ΑΚΙΝΗΤΑ –ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΑΥΤΗΣ
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΑΦΜ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΠΩΛΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΜΙΣΘΩΣΗΣ – ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΑΠΟ ΑΛΛΟ ΠΡΟΣΩΠΟ. ΜΙΣΘΩΤΗΡΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΥ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ ΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΠΩΛΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΜΙΣΘΩΣΗΣ – ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΑΠΟ ΑΛΛΟ ΠΡΟΣΩΠΟ. ΜΙΣΘΩΤΗΡΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 ΑΚ, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 44 ΠΔ 34/1995 εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσης από το μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρο 12 του ίδιου ΠΔ 34/1995 περιπτώσεων, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους, ύστερα από συναίνεση του εκμισθωτή.
Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς τον δεύτερο της μισθωτικής σχέσης χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο μισθωτή στη σχέση αυτή και συνεπώς, ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από την μίσθωση έναντι του εκμισθωτή.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 ΑΚ και 11 ΠΔ 34/1995, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτο ή σε εταιρεία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή. Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσεως του μισθίου σε τρίτο είτε με υπεκμίσθωση είτε με σύσταση εταιρείας, είναι σχέση παρεπόμενη αναφορικά με την κύρια μίσθωση και δεν αλλοιώνει υποκειμενικά την μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων (εκμισθωτή και μισθωτή και, σε περίπτωση θανάτου αυτών, των κληρονόμων τους, που υπεισέρχονται στην μισθωτική σχέση).
Έτσι η κυρία μισθωτική σχέση δεν επηρεάζεται ούτε αλλοιώνεται, ακόμη και αν ο εκμισθωτής συναίνεσε, ή ενέκρινε την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, είτε με υπεκμίσθωση είτε με τη σύσταση εταιρείας. Αλλά, έναντι του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρον και ο μισθωτής και η εταιρεία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (ΑΚ 481).
Επομένως και μετά την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, ο εκμισθωτής εξακολουθεί να είναι εκμισθωτής και ο αρχικός μισθωτής να είναι μισθωτής και αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την αρχική μισθωτική σύμβαση, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ αυτών, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων.
Έτσι από το γεγονός ότι ο εκμισθωτής έχει συμφωνήσει στην παραχώρηση της χρήσεως δεν παύει αυτή να είναι σχέση παρεπόμενη απέναντι σ` αυτόν και επομένως, ο παραχωρησιούχος δεν υπεισέρχεται στην κύρια μίσθωση. Τα αυτά ισχύουν και σε περίπτωση παραχωρήσεως της χρήσεως σε εταιρεία που θα συσταθεί μεταξύ των συμμισθωτών ή στην οποία θα συμμετέχει και ο μισθωτής.
Μόνο αν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ εκμισθωτή, μισθωτή και παραχωρησιούχου, η έξοδος από την σχέση του μισθωτή και η υπεισέλευση του παραχωρησιούχου (οπότε όμως πρόκειται για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως και όχι για παραχώρηση της χρήσεως), ο τελευταίος παίρνει την θέση του μισθωτή με όλες τις εντεύθεν συνέπειες (ΑΠ 455/2017, ΑΠ 640/2016).
Η μεταβιβαστική σύμβαση μπορεί να είναι και άτυπη, το ίδιο δε και η συναίνεση του αντισυμβαλλομένου, η οποία συνήθως είναι ρητή δεν αποκλείεται όμως και σιωπηρή, όπως όταν μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας μεταβίβασης μεταξύ εκμισθωτή και τρίτου ή μισθωτή και τρίτου, ο μισθωτής πληρώνει τα μισθώματα στο διάδοχο του εκμισθωτή ή αντίστοιχα ο εκμισθωτής τα εισπράττει από το διάδοχο του μισθωτή χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία (ΑΠ 33/2014 ΤΝΠ Νόμος). Με την τοιαύτη δε μεταβίβαση, υπεισέρχεται στη συμβατική θέση του μισθωτή ο τρίτος προς τον οποίο η μεταβίβαση, ο οποίος επομένως συνεχίζει την αρχική μίσθωση (ΑΠ 640/2016, ΑΠ 734/1998).
