ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΕΚΛΟΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΩΝ ΑΕ
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Η ΛΥΣΗ ΤΗΣ Α.Ε. ΚΑΤ’ ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ ΛΟΓΟΥ
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΑΡΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΟΡΙΑ
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΑΡΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΟΡΙΑ
Η Ατομική είναι αναμφίβολα η πιο απλή μορφή επιχείρησης, αφού ιδρύεται, οργανώνεται και διοικείται από ένα άτομο. Η έναρξη ατομικής επιχείρησης μπορεί να διεκπεραιωθεί εξ ολοκλήρου ηλεκτρονικά. Η διάρκεια της διαδικασίας εξαρτάται κυρίως από την Δ.Ο.Υ. (εφορία) που καλείται να καταχωρήσει την έναρξη μιας ατομικής επιχείρησης και έχει σημασία πόσο οργανωμένη είναι η εφορία στην οποία ανήκει η έδρα. Η έναρξη επιχείρησης μπορεί να υλοποιηθεί σε χρονικό διάστημα δύο ημερών μέχρι και δύο εβδομάδων.
Όπως όλες οι επιχειρήσεις, ομοίως και η ατομική επιχείρηση θα πρέπει να έχει κάνει εγγραφή στο Γ.Ε.ΜΗ . (Γενικό εμπορικό μητρώο) που στεγάζεται σε ένα από τα Επιμελητήρια (Επαγγελματικό, Εμπορικό, Βιοτεχνικό, Βιομηχανικό, Οικονομικό, Τεχνικό) ή συλλόγους (Δικηγορικός, Ιατρικός κ.α.), αναλόγως με την κατηγορία που ανήκει η δραστηριότητα που επιθυμεί να δηλώνει ως υποψήφιος ο νέος ελεύθερος επαγγελματίας. Στην διαδικασία της εγγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. μπορεί φυσικά να δηλωθεί και να κατοχυρωθεί και ο διακριτικός τίτλος της επιχείρησης, αρκεί τόσο αυτός όσο και η επωνυμία της επιχείρησης (η οποία στις ατομικές επιχειρήσεις απαρτίζεται συνήθως από το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτη τους), να μην χρησιμοποιούνται ήδη.
Το κόστος εγγραφής στο Γ.Ε..ΜΗ. για την ατομική επιχείρηση ανέρχεται στα 50,00€ (20€ παράβολα εγγραφής και 30,00€ για την συνδρομή του πρώτου έτους λειτουργίας της). Οφείλεται επιπλέον ετήσια συνδρομή για το Γ.Ε.ΜΗ. ύψους 30,00€ καθώς και ετήσια συνδρομή για το Επαγγελματικό Επιμελητήριο ύψους 11,00€.
Η εγγραφή στο ΓΕΜΗ γίνεται μέσω εξ αποστάσεως επικοινωνίας με email ή τηλεφωνικά στο αντίστοιχο τμήμα Επιμελητηρίου της πόλης του επιχειρηματία π.χ. Επαγγελματικό , Εμπορικό, Βιοτεχνικό, Τεχνικό κλπ μετά την έναρξη εργασιών στη αρμόδια Εφορία - Δ.Ο.Υ.
Αναφορικά τώρα με το καθεστώς φορολόγησης της ατομικής επιχείρησης, μετά τον Covid-19, όλη η διαδικασία «έναρξης» επιχείρησης γίνεται μόνο ηλεκτρονικά. Σε περίπτωση ωστόσο που υπάρχει ανάγκη για επεξηγήσεις, οποιοδήποτε θέμα μπορεί να λυθεί κατόπιν επικοινωνίας με το Τμήμα μητρώου της εφορίας, στο οποίο θα υπάγεται η έδρα της ατομικής επιχείρησης. Δεν αποκλείεται επίσης η διεκπεραίωση της διαδικασίας έναρξης στη Δ.Ο.Υ., να έχει διαφορετική εξέλιξη από εφορία σε εφορία και να δίνονται διαφορετικές απαντήσεις σχετικά με τον τρόπο χειρισμού για κάποιο θέμα.
Μεγάλο πλεονέκτημα επιπλέον, πέρα από την ευελιξία ως προς την δραστηριότητα και, από το ότι δεν απαιτούνται από το νόμο ιδιαίτερες προϋποθέσεις για την σύσταση της, είναι ότι για την ατομική επιχείρηση δεν απαιτείται κεφάλαιο ούτε κάποιο παράβολο, ούτε υπάρχει πρόσθετο κόστος εγγραφής στη Δ.Ο.Υ.
