Η Ποινική Ευθύνη των Εταίρων για Φορολογικές Παραβάσεις.
Για τα αδικήματα της φοροδιαφυγής και της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών στο Ελληνικό Δημόσιο που φέρεται να έχουν τελεστεί από εταιρείες, η ποινική ευθύνη των εταίρων διαφοροποιείται ουσιωδώς ανάλογα από την ειδικότερη νομική μορφή της εταιρείας που φέρεται να έχει διαπράξει τα αδικήματα αυτά καθώς και από μία σειρά επί μέρους παραμέτρους που αναλυτικά ορίζονται στο Νόμο.
Στην ελληνική έννομη τάξη, η ποινική ευθύνη είναι υποκειμενική. Αυτό συνεπάγεται ότι η στοιχειοθέτησή της προϋποθέτει την πλήρωση τόσο της αντικειμενικής υπόστασης (δηλ. τέλεση ή αρχή τέλεσης της παράνομης ενέργειας) όσο και της υποκειμενικής υπόστασης (δηλ. ύπαρξη υπαιτιότητας – δόλου ή αμέλειας) του αδικήματος.
Το αυτό ισχύει και για τα οικονομική εγκλήματα της φοροδιαφυγής καθώς και της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο. Τι συμβαίνει όμως όταν υποκείμενα των εγκλημάτων αυτών δεν είναι φυσικά πρόσωπα αλλά νομικά πρόσωπα;
Εδώ εξετάζεται το θέμα της ποινικής ευθύνης των εταίρων, δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν πράττει υπό την έννοια της ποινικά ενδιαφέρουσας πράξης ενός φυσικού προσώπου.
Στο άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 «Φοροδιαφυγή – Φορολογία και λοιπές διατάξεις», το οποίο προσφάτως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 «Μέτρα εφαρμογής Μνημονίου 3: Συνταξιοδοτικά/Εγκλήματα Φοροδιαφυγής/Δημοσιονομικά κ.λπ.», ορίζονται οι επιβαλλόμενες ποινές καθώς και οι αυτουργοί των αδικημάτων στις περιπτώσεις που φορείς τέλεσης τους φέρεται να είναι νομικά πρόσωπα.
- Η μορφή του νομικού προσώπου που φέρεται να έχει τελέσει τέτοιου είδους ποινικό αδίκημα καθορίζει την ύπαρξη ή μη ποινικής ευθύνης του εταίρου. Για τις προσωπικές εμπορικές εταιρείες, δηλαδή τις ομόρρυθμες εταιρείες, τις ετερόρρυθμες εταιρείες ο νόμος 4072/2012 προβλέπει απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη του εταίρου (Ν. 4072/2012). Αντιθέτως, για τις κεφαλαιουχικές εταιρείες, όπως είναι οι Α.Ε., Ε.Π,.Ε προβλέπεται ευθύνη του εταίρου μέχρι το ύψος της εταιρικής περιουσίας.
- Οι αυτουργοί ποικίλλουν ανάλογα με την μορφή του νομικού προσώπου. Για τις ανάγκες του ελληνικού ποινικού δικαίου, αυτουργοί θεωρούνται:
α) Στις Α.Ε., οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες, εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών.
β) Στις Ο.Ε. & Ε.Ε., οι ομόρρυθμοι ή ετερορρυθμοι εταίροι και οι διαχειριστές αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών.
γ) Στις Ε.Π.Ε. & Ι.Κ.Ε., οι διαχειριστές αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Όταν δε ελλείπουν ή απουσιάζουν οποιοιδήποτε εκ των προαναφερόμενων προσώπων, αυτουργοί θεωρούνται οι εταίροι αυτών.
Ζητούμενο είναι επίσης η πραγματική ανάμιξη του εταίρου στην τέλεση του αδικήματος της φοροδιαφυγής ή της μη καταβολής οφειλών προς το Δημόσιο. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 3 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990:
«… η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή…».
Ο Νόμος 4337/2015 ορίζει ότι ο διαχειριστής ευθύνεται αυτοτελώς για χρέη που προέκυψαν κατά το χρονικό διάστημα της πραγματικής ανάμιξής του στην διαχείριση του νομικού προσώπου, ανεξάρτητα από το ποιο ήταν το πρόσωπο που ασκούσε τη διαχείριση κατά το χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης.
