικαιώματα του άλλου (ΕφΘεσ 1324/2001 ΝΟΜΟΣ).
Η παρεμπόδιση, δε, της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο θα μπορεί κατά περίπτωση να εκτιμηθεί και ως προσβολή της προσωπικότητας του πρώτου (ορ. Λαδογιάννη σε Απ. Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, υπ' άρθρο 1520 αριθμ. 11 με τις εκεί παραπομπές), καθόσον η επικοινωνία του γονέα με το τέκνο του ασκεί ευεργετική επίδραση στο συναισθηματικό του κόσμο, ο οποίος κατά τα αναλυόμενα στην πρώτη νομική σκέψη της παρούσας αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, έτσι ώστε η παρεμπόδιση της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού να συνιστά προσβολή του απόλυτου δικαιώματος στην προσωπικότητα, η οποία γεννά αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψης της στο μέλλον καθώς και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα προεκτεθέντα (πρβλ. ΜΠρΘεσ 8513/2018 ΝΟΜΟΣ για το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με ενήλικο τέκνο του).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