Ο πρώτος τρόπος- διαδικασία έναρξης επιτυγχάνεται με την υποβολή όλων των δικαιολογητικών μέσω taxis στην κατηγορία ” Τα Αιτήματα μου“ (όπως εμφανίζεται στην ιστοσελίδα του taxisnet). Έχουν ενταχθεί ουσιαστικά όλες οι εφορίες σε αυτό το online σύστημα. Ο δεύτερος τρόπος, o οποίος όμως εφαρμόζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι η υποβολή φυσικού φακέλου. Κατόπιν προγραμματισμού σχετικού ραντεβού με τη Δ.Ο.Υ. , η έναρξη εργασιών μπορεί να διεκπεραιωθεί δια ζώσης, με την προσκόμιση σε έγχαρτη μορφή όλων των δικαιολογητικών και την υποβολή τους ενώπιον της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (αναλόγως της έδρας της ατομικής επιχείρησης όπως προείπαμε). Ο φάκελος και τα δικαιολογητικά ελέγχονται πρώτα από το πρωτόκολλο τέλος, από το τμήμα μητρώου, το οποίο θα αναρτήσει τη βεβαίωση έναρξης εργασιών στην ιστοσελίδα taxis-net, στο πεδίο “e-κοινοποιήσεις”.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Η ΛΥΣΗ ΤΗΣ Α.Ε. ΚΑΤ’ ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ ΛΟΓΟΥ
Η δικαστική λύση της Α.Ε. για σπουδαίο λόγο προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο ήδη από το 2007, ενώ υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς εξακολουθεί να υφίσταται ως δικαίωμα των μετόχων.
Ειδικότερα, ο νόμος προβλέπει ότι η διαδικασία της δικαστικής λύσης εκκινεί κατ’ επίκληση σπουδαίου λόγου κατόπιν υποβολής αίτησης από μέτοχο ή μετόχους που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου. Ωστόσο, προκειμένου να προσδιοριστεί η γενική και αφηρημένη έννοια του σπουδαίου λόγου, ο νομοθέτης αναφέρει ότι σπουδαίος λόγος είναι αυτός, που, κατά τρόπο προφανή και μόνιμο, καθιστά τη συνέχιση της εταιρείας αδύνατη, ενώ στην παράγραφο 2 του άρθρου 166 Ν. 4548/2018 αναφέρει ενδεικτικά ορισμένες περιπτώσεις που συνιστούν σπουδαίο λόγο. Μάλιστα, όπως προκύπτει από τη διατύπωση της προαναφερθείσας διάταξης («..... υφίσταται, ιδίως, αν, λόγω ίσων .....») πρόκειται για ενδεικτική και όχι περιοριστική αναφορά των δύο κατά τον Έλληνα νομοθέτη σπουδαίων λόγων, ήτοι η αδυναμία εκλογής Δ.Σ. ή η αδυναμία λειτουργίας της εταιρείας. Συνάγεται λοιπόν ότι ο μέτοχος ή μέτοχοι μπορεί να αξιώσουν την λύση της Α.Ε. για οποιονδήποτε άλλο λόγο εφόσον αποδείξουν ότι αυτός όντως συνιστά σπουδαίο λόγο και ότι η προσφυγή στο δικαστήριο με αίτημα την λύση της εταιρείας αποτελεί την έσχατη λύση (ultimum refigium) για την επίλυση των εταιρικών ζητημάτων. Άλλωστε, το εν λόγω δικαίωμα καταγγελίας της Α.Ε. υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, δεν μπορεί δηλαδή να ασκείται καταχρηστικά εκ μέρους του μετόχου/μετόχων.
Δεδομένης της αόριστης και αφηρημένης έννοιας του σπουδαίου λόγου, επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστή να κρίνει ad hoc εάν υφίσταται σπουδαίος λόγος επί τη βάσει του οποίου είναι επιτρεπτή η λύση της Α.Ε. Σημειωτέον ότι ο σπουδαίος λόγος ενδεχομένως να σχετίζεται με μεταβολή των πραγματικών περιστατικών που καθιστούν την συνέχιση της Α.Ε. δυσβάσταχτη, δεν αποκλείεται όμως να έγκειται και στην μεταγενέστερη μεταβολή του νομικού καθεστώτος που επιφέρει εξίσου δυσμενείς συνέπειες. Όσον αφορά την μεταβολή των πραγματικών περιστατικών ως σπουδαίο λόγο, η νομολογία έχει αποφανθεί ότι πρόκειται για μη αναμενόμενα πραγματικά περιστατικά που οδηγούν στην υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης με βάση την πραγματική κατάσταση, τις περιστάσεις και την συμπεριφορά των εμπλεκομένων, πράγμα που καθιστά μη ανεκτή μια ενοχική σχέση.