Τέλος, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην διάταξη του άρθρου 71 παρ. 2 Ν. 4174/2014, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015, με την οποία ορίζεται ότι: «Αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς αιτήσεις Προισταμένων Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών ή Ελεγκτικών Κέντρων ή Τελωνείων για χρέη κατώτερα αυτού του ποσού, δεν εισάγονται για συζήτηση. Η αναστολή της παραγραφής των χρεών, κατώτερων του ποσού των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση ποινικής δίωξης, λήγει με τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραγραφή συνεχίζεται και δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής αυτής.».
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ – ΑΓΩΓΗ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Όταν το κύριο όνομα ενός προσώπου έχει καταχωρηθεί εσφαλμένα στην ληξιαρχική του πράξη ή είναι ξενόφερτο κλπ, μπορεί να διορθωθεί με την άσκηση σχετικής Αγωγής κατά την εκουσία δικαιοδοσία στο καθ’ ύλην αρμόδιο και κατά τόπο Δικαστήριο. Οι σχετικοί ισχυρισμοί και θέματα πρέπει να αναφερθούν και υποστηριχθούν κατάλληλα και αποτελεσματικά στο δικόγραφο και στο δικαστήριο..
Ενδεικτικά, για να είναι δυνατή η αλλαγή του κύριου ονόματος, θα πρέπει να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου και θα πρέπει το υφιστάμενο λάθος να δημιουργεί στον κάτοχό του ονόματος σύγχυση κατά τις συναλλαγές του με τις διάφορες κρατικές, δημοτικές, κλπ υπηρεσίες με συνέπεια να του δημιουργούν γραφειοκρατικά και άλλα προβλήματα, αλλά και προβλήματα ψυχολογικής φύσης.
Το άρθρο 13 του Νόμου 344/1976 (όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 28 Ν.4674/2020,ΦΕΚ Α 53/11.3.2020) αναφορικά με την διόρθωση στοιχείων ληξιαρχικών πράξεων μεταξύ άλλων προβλέπει:
- Για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
- Σφάλματα, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη, μη αφορώντα στον τόπο, ημέρα, μήνα, έτος και ώρα τέλεσής τους στην πράξη βεβαιουμένου γεγονότος και εφόσον δεν αποδίδονται σε δόλο των συμπραξάντων την πράξη, δύνανται να διορθωθούν επίσης και μετά από άδεια του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή, όπου δεν εδρεύει Εισαγγελέας, του Ειρηνοδίκη, η οποία παρέχεται μετά από έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων, κατόπιν αίτησης παντός έχοντος έννομο συμφέρον.
- Σφάλματα, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη προφανώς εκ παραδρομής, μπορούν να διορθωθούν και άνευ αδείας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή του Ειρηνοδίκη, από τον αρμόδιο ληξίαρχο, μετά από προηγούμενη από αυτόν έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων, κατόπιν αιτήσεως παντός έχοντος έννομο συμφέρον.».
Τι προβλέπει το άρθρο 782 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με την διόρθωση των ληξιαρχικών πράξεων αλλά και την τοπική αρμοδιότητα;
- Όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη.
- Η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο.
- Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης.
Τι ισχύει για την τοπική αρμοδιότητα σε υποθέσεις διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης;
Σύμφωνα με την την υπ’αριθμ. 62/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου αναφορικά με την τοπική αρμοδιότητα σε υποθέσεις διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης, το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης έκανε δεκτά τα εξής: «Προκειμένου δε περί γεγονότων που συνέβησαν στην αλλοδαπή, αρμόδιος Ληξίαρχος για τη σύνταξη της οικείας ληξιαρχικής πράξης είναι αυτός του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών (αρθ. 42 και 43 ν. 344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων»), αφού στο Ληξιαρχείο αυτό διαβιβάζουν οι προϊστάμενοι των Ελληνικών Προξενικών Αρχών αντίγραφα των ληξιαρχικών πράξεων, που συντάσσουν εκείνοι, για τα γεγονότα, τα οποία συντελέσθηκαν στην αλλοδαπή.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ. 3 του ως άνω άρθρου (782 ΚΠολΔ), τα ανωτέρω εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης. Επομένως, το δικάζον Δικαστήριο έχει υποχρέωση να κινηθεί στα πλαίσια του κανόνα που προαναφέρθηκε, αναφορικά με την τοπική του αρμοδιότητα.
