Η Ποινική Ευθύνη των Εταίρων για Φορολογικές Παραβάσεις.
Για τα αδικήματα της φοροδιαφυγής και της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών στο Ελληνικό Δημόσιο που φέρεται να έχουν τελεστεί από εταιρείες, η ποινική ευθύνη των εταίρων διαφοροποιείται ουσιωδώς ανάλογα από την ειδικότερη νομική μορφή της εταιρείας που φέρεται να έχει διαπράξει τα αδικήματα αυτά καθώς και από μία σειρά επί μέρους παραμέτρους που αναλυτικά ορίζονται στο Νόμο.
Στην ελληνική έννομη τάξη, η ποινική ευθύνη είναι υποκειμενική. Αυτό συνεπάγεται ότι η στοιχειοθέτησή της προϋποθέτει την πλήρωση τόσο της αντικειμενικής υπόστασης (δηλ. τέλεση ή αρχή τέλεσης της παράνομης ενέργειας) όσο και της υποκειμενικής υπόστασης (δηλ. ύπαρξη υπαιτιότητας – δόλου ή αμέλειας) του αδικήματος.
Το αυτό ισχύει και για τα οικονομική εγκλήματα της φοροδιαφυγής καθώς και της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο. Τι συμβαίνει όμως όταν υποκείμενα των εγκλημάτων αυτών δεν είναι φυσικά πρόσωπα αλλά νομικά πρόσωπα;
Εδώ εξετάζεται το θέμα της ποινικής ευθύνης των εταίρων, δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν πράττει υπό την έννοια της ποινικά ενδιαφέρουσας πράξης ενός φυσικού προσώπου.
Στο άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 «Φοροδιαφυγή – Φορολογία και λοιπές διατάξεις», το οποίο προσφάτως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 «Μέτρα εφαρμογής Μνημονίου 3: Συνταξιοδοτικά/Εγκλήματα Φοροδιαφυγής/Δημοσιονομικά κ.λπ.», ορίζονται οι επιβαλλόμενες ποινές καθώς και οι αυτουργοί των αδικημάτων στις περιπτώσεις που φορείς τέλεσης τους φέρεται να είναι νομικά πρόσωπα.
- Η μορφή του νομικού προσώπου που φέρεται να έχει τελέσει τέτοιου είδους ποινικό αδίκημα καθορίζει την ύπαρξη ή μη ποινικής ευθύνης του εταίρου. Για τις προσωπικές εμπορικές εταιρείες, δηλαδή τις ομόρρυθμες εταιρείες, τις ετερόρρυθμες εταιρείες ο νόμος 4072/2012 προβλέπει απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη του εταίρου (Ν. 4072/2012). Αντιθέτως, για τις κεφαλαιουχικές εταιρείες, όπως είναι οι Α.Ε., Ε.Π,.Ε προβλέπεται ευθύνη του εταίρου μέχρι το ύψος της εταιρικής περιουσίας.
- Οι αυτουργοί ποικίλλουν ανάλογα με την μορφή του νομικού προσώπου. Για τις ανάγκες του ελληνικού ποινικού δικαίου, αυτουργοί θεωρούνται:
α) Στις Α.Ε., οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες, εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών.
β) Στις Ο.Ε. & Ε.Ε., οι ομόρρυθμοι ή ετερορρυθμοι εταίροι και οι διαχειριστές αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών.
γ) Στις Ε.Π.Ε. & Ι.Κ.Ε., οι διαχειριστές αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Όταν δε ελλείπουν ή απουσιάζουν οποιοιδήποτε εκ των προαναφερόμενων προσώπων, αυτουργοί θεωρούνται οι εταίροι αυτών.
Ζητούμενο είναι επίσης η πραγματική ανάμιξη του εταίρου στην τέλεση του αδικήματος της φοροδιαφυγής ή της μη καταβολής οφειλών προς το Δημόσιο. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 3 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990:
«… η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή…».
Ο Νόμος 4337/2015 ορίζει ότι ο διαχειριστής ευθύνεται αυτοτελώς για χρέη που προέκυψαν κατά το χρονικό διάστημα της πραγματικής ανάμιξής του στην διαχείριση του νομικού προσώπου, ανεξάρτητα από το ποιο ήταν το πρόσωπο που ασκούσε τη διαχείριση κατά το χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης.
Τέλος, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην διάταξη του άρθρου 71 παρ. 2 Ν. 4174/2014, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015, με την οποία ορίζεται ότι: «Αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς αιτήσεις Προισταμένων Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών ή Ελεγκτικών Κέντρων ή Τελωνείων για χρέη κατώτερα αυτού του ποσού, δεν εισάγονται για συζήτηση. Η αναστολή της παραγραφής των χρεών, κατώτερων του ποσού των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση ποινικής δίωξης, λήγει με τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραγραφή συνεχίζεται και δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής αυτής.».
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ – ΑΓΩΓΗ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Όταν το κύριο όνομα ενός προσώπου έχει καταχωρηθεί εσφαλμένα στην ληξιαρχική του πράξη ή είναι ξενόφερτο κλπ, μπορεί να διορθωθεί με την άσκηση σχετικής Αγωγής κατά την εκουσία δικαιοδοσία στο καθ’ ύλην αρμόδιο και κατά τόπο Δικαστήριο. Οι σχετικοί ισχυρισμοί και θέματα πρέπει να αναφερθούν και υποστηριχθούν κατάλληλα και αποτελεσματικά στο δικόγραφο και στο δικαστήριο..
Ενδεικτικά, για να είναι δυνατή η αλλαγή του κύριου ονόματος, θα πρέπει να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου και θα πρέπει το υφιστάμενο λάθος να δημιουργεί στον κάτοχό του ονόματος σύγχυση κατά τις συναλλαγές του με τις διάφορες κρατικές, δημοτικές, κλπ υπηρεσίες με συνέπεια να του δημιουργούν γραφειοκρατικά και άλλα προβλήματα, αλλά και προβλήματα ψυχολογικής φύσης.
Το άρθρο 13 του Νόμου 344/1976 (όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 28 Ν.4674/2020,ΦΕΚ Α 53/11.3.2020) αναφορικά με την διόρθωση στοιχείων ληξιαρχικών πράξεων μεταξύ άλλων προβλέπει:
- Για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
- Σφάλματα, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη, μη αφορώντα στον τόπο, ημέρα, μήνα, έτος και ώρα τέλεσής τους στην πράξη βεβαιουμένου γεγονότος και εφόσον δεν αποδίδονται σε δόλο των συμπραξάντων την πράξη, δύνανται να διορθωθούν επίσης και μετά από άδεια του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή, όπου δεν εδρεύει Εισαγγελέας, του Ειρηνοδίκη, η οποία παρέχεται μετά από έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων, κατόπιν αίτησης παντός έχοντος έννομο συμφέρον.
- Σφάλματα, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη προφανώς εκ παραδρομής, μπορούν να διορθωθούν και άνευ αδείας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή του Ειρηνοδίκη, από τον αρμόδιο ληξίαρχο, μετά από προηγούμενη από αυτόν έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων, κατόπιν αιτήσεως παντός έχοντος έννομο συμφέρον.».
Τι προβλέπει το άρθρο 782 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με την διόρθωση των ληξιαρχικών πράξεων αλλά και την τοπική αρμοδιότητα;
- Όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη.
- Η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο.
- Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης.
Τι ισχύει για την τοπική αρμοδιότητα σε υποθέσεις διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης;
Σύμφωνα με την την υπ’αριθμ. 62/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου αναφορικά με την τοπική αρμοδιότητα σε υποθέσεις διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης, το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης έκανε δεκτά τα εξής: «Προκειμένου δε περί γεγονότων που συνέβησαν στην αλλοδαπή, αρμόδιος Ληξίαρχος για τη σύνταξη της οικείας ληξιαρχικής πράξης είναι αυτός του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών (αρθ. 42 και 43 ν. 344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων»), αφού στο Ληξιαρχείο αυτό διαβιβάζουν οι προϊστάμενοι των Ελληνικών Προξενικών Αρχών αντίγραφα των ληξιαρχικών πράξεων, που συντάσσουν εκείνοι, για τα γεγονότα, τα οποία συντελέσθηκαν στην αλλοδαπή.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ. 3 του ως άνω άρθρου (782 ΚΠολΔ), τα ανωτέρω εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης. Επομένως, το δικάζον Δικαστήριο έχει υποχρέωση να κινηθεί στα πλαίσια του κανόνα που προαναφέρθηκε, αναφορικά με την τοπική του αρμοδιότητα.