Τα παραπάνω ισχύουν και επί εμπορικών μισθώσεων (ΑΠ 479/2001, ΑΠ 734/1998). Η έτσι μεταβιβαζόμενη ενοχική σχέση δεν είναι νέα, αλλά συνέχεια της παλαιάς, η οποία δεν μεταβάλλεται κατά περιεχόμενο, παρά μόνο αν τροποποιηθεί με κοινή συμφωνία όλων των συμβαλλομένων (ΑΠ 734/1998). Βασικό αποτέλεσμα της κατά τα ανωτέρω μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως είναι ότι, από και με τη σύναψη ή την έγκριση της συμβάσεως μεταβιβάσεως, όπου αυτή απαιτείται, αποκόπτεται από τη μισθωτική σχέση ο παλαιός μισθωτής και στη θέση του υπεισέρχεται ο ειδικός διάδοχός του νέος μισθωτής. Ο ειδικός διάδοχος νέος μισθωτής δεν υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοδόχου του μισθωτή που προϋπήρχαν της μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσης.(ΑΠ 329/2019 ΤΝΠ Νόμος).
Επομένως γίνεται σαφές πόσο σημαντικό είναι ένα αναλυτικό μισθωτήριο επαγγελματικής στέγης, όπου θα περιλαμβάνονται όλοι οι απαραίτητοι όροι, αλλά και ο προσεκτικός χειρισμός της υπόθεσης της πώλησης μιας επιχείρησης, ώστε να μην δημιουργηθεί πρόβλημα με την συνέχιση της μίσθωσης.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
Ως γνωστόν, διανομή κληρονομιάς είναι η άρση της κατάστασης κατά την οποία ένα δικαίωμα ανήκει σε περισσότερους συγκληρονόμους εξ αδιαιρέτου κατ’ ιδανικά μέρη. Η διανομή της κληρονομιάς μπορεί να γίνει είτε εξωδίκως κατόπιν συμφωνίας όλων των συγκληρονόμων είτε δικαστικώς, κατόπιν έκδοσης σχετικής απόφασης σύμφωνα με τις προβλέψεις του νόμου, έχει δε πολλές συνέπειες στη διαμόρφωση των σχέσεων μεταξύ των συγκληρονόμων.
Με τη διανομή καταρχάς, κάθε συγκληρονόμος γίνεται δικαιούχος του μέρους της κληρονομιάς που περιήλθε σε αυτόν. Στην αυτούσια διανομή, ο κάθε συγκληρονόμος αποκτά πλήρη κυριότητα σε διακεκριμένο κομμάτι των κοινών αντικειμένων που διαιρέθηκαν μεταξύ των συγκληρονόμων ή σε ορισμένα από τα κοινά αντικείμενα ή σε χωριστή ιδιοκτησία επί του ενιαίου οικοπέδου, εάν πρόκειται για ακίνητο. Αν δε έγινε πώληση με πλειστηριασμό, ο κάθε συγκληρονόμος λαμβάνει μέρος του πλειστηριάσματος (=αξίας της κληρονομιαίας περιουσίας) που αντιστοιχεί στη μερίδα του. Σημαντικό είναι επίσης, ότι αν η κληρονομιά περιλαμβάνει ακίνητα απαιτείται για αυτά μεταγραφή του συμβολαίου ή της τελεσίδικης απόφασης διανομής.
Υπάρχει ακόμα η περίπτωση, κατά τον χρόνο της δικαστικής διανομής, να υφίστανται εκκρεμότητες στις εσωτερικές σχέσεις των συγκληρονόμων. Μπορεί δηλαδή ορισμένοι να έχουν απαιτήσεις κατά των υπολοίπων οι οποίες δεν έχουν εκπληρωθεί όπως αξιώσεις για ζημία που προκλήθηκε από συγκληρονόμος σε αντικείμενο της συγκληρονομιάς, αξιώσεις για τα έξοδα συντήρησης, διοίκησης και χρήσης διανεμητέου αντικειμένου ή από την είσπραξη του τιμήματος καρπών του προς διανομή ακινήτου.
Κρίσιμο είναι φυσικά και το τι θα συμβεί με τα εμπράγματα δικαιώματα τρίτων επί των αντικειμένων της συγκληρονομιάς. Μέχρι τη διανομή, ο κάθε συγκληρονόμος είχε βέβαια το δικαίωμα να επιβαρύνει τη μερίδα του με εμπράγματο δικαίωμα. Η διαμόρφωση όμως του εμπράγματου δικαιώματος μετά τη διανομή εξαρτάται από τη φύση του, ως εξής:
- Αν πρόκειται για δουλείες (με εξαίρεση την επικαρπία), αυτές δεν παραβλάπτονται εξακολουθούν να υπάρχουν επί του κοινού πράγματος μετά τη διανομή, αδιάφορο αν αυτή έγινε αυτούσια, εκούσια ή με πλειστηριασμό.