Παράλληλα, όμως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο κανόνας αυτός είναι ενταγμένος στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, της οποίας χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η ελαστικότητα, δηλαδή η ικανότητα προσαρμογής της στις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε δικαζόμενης υπόθεσης.
Συνακόλουθα, και παρά τη σαφή διάταξη του αρθ. 782 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ως άνω ρύθμιση της τοπικής αρμοδιότητας στο νόμο δεν έχει δεσμευτικό, αλλά καθοδηγητικό χαρακτήρα, οπότε δεν αποκλείεται η υποβολή της αίτησης και σε άλλο κατά τόπο Δικαστήριο, όπως εκείνο της κατοικίας του αιτούντος, εφόσον, λόγω των τοπικών συνθηκών του, είναι σε θέση να παρέχει ταχύτερη, αποτελεσματικότερη και ασφαλέστερη έννομη προστασία (ΕφΑΘ 1661/2005 ΕλλΔνη 2006.282, ΜΠΑΘ 4100/2006ΝοΒ 2007.358, Αρβανιτάκη σε Κεραμέα / Κονδύλη / Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τ. II, εκδ. 2000, υπ’ αρθ. 782, αρ. 10).»
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Ακίνητα – Απόρριψη αγωγής τράπεζας για διάρρηξη-ακύρωση συμβολαίων μεταβίβασης (δωρεάς και γονικής παροχής) λόγω καταδολίευσης – Απαιτείται πρόθεση βλάβης κατά την κατάρτιση των φερόμενων ως καταδολιευτικών δικαιοπραξιών.
Σύμφωνα με την απόφαση 4364/2019 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι επίδικες μεταβιβάσεις, πραγματοποιήθηκαν σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχαν ακόμα εμφανισθεί οικονομικά προβλήματα στην πρωτοφειλέτρια εταιρεία, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο, η ενάγουσα τράπεζα προχώρησε στην λειτουργία ενός τρεχούμενου αλληλόχρεου λογαριασμού με τον οποίο θα χορηγούνταν στην πρωτοφειλέτρια εταιρεία χρηματικά ποσά μέχρι του ορίου των 150.000 ευρώ, προκειμένου να τα χρησιμοποιεί προς κάλυψη των βραχυπρόθεσμων αναγκών της σε κεφάλαιο κίνησης.
Από την ενέργεια της αυτή αποδεικνύεται σε κάθε περίπτωση ότι ακόμα και η ίδια δεν πίστευε και δεν διαπίστωσε κιόλας την ύπαρξη προβλημάτων στην εξυπηρέτηση της αρχικής σύμβασης πίστωσης εκείνη την χρονική περίοδο , διαφορετικά δεν θα προέβαινε στην υπογραφή της ως άνω πρόσθετης πράξης χορήγησης επιπλέον χρηματικών ποσών.
Έλλειψη πρόθεσης βλάβης των συμφερόντων της ενάγουσας τράπεζας, καθόσον για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών μετά την κατάρτιση των επίδικων απαλλοτριώσεων, συνέχιζαν να πραγματοποιούνται καταβολές αξιόλογων χρηματικών ποσών στον αλληλόχρεο λογαριασμό και να παραμένει ενήμερος. Συνεπώς δε γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση των περιουσιακών της στοιχείων θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε να μη δύναται να ικανοποιήσει την απαίτηση της.
Επιπλέον κατά το χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων, η ενάγουσα τράπεζα δεν είχε προβεί ακόμη στην καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, η οποία και πραγματοποιήθηκε επτά χρόνια μετά, ούτε στην έκδοση εκτελεστού τίτλου κατά της εγγυήτριας-πρώτης εναγόμενης, ώστε να βρίσκεται αυτή υπό το καθεστώς του φόβου μίας άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης στα περιουσιακά της στοιχεία προσπαθώντας μέσω απαλλοτριώσεων σε συγγενικά της πρόσωπα να τα περισώσει.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι επίδικες χαριστικές δικαιοπραξίες μεταβίβασης, πραγματοποιήθηκαν λόγω του ότι αφορούσαν οικόπεδα με αυθαίρετες οικοδομές, για τα οποία επρόκειτο να νομοθετηθεί η απαγόρευση μεταβίβασής τους, όπως και έγινε με το Ν.4014/2011.
