ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ- ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ σε περίπτωση που ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή επιβραδύνει την εκτέλεση του.
Ο εργοδότης, έχει το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου στην περίπτωση που, λόγω της μη έγκαιρής έναρξης ή επιβράδυνσης εκτέλεσης του έργου από τον εργολάβο, προβλέπεται με βεβαιότητα, πριν την παρέλευση του χρόνου παράδοσης του αναληφθέντος έργου, ότι ο εργολάβος δεν θα κατορθώσει να το αποπερατώσει εγκαίρως.
Ειδικότερα, παρέχεται στον εργοδότη, σε χρόνο προ του ληξιπροθέσμου της παροχής, το δικαίωμα της διαταξης 686 εδ.α΄, ήτοι της υπαναχώρησης από την σύμβαση, που αποτελεί «ειδικά ρυθμισμένη περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης, με την ειδικότερη μορφή της εκ των προτέρων αθέτησης της σύμβασης». Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης 686 εδ. α΄ ΑΚ είναι οι εξής:
- Η μη έγκαιρη έναρξη ή η επιβράδυνση εκτέλεσης του έργου. Για μη έγκαιρη έναρξη της εκτέλεσης του έργου ομιλούμε, όταν ο εργολάβος δεν έχει αρχίσει την εκτέλεση του έργου κατά το συμφωνημένο χρόνο. Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών, ο χρόνος έναρξης προσδιορίζεται από τον εφαρμοστή του δικαίου, βάσει της αρχής της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (200, 288 ΑΚ), συνεκτιμωμένου του χρόνου εντός του οποίου πρέπει να περατωθεί το έργο.(ίδετε σχετικές ΕφΠειρ 61/2018, ΑΠ 1393/2012, ΑΠ 1772/2007). Επιβράδυνση εκτέλεσης υπάρχει όταν ο εργολάβος δεν τηρεί το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του έργου που συμφωνήθηκε ή το ρυθμό εκτέλεσης, που βάσει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (200, 288 ΑΚ) απαιτείται για την κατασκευή παρόμοιων έργων. Πιο συγκεκριμένα, ελλείψει συμφωνίας των μερών, ο χρόνος αυτός προσδιορίζεται από το δικαστήριο, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 323 ΑΚ (ΑΠ 1393/2012, ΑΠ 1772/2007).
- Η έλλειψη υπαιτιότητας του εργοδότη.
- Η αδυναμία έγκαιρης περάτωσης του έργου.
- Η ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου στην καθυστέρηση είναι προϋπόθεση εφαρμογής της εν λόγω διάταξης;
Σύμφωνα με την νομολογία και την θεωρία, για την εφαρμογή της διάταξης, αρκεί και καθυστέρηση που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου. Έτσι, η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται και όταν η μη έγκαιρη έναρξη ή η επιβράδυνση εκτέλεσης του έργου οφείλεται σε τυχαία περιστατικά που κείνται εκτός της σφαίρας επιρροής του εργοδότη.
Συντρεχουσών των ανωτέρω προϋποθέσεων, και, εφόσον τα μέρη δεν έχουν θέσει διαφορετικές προϋποθέσεις στη μεταξύ τους συμφωνία, δεδομένου του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του αρ. 686 εδ. α΄ΑΚ, παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα «προτερόχρονης υπαναχώρησης» από τη σύμβαση έργου.
Πρόκειται περί νόμιμης υπαναχώρησης, στην οποία, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για τη συμβατική υπαναχώρηση (387 §2 ΑΚ). Δεν απαιτείται η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ. του ΑΚ, γιατί πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από το νόμο και σε αυτήν εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 του ΑΚ.
Η υπαναχώρηση συνιστά μονομερή απευθυντέα δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, η δε δήλωση αυτής, ρητή ή και σιωπηρή, δεν υπόκειται σε τύπο, είναι απρόθεσμη και μπορεί να γίνει και με την άσκηση αγωγής. Ο ασκών το δικαίωμα υπαναχώρησης εργοδότης θα πρέπει στη σχετική δήλωσή του να συμπεριλάβει τον λόγο της υπαναχώρησης, διαφορετικά, η σχετική δήλωση βούλησής του, θα ισχύσει κατά μετατροπή (182 ΑΚ) ως καταγγελία της σύμβασης έργου, κατ’ αρ. 700 ΑΚ, συνεπώς θα πρέπει να αναφέρεται ο λόγος υπαναχώρησης, τόσο για να μπορέσει ο εργολάβος να αμυνθεί, αλλά και για να μην προκύψει σύγχυση σχετικά με το αν πρόκειται για την υπαναχώρηση του άρθρου 686 εδ. α` ΑΚ ή για την καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ.
Ως προς τα αποτελέσματα της άσκησης τους δικαιώματος υπαναχώρησης, η σύμβαση αυτή καταργείται από τη στιγμή της κατάρτισής της (ex tunc), η νομική σχέση ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργολάβο διαλύεται αυτοδικαίως και αναδρομικά, επέρχεται απόσβεση όλων των υποχρεώσεων αυτών για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωσή τους να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθ. 904 επόμ ΑΚ), για αιτία που έληξε.
Έτσι, ο μεν εργοδότης οφείλει να επιστρέψει το τυχόν εκτελεσθέν τμήμα του έργου, ο δε εργολάβος την αμοιβή που έλαβε μέχρι την υπαναχώρηση, καθώς και ό,τι ο εργοδότης του παρέδωσε για την εκτέλεση του έργου (υλικά, το πράγμα επί του οποίου εκτελούσε το έργο). Στην περίπτωση αδυναμίας της αυτούσιας απόδοσης του ληφθέντος αντικειμένου, ο οφειλέτης αποδίδει το γι’ αυτό ληφθέν αντάλλαγμα. Επί παροχής έργου αντάλλαγμα είναι η κατά το χρόνο της παροχής αξία του μέρους του έργου που εκτελέστηκε και παραδόθηκε. Η αξία αυτή δεν αποτελεί αμοιβή, αλλά ωφέλεια κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ.
Στην περίπτωση που εκτελέστηκε ένα μόνο μέρος του έργου, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον να υπαναχωρήσει μόνο σε σχέση με το τμήμα του έργου, που δεν έχει εκτελεστεί κατά το χρόνο της υπαναχώρησης, οφείλοντας στην περίπτωση αυτή μόνο αντίστοιχη αμοιβή για τις εργασίες, που μέχρι το χρόνο εκείνο εκτελέστηκαν. Η υπαναχώρηση αυτή ενεργεί στην πραγματικότητα ως καταγγελία της σύμβασης, αφού ισχύει για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου, που εκτελέστηκε μέχρι την άσκησή της.
Τέλος, ας σημειωθεί ότι ο εργοδότης, σε περίπτωση μη έγκαιρης έναρξης ή εκτέλεσης του έργου, έχει το δικαίωμα, αντί να ασκήσει το δικαίωμα «προτερόχρονης υπαναχώρησης», σύμφωνα με το εδ. α΄ της 686 ΑΚ, να αναμείνει το χρόνο παράδοσης του έργου και να ασκήσει τα δικαιώματά του από την υπερημερία του εργολάβου.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – Αποζημίωση των γονέων για στέρηση υπηρεσιών τέκνου λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης, λόγω τροχαίου ατυχήματος
Σε περίπτωση θανάτου του τέκνου τους σε τροχαίο ατύχημα, οι γονείς του μπορούν να απαιτήσουν αποζημίωση είτε για στέρηση διατροφής είτε για στέρηση παροχής υπηρεσιών με την κατάλληλη επιχειρηματολογία και τεκμηρίωση.
γονέων του και ανατρέφεται ή διατρέφεται από αυτούς υποχρεούται να παρέχει στους γονείς του για τη διοίκηση του οίκου ή την άσκηση του επαγγέλματος τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογενείας του». Έτσι, σε περίπτωση θανατώσεως του τέκνου τους οι γονείς του μπορούν να απαιτήσουν αποζημίωση είτε για στέρηση διατροφής, είτε για στέρηση παροχής υπηρεσιών, τα δικαιώματα δε, αυτά των γονέων τελούν μεταξύ τους σε σχέση διαζευκτική και όχι συμπλεκτική (βλ. Αθ. Κρητικού, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, έκδοση 1998, παρ. 409 επ.). Εναπόκειται στους γονείς τι από τα δύο θα επιλέξουν. Εξ άλλου, γίνεται δεκτό ότι η υποχρέωση παροχής υπηρεσιών εκ μέρους του τέκνου είναι αυτοτελής και δεν τελεί σε σχέση παροχής και αντιπαροχής προς την υποχρέωση διατροφής εκ μέρους των γονέων.