Παράλληλα, η αδυναμία λειτουργίας της εταιρείας πρέπει να ερμηνεύεται εξαιρετικά στενά, καθώς ως τέτοια νοείται η ολοκληρωτική αποδιοργάνωση της δομής της Α.Ε. και η αδυναμία λήψης αποφάσεων, ενώ δεν αρκεί η μη επιτυχής επιδίωξη του εταιρικού σκοπού ή οι διαδοχικές ζημιογόνες εταιρικές χρήσεις Επίσης, τα περιστατικά επί των οποίων κρίνει ο δικαστής, ώστε να αποφανθεί εάν όντως συντρέχει σπουδαίος λόγος, πρέπει να δημιουργούν στον δικαστή την βεβαιότητα ότι όντως υφίσταται σπουδαίος λόγος, καθώς πιθανολόγηση δεν αρκεί, ενώ η εξαιρετικά δυσχερής κατάσταση που βιώνει η Α.Ε. δέον να είναι αδιαμφισβήτητη και ολοφάνερη κατά αναλογία προς το περιεχόμενο του άρθρου 281 ΑΚ.
Συμπερασματικά, το ανωτέρω δικαίωμα του μετόχου/μετόχων, που κατά νομική ακριβολογία δεν συνιστά δικαίωμα της μειοψηφίας, που ως τέτοια νοούνται για παράδειγμα το δικαίωμα για διενέργεια ελέγχου, το δικαίωμα ενημέρωσης, πρέπει να ασκείται με φειδώ, σε εξαιρετικές περιστάσεις δηλαδή, προς αποφυγή καταχρηστικών συμπεριφορών εκ μέρους του μετόχου/μετόχων που συμπληρώνουν το ποσοστό του 1/3 του καταβεβλημένου κεφαλαίου και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Τέλος, είναι καταφανές ότι η έννοια του σπουδαίου λόγου «διαπλάθεται» νομολογιακά και σε κάθε περίπτωση κρίνεται βάσει των εκάστοτε υφιστάμενων περιστάσεων και συνθηκών που συνθέτουν την εξαιρετικά προβληματική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Α.Ε.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΕΚΛΟΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΩΝ ΑΕ
Λόγοι, οποιασδήποτε φύσης, που καθιστούν την εκλογή/διορισμό των μελών του ΔΣ και των εκπροσώπων της εταιρείας ελαττωματικούς, δεν αντιτάσσονται έναντι των καλόπιστων τρίτων, αλλά αντιθέτως βαρύνουν την ίδια την εταιρεία. Προϋπόθεση αυτού όμως είναι 1) η τήρηση των σχετικών διατυπώσεων δημοσιότητας εκ μέρους της ΑΕ και 2) η άγνοια των τρίτων ως προς το σχετικό εσωτερικό ελάττωμα.
Ο Ν. 4548/2018, καλύπτει τους εκπροσώπους της ΑΕ, τα πρόσωπα εκείνα δηλαδή, στα οποία έχει παραχωρηθεί (οργανική) εξουσία εκπροσώπησης της ΑΕ και η εκλογή ή ο διορισμός τους, υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του νόμου (άρθρο 12 ν. 4548/2018).
Στην έννοια του εκπροσώπου της ΑΕ, εμπίπτουν τα μέλη του κατεξοχήν οργάνου εκπροσώπησης της εταιρείας, τα μέλη δηλαδή του ΔΣ, ανεξαρτήτως του τρόπου εκλογής ή διορισμού τους (πχ. από τη ΓΣ, απευθείας από μέτοχο, από το αρχικό καταστατικό ή από δικαστική απόφαση). Επίσης, στην έννοια του εκπροσώπου της ΑΕ, εμπίπτουν τα αναπληρωματικά μέλη του ΔΣ, τα υποκατάστατα όργανα (πχ. εκπρόσωποι της ΑΕ, μέλη ΔΣ ή τρίτοι), ο εκκαθαριστής (κατά το άρ. 167§5) και ο σύνδικος πτώχευσης (ο οποίος έχει εξουσία διαχείρισης της εταιρικής περιουσίας).
Αντιθέτως, δεν υπάγονται στην ως άνω έννοια του εκπροσώπου της ΑΕ και, επομένως στην προστασία του νόμου, οι αντιπρόσωποι της ΑΕ. Τα πρόσωπα εκείνα δηλαδή, στα οποία δεν έχει παραχωρηθεί οργανική εξουσία εκπροσώπησης, αλλά λειτουργούν πολύ συγκεκριμένες ενέργειες στη βάση πληρεξουσιότητας, που τους παραχωρείται από τους καθ’ ύλην αρμόδιους. Στην περίπτωση αυτή, τόσο ο πληρεξούσιος όσο και η εξουσία που του παραχωρείται να λειτουργεί στο όνομα και για λογαριασμό της ΑΕ, δεν υποβάλλεται σε δημοσιότητα.