Συνεπώς, εφόσον δεν προέκυψε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας κατά την κατάρτιση των φερόμενων ως καταδολιευτικών δικαιοπραξιών η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ ουσίαν αβάσιμη στο σύνολό της.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Η ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΜΙΣΘΙΟΥ
Ύστερα από τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με το άρθρο 1009, αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο με επαγγελματική μίσθωση, ο υπερθεματιστής του πλειστηριασμού, έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε η μίσθωση λύεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία και τότε ο μισθωτής είναι νομικά υποχρεωμένος να αποχωρήσει από το μίσθιο.
Με την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που επήλθε με το Ν. 4335/2015 και που έχει εφαρμογή από 1/1/2016, σύμφωνα με το άρθρο 1009 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο, με επαγγελματική μίσθωση, ο υπερθεματιστής του πλειστηριασμού, έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε η μίσθωση λύεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία και τότε ο μισθωτής είναι νομικά υποχρεωμένος να αποχωρήσει αμελλητί και οριστικά από το μίσθιο.
Σύμφωνα με το άρθρο 1005 ΚΠολΔ με την κατακύρωση, και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση. Αυτό σημαίνει ότι ο πλειστηριασμός γεννά παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας υπέρ του υπερθεματιστή, ο οποίος, ως ειδικός διάδοχος, υπεισέρχεται στη νομική θέση του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη σε σχέση με το ακίνητο (ΑΠ 306/2014 στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 819/2013, ΧρΙΔ 2013/749, ΑΠ 2089/2013, ΧρΙΔ 2014/277).
Ο υπερθεματιστής από της αποκτήσεως της κυριότητος του μισθίου (αρθ. 1005 Κ.Πολ.Δ.) υπεισέρχεται στη μίσθωση αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του εκμισθωτή κυρίου του μισθίου (Α.Π. 259/1993, 1230/1994). Ειδικότερα για να χωρήσει υπεισέλευση του νέου κτήτορα στη μισθωτική σχέση, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, η εκποίηση να γίνει από τον κύριο του μισθίου που ήταν συγχρόνως και εκμισθωτής (ΑΠ 1693/1997, 259/1993). Αντιθέτως, ο υπερθεματιστής δεν υπεισέρχεται στη μίσθωση, αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του μη εκμισθωτή κυρίου του μισθίου (Α.Π. 259/1993). Συνεπώς, μέσω της κατακύρωσης με την καταβολή και την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αποκτά το δικαίωμα που είχε ο οφειλέτης κατά ίδιο περιεχόμενο και έκταση αυτοδικαίως (ex lege) (Ολ. ΑΠ 1688/83, Ολ. ΑΠ 2/1993, ΑΠ 1523/2006, ΑΠ 1230/2001, ΑΠ 941/2003, ΑΠ 352/1994, ΑΠ 442/1993 στη ΝΟΜΟΣ).
Ειδικότερα όμως και εφ’ όσον το ακίνητο έχει εκμισθωθεί με σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 1009 ΚΠολΔ ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία. Η δε περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο που εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι’ αυτούς.
Προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αποτελεί το ακίνητο να ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης. Συνεπώς, αρχικά κρίσιμος χρόνος για την ενεργοποίηση του δικαιώματος καταγγελίας και εκτέλεσης και της συνεπαγόμενης αυτής ενεργητικής νομιμοποίησης του υπερθεματιστή είναι ο χρόνος ολοκλήρωσης του πλειστηριασμού. Η καταγγελία είναι μονομερής, απευθυντέα και αιτιώδης δήλωση βούλησης κατά το ουσιαστικό Αστικό Δίκαιο, διά της οποίας εκδηλώνεται ρητώς το διαπλαστικό δικαίωμα του υπερθεματιστή να διακόψει την έννομη σχέση της μίσθωσης.