Προϋπόθεση της υποχρεώσεως αυτής του τέκνου είναι η ιδιότητα αυτού ως μέλους του οίκου των γονέων του, η οποία είναι, κατά κανόνα, συνυφασμένη με συνοίκηση. Δεν έχει σημασία, κατά την ορθότερη άποψη, η ηλικία του τέκνου, ή αν αυτό είναι έγγαμο ή άγαμο, ούτε ερευνάται αν κατά τον χρόνο θανατώσεως του παρείχε πράγματι υπηρεσίες, ή αν τις προσέφερε κατά το παρελθόν. Διότι για την θεμελίωση του δικαιώματος στο πρόσωπο των γονέων αρκεί ότι η υποχρέωση του τέκνου για παροχή υπηρεσιών θα γεννάτο στο εγγύς μέλλον κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και ότι είναι δυνατός ο από τώρα προσδιορισμός της ζημίας τους. Αν όμως η ζημία των γονέων του δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγματοποίηση αυτής εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες (χρόνος ζωής των γονέων, ικανότητα του τέκνου προς παροχή των υπηρεσιών του, αποχώρηση του τέκνου από την οικία των γονέων του), οι οποίοι είναι απλώς ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον, αυτή η αξίωση αποζημιώσεως δεν γεννάται. Τούτο, συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία το τέκνο ήταν μικρής ηλικίας κατά τον χρόνο του θανάτου του, οπότε καθίσταται δυσχερέστερος ο προσδιορισμός των ως άνω στοιχείων με βεβαιότητα, εξ αιτίας του σχετικώς μεγάλου χρόνου, που θα έπρεπε να παρέλθει μέχρι το τέκνο να καταστεί ικανό προς παροχή των υπηρεσιών του. Εν όψει όμως του ότι αντικειμενική δυνατότητα παροχής υπηρεσιών έχουν τα παιδιά, που υπερβαίνουν το 14ο έτος της ηλικίας τους, η κατά το άρθρο αυτό υποχρέωση του τέκνου έχει περιθώρια εφαρμογής στην πράξη για παιδιά άνω της ηλικίας των 14 ετών (βλ. ΕφΑθ 308/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η θανάτωση, επομένως, τέκνου ηλικίας 10 ετών, το οποίο αποτελούσε μέλος του οίκου του γονέα του, δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης του τελευταίου κατά τρίτου με βάση το άρθρο 928 ΑΚ, εφόσον δεν υφίσταται ζημία, λόγω της αντικειμενικής και πραγματικής αδυναμίας τούτου, συνεπεία της ηλικίας του, να προσφέρει υπηρεσίες υποκείμενες σε χρηματική αποτίμηση. Και είναι αλήθεια ότι κατά την ορθότερη άποψη δεν είναι απαραίτητο κατά το χρόνο της θανάτωσης το τέκνο να παρείχε πράγματι υπηρεσίες στον γονέα του, αλλά αρκεί ότι η υποχρέωση του τέκνου για παροχή υπηρεσιών στο γονέα του θα γεννιόταν στο κοντινό μέλλον, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο δικόγραφο όμως της αγωγής αποζημίωσης κατά τρίτου πρέπει να εκτίθεται το είδος και η έκταση των υπηρεσιών που θα προσέφερε τούτο, ώστε να κριθεί αν αυτές θα ήταν ανάλογες με τις δυνάμεις και τις βιοτικές του συνθήκες ώστε να αποτιμηθεί η αξία τους (Αθ. Κρητικού: Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, Γ` έκδοση, 1998, παρ. 416, 417, 513, 518).
Πάντως, σε κάθε περίπτωση, οι γονείς δεν μπορούν να απαιτήσουν αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών κατά την ΑΚ 1508 αν το ανήλικο τέκνο εργάζεται επαγγελματικά εκτός της οικίας και διατρέφεται στην ουσία μέσω των δικών του εισοδημάτων που εισκομίζει στην οικογένεια των γονέων του, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει μία από τις βασικές προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 1508 του ΑΚ (ΕφΑθ 10116/1988 ΕλλΔνη 1990 (31). 865). Εφόσον δε, η προσφορά υπηρεσιών από το τέκνο στους γονείς του στηρίζεται σε σύμβαση (π.χ. σύμβαση εργασίας) οι γονείς δεν έχουν αξίωση αποζημιώσεως κατά του τρίτου (Αθ. Κρητικός: ό.π. παρ. 412 σελ. 159, ΕφΑθ 6614/1992 ΕλλΔνη 1993. 1491). Σχέση εργασίας σε συμβατικό επίπεδο υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία το τέκνο συνεργάζεται στο κατάστημα των γονέων του, κατά ένα μέτρο που υπερβαίνει την έκταση της συνήθους οικογενειακού δικαίου, παροχής υπηρεσιών, όπως ένας εργαζόμενος στην σχέση εργατικού δικαίου, υπάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη και λαμβάνει αντάλλαγμα για την εργασία του. Η σταθερότητα και το ύψος του ανταλλάγματος έχει σημασία για τον χαρακτήρα της σχέσεως (Αθ. Κρητικός: ό.π. παρ. 412 σελ. 159, ΕφΑθ 1571/2000 ΕλλΔνη 2000.799).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 216 § 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914, 928 εδ. β` και 1508 του ΑΚ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία οι γονείς του θανατωθέντος τέκνου αξιώνουν αποζημίωση από τον υπαίτιο για στέρηση των προς αυτούς υπηρεσιών του τέκνου τους, αρκεί να εκτίθεται σε αυτήν ότι το τέκνο αποτελούσε μέλος του οίκου των γονέων του και διατρεφόταν από αυτούς, καθώς και να προσδιορίζεται το είδος και η έκταση των υπηρεσιών που προσέφερε, ώστε να καθίσταται δυνατό να κριθεί αν αυτές ήταν ανάλογες προς τις δυνάμεις και τις βιοτικές του συνθήκες και να αποτιμηθεί έτσι η αξία τους (Αθ. Κρητικός: ό.π. παρ. 416, 417, 513, 518, του ιδίου: Σχόλιο στην ΕφΑθ 6614/1992 ΕλλΔνη 34. 1491, ΑΠ 303/2005 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., ΑΠ 505/1999 ΕλλΔνη 1999. 1705, ΕφΑθ 308/2000 ΕλλΔνη 2001. 172-173, ΕφΛαρ 49/2002 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΠΡΟΩΡΗ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ
Σε 2 μήνες περίπου ολοκληρώνεται η μεταβατική περίοδος σύγκλισης όλων των ειδικών ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στον γενικό κανόνα της εξόδου στα 62 ή τα 67 που θα ισχύσει από την 1.1.2022. Οι αιτήσεις συνταξιοδότησης φέτος θα σημειώσουν αύξηση τουλάχιστον κατά 20% και ιδίως στο Δημόσιο άνω του 50%.
Οι ασφαλισμένοι άνδρες και γυναίκες του Δημοσίου που επιθυμούν να συνταξιοδοτηθούν με μειωμένη σύνταξη θα πρέπει να δύνανται (ακόμη και με εξαγορές πλασματικών ετών) ή να έχουν αναδρομικώς ήδη συμπληρώσει 25 ακέραια έτη ασφάλισης έως 31.12.2012, ΑΛΛΑ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ και το προβλεπόμενο όριο ηλικίας (55 το 2010, 56 το 2011, 58 το 2012).