- Αν πρόκειται για ενέχυρο, υποθήκη ή επικαρπία θα πρέπει να διακρίνουμε:
Α) Επί εκούσιας διανομής, θα εξακολουθούν να βαρύνουν το κοινό πράγμα, σε όλα τα τμήματα στα οποία διαιρέθηκε, κατά το ίδιο ποσοστό με αυτό της μερίδας του κάθε υποχρέου συγκληρονόμου.
Β) Επί αυτούσιας δικαστικής διανομής, η υποθήκη και το ενέχυρο περιορίζονται στα μέρη που περιήλθαν στον οφειλέτη και, η επικαρπία, έχει ως αντικείμενο όσα περιήλθαν στον ψιλό κύριο.
Γ) Επί διανομής με πλειστηριασμό, και προκειμένου να προστατευθούν οι ενεχυρούχοι ή οι ενυπόθηκοι δανειστές, το ενέχυρο και η υποθήκη μεταφέρονται αυτομάτως στην απαίτηση που έχει ο εξερχόμενος συγκληρονόμος επί του πλειστηριάσματος (=χρηματικής αξίας της κληρονομίας). Αυτό σημαίνει αυτομάτως ότι ο υπάλληλος που διενεργεί τον πλειστηριασμό, υποχρεώνεται να καταβάλει στους δανειστές, σύμφωνα με την δικαστική απόφαση, το ποσό της απαίτησής τους. Η επικαρπία τέλος, μετά τη διανομή με πλειστηριασμό, εξακολουθεί να υφίσταται κανονικά επί του δικαιώματος της κυριότητας, το οποίο αποκτά ο λεγόμενος υπερθεματιστής, αγοραστής της διανεμόμενης κληρονομιαίας περιουσίας.
Σημειώνεται δε ότι για τυχόν ελαττώματα πραγματικά ή νομικά του μέρους της κληρονομιάς που περιήλθε με τη διανομή σε κάθε συγκληρονόμο, οι λοιποί συγκληρονόμοι ευθύνονται, ανάλογα με τη μερίδα τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για την πώληση.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΑΦΜ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ
Ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται σήμερα η απόκτηση Α.Φ.Μ. μιας πολυκατοικίας, καθώς όχι μόνο διευκολύνει τη διαχείριση της πολυκατοικίας, αλλά αποτελεί πλέον προϋπόθεση ένταξης στα προγράμματα χρηματοδότησης. Παρακάτω αναλύεται βήμα – βήμα η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να αποδοθεί Α.Φ.Μ. στην πολυκατοικία.
Ως άτυπη ένωση ιδιοκτητών κτιρίου, οι πολυκατοικίες εντάσσονται στην ευρεία έννοια των νομικών προσώπων, και έτσι δικαιούνται να ζητήσουν την απόδοση Α.Φ.Μ. Προκειμένου να εκκινήσει η διαδικασία, θα πρέπει να προσκομιστούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. τα ακόλουθα:
- Σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας μαζί με τις τροποποιήσεις της και Κανονισμό Πολυκατοικίας, αν υπάρχει.
- Συμπληρωμένο έντυπο Δ211, με τα στοιχεία της πολυκατοικίας και του διαχειριστή ή του προσώπου στο οποίο έχει δοθεί πληρεξουσιότητα για την διενέργεια των συγκεκριμένων ενεργειών. Το εν λόγω έντυπο μπορεί να υποβληθεί είτε δια ζώσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. είτε ψηφιακά.
- Πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της Πολυκατοικίας με το οποίο εκλέγεται διαχειριστής ή, αν δεν υπάρχει εκλεγμένος διαχειριστής, Πρακτικό Γενικής Συνέλευσης με το οποίο παρέχεται πληρεξουσιότητα προς το πρόσωπο το οποίο θα υποβάλει την αίτηση για απόδοση Α.Φ.Μ., υπογεγραμμένο από την κατά περίπτωση απαιτούμενη πλειοψηφία των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας.