Παράλληλα, όμως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο κανόνας αυτός είναι ενταγμένος στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, της οποίας χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η ελαστικότητα, δηλαδή η ικανότητα προσαρμογής της στις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε δικαζόμενης υπόθεσης.
Συνακόλουθα, και παρά τη σαφή διάταξη του αρθ. 782 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ως άνω ρύθμιση της τοπικής αρμοδιότητας στο νόμο δεν έχει δεσμευτικό, αλλά καθοδηγητικό χαρακτήρα, οπότε δεν αποκλείεται η υποβολή της αίτησης και σε άλλο κατά τόπο Δικαστήριο, όπως εκείνο της κατοικίας του αιτούντος, εφόσον, λόγω των τοπικών συνθηκών του, είναι σε θέση να παρέχει ταχύτερη, αποτελεσματικότερη και ασφαλέστερη έννομη προστασία (ΕφΑΘ 1661/2005 ΕλλΔνη 2006.282, ΜΠΑΘ 4100/2006ΝοΒ 2007.358, Αρβανιτάκη σε Κεραμέα / Κονδύλη / Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τ. II, εκδ. 2000, υπ’ αρθ. 782, αρ. 10).»
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ – ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΓΙΑ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΔΙΩΧΘΕΙ Η ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΛΟΓΩ ΠΛΑΝΗΣ
Η νομοθεσία επιτρέπει υπό προϋποθέσεις στον κληρονόμο να ακυρώσει, λόγω πλάνης, έστω κι εκ των υστέρων, τυχόν αποδοχή κληρονομίας, η οποία έγινε σιωπηρά (πλασματικά), δηλαδή εκείνη την αποδοχή κληρονομίας που συντελείται εκ του νόμου, όταν ο κληρονόμος έχει χάσει το σχετικό δικαίωμα για αποποίηση και δεν έχει προβεί σε αποποίηση της κληρονομίας εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης τετράμηνης προθεσμίας που ορίζει ο Αστικός Κώδικας. Για την ακύρωση της σιωπηρής αποδοχής απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση με κατάλληλη παρουσίαση και τεκμηρίωση των ισχυρισμών και των νομικών επιχειρημάτων.
Ο Αστικός Κώδικας στο σύνολό του διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία της ιδιωτικής αυτονομίας, θεμελιώδους αρχής του ιδιωτικού δικαίου. Από την αρχή αυτή εμφορούνται οι διατάξεις του κληρονομικού δικαίου που προβλέπουν και οριοθετούν το δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας, λόγω πλάνης, με την έκδοση σχετικής τελεσίδικης διαπλαστικής δικαστικής απόφασης, ακόμα και αν ο κληρονόμος τεκμαίρεται ότι έχει πλασματικά αποδεχθεί την κληρονομία, διότι προέβη σε αποποίηση εντός της τασσόμενης νομοθετικά τετράμηνης προθεσμίας.
Κατ’ αρχήν, με βάση τα άρθρα 1847 παρ. 1 εδ. α’ , 1850, 1857, 140 και 141 του Α.Κ. εφαρμοζόμενα συστηματικά και σύμφωνα με την τελολογική τους διάσταση, προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης, όταν η αποδοχή που συνάγεται με τον τρόπο αυτόν κατά πλάσμα του νόμου δεν συμφωνεί με τη βούληση του κληρονόμου από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της αποποίησης. Οι διατάξεις αυτές κατατείνουν στην προάσπιση της θεμελιώδους για το ιδιωτικό δίκαιο αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας, η οποία θίγεται εάν ο κληρονόμος φέρεται να έχει αποδεχθεί μία κληρονομιαία περιουσία την οποία ουδέποτε θέλησε ουδέ επιζήτησε.
Η εσφαλμένη αυτή γνώση ή άγνοια που δημιουργεί τη διάσταση μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας (βλ. Ολ ΑΠ 3/1989), ενώ συντρέχει πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια αναγόμενη: α) στον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα η αποδοχή της κληρονομίας που επέρχεται αμέσως με το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει, διότι η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας, και β) στην ύπαρξη νομοθετικά προβλεπόμενης στο άρθρο 1847 ΑΚ προθεσμίας προς αποποίηση ή στην γνώση της κατ’ άρθρο 1850 του ίδιου κώδικα νομικής σημασίας της άπρακτης παρόδου της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης (βλ. ΑΠ 827/2017, ΑΠ 189/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 951/2013, ΧρΙΔ 2014, 602). Τα γεγονότα δε αυτά, όταν πρόκειται για κληρονομία που επάγεται σε ανήλικο κρίνονται από το πρόσωπο που τον εκπροσωπεί και το οποίο έπρεπε να προβεί στην εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομίας για λογαριασμό του ανηλίκου, τηρώντας τις διατυπώσεις του άρθρου 1625 του ΑΚ, ενόψει του ότι, του νόμου μη διακρίνοντος (άρθρα 1847, 1850 ΑΚ), η προθεσμία της αποποίησης τρέχει και κατά προσώπων που είναι ανίκανα προς δικαιοπραξία (βλ. AΠ 173/2014, ΕφΑθ 442/2017, ΝΟΜΟΣ).
Αποποίηση, η οποία πραγματοποιείται, ενώ έχει επέλθει εξαιτίας πλάνης η πλασματική αποδοχή, δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειές της και δεν ανατρέπει, από μόνη της, τα αποτελέσματα της πλασματικής αποδοχής (βλ. ΑΠ 572/2016, ΝΟΜΟΣ). Έτσι, σε περίπτωση πλασματικής αποδοχής, δηλαδή αποδοχής συναγόμενης από την άπρακτη παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας και εφ’ όσον σύμφωνα με τα παραπάνω, στοιχειοθετείται πλάνη του κληρονόμου, ο οποίος δεν επιθυμεί να είναι κληρονόμος της υπό κρίσιν περιουσίας, ο κληρονόμος θα πρέπει να προβεί στην άσκηση διαπλαστικής αγωγής για την ακύρωση της πλασματικής αυτής αποδοχής, λόγω πλάνης. Με την έκδοση δε, της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης περί ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής, αυτή ανατρέπεται αναδρομικά (ex tunc) και αρχίζει έκτοτε η τετράμηνη προθεσμία της αποποιήσεως της κληρονομίας, σύμφωνα με τις οικείες νομοθετικές διατάξεις.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Σύμφωνα με τις εξαγγελίες από το υπουργείο Εργασίας, για το υπό επεξεργασία νέο σύστημα Επικουρικής Ασφάλισης και το σχετικό νομοσχέδιο που είναι σε διαβούλευση, η δημιουργία «ατομικού κουμπαρά» για κάθε νέο ασφαλισμένο μετά την 1η Ιανουαρίου 2022, με την λειτουργία κεφαλαιοποιητικού πυλώνα στην επικουρική ασφάλιση, καθώς και η διασφάλιση των υφιστάμενων επικουρικών και κύριων συντάξεων, θα αποτελούν τους βασικούς άξονες και επιδιώξεις της νέας ασφαλιστικής μεταρρύθμισης. Ωστόσο μόνο με την οριστική διαμόρφωση του τελικού κειμένου και την προσεχτική μελέτη του θα μπορεί κάποιος να επιβεβαιώσει ή όχι τα παραπάνω καθώς και αν και πόσο θα επηρεάσει τους ήδη ασφαλισμένους.
Δεδομένου ότι το υφιστάμενο σύστημα αντιμετωπίζει την καχυποψία των νεότερων γενεών, έχει ήδη γεννηθεί η ανάγκη για τη δημιουργία ενός νέου συστήματος επικουρικής ασφάλισης κεφαλοποιητικού χαρακτήρα – κατ’ αντιστοιχία των συστημάτων συμπληρωματικής ασφάλισης που υπάρχουν σε όλες τις αναπτυγμένες αλλά και σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες Ευρώπης – προκύπτει κυρίως από τη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού.
Το νέο σύστημα Επικουρικής Ασφάλισης αφορά τους νέους μισθωτούς δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και τους αυτοαπασχολούμενους που εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας και απασχολούνται σε κλάδους στους οποίους σήμερα είναι υποχρεωτική η επικουρική ασφάλιση (π.χ. μηχανικοί, δικηγόροι). Επίσης αφορά σε εθελοντική βάση, όλους τους υφιστάμενους εργαζομένους (μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους) ηλικίας έως 35 ετών. Αντιθέτως, δεν αφορά τους σημερινούς συνταξιούχους, τους σημερινούς σφαλισμένους άνω των 35 ετών και τους σημερινούς ασφαλισμένους κάτω των 35 ετών, οι οποίοι θα επιλέξουν να παραμείνουν στο υφιστάμενο σύστημα επικουρικής ασφάλισης.