Ενόψει, λοιπόν, ενδεχόμενων μεταβολών από 1.1.2022 στο ασφαλιστικό και επειδή η πιθανότητα να μπει φρένο σε πρόωρες (πριν τα 62) συνταξιοδοτήσεις δεν μπορεί να αποκλεισθεί, θα πρέπει οι ασφαλισμένοι, ηλικίας από 55 έως και 60 στο Δημόσιο να είναι σε επαγρύπνηση, αναφορικά με την ενεργοποίηση της συνταξιοδοτικής διαδικασίας, καθώς ο κίνδυνος του εγκλωβισμού μπορεί να αποβεί μεγάλος. Επίσης, απαιτείται προσοχή, καθώς τα όρια ηλικίας μειωμένης σύνταξης στο Δημόσιο, δεν υπέστησαν, με σχετική δευκρινιστική εγκύκλιο του ΓΛΚ, μεταβατικές αυξήσεις, ώστε να επεκταθεί η διατήρηση/κατοχύρωση του μεταβατικού ορίου ηλικίας (όπως ισχύει στις λοιπές κατηγορίες ασφαλισμένων) και μετά την 01/01/2022!
Το «πέναλτι» της μείωσης (που φθάνει έως και το 30%) εφαρμόζεται μόνο στο ποσό της Εθνικής Σύνταξης και όχι στο σύνολο, ενώ η Ανταποδοτική Σύνταξη χορηγείται πλήρης. Υπό την ανωτέρω προοπτική, η έξοδος καθίσταται συμφέρουσα για όλους τους υπαλλήλους που έχουν κατοχυρωμένο δικαίωμα μειωμένης, αλλά απέχουν πολύ από τα νέα όρια για πλήρη.
Πρέπει, τέλος, να διευκρινιστεί ότι η χρήση πλασματικών ετών αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο ώστε να θεμελιωθεί το συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Η επιλογή αυτή είναι συμφέρουσα για όσους συμπληρώνουν με τα πλασματικά πλήρη την 25ετία τα έτη 2010, το 2011 και το 2012 και με ταυτόχρονη συμπλήρωση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτούνται. Οι πιο συνηθισμένες περιπτώσεις αναγνώρισης είναι η στρατιωτική θητεία, ο χρόνος σπουδών και η αναγνώριση τέκνων. Η εξαγορά συμφέρει ιδιαίτερα κάποιες κατηγορίες ασφαλισμένων, οι οποίοι με τα πλασματικά έτη ξεκλειδώνουν την πόρτα της συνταξιοδότησης θεμελιώνοντας δικαίωμα ή φέρνουν νωρίτερα την έξοδο αυξάνοντας ταυτόχρονα – ενίοτε σημαντικά – το προσδοκώμενο ποσό της σύνταξης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ – Ο ΓΡΗΓΟΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΛΥΣΗΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ – ΕΚΔΟΣΗ ΠΛΕΟΝ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟ
Η λύση του γάμου είναι εφικτή είτε με διαζύγιο κατ’ αντιδικία, όταν για την διατροφή, την επιμέλεια των τέκνων, την περιουσία του ζεύγους, υπάρχει διαφωνία μεταξύ των συζύγων είτε με συναινετικό διαζύγιο, στην περίπτωση που οι σύζυγοι δύνανται να διευθετήσουν τα παραπάνω ζητήματα που προκύπτουν από την λύση του γάμου τους.
Ωστόσο, η πλέον συμφέρουσα διαδικασία για την οριστική λύση του γάμου, από άποψη κόστους και χρόνου, είναι το συναινετικό διαζύγιο, ειδικά μετά την πρόβλεψη του νόμου για την έκδοση του μόνο από συμβολαιογράφο και όχι από τα δικαστήρια.
Μετά την μη εμπλοκή των δικαστηρίων στην έκδοση του συναινετικού διαζυγίου, η επιλογή συμβολαιογράφου και δικηγόρων με ειδικές γνώσεις και εμπειρία επί του θέματος είναι απαραίτητη και πολλές φορές κρίσιμη.
Στην περίπτωση της αντιδικίας, το σύνηθες είναι να κατατίθενται από τη μία πλευρά αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επικοινωνίας με τα τέκνα και από την άλλη πλευρά αίτηση ασφαλιστικών μέτρων διατροφής.
Μετά την προσωρινή δικαστική προστασία κατατίθενται αγωγές για α) την επιμέλεια, επικοινωνίας και διατροφή των τέκνων β) διαζυγίου και γ) διεκδίκηση των αποκτημάτων (περιουσία), τα οποία αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου. Καθίσταται έτσι σαφές ότι στις περιπτώσεις της αντιδικίας, μπορεί να λάβουν χώρα από τρεις έως και πέντε συζητήσεις αγωγών-αιτήσεων ενώπιον των δικαστηρίων, οι δε εν λόγω αντιδικίες διαρκούν έως και τρία με τέσσερα, ειδικά αν υπάρξει προσφυγή στο Εφετείο από κάποια πλευρά.
Ο συναινετικός τρόπος λύσης του γάμου αποτελεί πλέον, ειδικά μετά το ν. 4509/2017, (σύμφωνα με το άρθρο 22 του οποίου, ο γάμος λύνεται πλέον όχι με δικαστική απόφαση αλλά με συμβολαιογραφική πράξη, αντίγραφο της οποίας κατατίθεται στο ληξιαρχείο, όπου έχει καταχωρισθεί η σύσταση του γάμου) τον πιο απλό, γρήγορο και οικονομικό τρόπο για τη λύση του γάμου, καθώς μέσω της διαδικασίας αυτής διευθετούνται όλα τα ζητήματα που άπτονται των προσωπικών και περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, αλλά και των σχέσεων των γονέων με τα τέκνα τους (επιμέλεια, επικοινωνία, διατροφή) και μάλιστα σε μόλις δέκα ημέρες από την υπογραφή της συμφωνίας των συζύγων.
Επιπλέον, εκτός του οικονομικού κόστους, με τη διαδικασία αυτή αποφεύγεται και το ψυχολογικό κόστος που συνήθως εμπεριέχουν οι συνεχείς αντιδικίες.
Η διαδικασία του συναινετικού διαζυγίου χρειάζεται περίπου είκοσι με τριάντα ημέρες και περιλαμβάνει τα εξής στάδια:
- Συμφωνία μεταξύ των συζύγων, ενδεχομένως με τη βοήθεια δικηγόρου για τα ζητήματα που προαναφέρθηκαν.
- Προσκόμιση των δικαιολογητικών που εκτίθενται κατωτέρω στους δικηγόρους
- Εκπόνηση των συμφωνητικών από τους δικηγόρους (στα οποία περιλαμβάνονται η δήλωση βούλησης για συναινετική λύση του γάμου, οι συμφωνίες αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση των συζύγων, και αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα συμφωνία σχετικά με την επιμέλεια και των επικοινωνία των τέκνων με τους γονείς και η συμφωνία τους για τον χωρισμό της περιουσίας τους).
- Έκδοση του διαζυγίου από τον συμβολαιογράφο, με υπογραφή της συμφωνίας και από τους δικηγόρους.
Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά είναι τα εξής:
- Ληξιαρχική πράξη γάμου
- Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης
- Ληξιαρχικές πράξεις γέννησης των τέκνων εάν υπάρχουν
- Φωτοτυπίες των ταυτοτήτων των συζύγων
- Δύο πληρεξούσια, ένα για τον κάθε δικηγόρο των δύο συζύγων
- Σύντομη περιγραφή της περιουσίας των συζύγων (κινητών και ακινήτων)
Κατόπιν της έκδοσης του διαζυγίου, θα πρέπει να γίνουν κάποιες ακόμα ενέργειες όπως η προσκόμιση της συμβολαιογραφικής πράξης στο Ληξιαρχείο για τη λύση του γάμου, οι οποίες δεν χρειάζονται υποχρεωτικά δικηγόρο και οι οποίες μπορούν να γίνουν από τους συζύγους απευθείας.
Καθίσταται, επομένως σαφές ότι η διαδικασία της συναινετικής λύσης του γάμου είναι οικονομικά πιο συμφέρουσα, ιδιαίτερα γρήγορη, σε σχέση φυσικά με τη διαδικασία της κατ’ αντιδικία λύσης του γάμου η οποία συνεπάγεται και δικαστική διαμάχη των συζύγων και λιγότερο ψυχοφθόρα για τα εμπλεκόμενα μέρη.