Σημειώνεται ότι σε σχέση με τον διορισμό του εκπροσώπου ο οποίος θα αναλάβει για λογαριασμό των υπολοίπων την έκδοση Α.Φ.Μ. για το κτήριο της πολυκατοικίας, σε περίπτωση που με συμφωνία των συνιδιοκτητών οριστεί για την διεκπεραίωση της συγκεκριμένης διαδικασίας πρόσωπο εκτός του διαχειριστή, το πρόσωπο αυτό δεν υπέχει στο εξής θέση διαχειριστή, παρά είναι επιφορτισμένος μόνο με την υποχρέωση διενέργειας των απαιτούμενων πράξεων για την απόδοση Α.Φ.Μ. εκτός φυσικά αν στη ΓΣ συμφωνηθεί διαφορετικά.
Επιπλέον, αναφορικά με την απαιτούμενη πλειοψηφία κατά την εκλογή του ανωτέρω εκπροσώπου, σε περίπτωση μη ύπαρξης Κανονισμού Πολυκατοικίας που να ορίζει τα σχετικά με τις απαιτούμενες πλειοψηφίες κατά τη λήψη αποφάσεων, δεν αρκεί η επίτευξη σχετικής πλειοψηφίας, αλλά απαιτείται ομόφωνη απόφαση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, κατά τα οριζόμενα στο α. 4 ν. 3741/1929.
Τα ανωτέρω έγγραφα υποβάλλονται στην αρμόδια για την απόδοση Α.Φ.Μ. Δ.Ο.Υ. προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Κατόπιν τούτου, και προς διευκόλυνση της διαχείρισης των υποθέσεων της πολυκατοικίας από τους συνιδιοκτήτες και τον εκάστοτε διαχειριστή, είναι δυνατή όχι μόνο η απόκτηση κωδικών taxisnet, αλλά και το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα της πολυκατοικίας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΔΕΝ ΚΛΕΙΝΟΥΝ 15ΕΤΙΑ
Τα τελευταία χρόνια, χιλιάδες ασφαλισμένοι αδυνατούσαν να συνταξιοδοτηθούν, επειδή τους έλειπαν τα ένσημα ορισμένων μηνών ή ακόμα και ημερών.
Η ισχύουσα νομοθεσία πλέον, με τον Νόμο 4921/2022, παρέχει δύο (2) ευκαιρίες για σύνταξη με 15ετία, όπου δίδεται η δυνατότητα σε όσους δεν έχουν εξασφαλίσει τη «θεμελιωτική» 15ετία (4.500 ημέρες ασφάλισης,), να τύχουν σύνταξης είτε εξαγοράζοντας μέχρι 6 μήνες (150 ένσημα) είτε με υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση έως 36 μήνες (3 χρόνια).
Για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος από όσους δεν έχουν συμπληρώσει 15ετία, o νέος νόμος προσφέρει τις εξής δύο δυνατότητες – διευκολύνσεις:
- Συμπλήρωση χρόνου ασφάλισης μέχρι 6 μήνες (150 ΗΑ) με καταβολή εισφορών.
Στην κατηγορία υπάγονται όσοι ασφαλισμένοι έχουν 14 χρόνια και 6 μήνες ασφαλιστικού βίου (4.350 ΗΑ). Σε αυτούς παρέχεται η δυνατότητα να εξαγοράσουν έως 6 μήνες (150 ΗΑ) για να φτάσουν στον θεμελιωτικό χρόνο συνταξιοδότησης των 15 ετών ή 4.500 ενσήμων. Η εξαγορά των 150 ενσήμων κοστίζει 20% του νέου κατώτατου μισθού (713 ευρώ μεικτά), ήτοι 142,6 ευρώ για κάθε μήνα ή 855,60 ευρώ για 6 μήνες.
Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη θα ανέρχεται σε 466,35 ευρώ. Τονίζεται ότι ο νόμος καλύπτει περιπτώσεις ασφαλισμένων σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν στον e-ΕΦΚΑ, πλην του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), οι οποίοι:
- συμπληρώνουν το 67ο έτος της ηλικίας τους μέχρι 31-12-2022
- έχουν διακόψει οριστικά την απασχόληση και την πραγματική ή προαιρετική τους ασφάλιση
- δεν έχουν υποβάλει αίτηση συνταξιοδότησης
- δεν έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί από καμία πηγή στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό
- δεν δικαιούνται σύνταξη από οποιαδήποτε άλλη αιτία σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις των φορέων που εντάχθηκαν στον e-ΕΦΚΑ ή με διατάξεις που εφαρμόζονται στο Δημόσιο ή την Τράπεζα της Ελλάδος ή από ασφαλιστικούς φορείς του εξωτερικού, χρειάζονται 150 ή λιγότερες ημέρες ασφάλισης για να συμπληρώσουν τις ελάχιστες απαιτούμενες 4.500 ημέρες. Στους ασφαλισμένους που πληρούν σωρευτικά όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις, παρέχεται η δυνατότητα εφάπαξ καταβολής των εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη που αντιστοιχούν στις αναγνωριζόμενες ημέρες ασφάλισης με βάση το ισχύον κατά την αναγνώριση ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το δικαίωμα αυτό αποκλείεται εάν οι ασφαλισμένοι έχουν αναγνωρίσει πάνω από 5 έτη πλασματικού χρόνου ασφάλισης. Διευκρινίζεται επίσης ότι η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης με τις διατάξεις του Ν. 612/1977 (όπως ισχύουν) ή άλλες ειδικές διατάξεις που προβλέπουν τη θεμελίωση με πραγματικό χρόνο ασφάλισης.
- Υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση για διάστημα μέχρι 3 έτη (9.000 ΗΑ).
Ο νόμος καλύπτει περιπτώσεις ασφαλισμένων σε όλους τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν στον e-ΕΦΚΑ, οι οποίοι έχουν ασφαλιστεί για τουλάχιστον 500 ΗΑ εντός της πενταετίας πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης και χρειάζονται μέχρι 3 έτη ασφάλισης προκειμένου να θεμελιώσουν δικαίωμα συνταξιοδότησης.
Στους ασφαλισμένους που πληρούν σωρευτικά τις ανωτέρω προϋποθέσεις, παρέχεται η δυνατότητα να υποβάλουν μαζί με την αίτηση συνταξιοδότησης, αίτημα να υπαχθούν στην προαιρετική ασφάλιση ή να τη συνεχίσουν για χρονικό διάστημα μέχρι 3 έτη, που είναι απαραίτητο ώστε να συμπληρώσουν τον ελάχιστο χρόνο που απαιτείται για να θεμελιώσουν δικαίωμα σύνταξης.
Επομένως, η επιλογή αυτή ενδείκνυται για ασφαλισμένους όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης (συμπεριλαμβανομένου του ΟΓΑ) που χρειάζονται περισσότερες από 150 ΗΑ ή δεν μπορούν να προχωρήσουν σε άμεση καταβολή των υπολειπομένων ασφαλιστικών εισφορών.
Αν συντρέχουν όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις για την απονομή σύνταξης, εκδίδεται προσωρινή πράξη απονομής σύνταξης, που περιλαμβάνει:
- την αποδοχή της αίτησης για προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης,
- τον χρόνο της προαιρετικής συνέχισης,
- το καταβλητέο ποσό,
- την ημερομηνία συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για τη λήψη σύνταξης γήρατος και την ημερομηνία έναρξης της συνταξιοδότησης (πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την ημερομηνία συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για τη λήψη σύνταξης γήρατος), χωρίς να απαιτείται εκ νέου υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης.
Διευκρινίζεται ότι μέχρι την ημερομηνία έναρξης της συνταξιοδότησης, ο αιτών δεν είναι συνταξιούχος αλλά προαιρετικά ασφαλισμένος του e-ΕΦΚΑ.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΥΠΟ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΩΝ ΚΕΡΔΩΝ ΣΕ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων 928 και 298 του Αστικού Κώδικα, προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (=διαφυγόν κέρδος), αφού λόγω της ανικανότητας ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.
Για το ότι θα αποκόμιζε κανείς τέτοιου είδους εισοδήματα δεν απαιτείται βεβαιότητα, αρκεί να υπάρχει πιθανολόγηση, μιας και τα γεγονότα θα αξιολογηθούν από τον εκάστοτε δικαστή. Ο ζημιωθείς δε από το τροχαίο ατύχημα, πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας. Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν δημιουργείται αξίωση αποζημίωσης.