Επομένως, με βάση όλα όσα προαναφέρονται, η τροποποίηση του άρθρου 1009 ΚΠολΔ θεσπίζει ως λόγο καταγγελίας της μίσθωσης, την καταγγελία λόγω πλειστηριασμού. Με τον τρόπο αυτό, παρέχεται στον υπερθεματιστή εκμισθωτή η δυνατότητα άσκησης του ουσιαστικού δικαιώματος της καταγγελίας βάσει του άρθρου 1009 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφ’ όσον συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: α) η ολοκλήρωση του πλειστηριασμού που οδηγεί στην ενεργητική νομιμοποίηση του υπερθεματιστή ως νέου κυρίου προς άσκηση της καταγγελίας και β) η άσκηση σε αυτό επιχειρηματικής δραστηριότητας εκ μέρους του μισθωτή, επιτρέποντας έτσι την καταγγελία της μίσθωσης βάσει των ανωτέρω και, κατά περίπτωση, ακόμα και την βίαιη αποβολή του μισθωτή από το πλειστηριασθέν μίσθιο.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΜΕ ΖΩΟ – ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΑΘΜΟΣ ΓΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ, ΝΟΣΗΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΖΩΟΥ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΤΟΥ.
Με την απόφαση σταθμό για τα ελληνικά δεδομένα 1954/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναγνωρίζεται ουσιαστικά η νομική υπόσταση του ζώου, αφού με την επιδίκαση της διατροφής, αυτό πλέον απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με οποιονδήποτε άλλον τραυματία τροχαίου ατυχήματος!
Η εν λόγω απόφαση, η οποία δημιουργεί δεδικασμένο, επιδίκασε στον ιδιοκτήτη σκύλου που τραυματίστηκε σοβαρά σε τροχαίο -με αποδεδειγμένη ευθύνη του οδηγού- εκτός από τα νοσήλια του ζώου, αποζημίωση για ηθική βλάβη αλλά και την πλήρη διατροφή του ζώου μέχρι αυτό να γίνει καλά ή για όλη την υπόλοιπη ζωή του!
Το ατύχημα συνέβη σε αγροτικό δρόμο όταν ο οδηγός αυτοκινήτου δεν αντιλήφθηκε -ενώ θα μπορούσε- ότι το σκυλί, ένας γερμανικός ποιμενικός, το οποίο ο ιδιοκτήτης το κρατούσε από το λουρί του, είχε προσεγγίσει τον εμπρόσθιο τροχό του οχήματός του και ξεκίνησε, με αποτέλεσμα να προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό στο οπίσθιο δεξιό άκρο του ζώου .
Βάσει του νομοθετικού πλαισίου που διέπει τα οικόσιτα ζώα, τα σκυλιά χαρακτηρίζονται ως ζώα συντροφιάς με συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τους ιδιοκτήτες τους τις οποίες τηρούσε ο συγκεκριμένος ιδιοκτήτης.
Η απόφαση έκρινε ότι το τραυματισμένο ζώο απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με κάποιο τραυματία σε τροχαίο ατύχημα, και επιδίκασε λαμβάνοντας υπόψη το προσδόκιμο χρόνο ζωής ενός γερμανικού ποιμενικού ,και την γνωμάτευση του κτηνιάτρου, μηνιαίο διατροφικό συμπλήρωμα αρχικά για τρία χρόνια.
Ο ιδιοκτήτης μπορεί να επανέλθει με νέα αγωγή εάν η κατάσταση του σκύλου του παραμείνει στάσιμη ή επιδεινωθεί.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Τροχαίο με όχημα του Ελληνικού Δημοσίου-Αποζημίωση
Σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών.»
Για την έγερση αγωγής προς αποζημίωση κατά του Ελληνικού Δημοσίου απαιτείται, μεταξύ άλλων:
- όπως η πράξη ή η παράλειψη ή η υλική ενέργεια των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου να είναι παράνομη, δηλαδή με αυτή να παραβιάζεται κανόνας δικαίου, με τον οποίο προστατεύεται ορισμένο ατομικό δικαίωμα ή συμφέρον,
- η παράνομη πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια πρέπει να προέρχεται από ένα κρατικό όργανο,
- κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας
- και να καταλήγει στην πρόκληση ζημίας στον διοικούμενο (πολίτη).
Περιλαμβάνει δε η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα, την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα που γεννάται ευθύνη του Δημοσίου για αποζημίωση, είναι η πρόκληση τροχαίου ατυχήματος κατά την οδήγηση οχήματος του Δημοσίου από όργανο (του Δημοσίου) κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που του έχει ανατεθεί.