Μετά την μη εμπλοκή των δικαστηρίων στην έκδοση του συναινετικού διαζυγίου, η επιλογή συμβολαιογράφου και δικηγόρων με ειδικές γνώσεις και εμπειρία επί του θέματος είναι απαραίτητη και πολλές φορές κρίσιμη για την ασφάλεια και την ουσιαστική και τυπική αρτιότητα της διαδικασίας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
MIΣΘΩΣΕΙΣ – ΑΓΩΓΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΜΙΣΘΙΟΥ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ «ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ» ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όταν μια μίσθωση είναι ορισμένου χρόνου (και για όσο δεν έχει παρέλθει ο ελάχιστα χρόνος μίσθωσης - δηλαδή η τριετία από την κατάρτισή της, για αστικές συμβάσεις κύριας κατοικίας και κάθε εμπορική σύμβαση), δεν μπορεί ο εκμισθωτής να ζητήσει την άμεση αποχώρηση του μισθωτή από το μίσθιο (αστικό ή εμπορικό) πριν την λήξη της μίσθωσης.
Μπορεί όμως να ζητήσει "προληπτικά" να εκδοθεί απόφαση που θα εκτελεστεί μόλις περάσει ο χρόνος της μίσθωσης, αν έχει υπόνοιες ότι ο μισθωτής δεν θα εγκαταλείψει το μίσθιο την ημερομηνία λήξης της σύμβασης.
Έτσι, επιτρέπεται η άσκηση από τον εκμισθωτή της αγωγής απόδοσης του μισθίου και πριν από την παρέλευση της νόμιμης ή συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης (αφού το άρθρο 48 παρ. 2 Π.Δ 34/1995 παραπέμπει ρητά στο άρθρο 69 του ΚΠολΔ σε κάθε περίπτωση απόδοσης μισθίου), η απόδοση όμως του μισθίου θα διαταχθεί για χρόνο μετά την λήξη της μίσθωσης.
Το δικαστήριο, κρίνοντας στην περίπτωση αυτή τη νομιμότητα της αγωγής, εφαρμόζει τη διάταξη του άρθρου 69 ΚΠολΔ, εφόσον υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις και δεν απαιτείται αναγκαίως να γίνεται επίκληση από τον ενάγοντα της διάταξης αυτής.
Επομένως, δεν είναι απαραίτητο στην πρόωρη άακηση της αγωγής για απόδοση του μισθίου, να αναφέρεται ρητά σε αυτήν ότι η απόδοση του μισθίου ζητείται με βάση τη διάταξη του άρθρου 69 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι ασκείται αυτή με αναβλητική προθεσμία (της παρόδου του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου), αφού από τα εκτιθέμενα στην αγωγή ή, σε κάθε περίπτωση, από την εφαρμογή του νόμου, αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο θα ρυθμισθεί η λειτουργία της καταγγελίας και θα ορισθούν οι συνέπειες και τα αποτελέσματά της, σύμφωνα με τα όσα από το νόμο ορίζονται.
Εάν δε με την αγωγή ζητείται η απόδοση του μισθίου σε χρόνο προγενέστερο εκείνου που ορίζεται ως ληκτικός κατά τα ανωτέρω της μίσθωσης και ο χρόνος αυτός της λήξης δεν είχε επελθει κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, αυτή είναι νόμιμη και παραδεκτή, το δε δικαστήριο διατάσσει την απόδοση του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης.
Ο εσφαλμένος από τον ενάγοντα εκμισθωτή προσδιορισμός του χρόνου λήξης κατά νόμο της μίσθωσης ανάλογα με το χρόνο, που ο μισθωτής ή οι δικαιοπάροχοι του τελευταίου βρίσκονται στη χρήση του μισθίου, με αποτέλεσμα να επιδιώκεται η απόδοση του μισθίου σε χρόνο προγενέστερο από εκείνο που ορίζει ο νόμος, δεν καθιστά αόριστη ούτε προώρως ασκηθείσα την αγωγή, αφού στο αγωγικό αίτημα για απόδοση του μισθίου από ορισμένο χρονικό σημείο, πριν η μετά την άσκηση της αγωγής, περιέχεται το έλασσον αίτημα για απόδοση του μισθίου σε απώτερο χρονικό σημείο κατά το οποίο, κατ` εφαρμογή του άρθρου 69 ΚΠολΔ., θα διαταχθεί από το δικαστήριο και η απόδοση του μισθίου.
Για την ευδοκίμηση της προώρως ασκούμενης αγωγής απόδοσης του μισθίου δεν είναι αναγκαίο να επικαλεστεί και αποδείξει ο ενάγων ότι υπάρχει βάσιμος φόβος πως ο μισθωτής δεν θα αποδώσει εκουσίως το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης, καθόσον δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή το εδαφ. στ’ της παρ. 1 του άρθρου 69 ΚΠολΔ αλλά το εδαφ. α` της ίδιας παραγράφου και το έννομο συμφέρον του εκμισθωτή, συνιστάμενο στην απόκτηση εκτελεστού τίτλου πριν από τη λήξη της μίσθωσης, ώστε να επιτύχει την απόδοση του μισθίου κατά τη λήξη της, είναι πρόδηλο.
Άλλωστε, με την παρέλευση της νόμιμης διάρκειας μιας μίσθωσης, οπότε και η μίσθωση λήγει αυτοδικαίως μόλις περάσει ο χρόνος αυτός, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο, όπως καταγγελία ή όχληση (σχετ. Μ, Μαργαρίτης/Αντ. Μαργαρίτη, ΕρμΑΚ, άρθρα 608-611, αριθμ. 5, σελ. 524), δεν νοείται καταγγελία αυτής, η οποία αν ασκηθεί έχει την έννοια της εναντίωσης του εκμισθωτή στην αναμίσθωση.
Επομένως, ακόμη και στην περίπτωση που ο εκμισθωτής (για τις παλιές εμπορικές μισθώσεις) εσφαλμένως θεωρεί ότι μετά την παρέλευσης της δωδεκαετούς διάρκειας της μίσθωσης αυτή κατέστη αορίστου χρόνου και την καταγγέλλει, ενώ αυτή έχει σιωπηρά παραταθεί στα δεκαέξι έτη, σύμφωνα με το άρθρο 61 περ. δ` του Π.Δ. 34/1995 λόγω μη άσκησης της αξίωσης από αυτόν για απόδοση του μισθίου εντός την προθεσμίας τον εννιά μηνών από την λήξη της, η καταγγελία αυτή, συνιστά δήλωση βούλησης ότι δεν επιθυμεί την συνέχιση της μίσθωσης μετά την παρέλευση των δεκαέξι ετών στο πλαίσιο της αναμίσθωσης και θα διαταχθεί η απόδοση του μισθίου από τον μισθωτή σε αυτόν όταν λήξει η μίσθωση.
Τούτο δε, διότι στο μείζον που είναι η αξίωση του εκμισθωτή για απόδοση του μισθίου λόγω λύσης της αόριστης διάρκειας μίσθωσης με καταγγελία περιλαμβάνεται το έλασσον, που είναι η απόδοση του μισθίου συνέπεια λήξης της μίσθωσης, εξαιτίας παρόδου του συμβατικού ή του νόμιμου ή του τυχόν χρόνου αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ ΜΕ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ.
Την δυνατότητα να θεμελιώσουν δικαίωμα συνταξιοδότησης έχουν οι ασφαλισμένοι καταβάλλοντας οι ίδιοι τις εισφορές τους μέχρι να συμπληρώσουν τα 4.500 ένσημα, με την βασική όμως προϋπόθεση να έχουν ήδη 1.500 έως 3.000 ένσημα.
Την σχετική αίτηση για υπαγωγή σε προαιρετική ασφάλιση μπορούν να κάνουν όλοι όσοι έχουν μείνει ανασφάλιστοι αρκεί να πληρούν μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις:
Να υπήρξαν ασφαλισμένοι κατά το παρελθόν για 5 έτη εκ των οποίων τουλάχιστον 1 έτος εντός της τελευταίας, πριν από την υποβολή της αίτησης, πενταετίας ή
Να έχουν πραγματοποιηθεί οποτεδήποτε στο παρελθόν συνολικά 10 χρόνια υποχρεωτικής ασφάλισης (3.000 ένσημα) σε ένα ή δύο Ταμεία (διαδοχική).