Καλόπιστοι Τρίτοι
Η προστασία των καλόπιστων τρίτων από το νόμο, αφορά εκείνους που είναι πράγματι τρίτοι έναντι της ΑΕ. Ως τρίτοι νοούνται, αρχικά, όσοι διατηρούν συναλλακτικές σχέσεις με την ΑΕ και εμπιστεύονται τη δημοσιότητα του Γ.Ε.ΜΗ. Τρίτος, με την έννοια αυτή, μπορεί να θεωρηθεί και ο μέτοχος της εταιρείας, ο οποίος συναλλάσσεται με την ΑΕ. Ωστόσο, εφόσον αποδειχθεί ότι γνώριζε την ελαττωματικότητα του διορισμού, δεν προστατεύεται από το νόμο.
Προκειμένου ο τρίτος να τύχει της προστασίας του νόμου, πρέπει να είναι επιπροσθέτως και καλόπιστος. Δηλαδή να μην γνώριζε, κατά τον κρίσιμο χρόνο συναλλαγής του με εκπρόσωπο της ΑΕ, το ελάττωμα διορισμού του τελευταίου. Το βάρος απόδειξης της γνώσης το φέρει η εταιρεία. Μεταγενέστερη της συναλλαγής γνώση ή κακή πίστη του τρίτου, ούτε επηρεάζει τα δεδομένα αλλά ούτε και τον βλάπτει.
Ελάττωμα Εκλογής/Διορισμού
Η προστασία του νόμου για τον καλόπιστο τρίτο, ενεργοποιείται σε περιπτώσεις ελαττώματος της εκλογής ή του διορισμού εκπροσώπου της ΑΕ. Στο νόμο, όμως, δεν ορίζεται τι συνιστά ελάττωμα. Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι ως ελάττωμα νοείται, κάθε νομικός λόγος, που καθιστά ανυπόστατο, άκυρο ή ακυρώσιμο τον διορισμό ή αντιστοίχως, την εκλογή εκπροσώπου της ΑΕ και το οποίο είναι δυνατό να εντοπίζεται, χρονικά, στην εκλογή ή το διορισμό ή/και την αποδοχή τους από μέρους του εν λόγω εκπροσώπου.
Νομικοί λόγοι που συνιστούν ελάττωμα είναι η δικαιοπρακτική ανικανότητα του διοριζόμενου μέλους ΔΣ και η ύπαρξη κωλυμάτων εκλογής/διορισμού του, η ελαττωματικότητα της απόφασης της ΓΣ για την εκλογή ΔΣ, η ελαττωματικότητα της δήλωσης βούλησης μετόχου σε περίπτωση απευθείας διορισμού μέλους ΔΣ και η ελαττωματικότητα της δήλωσης βούλησης εκείνου που διορίζει υποκατάστατο όργανο.
Διατυπώσεις Δημοσιότητας
Πρόσθετη προϋπόθεση εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα της προστασίας του καλόπιστου τρίτου συνιστά η δημοσιότητα και συγκεκριμένα, η προηγούμενη τήρηση των απαιτούμενων διατυπώσεων (δηλωτικής και όχι συστατικής) δημοσιότητας για την εκλογή ή διορισμό των εκπροσώπων ή εκκαθαριστών της ΑΕ (θετική δημοσιότητα).
Η εμπορική δημοσιότητα γενικά, λαμβάνει χώρα για την ΑΕ και τα υπόχρεα πρόσωπα με:
- την εγγραφή ή καταχώριση πράξεων, στοιχείων ή δεδομένων στο Γ.Ε.ΜΗ. και
- την ταυτόχρονη δημοσίευση, στον διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ., κατά περίπτωση, είτε εν συνόλω, είτε εν μέρει, της πράξης ή του στοιχείου που καταχωρίστηκε, είτε με μνεία για την καταχώριση πράξεων και στοιχείων για τα οποία προβλέπεται υποχρέωση εμπορικής δημοσιότητας (άρ. 17 ν. 4919/2022).
Εφόσον τηρηθεί η συγκεκριμένη διαδικασία δημοσιότητας για την εκλογή ή τον διορισμό των εκπροσώπων της ΑΕ, τυχόν ελάττωμα του διορισμού δεν είναι δυνατό να αντιταχθεί σε τρίτους, οι οποίοι εμπιστεύτηκαν τη δημοσιότητα αυτή. Η τυχόν δημοσίευση, ωστόσο, δεν συνεπάγεται την ίαση του ελαττώματος που έχει εμφιλοχωρήσει.
Έννομες Συνέπειες
Στην περίπτωση που πληρούνται σωρευτικά οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις (δηλ. τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας εκ μέρους της ΑΕ και άγνοια των τρίτων ως προς το σχετικό εσωτερικό ελάττωμα), ο ελαττωματικός διορισμός εκπροσώπου της ΑΕ δεν μπορεί να αντιταχθεί στον τρίτο που συναλλάχθηκε με αυτόν. Δεσμεύεται δηλαδή ως προς το πλαίσιο αυτό, η ΑΕ από τις πράξεις/δηλώσεις βούλησης (ρητές ή σιωπηρές) των ελαττωματικώς διορισθέντων εκπροσώπων της. Δεν θα παραχθούν -κατ’ εξαίρεση- δεσμευτικά αποτελέσματα για την ΑΕ, στην περίπτωση που αποδειχθεί θετική γνώση του ελαττώματος από μέρους των τρίτων.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ΠΑΡΟΔΟΣ ΧΡΟΝΟΥ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΤΗΣ – ΝΟΜΙΜΗ ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ
Η ανώνυμη εταιρεία, έπειτα από την στο καταστατικό προβλεφθείσα πάροδο της διάρκειας της, διατηρεί την νομική της προσωπικότητα. Τίθεται υποχρεωτικά σε στάδιο εκκαθάρισης, όπου μοναδικός σκοπός της είναι μεν, η αποπεράτωση αυτής, τα όργανα διοίκησής της δε, καθίστανται προσωρινοί εκκαθαριστές.
Η υπ’ αριθμ. 515/2022 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, αναίρεσε, έπειτα από την αίτηση ανώνυμης εταιρείας, απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει έφεση της εταιρείας, καθώς, όπως είχε κρίνει, η ανώνυμη εταιρεία δεν συνέχιζε νόμιμα τη λειτουργία της.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, με την παρέλευση του χρόνου διάρκειας που ορίζεται στο καταστατικό μίας ανώνυμης εταιρείας, η εταιρεία διαλύεται και τίθεται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται δημοσίευση (ΣτΕ 1062/2020), σε στάδιο εκκαθαρίσεως, μη χωρούσας σιωπηρής παρατάσεως της διάρκειας αυτής, υπό την έννοια ότι ο εταιρικός δεσμός αποκόπτεται και η Α.Ε. Θεωρείται λυμένη από αυτή την ημέρα, χωρίς να παρίσταται ανάγκη προς τούτο αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως ή δικαστικής λύσεως ή άλλης διατυπώσεως (ΣτΕ 487/1945 Ολ., 318/1942 Ολ.).
Περαιτέρω, η λύση της Α.Ε. είναι αυτή που θέτει σε κίνηση το μηχανισμό - διαδικασία εξαφάνισής της, χωρίς, ωστόσο, η λύση να συνεπάγεται άνευ ετέρου και την εξαφάνισή της. Ειδικότερα, με τη λύση της εταιρείας αλλάζει μόνο ο σκοπός αυτής, ο οποίος από παραγωγικός μετατρέπεται σε σκοπό εκκαθαρίσεως και η εταιρεία εισέρχεται στη διαδικασία εκκαθαρίσεως (πρβλ. ΑΠ 1427/2000, ΑΠ 96/2005).
Εξάλλου, η Α.Ε., μετά τη λύση της, λόγω παρελεύσεως της διάρκειάς της, διατηρεί τη νομική της προσωπικότητά, τη δικαιοπρακτική και την εμπορική της ιδιότητα και ικανότητα (ΑΠ 717/2018, 186/2011, πρβλ. ΑΠ 1427/2000, ΑΠ 96/2005, ΑΠ 410/1996) για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως και μέχρι την περάτωση αυτής, η οποία και οδηγεί στο οριστικό τέλος της εταιρείας σηματοδοτώντας την εξαφάνισή της από το νομικό και το συναλλακτικό κόσμο. Η εταιρεία, δηλαδή, μετά τη λύση της και τη θέση της σε εκκαθάριση αποκτά ως μοναδικό σκοπό την ικανοποίηση των εταιρικών δανειστών, αλλά και των απαιτήσεων της εταιρείας, τη ρευστοποίηση της εταιρικής περιουσίας και τη διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης στους μετόχους, διατηρώντας, πάντως, τη νομική προσωπικότητά της, τη δικαιοπρακτική και την εμπορική της ιδιότητα και ικανότητα.
Μετά δε την πάροδο του χρόνου της διάρκειάς της και την εντεύθεν αυτοδίκαιη λύση της, η εταιρεία δεν μένει χωρίς όργανα διοίκησης. Για το λόγο αυτό, στο άρθρο 47Α παρ. 3 του ν. 2190/1920 προβλέπεται η συνέχιση (προσωρινώς) της αρμοδιότητας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (στο εξής καλούμενο Δ.Σ.) μέχρι να οριστούν εκκαθαριστές από τη Γ.Σ.. Ειδικότερα, τα μέλη του Δ.Σ. που υφίστατο κατά το χρόνο της λήξεως της προβλεπόμενης από το καταστατικό διάρκειας της εταιρείας καθίστανται προσωρινοί εκκαθαριστές και προβαίνουν σε αντίστοιχες πράξεις εκκαθαρίσεως.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 47Α παρ. 4 του ν. 2190/1920, παρά τη λύση της εταιρείας, είναι δυνατή η αναβίωσή της (ΣτΕ 1489/1970 Ολ.), μετά από την οποία η εταιρεία συνεχίζει τη λειτουργία της υπό την αρχική της μορφή, με παραγωγικό πλέον σκοπό (ΣτΕ 853/1985), ενώ συνεχίζονται οι έννομες σχέσεις και οι δίκες χωρίς βίαιη διακοπή. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι η απόφαση της Γ.Σ. περί αναβίωσης της εταιρείας αποτελεί τροποποίηση του καταστατικού της σε σχέση με τη διάρκεια αυτής, η απόφαση αυτή της Γ.Σ. υπόκειται σε διοικητική έγκριση (ΣτΕ 2783/2007, πρβλ. ΣτΕ 820/2021, 2390/2017, 4246/2010, ΑΠ 459/1989) και σε δημοσιότητα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΠΟΥ ΕΠΕΦΕΡΕ Ο Ν. 4872/2021 ΣΤΙΣ ΕΠΕ ΚΑΙ ΙΚΕ
Σύμφωνα με τα άρθρα 50 έως 55 του ν. 4872/2021:
- η διάρκεια και των δύο εταιρικών μορφών ΕΠΕ και ΙΚΕ μπορεί πλέον να είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου, και
- για όσες εταιρείες έχουν επιλέξει διάρκεια ορισμένου χρόνου, η διάρκεια θα μετατρέπεται αυτόματα σε αορίστου χρόνου, εκτός εάν οι εταίροι αποφασίσουν τη λύση τους.
Οι παραπάνω αλλαγές έχουν σαν αποτέλεσμα:
- Να μην υφίσταται πλέον υποχρέωση για τις ΕΠΕ, που είχαν επιλέξει στο καταστατικό τους διάρκεια αορίστου χρόνου, να τροποποιήσουν το καταστατικό τους έως τις 31-12-2021, λόγω της κατάργησης του άρθρου 12 του ν. 4541/2018 με το άρθρο 55 του ν. 4872/2021.
- Να μην υφίσταται πλέον συνολικά για τις ΕΠΕ και τις ΙΚΕ, η υποχρέωση τροποποίησης του καταστατικού κάθε φορά που λήγει η διάρκεια τους, εκτός αν οι εταίροι επιθυμούν τη λύση της εταιρείας, οπότε θα πρέπει να λαμβάνουν την σχετική απόφαση.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΩΣ ΕΙΣΦΟΡΑ ΣΕ ΕΠΕ
Η εισφορά ενός εταίρου κατά την σύσταση ΕΠΕ δεν είναι απαραίτητο να συνίσταται σε χρήμα, αλλά μπορεί να είναι και εισφορά σε είδος. Σύνηθες είναι το φαινόμενο να μεταβιβάζεται η κυριότητα ενός ακινήτου από τον εταίρο στην ΕΠΕ, με σκοπό την διευκόλυνση των δραστηριοτήτων της εταιρείας, με την αξία της μεταβίβασης να αντιστοιχεί στην εισφορά του. Στην περίπτωση αυτή χρήσιμο είναι να γνωρίζουν τα μέρη τον ενδεδειγμένο χρόνο και τρόπο πραγματοποίησης της μεταβίβασης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3190/1955, το εταιρικό κεφάλαιο της ΕΠΕ πρέπει να είναι ολοσχερώς καταβεβλημένο κατά την κατάρτιση της εταιρικής σύμβασης, δηλαδή κατά την υπογραφή του καταστατικού, το οποίο, μεταξύ άλλων, πρέπει να αναφέρει το εταιρικό κεφάλαιο, τη μερίδα συμμετοχής εκάστου εταίρου καθώς και βεβαίωση των ιδρυτών της ότι το κεφάλαιο έχει καταβληθεί (άρθρο 6 παρ.2 περ.ε). Σε περίπτωση που, μεταξύ άλλων, υπάρχουν και εισφορές σε είδος, θα πρέπει να αναφέρεται το αντικείμενό τους, η αξία τους και το τμήμα του κεφαλαίου που καλύπτεται από αυτές (άρθρα 6 παρ. 2 περ. στ` και 4 παρ. 1).