Η υπαιτιότητα του οργάνου πάντως είναι αδιάφορη για την επιδίκαση αποζημίωσης από το δικαστήριο. Σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, υπάρχει ευθύνη τόσο του οργάνου του ιδίου όσο και του Ελληνικού Δημοσίου και μάλιστα εις ολόκληρον.
Η αποζημίωση είναι πλήρης, καθώς αποκαθίσταται κάθε υλική ζημία που περιλαμβάνει τόσο τη θετική όσο και την αποθετική, ενώ ο ενάγων μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση και για ηθική βλάβη μόνο στο πρόσωπό του και όχι για τους άμεσα πληττόμενους συγγενείς του.
Αντιθέτως, σε περίπτωση θανάτου η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται στην οικογένεια του θύματος για την ανακούφιση της ψυχικής οδύνης. Επιπλέον, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει και μελλοντικές απαιτήσεις, ως διαφυγόντα κέρδη, οι οποίες πρέπει να προσδιοριστούν στην αγωγή από τον ενάγοντα βάσει απλής πιθανολόγησης κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος για να στοιχειοθετηθεί η αστική ευθύνη του Δημοσίου, τότε ο ζημιωθείς από την εμπλοκή του σε τροχαίο με όχημα του Δημοσίου μπορεί να διεκδικήσει όλα εκείνα τα κονδύλια που θα διεκδικούσε και σε περίπτωση που εμπλεκόταν σε τροχαίο με οποιοδήποτε ιδιώτη.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ: Καταχρηστικοί όροι – Αποζημίωση υπερ του καταναλωτή.
Δεκτη έκανε την αγωγή καταναλωτή κατά ιδιοκτήτριας πρατηρίου υγρών καυσίμων το Ειρηνοδικείο Λάρισας, με το σκεπτικό ότι η γραπτή αναγγελία ότι η διεύθυνση του κατατήματος δεν φέρει ευθύνη για ζημίες, πουν ενδεχομένως θα προκληθούν στο όχημα κατά τη λειτουργία του πλυντηρίου, αποτελεί καταχρηστικό όρο, επιδικάζοντας στον καταναλωτή, αποζημίωση ίση με τη ζημία που υπέστη και επιπλέον ηθική βλάβη.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ – GDPR: Χρήση καμερών – Σύντομη Προθεσμία Συμμόρφωσης.
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εξέδωσε το με αριθμό Πρωτ.: Γ/ΕΞ/3921-9.6.2020 δελτίο τύπου της, με το οποίο παρέχεται καθοδήγηση για το πως εφαρμόζεται ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 (GDPR), σε σχέση με τη χρήση καμερών για διαφόρους σκοπούς.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
COVID 19 – ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ: Αναπροσαρμογή Μισθώματος – Περαιτέρω Μείωση του Μισθώματος.
Η ελληνική κυβέρνηση, ταυτόχρονα με την λήψη των μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κινδύνου διασποράς του κορονοϊού, προέβλεψε με σχετική πράξη νομοθετικού περιεχομένου, την καταβολή μειωμένου μισθώματος (ήτοι του 60% του συμπεφωνημένου για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο), για τις επιχειρήσεις οι οποίες πλήττονται, χωρίς η μερική αυτή καταβολή να γεννά δικαιώματα καταγγελίας των ιδιοκτητών.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα και την ελευθερία των συναλλαγών, μπορεί να επιτευχθεί είτε μεγαλύτερη μείωση του μισθώματος είτε να επεκταθεί η προβλεπόμενη εκ του νόμου μείωση, για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΜΕΙΩΜΕΝΟΥ ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ – ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΓΙΑ ΙΟΥΛΙΟ & ΑΥΓΟΥΣΤΟ.
Σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν.4690/2020, επεκτείνεται η μείωση μισθώματος επαγγελματικών μισθώσεων και τον μήνα Ιούνιο 2020, για όσες επιχειρήσεις έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους.
Επιπλέον προβλέπεται η δυνατότητα επέκτασης του μέτρου έως τον Ιούλιο και τον Αύγουστο 2020, σε ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων που συνεχίζουν να πλήττονται. Στην κατηγορία αυτή εικάζεται ότι θα συμπεριληφθούν οι επιχειρήσεις που σχετίζονται με τον τουρισμό, τις μεταφορές, τον αθλητισμό και τον πολιτισμό.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