Οι όροι και οι προϋποθέσεις περιγράφονται σε εγκύκλιο του ΕΦΚΑ σύμφωνα με την οποία στον απαιτούμενο ελάχιστο χρόνο των 1.500 ή 3.000 ενσήμων που πρέπει να έχουν όσοι διέκοψαν την ασφάλιση δεν συνυπολογίζονται χρονικά διαστήματα ασφάλισης αναγνώρισης πλασματικών χρόνων. Επίσης, οι ασφαλισμένοι στον τ. ΟΓΑ και οι αυτοαπασχολούμενοι δεν πρέπει να έχουν αφήσει ανεξόφλητες τυχόν οφειλές ή τουλάχιστον να έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ρύθμισης. Το κόστος της προαιρετικής ασφάλισης ισούται με το 20% του μισθού ή του εισοδήματος του τελευταίου δωδεκαμήνου για την κύρια σύνταξη και αν θέλει δίνει και 6,95% για τον κλάδο υγείας. Η ελάχιστη μηνιαία εισφορά σύνταξης για ελεύθερους επαγγελματίες είναι το 20% του βασικού μισθού (το ύψος του οποίοι ποικίλει ανάλογα με το έτος υποβολής της αίτησης) ενώ οι μισθωτοί καταβάλλουν το σύνολο της ασφαλιστικής εισφοράς εργαζόμενου και εργοδότη με βάση το μέσο όρο του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών επί των οποίων καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από τη διακοπή της υποχρεωτικής ασφάλισης, συνυπολογιζομένων του Δώρου εορτών και του επιδόματος αδείας. Όσοι είχαν βαρέα και δεν συμπλήρωσαν τις χρονικές προϋποθέσεις για σύνταξη (4.500 με 3.600 στα βαρέα) χάνουν το δικαίωμα εξόδου με βαρέα.
Οι εισφορές προαιρετικής ασφάλισης καταβάλλονται κάθε μήνα και έχουν πρόστιμο αν πληρωθούν εκπρόθεσμα.
Η προαιρετική ασφάλιση διακόπτεται με σχετική αίτηση, με την συνταξιοδότηση λόγω γήρατος ή επ’ αόριστο αναπηρίας, με την ανάληψη εργασίας ή λόγω θανάτου, ενώ αναστέλλεται με την συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας ή λόγω επιδοτούμενης ασθένειας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ – ΔΥΝΟΤΗΤΑ (ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΗ) ΑΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΤΕΚΝΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΤΡΑΜΗΝΟ
Σε κάθε κληρονομική κατά ρίζα διαδοχή, οι κληρονόμοι, οφείλουν εντός τετραμήνου απο την ημερομηνία θανάτου να αποποιηθούν την κληρονομία του θανόντος, άλλως θεωρείται ότι αποδέχονται σιωπηρά την κληρονομία.
Ωστόσο, είναι πολλές οι φορές εκείνες, που οι γονείς, ως μη έχοντες ειδικές νομικές γνώσεις κληρονομικού δικαίου και ευρισκόμενοι σε πλάνη ως προς τις ειδικές συνθήκες, πίστευαν πως η κληρονομία δεν επάγεται (περιέρχεται) στα τέκνα τους πριν το 18 έτος της ηλικίας τους.
Η πληροφορία όμως αυτή είναι εντελώς λανθασμένη αλλά , υπό προϋποθέσεις, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η προθεσμία (των 4 μηνών) για την αποποίηση ξεκινάει από την ημέρα που οι γονείς ενημερώνονται για την έναρξη της προθεσμίας αποποίησης, καθώς αυτοί ευρίσκονται σε ουσιώδη πλάνη και όχι από την ημερομηνία αποποίησης των ιδίων που είχε ήδη παρέλθει.
Σε κάθε περίπτωση αποποίησης είναι αναγκαίο να γίνεται προσεκτική ανάλυση των δεδομένων και όλων των υπόχρεων προς αποποίηση από εξειδικευμένο και έμπειρο νομικό για την αποφυγή περιπλοκών, που ενδέχεται να έχουν σοβαρότατες οικονομικές συνέπειες για τον τυχόν μη αποποιούμενο.
Στην προκειμένη υπόθεση, τόσο τα παιδιά του θανόντος όσο και η σύζυγος του θανόντος, αποποιήθηκαν εμπροθέσμως, χωρίς όμως να αποποιηθούν και τα εγγόνια του θανόντος ως όφειλαν εντός της νόμιμης προθεσμίας.
Το δικαστήριο με την απόφαση του (Ειρ 165/2021) έκρινε ,πως η προθεσμία ξεκινάει από την ημέρα που οι γονείς ενημερώνονται για την έναρξη της προθεσμίας αποποίησης, καθώς αυτοί ευρίσκονται σε ουσιώδη πλάνη και όχι από την ημερομηνία αποποίησης των ιδίων που είχε ήδη παρέλθει.
Σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, οι αιτούντες, οι οποίοι δεν διαθέτουν ειδικές νομικές γνώσεις κληρονομικού δικαίου, θεώρησαν εσφαλμένα ότι η επαγωγή της κληρονομιάς στα ανήλικα τέκνα τους δεν θα γινόταν προτού αυτά ενηλικιωθούν και ότι η αποποίηση θα έπρεπε να γίνει από τα ίδια, εντός έτους από την ενηλικίωσή τους.
Η πλάνη αυτή των αιτούντων, στο πρόσωπο των οποίων κρίνεται το στοιχείο της γνώσης της επαγωγής της κληρονομιάς στα ανήλικα τέκνα τους καθώς και του λόγου αυτής, ήταν ουσιώδης, διότι αναφερόταν σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε, εάν γνώριζαν την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηναν να παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία, αλλά θα αποποιούνταν εμπρόθεσμα την κληρονομιά για λογαριασμό των τέκνων τους.
Η πλάνη τους δε, συνεχίστηκε μέχρι και την 25.11.2019, οπότε ο αιτών μετέβη στη Δ.Ο.Υ. και ενημερώθηκε από την Προϊσταμένη της Υπηρεσίας ότι έπρεπε ήδη να έχει προβεί σε δήλωση αποποίησης κληρονομιάς των τέκνων του και ότι η κληρονομική του μερίδα είχε πλέον επαχθεί σε αυτά.
Η πιο πάνω πλάνη των αιτούντων σχετικά με τις νομικές ρυθμίσεις περί αποδοχής κληρονομιάς, είχε ως αποτέλεσμα τη μη έναρξη για τα τέκνα τους της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης του άρθρου 1847 ΑΚ πριν από την 25.11.2019. Επομένως, εμπρόθεσμα κατατέθηκε η ένδικη αίτηση την 27.12.2019.
Έκτοτε δε και μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης, ανεστάλη η προθεσμία της αποποίησης, αφού χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου δεν είναι δυνατόν να αποποιηθούν την κληρονομιά για λογαριασμό των ανηλίκων οι αιτούντες γονείς τους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω κληρονομιά στερείται παντελώς ενεργητικού και εμφανίζει αυξημένο παθητικό, αφού ο αποβιώσας βαρύνεται με οφειλές προς τη Δ.Ο.Υ. Καλλιθέας, ύψους € 28.716,34 (βλ. προσκομισθείσα κατάσταση χρεών του θανόντος της 25.11.2019). Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που η σύζυγος και τα τέκνα του θανόντος έσπευσαν να αποποιηθούν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά του.
Επομένως, παρά την επαγωγή της ως άνω κληρονομιάς στα ανήλικα τέκνα των αιτούντων με το ευεργέτημα της απογραφής, προς αποφυγή άσκοπων ταλαιπωριών και δαπανών τους και ενόψει του κατάχρεου αυτής, κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον των τέκνων η παροχή της σχετικής άδειας αποποίησης.
Σε κάθε περίπτωση αποποίησης πρέπει να γίνεται προσεκτική ανάλυση των δεδομένων και όλων των υπόχρεων προς αποποίηση από εξειδικευμένο και έμπειρο νομικό για την αποφυγή περιπλοκών, που ενδέχεται να έχουν σοβαρότατες οικονομικές συνέπειες για τον τυχόν μη αποποιούμενο.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΣΕΠ: ΕΝΣΤΆΣΕΙΣ – ΔΙΚΑΣΤΙΚΈΣ ΠΡΟΣΦΥΓΈΣ.