Επί της ουσίας δηλαδή, το νέο σύστημα, πάντα με βάση τις εξαγγελίες του Υπουργείου και μόνον εφόσον επιβεβαιωθούν από το οριστικό κείμενο του Νομοσχεδίου, δεν θα επιφέρει αλλαγή και δεν θα θίγει τις συντάξεις όσων έχουν ήδη βγει στη σύνταξη ούτε επηρεάζει τον τρόπο υπολογισμού των επικουρικών συντάξεων των σημερινών εργαζομένων που παραμένουν στο ισχύον σύστημα επικουρικής ασφάλισης.
Tο νέο σύστημα επικουρικής ασφάλισης είναι κεφαλαιοποιητικό, δηλαδή οι εισφορές των νέων εργαζομένων, αντί να χρηματοδοτούν τις επικουρικές συντάξεις των τωρινών συνταξιούχων, θα αποταμιεύονται και θα επενδύονται για τις συντάξεις των ίδιων των ασφαλισμένων. Δημιουργείται, δηλαδή, ένα μεγάλο αποθεματικό κεφάλαιο αποκλειστικά για τις συντάξεις των νέων εργαζομένων. Σημειωτέον δε ότι για κάθε νέο ασφαλισμένο θα δημιουργηθεί ατομικός λογαριασμός στον οποίο θα καταγράφονται οι ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί από τον εργοδότη για τον μισθωτό ή από τον ίδιο εφόσον πρόκειται για αυτοαπασχολούμενο, καθώς και οι αποδόσεις των επενδύσεων που αντιστοιχούν στις εισφορές του. Ανά πάσα στιγμή ο ασφαλισμένος θα μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες, μέσα από την οθόνη του υπολογιστή του ή του κινητού του τηλεφώνου. Ωστόσο μόνο με την οριστική διαμόρφωση του τελικού κειμένου του υπό επεξεργασία Νομοσχεδίου και την προσεχτική μελέτη του, θα μπορεί να επιβεβαιωθεί αν τα παραπάνω αποτελούν απλές εξαγγελίες ή την νέα πραγματικότητα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ – ΔΕΝ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΘΕΡΙΖΟΑΛΩΝΙΣΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ, ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ – ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΕΙΔΙΚΗ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
Σύμφωνα με την απόφαση 167/2020 του ΑΠ κρίθηκε ότι, σε θεριζοαλωνιστική μηχανή, η οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος λειτουργούσε ως εργαλείο, θερίζοντας, με ακινητοποιημένους τους τροχούς της, σε αγρό, χρησιμοποιώντας προς τούτο αναγκαστικά τον κινητήρα της, η λειτουργία του οποίου είναι απαραίτητη, όχι μόνο για την αυτοδύναμη κίνηση αυτής επί των τροχών της, αλλά και για την εκπλήρωση του λειτουργικού σκοπού της, η ζημία δεν συνδέεται με τους ειδικούς τυπικούς κινδύνους του αυτοκινήτου, αφού το προέχον είναι η λειτουργία του εν λόγω μηχανήματος ως εργαλείου και όχι ως αυτοκινήτου.
Στο Ν. 489/1976, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986, και όπως συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, ορίζονται τα εξής:
Άρθρο 1. Κατά την έννοια του παρόντος α) Αυτοκίνητο όχημα είναι το επί του εδάφους και όχι επί τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια κινούμενο όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών. Ως αυτοκίνητο θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη, ως και ποδήλατο εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα.
Άρθρο 2 § 1. Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού.
Άρθρο 6 § 3α. Ο ασφαλιστής ευθύνεται έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από την κυκλοφορία αυτοκινήτου.
Άρθρο 10 § 1. Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με το άρθρο 2 εδ. α' Ν. ΓπΝ/1911 κατά το οποίο αυτοκίνητο κατά την έννοια του παρόντος νόμου είναι το δια μηχανικής δυνάμεως και ουχί επί τροχιών κινούμενο όχημα ή τροχήλατο, συνάγεται ότι σε περίπτωση τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, για τη θεμελίωση ευθύνης είτε με βάση το Ν. ΓπΝ/1911, είτε με βάση το κοινό δίκαιο (ΑΚ 914 επ.), καθώς και για τη θεμελίωση ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας με βάση τα άρθρα 6 § 3α' και 10 § 1 Ν. 489/1976, βασική προϋπόθεση είναι ότι το ατύχημα προκαλείται "κατά τη λειτουργία" του αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο είναι σε λειτουργία και όταν είναι ακίνητο, αλλά λειτουργεί η μηχανή του, καθώς και όταν κινείται χωρίς να λειτουργεί η μηχανή.
Πάντως δεν αποτελεί ατύχημα κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, το προερχόμενο από σύνθετο όχημα (εκ της συνθέσεως αυτοκινήτου και εργαλείου), όταν τούτο είναι ακινητοποιημένο και για την κίνηση του εργαλείου ευρίσκεται αναγκαίως σε λειτουργία ο κινητήρας του αυτοκινήτου, εφόσον το ατύχημα δεν συνδέεται με τους ειδικούς τυπικούς κινδύνους που γεννώνται από τη λειτουργία του αυτοκινήτου.
Συνεπώς, δεν αποτελεί ατύχημα κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, αυτό που προέρχεται από θεριζοαλωνιστική μηχανή, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της ως εργαλείου, ήτοι, όταν αυτή, ευρισκόμενη ακινητοποιημένη επί των τροχών της σε αγρό, θεριζοαλωνίζει, χρησιμοποιώντας προς τούτο αναγκαστικά τον κινητήρα της, η λειτουργία του οποίου είναι απαραίτητη, όχι μόνο για την αυτοδύναμη κίνηση αυτής επί των τροχών της, αλλά και για την εκπλήρωση του λειτουργικού σκοπού της, γιατί η ζημία δεν συνδέεται με τους ειδικούς τυπικούς κινδύνους του αυτοκινήτου, αφού το προέχον εδώ είναι η λειτουργία του εν λόγω μηχανήματος ως εργαλείου, οπότε δεν νοείται ως αυτοκίνητο κατά την έννοια των άρθρων 2 εδ. α' Ν. ΓπΝ/1911 και 1α' Ν. 489/1976 (ΑΠ 646/2014, ΑΠ 504/2012, ΑΠ 1168/2007, πρβλ. αντιθ. ΑΠ 209/2017, ΑΠ 238/2015, ΑΠ 519/1963 ΝοΒ 16'98, ΑΠ 1031/2018 όλες οι οποίες κρίνουν το εκεί σύνθετο μηχάνημα ως αυτοκίνητο, αλλά τούτο σε κάθε περίπτωση κινείται επί των τροχών του).
Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, κατά της ασφαλιστικής εταιρίας που έχει ασφαλίσει την αστική ευθύνη του μηχανήματος για την περίπτωση ατυχήματος κατά τη λειτουργία του ως αυτοκίνητο, σύμφωνα με την υποχρεωτική ασφάλιση του Ν. 489/1976, αφού δεν πρόκειται περί αυτοκινήτου, ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αξίωση έναντι αυτής με βάση το νόμο τούτο, παρά μόνο κατά του λήπτη της ασφάλισης από τις υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις του, κατά τις γενικές διατάξεις (ΑΚ 914 επ).
Ο τρίτος έχει δικαίωμα να στραφεί κατά του ασφαλιστή μόνο πλαγιαστικώς επί προαιρετικής ασφαλίσεως, όπως είναι αυτή της αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος κατά τη λειτουργία ενός μηχανήματος ως εργαλείου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ COVID
Eίναι αρκετά σύνηθες, σε περιόδους κρίσης, αστάθειας και οικονομικού στρες, να παρατηρείται αύξηση στα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της πανδημίας.
Τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας που είναι απομονωμένα στο σπίτι έχουν περιορισμένη δυνατότητα να ζητήσουν βοήθεια και να απευθυνθούν σε φορείς και νομικούς παραστάτες επειδή ο σύντροφός τους είναι επίσης στο σπίτι.
Με βάση τον νόμο τα θύματα έχουν αρκετά νομικά μέσα στην διάθεση τους για την αναζήτηση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Στην Ελλάδα, υπάρχουν οι ακόλουθες διατάξεις για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας:
Ι) Νόμος 3500/2006
Βία κατά των γυναικών
Είναι κάθε πράξη ή απειλή πράξης βίας που συνδέεται με το φύλο και οδηγεί ή ενδέχεται να οδηγήσει σε σωματικές, σεξουαλικές, ψυχολογικές βλάβες ή σε ταλαιπωρία της γυναίκας. Θύματα βίας γίνονται γυναίκες διαφόρων ηλικιών, φυλών, μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου. Η ανοχή στην άσκηση βίας ή την απειλή βίας πλήττει το βιοτικό επίπεδο, την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια των γυναικών.