Όπως προκύπτει από τις οικείες διατάξεις, αν το κεφάλαιο δεν έχει καταβληθεί ολόκληρο κατά την υπογραφή του καταστατικού, τότε η σύσταση της εταιρείας πάσχει ακυρότητας. Επομένως, όπως και οι σε χρήμα, έτσι και οι σε είδος εισφορές δεν μπορούν να παρασχεθούν τμηματικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο μετά την κατάρτιση του καταστατικού. Επομένως, αν η εισφορά συνίσταται στη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου θα πρέπει να έχει συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο για τη μεταβίβαση του ακινήτου, υπό την αναβλητική αίρεση σύστασης της εταιρείας, και επιπλέον να έχει πραγματοποιηθεί η μεταγραφή/καταχώριση του οικείου συμβολαίου. Επιπλέον, θα πρέπει να έχει προηγηθεί εκτιμητικός έλεγχος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του άρθρου 9 ν. 2190/1920 (αναλογικά εφαρμοζόμενου), εφόσον οι μεταβιβάζοντες είναι εταίροι ή διαχειριστές (αρθ. 5 παρ 2 και 3).
Τόσο ο εκτιμητικός έλεγχος, το αποτέλεσμα του οποίου πρέπει να περιλαμβάνεται στο καταστατικό, όσο και η μεταβίβαση της κυριότητας (και η μεταγραφή της) πρέπει να λάβουν χώρα πριν την κατάρτισή του καταστατικού, διότι διαφορετικά η μεταβίβαση του ακινήτου και η συνακόλουθη καταβολή της εισφοράς θεωρείται ότι δεν έχει ολοκληρωθεί. Μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, η ακυρότητα δεν μπορεί να θεραπευθεί εκ των υστέρων, ακόμη και αν υπάρχει συμφωνία όλων των εταίρων (άρθ. 7 παρ. 4), κάτι που συνεπάγεται ότι με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, το δικαστήριο υποχρεούται να κηρύξει την ακυρότητα της εταιρικής σύμβασης (άρθ. 7 παρ. 1 και 2).
Επομένως, είναι σημαντικό να γνωρίζουν τα μέρη, προκειμένου να μην βρεθούν προ δυσάρεστων εκπλήξεων, ότι τυχόν μεταβίβαση προς την εταιρεία, ακόμη κι αν αυτή δεν έχει ακόμη συσταθεί, θα πρέπει απαραιτήτως να γίνει πριν την κατάρτιση και υπογραφή του καταστατικού.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΤΑΙΡΙΚΟΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ: ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ – ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
Με το Ν.4601/2019 ρυθμίζεται ο μετασχηματισμός με τη συμμετοχή δύο ή περισσότερων εταιριών με τον ίδιο ή διαφορετικό τύπο. Με βάση το άρθρο 2 παρ.1 του ίδιου Νόμου, οι εταιρικές μορφές που μπορούν να υποβληθούν ή να μετάσχουν σε διαδικασία εταιρικού σχηματισμού είναι η ανώνυμη εταιρεία, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η ετερόρρυθμη εταιρεία, η κοινοπραξία, η ευρωπαϊκή εταιρεία, ο αστικός συνεταιρισμός και η ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρεία. Οι εν λόγω εταιρείες μπορούν να μετάσχουν σε εταιρικό μετασχηματισμό με οποιαδήποτε ιδιότητα που προσιδιάζει σε αυτό και πιο συγκεκριμένα ως απορροφώμενες, απορροφώσες, συγχωνευόμενες, διασπώμενες, εισφέρουσες, επωφελούμενες, συνιστώμενες ή μετατρεπόμενες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του ίδιου Νόμου. Οι βασικές κατηγορίες μετασχηματισμών που προβλέπει ο Ν.4601/2019 είναι τρείς και συγκεκριμένα:
- Η συγχώνευση,
- Η διάσπαση και
- Η μετατροπή
Και στις τρείς περιπτώσεις, ο μετασχηματισμός συντελείται με και από την καταχώρηση στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο της σύμβασης συγχώνευσης ως προς την απορροφώσα εταιρεία, της σύμβασης διάσπασης ως προς την απορροφώμενη εταιρεία και της απόφασης της γενικής συνέλευσης ως προς τη μετατροπή.
Στο πλαίσιο της συγχώνευσης, δύο ή περισσότερες εταιρείες ενοποιούνται σε μία, κατά τρόπο ώστε ένας φορέας να ασκεί πλέον την επιχείρηση που έως τότε ασκούσαν δύο ή περισσότεροι φορείς.
Στη μετατροπή, μια εταιρεία μεταβάλει εταιρική μορφή, χωρίς να προηγηθεί λύση της και χωρίς να μεσολαβήσει διαδοχή είτε καθολική είτε ειδική διαδοχή στην περιουσία της (άρθρο 104 Ν.4601/2014).
Ενόψει της διάσπασης, μεταβιβάζεται με καθολική διαδοχή η περιουσία μιας εταιρείας, που λύεται χωρίς εκκαθάριση, σε δύο τουλάχιστον νεοϊδρυθείσες εταιρείες.
Η διάσπαση γίνεται με τους ακόλουθους τρόπους: α) με απορρόφηση, β) με σύσταση νέας εταιρείας, γ) με απορρόφηση και σύσταση νέας εταιρείας και δ) με εξαγορά για α.ε. (άρθρα 55 επ. Ν.4601/2019).