Στους διαγωνισμούς προσλήψεων στο Ελληνικό Δημόσιο, κάθε υποψήφιος που αποκλείεται ή τυγχάνει εσφαλμένης ή αυθαίρετης αξιολόγησης από το ΑΣΕΠ, έχει τη δυνατότητα να υποβάλει, , ένσταση ενώπιον του ΑΣΕΠ, εντός συγκεκριμένης τασσόμενης στην προκήρυξη προθεσμίας. Σε περίπτωση απόρριψης της ενστάσεως, ο υποψήφιος έχει δικαίωμα να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.
Εν όψει των δύο αυτών διαδικασιών, είναι κρίσιμο το κείμενο της ένστασης να έχει προηγουμένως υποστεί σοβαρή νομική επεξεργασία, προκειμένου να πλαισιώνεται από άρτια δομημένα και τεκμηριωμένα νομικά επιχειρήματα, ούτως ώστε είτε να γίνει δεκτή από την αρμόδια Επιτροπή του ΑΣΕΠ, είτε, ακόμα κι αν απορριφθεί, να αποτελέσει ορθή βάση για την μετέπειτα άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου.
Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) αποτελεί ανεξάρτητη αρχή που συστάθηκε με το ν. 2190/1994, επιφορτισμένη με τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα. Η ανεξάρτητη αυτή αρχή δεν υπόκειται σε εποπτεία και έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλες διοικητικές αρχές αλλά σε κοινοβουλευτικό έλεγχο σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, ενώ οι πράξεις του δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο από άποψη νομιμότητας αλλά μόνο σε δικαστικό έλεγχο.
Κατά την διεξαγωγή δημοσίου διαγωνισμού προσλήψεων στο Ελληνικό Δημόσιο και σύμφωνα με τους όρους της Προκήρυξης του εκάστοτε διαγωνισμού, κάθε υποψήφιος που αποκλείεται από τους οριστικούς Πίνακες Κατάταξης Προσωπικού ή τυγχάνει εσφαλμένης ή αυθαίρετης αξιολόγησης από την Επιτροπή του ΑΣΕΠ (Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού), έχει τη δυνατότητα να υποβάλει, εντός συγκεκριμένης τασσόμενης στην προκήρυξη προθεσμίας, ένσταση ενώπιον του ΑΣΕΠ κατά των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, επικαλούμενος παρατυπίες ή πλημμελείς πτυχές της διαδικασίας αξιολόγησης.
Σε περίπτωση απόρριψης της ενστάσεως του υποψηφίου από την αρμόδια επιτροπή του ΑΣΕΠ, ο υποψήφιος έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Δικαιοσύνη και να προσβάλει δικαστικά τα αποτελέσματα του διαγωνισμού, στο βαθμό που θίγουν τα έννομα συμφέροντά του, ασκώντας αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Σε κάθε περίπτωση, θεωρείται απολύτως κρίσιμο το κείμενο της ένστασης που υποβάλλεται να έχει προηγουμένως υποστεί σοβαρή νομική επεξεργασία από οποιονδήποτε εξειδικευμένο στον τομέα αυτό Δικηγόρο, προκειμένου να πλαισιώνεται από άρτια δομημένα και τεκμηριωμένα νομικά επιχειρήματα, ούτως ώστε είτε να γίνει δεκτή από την αρμόδια προς τούτο Επιτροπή του ΑΣΕΠ, είτε, ακόμα κι αν απορριφθεί, να αποτελέσει ορθή και αρκούντως εδραιωμένη βάση για την μετέπειτα άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου.
Η αίτηση ακυρώσεως είναι ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου. Με αυτήν ο υποψήφιος ψέγει τα αποτελέσματα του διαγωνισμού, τα οποία είτε τον αποκλείουν παντελώς από τον οριστικό Πίνακα Κατάταξης, είτε αξιολογούν πλημμελώς την συμμετοχή του στην διαδικασία (λ.χ. με την εσφαλμένη καταμέτρηση των μορίων του υποψηφίου). Σε περίπτωση αποδοχής της δικαστικής προσφυγής, ο υποψήφιος επανατοποθετείται στους οριστικούς Πίνακες Κατάταξης στη θέση που θα έπρεπε εξαρχής να είχε καταλάβει. Αν η θέση αυτή συνεπάγεται τον διορισμό του σε μία από τις θέσεις της επιλογής του, ο υποψήφιος θα καταλάβει αυτή τη θέση και ο τελευταίος ως τότε επιτυχών θα μετατραπεί σε πρώτο επιλαχόντα. Κατά συνέπεια, με την έκδοση θετικής υπέρ του υποψηφίου δικαστικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, πραγματοποιείται ανακατανομή των υποψηφίων στον πίνακα κατάταξης.
Πέραν των ανωτέρω, κάθε υποψήφιος έχει δικαίωμα να προσβάλει δικαστικά και τους ίδιους τους όρους της Προκήρυξης του δημοσίου διαγωνισμού, καθ’ ο μέρος προσβάλουν ουσιώδη δικαιώματα και έννομα συμφέροντα υποψηφίων, κατά παράβαση του Συντάγματος και των νόμων που είναι σύμφωνοι με αυτό. Αναλυτικότερα, στο άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια…….» και στο άρθρο 95 (παρ. 1) του ως άνω Συντάγματος ότι: «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, β)….. γ)…… δ)..» και στο άρθρο 1 του Ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 (Α 112) και στη συνέχεια με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 2944/2001 (Α 222) ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών, που αφορούν: α)……. β)……. γ) …..».
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κανονιστικού περιεχομένου πράξεις, όπως είναι η Προκήρυξη ενός δημοσίου διαγωνισμού, προσβάλλονται παραδεκτώς με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του έχοντος τη γενική ακυρωτική, κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητα Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. ΣτΕ 230/06, 535/05, 2019/01).
Οι Προκηρύξεις που θα εκδοθούν είναι εκείνες οι πράξεις οι οποίες προσδιορίζουν κατά τρόπο δεσμευτικό το νομικό πλαίσιο των διαγωνισμών και ειδικότερα τους όρους και τις προϋποθέσεις συμμετοχής των υποψηφίων, μπορούν δε να προσβληθούν με αίτηση ακυρώσεως από τους έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον (4093/2012 ΣΤΕ). Συνεπώς, όταν επιδιώκεται η ακύρωση της κανονιστικού περιεχομένου Προκήρυξης του ΑΣΕΠ, καθ’ ό μέρος με την Προκήρυξη αυτή πλήττεται το δικαίωμα των αιτουσών για ισότιμη συμμετοχή στην διαδικασία πλήρωσης των προκηρυχθεισών θέσεων με σειρά προτεραιότητας, αρμόδιο είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 20/2000, Ολομ. ΣτΕ 2510-11/1997, 725/2007 ΣΤΕ).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
Συντάξεις – Αποζημίωση ασφαλισμένης λόγω καθυστέρησης έκδοσης της σύνταξής της
Παράνομη κρίθηκε η καθυστέρηση επί διάστημα 4 ετών, εκ μέρους του ΕΦΚΑ, του προσδιορισμού του χρόνου ασφάλισης στο Ι.Κ.Α. για ασφαλισμένη, με αποτέλεσμα την απώλεια τμήματος της σύνταξής της. Έτσι, δικαστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έκανε δεκτή την αγωγή αποζημίωσης της ασφαλισμένης και υποχρέωσε τον ΕΦΚΑ σε καταβολή αποζημίωσης στην ενάγουσα-συνταξιούχο.
Δεκτή έγινε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή αποζημίωσης, κατά τα άρ. 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ, συνταξιούχου κατά του τέως Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α. (ΔΠΑ 1806/2021), η οποία υποχρέωσε τον ΕΦΚΑ σε καταβολή στην ενάγουσα-συνταξιούχο ποσού 4.357,35 ευρώ λόγω καθυστέρησης έκδοσης βεβαίωσης χρόνου ασφάλισης στον φορέα αυτό.
Με την αγωγή της η ενάγουσα προέβαλε ότι εξαιτίας των πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του εναγόμενου, καθυστέρησε παράνομα η έκδοση απόφασης περί βεβαίωσης του διανυθέντα χρόνου ασφάλισης στο εν λόγω Ίδρυμα για χρονικό διάστημα 4 ετών, ήτοι από το 2011 έως το 2015, με αποτέλεσμα την απώλεια, κατά το χρονικό διάστημα από 9-10-2010 έως 31-8-2012, ποσού 189,45 ευρώ μηνιαίως, το οποίο αντιστοιχεί στο καταβαλλόμενο ποσό από τον συμμετέχοντα ασφαλιστικό οργανισμό. Τούτο διότι, κατ’ εφαρμογή του άρ. 60 παρ. 1 του π.δ. 169/2007, απαγορεύεται η αναδρομική αναγνώριση οικονομικών δικαιωμάτων για συντάξεις, πέραν της τριετίας.
Κατά το σκεπτικό του δικαστηρίου, οι ειδικές διατάξεις της Κ.Υ.Α. ΔΙΣΚΠΟ/Φ17/29/26420/10-7-1991, οι οποίες ορίζουν διαφορετικές προθεσμίες για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων από ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Οι προθεσμίες αυτές, εξάλλου, είναι ενδεικτικές, σύμφωνα με το άρ. 10 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, διότι δεν χαρακτηρίζονται ρητά από τον νόμο ως αποκλειστικές, ούτε προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις διαφορετική βούληση του νομοθέτη, με την έννοια ότι περιέχουν έντονη υπόδειξη προς τα αρμόδια προς τούτο όργανα του Ταμείου να ολοκληρώσουν τη διαδικασία και να χορηγήσουν την παροχή, μέσα σε σύντομο και, πάντως, εύλογο χρόνο.
Η υπέρβαση των προβλεπόμενων προθεσμιών, εντός των οποίων η αρμόδια ή οι συναρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. οφείλουν να αποφανθούν επί υποβαλλόμενου αιτήματος, στοιχειοθετεί ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση, κατά τα άρ. 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., αν συντρέχουν και οι λοιπές κατά τα άρθρα αυτό προϋποθέσεις, ήτοι η επέλευση ζημίας και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της κατά τα ως άνω παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας.
Ειδικώς, επί παράνομης κατά τα ως άνω καθυστέρησης διεκπεραίωσης αιτήματος ασφαλισμένου προς τον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίο υπάγεται, δύναται να στοιχειοθετηθεί αστική ευθύνη του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού, εφόσον η καθυστέρηση αυτή συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία που υπέστη ο ασφαλισμένος.
Εν προκειμένω, το δικαστήριο έκρινε πως το χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, που παρήλθε από το 2011, οπότε περιήλθε στον εναγόμενο ασφαλιστικό οργανισμό η υπόθεση της ενάγουσας, μέχρι το 2015, οπότε αυτή διεκπεραιώθηκε από το Ι.Κ.Α., με την έκδοση απόφασης περί βεβαίωσης του διανυθέντα χρόνου ασφάλισης στο εν λόγω Ίδρυμα, υπερβαίνει το εύλογο, εντός του οποίου όφειλε το εναγόμενο να διεκπεραιώσει την υπόθεση της ενάγουσας, συνεκτιμώντας ακόμη και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, ενόψει του ότι απαιτήθηκε η διενέργεια επιμέρους ελέγχων σε τρία διαφορετικά υποκαταστήματα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
Απορριπτέοι κρίθηκαν οι ισχυρισμοί του εναγομένου, κατά τους οποίους δεν υφίσταται καμία παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους των οργάνων του, εφόσον τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες και βεβαιώθηκε ο ορθός χρόνος ασφάλισης της ενάγουσας, ενώ έπρεπε να γίνουν έλεγχοι ασφάλισης, που ήταν απαραίτητοι προκειμένου να διαπιστωθεί ο χρόνος της πραγματικής απασχόλησής της στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., οι οποίοι εκκρεμούσαν σε τρία διαφορετικά υποκαταστήματα αυτού.
Περαιτέρω, κρίθηκε πως η ζημία, την οποία επικαλείται η ενάγουσα, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη καθυστέρηση ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου ασφάλισής της στο Ι.Κ.Α., στο πλαίσιο ελέγχου των προϋποθέσεων περί διαδοχικής ασφάλισης.
Άλλωστε, η επίδικη αξίωση της ενάγουσας δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον προκειμένου περί απαιτήσεων κατά του Ι.Κ.Α. που απορρέουν από αδικοπραξία ή αδικαιολόγητο πλουτισμό έχουν εφαρμογή οι ειδικές περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α. υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή.
Ως εκ τούτου, το δικαστήριο κατέληξε πως πράγματι στοιχειοθετείται ευθύνη του εναγόμενου ασφαλιστικού οργανισμού προς αποζημίωση, κατά τα άρ. 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ..
Απόσπασμα απόφασης
Επειδή, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν και τις διατάξεις που παρατέθηκαν, όπως ερμηνεύθηκαν, λαμβάνονται υπόψη τα εξής: Οι αναφερόμενες στο άρθρο μόνο της Κ.Υ.Α. ΔΙΣΚΠΟ/Φ.17/29/26420/10-7-1991 προθεσμίες είναι ενδεικτικές, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, περιέχοντας έντονη υπόδειξη προς τα αρμόδια όργανα να ολοκληρώσουν τη διαδικασία μέσα σε σύντομο και, πάντως, εύλογο χρόνο. Ωστόσο, η υπέρβαση των προβλεπόμενων προθεσμιών πέραν του ευλόγου χρόνου, στοιχειοθετεί ευθύνη του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., εφόσον η καθυστέρηση διεκπεραίωσης του αιτήματος ασφαλισμένου συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία που αυτός υπέστη. Εν προκειμένω, παράλληλα με τη χορήγηση στην ενάγουσα σύνταξης γήρατος, από 9-10-2010, πληρωτέα από το Ελληνικό Δημόσιο (υπ’ αριθμ. 15331/8-4-2011 συνταξιοδοτική πράξη του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης, της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων, του Γ.Λ.Κ.), ζητήθηκαν με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 146700/8-4-2011 έγγραφο του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης, της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων, του Γ.Λ.Κ. από το εναγόμενο, τα ασφαλιστικά στοιχεία της ενάγουσας, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία του ν.δ. 4202/1961, περί διαδοχικής ασφάλισης. Το εν λόγω έγγραφο παρελήφθη από το εναγόμενο στις 19-5-2011, πλην, όμως, αυτό, μαζί με τα ασφαλιστικά στοιχεία της ενάγουσας (αντίγραφο Πινακίδας Ανακεφαλαίωσης Ημερών Εργασίας, 17 Δελτία Ασφαλιστικής Ταυτότητας και Εισφορών, 2 αποφάσεις Ι.Κ.Α.) διαβιβάστηκαν μόλις στις 7-8-2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 9523/7-8-2012 έγγραφο του Διευθυντή Μητρώου) από το Περιφερειακό Υποκατάστημα Αθηνών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., προς το Περιφερειακό Υποκατάστημα Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Συντάξεων, προκειμένου να υπολογισθεί ο χρόνος ασφάλισης αυτής στο Ταμείο, ενώ, περαιτέρω, ο φάκελος απεστάλη, λόγω αρμοδιότητας, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 160109/1-10-2012 έγγραφο της Προϊσταμένης του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Συντάξεων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. προς το Τ.Υ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων.
Ακολούθως, κατόπιν ερωτημάτων της Προϊσταμένης του Τμήματος Ανακ/σης Συντάξεων του Τ.Υ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων, προς τα Υποκαταστήματα Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων, Πλ. Συντάγματος και Νίκαιας, για τον καθορισμό των ημερών εργασίας της ενάγουσας και αφού διενεργήθηκαν σχετικοί έλεγχοι, εκδόθηκε αρχικά, η υπ’ αριθμ. πρωτ. 4047/14-10-2014 απόφαση του Διευθυντή του Τ.Υ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων, με την οποία, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 10 του ν.δ. 4202/1961, βεβαιώθηκε ότι η ενάγουσα υπήρξε ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. από τον 7ο/1973 έως τον 9ο/1993, έχοντας πραγματοποιήσει συνολικά 3.265 ημερομίσθια.