Η ενδοοικογενειακή βία και κυρίως η βία κατά των γυναικών δεν είναι ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο, αλλά ένα φαινόμενο χρόνιο και σύνθετο, του οποίου οι πραγματικές διαστάσεις έχουν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης τις τελευταίες κυρίως δεκαετίες. Πράγματι, το φαινόμενο αυτό, έως και πρόσφατα, σπάνια καταγγελλόταν από τα εκάστοτε θύματα λόγω της παραδοσιακής εκείνης αντίληψης που θέλει τα όσα λαμβάνουν χώρα εντός των τειχών της οικογένειας να αποσιωπώνται, να γίνονται ανεκτά ή και να συγκαλύπτονται προκειμένου να διατηρηθεί η οικογενειακή συνοχή.
Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα φαινόμενο, το οποίο αφορά ανεξαιρέτως όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα και ασκείται ως επί το πλείστον σε βάρος των γυναικών και των ανηλίκων. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με την τέλεση επιθετικών και εξαναγκαστικών συμπεριφορών, όπως ιδίως λεκτικών, σωματικών, σεξουαλικών, ψυχολογικών επιθέσεων, οικονομικών εκβιασμών ακόμη και συμπεριφορών υπό τη μορφή παραμέλησης (έλλειψη φροντίδας, στέρηση ιατρικής περίθαλψης ή εκπαίδευσης). Πράγματι, τα Δικαστήρια πολλές φορές έχουν αντιμετωπίσει ζητήματα ξυλοδαρμού και μάλιστα ξυλοδαρμού κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή ξυλοδαρμού μέχρι λιποθυμίας, χειροδικίας, ύβρεων, εκβιασμών. Όταν λοιπόν, οι παραπάνω περιπτώσεις κακοποίησης τελούνται μεταξύ ατόμων που συνδέονται με οικογενειακούς δεσμούς ή βρίσκονται εντός μίας έγγαμης ή συντροφικής σχέσης διαλαμβάνουν τον χαρακτήρα της ενδοοικογενειακής βίας. Πηγή του φαινομένου αυτού αποτελεί η ανάγκη του δράστη για άσκηση εξουσίας στο θύμα του ή εντός της οικογένειάς του προκειμένου να κάμψει, υποτάξει και διατηρήσει υπέρ του τον έλεγχο και την κυριαρχία του στο χώρο. Ο χώρος που το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται, δηλαδή εντός της οικογένειας ή του ζευγαριού επιτρέπει να αναπτύσσεται η μορφή αυτή κακοποίησης ως επαναλαμβανόμενο και συχνό φαινόμενο με πολλαπλές, αν όχι καθημερινές, πράξεις βίας κατά του θύματος.
Τα τελευταία, ωστόσο, έτη το φαινόμενο αυτό αντιμετωπίζεται μέσα από μία νέα οπτική γωνία, μέσα από μία νέα αντίληψη για μηδενική ανοχή στη βία μέσα στο σπίτι. Πράγματι, αναγνωρίζεται πλέον η ενδοοικογενειακή βία ως μία σοβαρή κοινωνική παθογένεια, η οποία πλήττει τα δικαιώματα των θυμάτων και παραβιάζει τις ατομικές ελευθερίες τους με ανεπιθύμητα αποτελέσματα σε ατομικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Οι νέες αυτές αντιλήψεις οδήγησαν σε μία σαρωτική μεταρρύθμιση των οικογενειακών έννομων σχέσεων σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και σε παγκόσμιο επίπεδο υπό το φως των Διακηρύξεων της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Στο πλαίσιο της ενίσχυσης των μέτρων κατά της ενδοοικογενειακής βίας και της αποτελεσματικότερης προστασίας των θυμάτων ψηφίστηκε ο νόμος 3500/2006 για την ενδοοικογενειακή βία.
ΙΙ) Νόμος 3500/2006
Με τον νόμο 3500/2006 τιμωρούνται και μάλιστα αυστηρότερα τα αδικήματα της βίας μέσα στους κόλπους της οικογένειας για να ενισχυθεί με αυτόν τον τρόπο η αρμονική συμβίωση των μελών της οικογένειας.
Οι βασικές ρυθμίσεις του νόμου είναι οι ακόλουθες :
- Το άρθρο 2 του νόμου απαγορεύεικάθε μορφή άσκησης βίας μεταξύ των μελών της οικογένειας.
- Στο πλαίσιο του ως άνω νόμου προστατεύονται οι σύζυγοι, οι γονείς και οι συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ’ αίματος ή εξ’ αγχιστείας και τα εξ’ υιοθεσίας τέκνα τους. Προστατεύονται επίσης και οι συγγενείς εξ’ αίματος και εξ’ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού, οι δικαστικοί παραστάτες, οι ανάδοχοι γονείς, εφόσον συνοικούν. Επιπλέον προστατεύεται κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί με την οικογένεια. Προστατεύονται οι μόνιμοι σύντροφοι και τα τέκνα τους, εφόσον αυτά συνοικούν και οι τέως σύζυγοι.
- Σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, ενδοοικογενειακή βίαυπάρχει, όταν ένα μέλος της οικογένειας προξενεί/ασκεί σε άλλο μέλος: α) εντελώς ελαφρά σωματική κάκωση, β) επικίνδυνη σωματική βλάβη, γ) βαριά σωματική ή διανοητική βλάβη, δ) απειλές που προκαλούν τρόμο ή ανησυχία ή απομόνωση του θύματος ή προσβολή αξιοπρέπειας.
- Eιδικότερα, ως ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη νοείται η πρόκληση από μέλος της οικογένειας σε άλλο σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας ή εντελώς ελαφράς σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας μετά από συνεχή συμπεριφορά. Η τέλεση αυτών των πράξεων τιμωρείται αυστηρότερακαι συγκεκριμένα με ποινή φυλάκισης από ένα έως πέντε έτη. Αν από την πράξη προκλήθηκε κίνδυνος για τη ζωή του θύματος ή βαριά σωματική βλάβη προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών έως πέντε ετών, ενώ, εάν επακολουθήσει βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση, το έγκλημα τιμωρείται με κάθειρξη από πέντε μέχρι δέκα έτη. Ιδιαίτερα αυξημένη προστασία παρέχεται στην έγκυο (και στο ανήλικο μέλος της οικογένειας) αλλά και σε κάθε άλλο μέλος της, το οποίο για οποιαδήποτε λόγο αδυνατεί να αντισταθεί στην ενδοοικογενειακή βία, που ασκείται εις βάρος του.
Τιμωρείται επίσης η μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου, ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, όπως στην περίπτωση της παρατεταμένης απομόνωσης του θύματος ή του αναγκαστικού εγκλεισμού του.
Τιμωρείται πλέον ακόμη και η ψυχολογική παρενόχληση, όταν ο δράστης προκαλεί τρόμο ή ανησυχία ή εξαναγκάζει τη γυναίκα με χρήση βίας ή ασελγής σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή.
Προστατεύεται επίσης η γυναίκα στην περίπτωση που με ιδιαίτερα ταπεινωτικά λόγια ή έργα, που ανάγονται στην γενετήσια ζωή της, προσβάλλεται η αξιοπρέπειά της.
Τιμωρείται πλέον ο βιασμός μέσα στο γάμο, δηλαδή ο εξαναγκασμός, με χρήση σωματικής βίας ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου της συζύγου σε ερωτική πράξη. Με τη διάταξη αυτή ανατρέπεται η αντίληψη ότι, εντός του γάμου υπάρχει υποχρέωση συνουσίας για τη σύζυγο, όταν το επιθυμεί ο σύζυγος και θεωρεί ότι μπορεί να το επιβάλλει. Το ίδιο συμβαίνει και όταν εξαναγκάζει ο σύζυγος τη σύζυγο σε οποιαδήποτε ερωτική πράξη στην οποία συμμετέχει το γεννητικό όργανο του ενός και άλλο σημείο ή όργανο του άλλου.
- Τέλος προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία του θύματος ο νομοθέτης τιμωρεί τη δωροδοκία ή τη διατύπωση απειλών σε μάρτυρα ή σε μέλος της οικογένειας, καθώς και την άσκηση βίας εναντίον του με σκοπό την παρακώληση απονομής δικαιοσύνης.
- Περαιτέρω προβλέπεται ότι, η ποινική δίωξη για τα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας ασκείται αυτεπαγγέλτως, δηλαδή υποχρεωτικά. Υποχρεωτική είναι επίσης η καταγραφή του περιστατικού από την Αστυνομία, ενώ οποιαδήποτε πρωτοβουλία νουθέτησης αντί καταγραφής, τιμωρείται. Σε βάρος του δράστη εφαρμόζεται η αυτόφωρη διαδικασία, εφόσον δεν ευδοκιμήσει η ποινική διαμεσολάβηση. Η καταβολή παραβόλου από πλευράς του θύματος ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ.
- Παρέχεται επιπλέον, η δυνατότητανα διατάσσεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας η απομάκρυνση του δράστη από την οικογενειακή κατοικία, η μετοίκησή του, καθώς και η απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή εργασίας του θύματος, τις κατοικίες στενών συγγενών, τα σχολεία των παιδιών και τους ξενώνες φιλοξενίας. Επίσης πολύ σημαντικό είναι να συνειδητοποιήσει η γυναίκα ότι, οι ιατρικές γνωματεύσεις που θα λάβει από το Νοσοκομείο και οι οποίες θα βεβαιώνουν τις σωματικές βλάβες που έχει υποστεί είναι κύριο αποδεικτικό στοιχείο της βίαιης συμπεριφοράς του δράστη και το οποίο λαμβάνεται υπόψη για την απομάκρυνση του δράστη από το σπίτι.
- Περαιτέρω, η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας αποτελεί λόγο διαζυγίου με υπαιτιότητα του δράστη.
- Ορίζεται κατώτατο όριοαποζημίωσης για την ηθική βλάβητου θύματος από τις πράξεις ενδοοικογενειακής βίας το ποσό των 1.000 ευρώ.
- Προβλέπεται με τον νόμο 3500/2006 η διαδικασία της ποινικής μεσολάβησηςγια τα πλημμελήματα της ενδοοικογενειακής βίας.
Ουσιαστικά η διαδικασία αυτή αποτελεί μία πρακτική συμφιλίωσης δράστη θύματος και μία εξώδικη απονομή δικαιοσύνης, η οποία γίνεται ενώπιον του Εισαγγελέα μόνο εφόσον το επιθυμούν θύμα και θύτης. Στόχος είναι η αποκατάσταση της αρμονικής συμβίωσης των συζύγων ή των συντρόφων.
Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η εξής: o Eισαγγελέας διερευνά τη δυνατότητα ποινικής διαμεσολάβησης. Καλεί τον δράστη να δηλώσει, εάν επιθυμεί ή όχι, τη διενέργεια της διαδικασίας. Εφόσον ο κατηγορούμενος δηλώσει πως επιθυμεί, καλεί πλέον και το θύμα. Μόνο στην περίπτωση που και τα δύο συναινούν θα διενεργηθεί η διαδικασία.
Βασική προϋπόθεση είναι η ανεπιφύλακτη δήλωση του δράστη ότι : α) δε θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας, β) αν συνοικεί με το θύμα δέχεται να μείνει εκτός της κοινής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, αν το επιθυμεί το θύμα, γ) θα παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραμμα σε δημόσιο φορέα, δ) θα άρει ή θα αποκαταστήσει τις συνέπειες των πράξεών του και θα καταβάλλει χρηματική ικανοποίηση στο θύμα. Η γνώμη του θύματος είναι καθοριστική για τη συνέχιση της διαδικασίας. Εάν το θύμα συμφωνήσει τότε με διάταξη του Εισαγγελέα επισφραγίζεται η συμφωνία αυτή. Στην περίπτωση που έχει κινηθεί η αυτόφωρη διαδικασία, το Δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης και να διερευνήσει τα ενδεχόμενο της ποινικής μεσολάβησης. Προκειμένου να ολοκληρωθεί η ως άνω διαδικασία, ο δράστης οφείλει να σέβεται και να τηρεί τις δεσμεύσεις που ανέλαβε. Σε περίπτωση που αθετήσει τις υποχρεώσεις του, η διαδικασία διακόπτεται, η δικογραφία ανασύρεται από το αρχείο και ακολουθούνται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επισημαίνεται ότι, η διαδικασία της ποινικής μεσολάβησης δεν αποκλείει την άσκηση αγωγής διαζυγίου, τη συνέχιση δίκης που ήδη έχει αρχίσει ή την έκδοση απόφασης διαζυγίου. Επιπλέον κατά τη συμφωνία για την ποινική μεσολάβηση, ο δράστης αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις περιουσιακές ζημίες του θύματος. Αν μεν ο δράστης ολοκληρώσει τη διαδικασία, το θύμα δεν μπορεί να ζητήσει καμία άλλη αποζημίωση εξαιτίας του περιστατικού της ενδοοικογενειακής βίας. Αν όμως ο δράστης δεν ολοκληρώσει την διαδικασία, το θύμα μπορεί να ζητήσει τυχόν μεγαλύτερη ζημία.
- Τέλος ρυθμίζονται θέματα βοήθειας των θυμάτων με την εκδήλωση κοινωνικής συμπαράστασης. Τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας δικαιούνται ηθικής συμπαράστασης και υλικής συνδρομής από Ν.Π.Δ.Δ ή Ν.Π.Ι.Δ που λειτουργούν ειδικά για τους σκοπούς αυτούς, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και κοινωνικών υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι αστυνομικές αρχές που επιλαμβάνονται υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας, υποχρεούνται εφόσον το ζητήσει το θύμα, να ενημερώσουν τους ανωτέρω φορείς για να δοθεί αμέσως η απαραίτητη βοήθεια.
- Σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας για την καταβολή των δικαστικών δαπανών παρέχεται το ευεργέτημα της πενίας στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας.
Ο ανωτέρω αρχικός Νόμος συνέβαλε θετικά στην εξέλιξη της καταπολέμησης του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας και στην αποτελεσματικότερη προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών, υπό την προϋπόθεση ωστόσο, ότι η εκάστοτε γυναίκα συνειδητοποιούσε ότι, όφειλε να προβεί σε καταγγελία της βίαιης συμπεριφοράς του δράστη.
ΙΙ) ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Ν. 3500/2006
Ν. 4531/2018 – Αυστηροποιείται ο Νόμος για την καταπολέμηση της βίας κατά των Γυναικών και Ενδοοικογενειακής Βίας”
Συζητήθηκε στις 08-03-2018 (Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας) στη Βουλή το σχέδιο Νόμου για την κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ).
Προς τούτο δημοσιεύτηκε ο Ν. 4351/2018 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στην Σύμβαση συνοψίζεται ως εξής:
Ι) Ενισχύεται η Ποινική Νομοθεσία για την αντιμετώπιση εγκλημάτων που διαπράττονται σε βάρος των γυναικών ( Stalking (Επίμονη Παρακολούθηση), ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων και εγκλήματα τιμής) Στην περίπτωση α’ παρ. 3 του άρθρου 79 ΠΚ προστίθεται ότι «… Τα έθιμα και οι παραδόσεις που ακολουθεί ο δράστης, καθώς και η θρησκεία του δεν συνιστούν στοιχεία ικανά να μειώσουν την ποινή…» Τιμωρείται επίσης πλέον ρητά η επίμονη καταδίωξη παρακολούθηση του θύματος η οποία πραγματοποιείται είτε με την επιδίωξη διαρκούς επαφής μέσω τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου, είτε με διαρκείς επισκέψεις στο περιβάλλον του θύματος, παρά την εκπεφρασμένη αντίθετη βούληση του, προκαλώντας στο θύμα τρόμο ή ανησυχία.
ΙΙ) Καταργείται η άκρως αναχρονιστική διάταξη του άρθρου 339 παρ. 3 Π.Κ. ( μη άσκηση ποινικής δίωξης εάν μεταξύ του υπαιτίου αποπλάνησης ανηλίκου και του θύματος τελέστηκε γάμος). Η συγκεκριμένη διάταξη έχει κατακριθεί έντονα διότι δεν συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον και την προστασία του ανηλίκου και συνεπώς προτείνεται η κατάργηση της.
ΙΙΙ) Τροποποιείται ο Ν. 3500/2006 για την Ενδοοικογενειακή Βία με στόχο την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του. Ενδεικτικά προβλέπεται πλέον η αναστολή παραγραφής των εγκλημάτων όταν αυτά στρέφονται κατά ανηλίκων αλλά και η δυνατότητα του αρμοδίου Εισαγγελέα να επιβάλλει περιοριστικούς όρους στον θύτη για τη προστασία του θύματος. (απαγόρευση προσέγγισης, μετοίκηση κ.τ.λ.)
ΙV) Τροποποιείται ο Ν. 3811/2009 για την Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης, με στόχο την ευχερέστερη πρόσβαση των θυμάτων στην αποζημίωση που προβλέπεται από το Νόμο.
V)Τροποποιείται ο Ν. 2168/1993 περί όπλων ώστε να μην χορηγούνται άδειες σε όσους διώκονται ποινικά ή έχουν καταδικαστεί για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας.
VI)Προστατεύονται, υπό προϋποθέσεις από την απέλαση, οι αλλοδαποί που είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας.
VII) Η Γενική Γραμματεία Ισότητας Φύλων ορίζεται αρχή παρακολούθησης της σύμβασης.
Παρότι είναι νωρίς, φαίνεται ότι η κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης θα ενισχύσει αρκετά το νομοθετικό και θεσμικό πλέγμα της καταπολέμησης της βίας κατά των γυναικών και της αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας στη χώρα μας.
III) Η ΝΕΑ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 333 ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ
Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 333 ΠΚ, με το Ν. 4619/2019, προστίθεται διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος της απειλής, με την οποία καλύπτονται πράξεις σε βάρος ανηλίκων και αδύναμων ατόμων. Ενσωματώνονται, ως σημειώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του ΠΚ, στον Ποινικό Κώδικα οι πράξεις προσβολής της ελευθερίας που τελούνται στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας, στο μέτρο βέβαια που τα θύματα έχουν πράγματι ανάγκη αυξημένης προστασίας, στο μέτρο, δηλαδή, που αυτά βρίσκονται σε αδύναμη θέση.
- Το άρθρο 333 του νέου ΠΚ (ΝΠΚ) εφαρμόζεται σε πράξη απειλής που έχει τελεστεί σε βάρος του:
- Συζύγου ή του Συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης
- Ανηλικου ή ανυπεράσπιστου προσώπου, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την:
- Επιμέλεια ή
- Προστασία του δράστη βάσει νόμου, Δικαστικής απόφασης, ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με αυτόν ή έχουν σχέση εργασίας ή υπηρεσίας.
Η διαφορά μεταξύ του άρθρου 7 του Ν. 3500/2006 και του άρθρου 333 παρ.2 Π.Κ. συνίσταται στο ότι η πρώτη διάταξη εφαρμόζεται σε ένα μεγάλο κύκλο προσώπων που έχουν την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας όπως αυτό καθορίζεται στο Ν. 3500/2006 ενώ η δεύτερη εφαρμόζεται μόνο μεταξύ συζύγων και συντρόφων κατά τη διάρκεια του γάμου ή της συμβίωσης.
Σημαντικό επίσης να τονιστεί ότι και στις δύο διατάξεις η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
Ακίνητα – Απόρριψη αγωγής τράπεζας για διάρρηξη-ακύρωση συμβολαίων μεταβίβασης (δωρεάς και γονικής παροχής) λόγω καταδολίευσης – Απαιτείται πρόθεση βλάβης κατά την κατάρτιση των φερόμενων ως καταδολιευτικών δικαιοπραξιών.
Σύμφωνα με την απόφαση 4364/2019 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι επίδικες μεταβιβάσεις, πραγματοποιήθηκαν σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχαν ακόμα εμφανισθεί οικονομικά προβλήματα στην πρωτοφειλέτρια εταιρεία, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο, η ενάγουσα τράπεζα προχώρησε στην λειτουργία ενός τρεχούμενου αλληλόχρεου λογαριασμού με τον οποίο θα χορηγούνταν στην πρωτοφειλέτρια εταιρεία χρηματικά ποσά μέχρι του ορίου των 150.000 ευρώ, προκειμένου να τα χρησιμοποιεί προς κάλυψη των βραχυπρόθεσμων αναγκών της σε κεφάλαιο κίνησης.
Από την ενέργεια της αυτή αποδεικνύεται σε κάθε περίπτωση ότι ακόμα και η ίδια δεν πίστευε και δεν διαπίστωσε κιόλας την ύπαρξη προβλημάτων στην εξυπηρέτηση της αρχικής σύμβασης πίστωσης εκείνη την χρονική περίοδο , διαφορετικά δεν θα προέβαινε στην υπογραφή της ως άνω πρόσθετης πράξης χορήγησης επιπλέον χρηματικών ποσών.
Έλλειψη πρόθεσης βλάβης των συμφερόντων της ενάγουσας τράπεζας, καθόσον για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών μετά την κατάρτιση των επίδικων απαλλοτριώσεων, συνέχιζαν να πραγματοποιούνται καταβολές αξιόλογων χρηματικών ποσών στον αλληλόχρεο λογαριασμό και να παραμένει ενήμερος. Συνεπώς δε γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση των περιουσιακών της στοιχείων θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε να μη δύναται να ικανοποιήσει την απαίτηση της.
Επιπλέον κατά το χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων, η ενάγουσα τράπεζα δεν είχε προβεί ακόμη στην καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, η οποία και πραγματοποιήθηκε επτά χρόνια μετά, ούτε στην έκδοση εκτελεστού τίτλου κατά της εγγυήτριας-πρώτης εναγόμενης, ώστε να βρίσκεται αυτή υπό το καθεστώς του φόβου μίας άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης στα περιουσιακά της στοιχεία προσπαθώντας μέσω απαλλοτριώσεων σε συγγενικά της πρόσωπα να τα περισώσει.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι επίδικες χαριστικές δικαιοπραξίες μεταβίβασης, πραγματοποιήθηκαν λόγω του ότι αφορούσαν οικόπεδα με αυθαίρετες οικοδομές, για τα οποία επρόκειτο να νομοθετηθεί η απαγόρευση μεταβίβασής τους, όπως και έγινε με το Ν.4014/2011.
Συνεπώς, εφόσον δεν προέκυψε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας κατά την κατάρτιση των φερόμενων ως καταδολιευτικών δικαιοπραξιών η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ ουσίαν αβάσιμη στο σύνολό της.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Οικογενειακό – Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα μετά το διαζύγιο
Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στους συζύγους να διεκδικήσουν συμμετοχή στα αποκτήματα, δηλαδή στα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά την τέλεση του γάμου στο όνομα του ενός συζύγου.
Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα υπάρχει η δυνατότητα να προταθεί μόνο μετά τη λύση του γάμου με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.
Προϋποθέσεις για να γεννηθεί η αξίωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1400 ΑΚ, είναι:
1) η λύση/ακύρωση του γάμου ή τουλάχιστον τριετής διάσταση,
2) αύξηση της περιουσίας του ενός από τους δύο συζύγους μετά την τέλεση του γάμου,
3) ο άλλος σύζυγος να έχει συμβάλει αισθητά στην εν λόγω αύξηση, με οποιονδήποτε τρόπο.
Ως αύξηση της περιουσίας νοείται η διαφορά της αρχικής περιουσίας (αυτής που κατέχει ο σύζυγος πριν την τέλεση του γάμου) και της τελικής του περιουσίας (δηλαδή κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου). Η αξίωση είναι μία απαίτηση χρηματική, ωστόσο ο νόμος δεν περιορίζεται μόνο σε χρήματα, αλλά δίνει τη δυνατότητα να απαιτήσει την παράδοση αυτούσιων πραγμάτων, τα οποία αποτελούν μέρος της αύξησης.
Σύμφωνα με τον νόμο, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται κατά μαχητό τεκμήριο το 1/3 της αύξησης αυτής, με μόνη την απόδειξη της δικής του συμβολής. Ωστόσο, αν αποδειχθεί ότι η συμβολή είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη, το ποσοστό (1/3) διαμορφώνεται αντίστοιχα. Σημειωτέον πως στην αύξηση της περιουσίας δεν υπολογίζονται τα όσα απέκτησε ο σύζυγος από κληρονομία, αφού γίνεται κατανοητό πως δεν συνέβαλε στην αύξηση αυτή ο σύζυγος που ζητά τη συμμετοχή στα αποκτήματα.
Ωστόσο, πέραν των προϋποθέσεων και των βασικών θέσεων, υπάρχουν και κωλύματα που απαγορεύουν την άσκηση του δικαιώματος. Έτσι, δεν μπορούν να ασκήσουν την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα οι κληρονόμοι του συζύγου που πέθανε και που θα ζητούσε ο ίδιος ενόσω βρισκόταν στη ζωή. Με λίγα λόγια, η αξίωση στα αποκτήματα δεν κληρονομείται ούτε και εκχωρείται (άρθρο 1401 εδάφιο α’ και β΄).
Επίσης, απαγορεύεται οποιαδήποτε προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των συζύγων για παραίτηση από το δικαίωμα στη συμμετοχή στα αποκτήματα. Έτσι, μια τέτοια συμφωνία, θα ήταν άκυρη και ανίσχυρη, εκτός αν πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια συναινετικού διαζυγίου ενώπιον συμβολαιογράφου και αποτελεί μέρος της αμοιβαίας συμφωνίας των μερών. Αντίθετα, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου, είναι έγκαιρη και νόμιμη κάθε παραίτηση (ρητή) από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, ενώ υφίσταται και η σιωπηρή παραίτηση, η οποία γίνεται όταν ο ενδιαφερόμενος αφήσει να παρέλθει άπρακτη η διετής προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η αξίωση.
Το πιο σημαντικό ίσως στοιχείο που πρέπει να προσέξει ο ενδιαφερόμενος σύζυγος, για να μπορέσει να ασκήσει βάσιμα την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα μετά από την αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου με τη δική του συμβολή, είναι να μην παρέλθει ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης. Επομένως, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να προσέξει να μην περάσουν δύο (2) χρόνια από την αμετάκλητη λύση του γάμου, διότι διαφορετικά χάνει εντελώς το δικαίωμα αυτό (άρθρο 1401 εδάφιο γ’). Ζήτημα σχετικά με την τριετή διάσταση και την παραγραφή δε γεννάται, καθώς ο χρόνος έναρξης της παραγραφής θα είναι αυτός της λύσης ή ακύρωσης του γάμου, οπότε και η αξίωση θα μπορεί να πραγματοποιηθεί από τότε και για διάστημα δύο (2) χρόνων, καθώς μέχρι τότε λογίζονται ακόμα ως σύζυγοι.
Τέλος, είναι επιτρεπτό εκ του νόμου να σωρευθεί σε ένα (1) αγωγικό δικόγραφο η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα με την αξίωση διατροφής λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, για να εξοικονομηθούν χρόνος και χρήματα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
Η ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΜΙΣΘΙΟΥ
Ύστερα από τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με το άρθρο 1009, αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο με επαγγελματική μίσθωση, ο υπερθεματιστής του πλειστηριασμού, έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε η μίσθωση λύεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία και τότε ο μισθωτής είναι νομικά υποχρεωμένος να αποχωρήσει από το μίσθιο.
Με την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που επήλθε με το Ν. 4335/2015 και που έχει εφαρμογή από 1/1/2016, σύμφωνα με το άρθρο 1009 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο, με επαγγελματική μίσθωση, ο υπερθεματιστής του πλειστηριασμού, έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε η μίσθωση λύεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία και τότε ο μισθωτής είναι νομικά υποχρεωμένος να αποχωρήσει αμελλητί και οριστικά από το μίσθιο.
Σύμφωνα με το άρθρο 1005 ΚΠολΔ με την κατακύρωση, και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση. Αυτό σημαίνει ότι ο πλειστηριασμός γεννά παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας υπέρ του υπερθεματιστή, ο οποίος, ως ειδικός διάδοχος, υπεισέρχεται στη νομική θέση του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη σε σχέση με το ακίνητο (ΑΠ 306/2014 στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 819/2013, ΧρΙΔ 2013/749, ΑΠ 2089/2013, ΧρΙΔ 2014/277).
Ο υπερθεματιστής από της αποκτήσεως της κυριότητος του μισθίου (αρθ. 1005 Κ.Πολ.Δ.) υπεισέρχεται στη μίσθωση αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του εκμισθωτή κυρίου του μισθίου (Α.Π. 259/1993, 1230/1994). Ειδικότερα για να χωρήσει υπεισέλευση του νέου κτήτορα στη μισθωτική σχέση, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, η εκποίηση να γίνει από τον κύριο του μισθίου που ήταν συγχρόνως και εκμισθωτής (ΑΠ 1693/1997, 259/1993). Αντιθέτως, ο υπερθεματιστής δεν υπεισέρχεται στη μίσθωση, αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του μη εκμισθωτή κυρίου του μισθίου (Α.Π. 259/1993). Συνεπώς, μέσω της κατακύρωσης με την καταβολή και την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αποκτά το δικαίωμα που είχε ο οφειλέτης κατά ίδιο περιεχόμενο και έκταση αυτοδικαίως (ex lege) (Ολ. ΑΠ 1688/83, Ολ. ΑΠ 2/1993, ΑΠ 1523/2006, ΑΠ 1230/2001, ΑΠ 941/2003, ΑΠ 352/1994, ΑΠ 442/1993 στη ΝΟΜΟΣ).
Ειδικότερα όμως και εφ’ όσον το ακίνητο έχει εκμισθωθεί με σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 1009 ΚΠολΔ ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία. Η δε περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο που εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι’ αυτούς.
Προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αποτελεί το ακίνητο να ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης. Συνεπώς, αρχικά κρίσιμος χρόνος για την ενεργοποίηση του δικαιώματος καταγγελίας και εκτέλεσης και της συνεπαγόμενης αυτής ενεργητικής νομιμοποίησης του υπερθεματιστή είναι ο χρόνος ολοκλήρωσης του πλειστηριασμού. Η καταγγελία είναι μονομερής, απευθυντέα και αιτιώδης δήλωση βούλησης κατά το ουσιαστικό Αστικό Δίκαιο, διά της οποίας εκδηλώνεται ρητώς το διαπλαστικό δικαίωμα του υπερθεματιστή να διακόψει την έννομη σχέση της μίσθωσης.
Επομένως, με βάση όλα όσα προαναφέρονται, η τροποποίηση του άρθρου 1009 ΚΠολΔ θεσπίζει ως λόγο καταγγελίας της μίσθωσης, την καταγγελία λόγω πλειστηριασμού. Με τον τρόπο αυτό, παρέχεται στον υπερθεματιστή εκμισθωτή η δυνατότητα άσκησης του ουσιαστικού δικαιώματος της καταγγελίας βάσει του άρθρου 1009 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφ’ όσον συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: α) η ολοκλήρωση του πλειστηριασμού που οδηγεί στην ενεργητική νομιμοποίηση του υπερθεματιστή ως νέου κυρίου προς άσκηση της καταγγελίας και β) η άσκηση σε αυτό επιχειρηματικής δραστηριότητας εκ μέρους του μισθωτή, επιτρέποντας έτσι την καταγγελία της μίσθωσης βάσει των ανωτέρω και, κατά περίπτωση, ακόμα και την βίαιη αποβολή του μισθωτή από το πλειστηριασθέν μίσθιο.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Αστική Ευθύνη Δήμου λόγω μη περισυλλογής αδέσποτου ζώου – Πρόκληση τροχαίου ατυχήματος και θανάσιμου τραυματισμού – Ζητήματα αιτιώδους συνδέσμου από παραβάσεις Κ.Ο.Κ..
ΔΠΑ 8208/2020, 1ο Τμήμα
Με την υπ’ αριθμ. 8208/2020 απόφασή του, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (1o ΤΜΉΜΑ) αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου Δήμου να καταβάλει στους ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν λόγω του θανάτου συγγενούς τους, ο οποίος επήλθε συνεπεία τροχαίου ατυχήματος εξαιτίας αδέσποτου ζώου που μη νόμιμα δεν είχε περισυλλεγεί από τις δημοτικές υπηρεσίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο συγγενής των εναγόντων, ενώ οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσυκλέτα του στην δεξιά λωρίδα οδού, εντός των διοικητικών ορίων του εναγόμενου Δήμου, στην προσπάθεια του να αποφύγει έναν σκύλο, ο οποίος πετάχτηκε εξ αριστερών από την κεντρική νησίδα του δρόμου, εξετράπη της πορείας του και έπεσε στο οδόστρωμα. Εν συνεχεία, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Το Δικαστήριο, καταρχάς, απέρριψε την ένσταση περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου Δήμου, αποφαινόμενο, δυνάμει του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, ότι αποκλειστικά αρμόδιος για την περισυλλογή των αδέσποτων σκύλων εντός των ορίων της τοπικής αρμοδιότητάς του ήταν ο εναγόμενος Δήμος, καθότι η εν λόγω αρμοδιότητα δεν προέκυπτε ότι είχε εκχωρηθεί στον «Περιβαλλοντικό Σύνδεσμο Δήμων Αθήνας - Πειραιά» ούτε αναιρούνταν από την ύπαρξη και λειτουργία του Διαδημοτικού Κέντρου Περίθαλψης Αδέσποτων Ζώων (ΔΙ.ΚΕ.Π.Α.Ζ.), συσταθέντος εκ του προαναφερθέντος Συνδέσμου.
Ακολούθως, ως προς την ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε, αφού πρώτα δέχθηκε την ιδιότητα του εμπλεκόμενου στο επίδικο τροχαίο ατύχημα ζώου ως αδέσποτου και όχι ως δεσποζόμενου, ότι το εν λόγω ατύχημα προήλθε από την παράνομη παράλειψη των οργάνων του εναγόμενου Δήμου να μεριμνήσουν για την περισυλλογή του από το συγκεκριμένο σημείο, που αποτελούσε και κεντρικό δρόμο του Δήμου, στο πλαίσιο προστασίας της δημόσιας υγείας και της ζωής των κατοίκων, αλλά και της λήψης μέτρων για την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας, κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 εδ.α’ του ν.3170/2003 και 75 παρ.Ι περ.γ στοιχ. 4, 10, 11 και 28 του ν.3463/2006, που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο (πρβλ. ΔΕΛαρ 26/2019, ΔΕφΑθ 1190/2014). Ειδικότερα, τα αρμόδια όργανα του Δήμου παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου που απορρέει από την κυκλοφορία αδέσποτων ζώων σε δημόσιους χώρους, όπως οι δρόμοι, μεριμνώντας για την περισυλλογή και την μεταφορά τους σε ειδικό καταφύγιο, ώστε να εξασφαλιστεί η ασφαλής και απρόσκοπτη διέλευση των διερχομένων από αυτούς, όπως επιτάσσουν οι ανωτέρω διατάξεις. Η εν λόγω παράνομη παράλειψη δεν αναιρείτο από το ότι, βάσει του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, δεν προβλεπόταν ο υποχρεωτικός μόνιμος εγκλεισμός των αδέσποτων, αλλά, αντιθέτως θεσπιζόταν διαδικασία επαναφοράς τους στο φυσικό περιβάλλον υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δεδομένου ότι δεν προέκυπτε από κανένα στοιχείο ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος είχαν τηρηθεί οι εν λόγω προϋποθέσεις (καταγραφή, σήμανση, αποπαρασιτισμός, εμβολιασμός, στείρωση, κτηνιατρική γνωμάτευση και απόφαση της δημοτικής αρχής) (βλ. ΔΕΛαρ 26/2019). Εξάλλου, η εφαρμογή της διαδικασίας επαναφοράς στο φυσικό περιβάλλον των αδέσποτων ζώων δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα υπό συνθήκες που να θέτουν σε κίνδυνο την ζωή και την υγεία των κατοίκων της περιοχής και των διερχομένων από αυτή, κάτι που μπορούσε αντικειμενικά να συμβεί, όταν τα αδέσποτα ελευθερώνονται και κυκλοφορούν πλησίον κεντρικών δρόμων, όπως η οδός του ατυχήματος, όπου είχαν συμβεί και πολλά τροχαία ατυχήματα. Καταλήγοντας, λοιπόν, η ως άνω παράλειψη του εναγόμενου Δήμου να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα για την περισυλλογή αδέσποτων ζώων στη διοικητική του περιφέρεια και την μεταφορά τους στο οικείο καταφύγιο ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει – όπως και συνέβη – το ατύχημα και τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενή των εναγόντων.
Ο δε ισχυρισμός του Δήμου περί μη ύπαρξης αγελών αδέσποτων στα διοικητικά του όρια και μη ύπαρξης καμιάς ενημέρωσης περί του αντιθέτου απορρίφθηκε ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού, εκτός του ότι η ευθύνη του Δήμου βάσει των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. είναι αντικειμενική, η αρμοδιότητα του για την περισυλλογή των αδέσποτων με τις προεκτεθείσες διατάξεις, εν αντιθέσει με τις προϊσχύσασες (βλ. ΣτΕ 1300/2014, 3322/2012), έχει καταστεί πλέον δέσμια, ρητή και συγκεκριμένη, χωρίς να εξαρτάται από όρους και προϋποθέσεις, όπως ο σχηματισμός αγέλης και η ενημέρωση του Δήμου (πρβλ. ΔΕΠειρ. 841/2018, ΔΠΠειρ 3807/2017).
Περαιτέρω, απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής ευθύνης του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος λόγω της οδηγικής συμπεριφοράς του, συνεκτιμώντας την προβλεπόμενη ταχύτητα με την οποία οδηγούσε, τις εν γένει οδηγικές συνθήκες κατά τον χρόνο του ατυχήματος (έλλειψη ορατότητας λόγω της ύπαρξης στην αριστερή λωρίδα ενός αυτοκίνητου, που περιόριζε το οπτικό του πεδίο και αύξανε τον χρόνο αντίδρασης του) και την ενδεδειγμένη αντίδραση που επέδειξε στην ξαφνική παρεμβολή του σκύλου εξ αριστερών του (αποφευκτικός ελιγμός, τροχοπέδηση).
Επιπροσθέτως, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίθηκε ομοίως και ο ισχυρισμός του εναγόμενου Δήμου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, επειδή δεν φορούσε κράνος, ανεξαρτήτως του ούτε από την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας ούτε από τις μαρτυρικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της δικογραφίας επιβεβαιωνόταν το συγκεκριμένο γεγονός. Τούτο δε, διότι ο θάνατος του ήταν αποτέλεσμα της πτώσης του από την μοτοσυκλέτα και της πρόσκρουσης στο οδόστρωμα, απόρροια της -εκ της παράνομης παράλειψης του εναγόμενου Δήμου να ασκήσει τις αρμοδιότητες του- ελεύθερης κυκλοφορίας του αδέσποτου σκύλου στην οδό του ατυχήματος, ενώ η μη χρήση προστατευτικού κράνους ενδεχομένως να συντέλεσε ή να συνέβαλε στην επέλευση της ζημιάς, αλλά δεν αποτέλεσε την αποκλειστική αιτία αυτής (στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, σημειωτέον, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχεται και ισχυρισμός περί συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος και γι’ αυτό δεν μπορούσε να εξεταστεί ως τέτοιος, βλ. ΣτΕ 291/2020, ΔΕΘεσ.107/2020, ΔΕΑθ 1343, 184/2005, πρβλ. ΑΠ 976/2014).
Εξάλλου, δεδομένου ότι η μη χρήση κράνους κατά παράβαση του Κ.Ο.Κ. (άρθρο 12 παρ.6) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (πρβλ. ΣτΕ 155/2020, ΑΠ 414/2019, 1219/2018, 1000/2013, 632/2010, 1230/2007, 619/2000), το Δικαστήριο έκρινε ότι, ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, δεν ασκούσε επιρροή στην αποτροπή του θανάσιμου τραυματισμού. Πιο συγκεκριμένα, συνεκτιμώντας το σχεδιάγραμμα του τόπου τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος (ίχνη φρεναρίσματος στο οδόστρωμα, θραύσματα γυαλιών και πλαστικών, σημάδια αίματος), το πόρισμα της ιατροδικαστικής εξέτασης περί έλλειψης κακώσεων σε κανένα σημείο του σώματος του, πλην ενός και μοναδικού τραύματος στο κεφάλι, την μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα περί απότομου φρεναρίσματος και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας εκτινάχθηκε από αυτήν, από το σημείο που σταματούσαν τα ίχνη μαύρου χρώματος επί του οδοστρώματος και υποδεικνύαν την τροχοπέδηση, σε απόσταση περίπου 9-11 μέτρων, μέχρι να καταλήξει στην τελική του θέση επί αυτού, όπου εντοπίστηκε η λίμνη αίματος.
Βάσει, λοιπόν, της εκτιμώμενης – λόγω των ως άνω περιστάσεων – ως σφοδρής πρόσκρουσης στο οδόστρωμα, του μοναδικού και καίριου χτυπήματος στο δεξί μέτωπο, σε συνδυασμό με την έλλειψη άλλων τραυμάτων στο κεφάλι, συνήχθη ότι, ακόμη και στην περίπτωση που ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν φορούσε πράγματι κράνος, η χρήση πάντως αυτού, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την αποτελεσματική προστασία του κατά την πτώση της μοτοσυκλέτας, αφού η δύναμη - λόγω της εκτίναξης από απόσταση 9-11 μέτρων περίπου - με την οποία προσέκρουσε στο οδόστρωμα ήταν ικανή να προκαλέσει το ίδιο τραύμα στο συγκεκριμένο σημείο και δεν θα είχε αποφευχθεί εντέλει ο θάνατος (πρβλ. ΑΠ 940/2008, 163/2007, 1999/2004, 619/2000).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