Οι τρείς μορφές της διάσπασης είναι: α) η κοινή διάσπαση, όταν η διασπώμενη εταιρεία λύεται και μεταβιβάζει με καθολική διαδοχή σε άλλες εταιρείες, που υφίστανται ή συνιστώνται (επωφελούμενες), το σύνολο της περιουσίας της έναντι της απόδοσης στους μετόχους ή εταίρους της συμμετοχών στις επωφελούμενες, β) η μερική διάσπαση, στην οποία η διασπώμενη εταιρεία, χωρίς να λύεται, μεταβιβάζει με καθολική διαδοχή σε μία ή περισσότερες επωφελούμενες εταιρείες κλάδο ή κλάδους δραστηριότητας, οι δε μέτοχοι ή εταίροι της διασπώμενης εταιρείας λαμβάνουν μετοχές ή εταιρικά μερίδια των επωφελούμενων εταιρειών και καθίστανται μέτοχοι ή εταίροι σε όλες τις μετέχουσες εταιρείες και γ) η απόσχιση κλάδου, στην οποία η διασπώμενη εταιρεία, χωρίς να λύεται, μεταβιβάζει με καθολική διαδοχή κλάδο ή κλάδους δραστηριότητας σε μία ή περισσότερες επωφελούμενες εταιρείες, η ίδια δε η διασπώμενη εταιρεία αποκτά τις μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια της επωφελούμενης εταιρείας και καθίσταται μέτοχος ή εταίρος της και όχι οι μέτοχοι ή εταίροι της διασπώμενης. Κύριο γνώρισμα της απόσχισης κλάδου είναι ότι διαφυλάσσεται η νομική αυτοτέλεια της διασπώμενης εταιρείας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της απόσχισης κλάδου, στο πλαίσιο της οποίας, οι μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια που διατίθενται από την επωφελούμενη εταιρεία, δεν αποκτώνται από τους μετόχους ή τους εταίρους της διασπώμενης, αλλά περιέχονται στην ίδια τη διασπώμενη, η οποία καθίσταται μέτοχος ή εταίρος αυτοτελώς ως νομικό πρόσωπο της επωφελούμενης εταιρείας. Η διασπώμενη μεταβιβάζει με καθολική διαδοχή κλάδο ή κλάδους δραστηριότητας σε μια ή περισσότερες επωφελούμενες εταιρείες και εξακολουθεί να υφίσταται, χωρίς να λύεται. Ως κλάδος, δε, δραστηριότητας ορίζεται το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, τα οποία συνιστούν από οργανωτική άποψη αυτόνομη εκμετάλλευση, δηλαδή σύνολο ικανό να λειτουργήσει αυτοδύναμα (άρθρο 54 παρ.3 Ν.4601 /2019).
Τα έννομα αποτελέσματα της απόσχισης κλάδου, τα οποία επέρχονται από την καταχώρηση στο Γ.Ε.ΜΗ., είναι τα ακόλουθα: α) η μεταβίβαση κλάδου από τη διασπώμενη στην επωφελούμενη γίνεται με καθολική διαδοχή, β) η διασπώμενη εταιρεία λαμβάνει μετοχές ή εταιρικά μερίδια της επωφελούμενης και καθίσταται μέτοχος ή εταίρος αυτής, γ) η διασπώμενη εταιρεία διατηρεί τη νομική της αυτοτέλεια και συνεχίζει την επιστημονική της δραστηριότητα με τους εναπομείναντες κλάδους, δ) για τις οφειλές ευθύνονται εις ολόκληρον η διασπώμενη εταιρεία και η επωφελούμενη εταιρεία, ε) η επωφελούμενη εταιρεία καθίσταται ενάγουσα ή εναγομένη στις εκκρεμείς δίκες της διασπώμενης ως προς το μεταβιβασθέν τμήμα, χωρίς έτερη διατύπωση (βλ. Ι. Ρόκας, Εταιρείες - Εισαγωγή στο Δίκαιο των Εταιρειών του Εμπορικού Δικαίου, 6η έκδοση, 2019, σελ. 17-24, Β.Βύζας, Μερική διάσπαση και απόσχιση κλάδου : Δύο ενδιαφέρουσες προσθήκες στο νέο δίκαιο για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς, ΔΕΕ, τεύχος 6, Ιούνιος 2019, σελ.820, Δ. Διακόπουλος, Εισαγωγή στο νέο δίκαιο των εταιρικών μετασχηματισμών- Μια συνοπτική παρουσίαση του νέου νόμου (Ν. 4601/2019), ΔΕΕ, τεύχος 5, Μάϊος 2019, σελ. 681, Δ. Αυγητίδης, Το νέο Δίκαιο των εταιρικών μετασχηματισμών, έκδοση 2019).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