Στη συνέχεια, αφού κλήθηκε το ως άνω Υποκατάστημα του εναγόμενου να προβεί στη διόρθωση της προαναφερθείσας απόφασής του, ενόψει του ότι στην περίπτωση της ενάγουσας τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν.δ. 4202/1961 (υπ’ αριθμ. πρωτ. 155547/16-12-2014 έγγραφο του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης, της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων, του Γ.Λ.Κ.), εκδόθηκε εν τέλει η υπ’ αριθμ. πρωτ. 1960/28-5-2015 απόφαση του Διευθυντή του Τ.Υ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων, με την οποία βεβαιώθηκε ότι ο χρόνος ασφάλισης αυτής στο εν λόγω Ταμείο ανέρχονταν σε 3.265 ημέρες από τον 7ο/1973 έως τον 9ο/1993. Συνεπώς, από τις 19-5-2011, οπότε περιήλθε στον εναγόμενο ασφαλιστικό οργανισμό η υπόθεση της ενάγουσας μέχρι τις 28-5-2015, οπότε αυτή διεκπεραιώθηκε από το Ι.Κ.Α., με την έκδοση απόφασης περί βεβαίωσης του διανυθέντα χρόνου ασφάλισης στο εν λόγω Ίδρυμα, παρήλθε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών. Το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, συνεκτιμώντας και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, ενόψει του ότι απαιτήθηκε η διενέργεια επιμέρους ελέγχων σε τρία διαφορετικά υποκαταστήματα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., υπερβαίνει το εύλογο, εντός του οποίου όφειλε το εναγόμενο να διεκπεραιώσει την υπόθεση της ενάγουσας.
Εξάλλου, η ζημία, που επικαλείται ότι υπέστη η ασφαλισμένη από τις προαναφερθείσες παράνομες παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου, συνίσταται στην απώλεια τμήματος της σύνταξής της, κατά το χρονικό διάστημα από 9-10-2010 έως 31-8-2012 ποσού 189,45 ευρώ μηνιαίως, το οποίο αντιστοιχεί στο καταβαλλόμενο ποσό από τον συμμετέχοντα ασφαλιστικό οργανισμό, όπως υπολογίσθηκε με την υπ' αριθμ. 32675/1-9-2015 τροποποιητική πράξη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όπου συμπεριλήφθηκε στη συνολική συντάξιμη υπηρεσία της ίδιας, ο χρόνος (10 έτη 10 μήνες και 16 ημέρες), που είχε διανύσει στην ασφάλιση του εναγόμενου. Η εν λόγω ζημία της ενάγουσας τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη κατά τα ως άνω καθυστέρηση ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου ασφάλισής της στο Ι.Κ.Α., στο πλαίσιο ελέγχου των προϋποθέσεων περί διαδοχικής ασφάλισης. Ως εκ τούτου, στοιχειοθετείται ευθύνη του εναγόμενου ασφαλιστικού οργανισμού προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. Άλλωστε, η επίδικη αξίωση της ενάγουσας δεν έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή που προβλέπεται για τις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., η οποία ξεκίνησε από τη γένεσή της, ήτοι από την έκδοση της υπ’ αριθμ. 32675/1-9-2015 τροποποιητικής πράξης του Διευθυντή της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων, της Γενικής Διεύθυνσης Χορήγησης Συντάξεων Δημοσίου Τομέα, του Γ.Λ.Κ., με την οποία η σύνταξή της αυξήθηκε στο ποσό των 782,68 ευρώ, από 1-9-2012, λόγω μη αναγνώρισης οικονομικών δικαιωμάτων για συντάξεις, πέραν της τριετίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 60 παρ. 1 του π.δ. 169/2007.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – Πότε θεωρείται εργατικό ατύχημα.
Τροχαίο ατύχημα κατά την μετάβαση στην εργασία, θεωρείται ως ατύχημα εντός εργασίας, εφόσον υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ατυχήματος και εργασίας.
Με την υπ’ αρ. 8452/2020 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η προσφυγή κατά απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ., με την οποία απορρίφθηκε ο χαρακτηρισμός του τροχαίου ατυχήματος του προσφεύγοντος ως ατύχηματος εντός εργασίας.
Ως εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε βίαιο συμβάν, το οποίο προκάλεσε θάνατο ή αναπηρία, που παρακωλύει την εργασία και το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, τελεί δε προς αυτήν, άμεσα ή έμμεσα, σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος (ΣτΕ 1727/2016, 1291/2015, 3009/2005, 1692/2003, 3280/1992 Ολ., πρβλ. ΣτΕ 1549/2013, 3485/2011 κ.ά.)· υφίσταται, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εργασίας και του ατυχήματος (ΣτΕ 1291/2015, 2394/1991).
Περαιτέρω, ως ατύχημα με το χαρακτήρα αυτόν θεωρείται και το επισυμβάν, υπό ανάλογες συνθήκες, κατά τη μετάβαση του ασφαλισμένου στον τόπο της εργασίας του ή την αποχώρησή του από αυτόν, αρκεί να υφίσταται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος (ΣτΕ 3785/2014, 454, 1549, 4299/2013, 1012/2003, 5446/1995,575/1993, 2574, 394/1992, 3475/1987 κ.ά.).
Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταθέτει εντός ορισμένου χρόνου και ενώπιον του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, πίνακες, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τον τόπο εργασίας των εργαζομένων καθώς και το ωράριο εργασίας τους, ενώ η ορθότητα των ανωτέρω στοιχείων των εργαζομένων, όπως και η μεταβολή αυτών, αποτελούν ευθύνη του εργοδότη.
Η Τοπική Διοικητική Επιτροπή του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. (καθ’ ού Οργανισμός) έσφαλε, λαμβάνοντας υπόψη τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ατυχήματος και της εργασίας, επικαλούμενη την δήλωση του εργοδότη του προσφεύγοντος, σχετικά με τον τόπο εργασίας του και το ωράριό του, καθώς αυτή τελικώς απεδείχθη ανακριβής.
Συγκεκριμένα, η κατά το άρθρο 16 του ν. 2874/2000 αναγραφή στις καταστάσεις προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας, ότι τόπος εργασίας του προσφεύγοντος είναι η … , δεν αποκλείει την παράλειψη αναφοράς μεταβολής του τόπου εργασίας εκ μέρους της εταιρείας, στην οποία ανήκει και η ευθύνη για την δήλωση των σχετικών μεταβολών των στοιχείων των εργαζομένων της. Εξάλλου, η επικαλούμενη από το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ κατάσταση προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας, η οποία αναγράφει ότι ο προσφεύγων εργάζεται στην …, έρχεται σε αντίθεση με την ανωτέρω δήλωση της εταιρείας στην αναγγελία εργατικού ατυχήματος, στην οποία δηλούται ότι το ατύχημα συνέβη στην ..., κατά την προσέλευση στην εργασία και δη στα γραφεία της εταιρείας στο … .
Περαιτέρω, η φύση της εργασίας του προσφεύγοντος ως πωλητή, όπως προκύπτει και από την προσκομιζόμενη σύμβαση εργασίας του με την εταιρεία, επιτάσσει ευελιξία ωραρίου, και, ως εκ τούτου, η προκύπτουσα από τα προσκομιζόμενα έγγραφα διαφορά κατά μία ώρα στην έναρξη και την λήξη του ωραρίου εργασίας του (σε σχέση με το ωράριο εργασίας που προβάλλει ο προσφεύγων), παρίσταται εύλογη.
Εν όψει αυτού, το ατύχημα του προσφεύγοντος συνέβη εντός ευλόγου χρόνου που απαιτείται κατά τα κοινώς γνωστά για να μεταβεί ο προσφεύγων από τον τόπο του ατυχήματος στον τόπο εργασίας του κατά τις πρωινές ώρες αιχμής.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος κατά την μετάβαση του ασφαλισμένου στον τόπο της εργασίας του.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής, η οποία έκρινε ότι το ατύχημα έλαβε χώρα εκτός εργασίας είναι εσφαλμένη και πρέπει να ακυρωθεί.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