Εάν για παράδειγμα, ο τραυματισθείς εργαζόταν σε εργασία με σταθερό μισθό πριν το ατύχημα και μετά απ’ αυτό αδυνατεί να εργαστεί για λόγους υγείας για διάστημα τριών μηνών, οι τρεις αυτοί μισθοί του αποτελούν με βεβαιότητα διαφυγόντα κέρδη. Αντιθέτως, εάν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη, αυτή θα απορριφθεί για λόγους ουσιαστικούς.
Σημαντικό ζήτημα επιπλέον είναι και το ότι για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο ποσοτικός προσδιορισμός της κατά το χρόνο έκδοσης της δικαστικής απόφασης, είτε εφάπαξ (σαν ένα ενιαίο ποσό που θα καταβληθεί μία φορά), είτε κατά χρονικές περιόδους (σαν επιμέρους, διακριτά ποσά που θα καταβάλλονται ανά ορισμένο διάστημα λόγου χάριν ενός μήνα).
Μία περίπτωση μελλοντικών στερήσεων- διαφυγόντων κερδών-λόγω βλάβης του σώματος ή της υγείας, η οποία συνεπάγεται αποκαταστατέα περιουσιακή ζημία για το θύμα, είναι εκείνη κατά την οποία λόγω της βλάβης αυτής επηρεάζεται, μειώνεται, ή αναιρείται, η δύναμη του θύματος για εργασία και η ικανότητα του για απόκτηση εισοδημάτων. Το πρώτο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είναι η ικανότητα για την άσκηση του επαγγέλματος με το οποίο συνήθιζε να ασχολείται το θύμα, πριν συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Πχ. ένας τραυματισμός στο πόδι δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο την ικανότητα προς εργασία και συνεπώς την δυνατότητα απόκτησης εισοδημάτων ενός αγρότη και ενός υπάλληλου γραφείου. Γίνεται φανερό ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται συγκεκριμένα με βάση τις ατομικές συνθήκες και ιδιαιτερότητες, αφού ο ίδιος τραυματισμός δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο την ικανότητα προς εργασία σε όλες τις περιπτώσεις, όπως επίσης και η μείωση της ικανότητας για εργασία δεν προκαλεί πάντα την ίδια περιουσιακή ζημία στον παθόντα, ή είναι πιθανόν ακόμα και να μην συνεπάγεται καμία περιουσιακή απώλεια για το θύμα. Το τελευταίο γίνεται φανερό σε περιπτώσεις που ο παθών είναι άνεργος, ή δεν εργαζόταν πριν υποστεί την βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για άλλους λόγους είτε αντικειμενικούς είτε υποκειμενικούς (λόγω του νεαρού της ηλικίας του).
Από την άλλη πλευρά για την επιμέτρηση της αποζημίωσης, απαιτείται η πρόβλεψη για το τι θα στερηθεί στο μέλλον αυτός που υπέστη την βλάβη, καθ’ ότι ο μη εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του ατυχήματος, δεν μπορεί να αποδείξει ότι, με βάση τις επαγγελματικές του ικανότητες και την κατάσταση που παρουσιάζει η αγορά εργασίας στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο, είναι σε θέση να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας στο προσεχές χρονικό διάστημα, εάν δεν μεσολαβούσε το τροχαίο ατύχημα.
Για να εφαρμοσθεί τέλος το άρθρο 929 του Αστικού Κώδικα, αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδημάτων από εργασία. Σε κάθε περίπτωση, η μελλοντική ζημία από διαφυγόντα εισοδήματα που ο τραυματισθείς μη εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του ατυχήματος ζητεί να αποκατασταθεί, πρέπει να είναι προβλεπτή, τόσο ως προς την ύπαρξη, όσο και ως προς την έκτασή της, και να μην εξαρτάται από μελλοντικούς απρόβλεπτους παράγοντες, όπως την δυνατότητά του να εργασθεί μελλοντικά.
Αυτός λοιπόν που υπέστη την βλάβη, για να αποδείξει την πιθανότητα επέλευσης της μελλοντικής του ζημίας, πρέπει να στηρίξει την αγωγή του στο επάγγελμα που ασκούσε πριν από το ζημιογόνο γεγονός και στις εξ αυτού τις αποδοχές που θα λάμβανε, δηλαδή, να ισχυριστεί ότι, σύμφωνα με την συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν είχε μεσολαβήσει το ατύχημα, θα εξακολουθούσε να ασκεί το ίδιο επάγγελμα, λαμβάνοντας τις ίδιες αποδοχές.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΕΣ
