ΛΥΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ FRANCHISE
Η σύμβαση franchise, είναι μια σύμβαση συνεργασίας, μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, με την οποία η μία επιχείρηση (franchisor) παραχωρεί στην άλλη (franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του λεγόμενου «πακέτου δικαιόχρησης» (“franchising” ή “franchise”), με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες.
Η ως άνω περιγραφείσα συμφωνία αποκαλύπτει τα τυπολογικά γνωρίσματα της σύμβασης franchise, τα οποία είναι:
- H παραχώρηση των διακριτικών γνωρισμάτων και της τεχνογνωσίας από το δικαιοδότη, ό,τι δηλαδή συνθέτει το «πακέτο»,
- H υποχρέωση του δικαιοδότη να υποστηρίζει το δικαιοχρήστη και να ελέγχει κάθε άλλο δικαιοχρήστη, αλλά και η υποχρέωση του δικαιοχρήστη να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του δικαιοδότη και τις αρχές του συστήματος, καταβάλλοντας τα συμφωνηθέντα χρηματικά ποσά στο δικαιοδότη.
Με βάση τα ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία μιας σύμβασης franchise ορισμένου ή αόριστου χρόνου, αποτελεί κατ` αρχήν η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από τον αντισυμβαλλόμενο του καταγγέλλοντος, καθώς και εκείνα τα περιστατικά που, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της συμβάσεως, καθιστούν κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή για το ένα ή και αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη τη συνέχιση της συμβατικής δεσμεύσεως, όπως συμβαίνει όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών που καθιστά αδύναμη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας.
Καταγγελία που έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο ή με επίκληση τέτοιου λόγου που αποδείχθηκε μεταγενέστερα είτε μη σπουδαίος, είτε αναληθής, είναι άκυρη και γι` αυτό δεν επιφέρει τη λήξη της σύμβασης franchise, σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη ύπαρξης σπουδαίου λόγου.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί, ότι η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας σε όλες τις περιπτώσεις (εκτός από αυτήν της καταγγελίας της εταιρικής σύμβασης ορισμένου χρόνου, όπως αναφέρθηκε, κατά την κρατούσα στη νομολογία θέση), υπόκειται σε έλεγχο ως προς την καταχρηστικότητα της άσκησής της.
Έτσι, εάν η καταγγελία υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, απαγορεύεται και είναι άκυρη.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ βέβαια, για να θεωρηθεί ή άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζομένων μ' αυτή αντικειμενικών κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, στο συγκεκριμένο κύκλο συναλλαγών
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Η ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
Η ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
Η συγχώνευση εταιριών είναι δυνατή, είτε με τη δημιουργία μιας νέας εταιρείας ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων στο σύνολό τους, από δύο ή περισσότερες εταιρείες σε μια νέα εταιρεία (εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή ανώνυμη εταιρία), που συνίσταται από αυτές, είτε μέσω της απορρόφησης, ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων, στο σύνολό τους, από μία εταιρία σε μία άλλη (άρθρο 68 επ. ν. 2190/1920 και το άρθρο 54 του ν. 3190/1955).
Σε περίπτωση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης η συγχώνευση πρέπει να εγκρίνεται από πλειοψηφία τριών τετάρτων των εταίρων των συμμετεχουσών εταιριών. Η συγχώνευση μπορεί μόνο να ολοκληρωθεί δύο μήνες μετά την τήρηση των υποχρεώσεων δημοσιότητας, και εφόσον οι πιστωτές της εταιρείας δεν έχουν υποβάλλει αντιρρήσεις (άρθρο 54 ν. 3190/1955).
Στην περίπτωση της συγχώνευσης η εταιρεία μεταβιβάζει όλα τα περιουσιακά στοιχεία της σε μία ή περισσότερες προϋπάρχουσες ή νέες εταιρείες που ιδρύονται.
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 55 του νόμου 3190/1955, τα μέρη οφείλουν να συνάψουν συμβολαιογραφική σύμβαση συγχώνευσης, το κείμενο της οποίας πρέπει να περιέχει τις βασικές διατάξεις σύμφωνα με το ν. 3190/1955.
Η συγχώνευση ΑΕ διέπεται από τα άρθρα 68-80 του ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ 497/87). Σύμφωνα με το άρθρο 72 του ν. 2190/1920, η συγχώνευση απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων όλων των εταιριών που συμμετέχουν στη συγχώνευση. Σύμφωνα με το άρθρο 69 του ν. 2190/1920, απαιτείται αρχικά ένα σχέδιο της σύμβασης συγχώνευσης.
Το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης πρέπει να περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:
- Τη νομική μορφή της εταιρείας, την εταιρική επωνυμία και διακριτικό τίτλο, την έδρα των εταιρειών που συμμετέχουν στη συγχώνευση, και τους αριθμούς ΜΑΕ.
- Την σχέση ανταλλαγής των μετοχών και ενδεχομένως την αξία της επιπλέον εισφοράς, σύμφωνα με το άρθρο. 68 ν. 2190/1920.
- Τις λεπτομέρειες της μεταβίβασης των νέων μετοχών που εκδίδονται από την εταιρία που απορροφά.
Το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι ενέργειες της εισφέρουσας εταιρείας θεωρούνται ότι γίνονται για λογαριασμό της απορροφώσας (ημερομηνία συγχώνευσης) καθώς και τη διάθεση των κερδών που προκύπτουν από αυτό το σημείο μέχρι την ολοκλήρωση της συγχώνευσης σύμφωνα με τα άρθρα 74 και 75ν. 2190/1920.
Τα δικαιώματα που η απορροφώσα εταιρεία παρέχει σε μεμονωμένους μετόχους και τους κατόχους των ειδικών δικαιωμάτων (όπως οι μετοχές, χωρίς δικαίωμα ψήφου, οι προνομιούχες μετοχές, ομολογίες κλπ), ή τα μέτρα που προβλέπονται για τα πρόσωπα αυτά.
Κάθε ειδική παροχή που χορηγείται σε μέλη του ΔΣ ή σε ελεγκτές. Συμφωνία για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων στο σύνολό τους από κάθε εισφέρουσα εταιρεία σε αντάλλαγμα για την παραχώρηση μετοχών της απορροφώσας εταιρίας.
Διάφορες άλλες ρυθμίσεις, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης
Με τη συγχώνευση μεταβιβάζει, συνεπώς, μια εταιρεία ολόκληρη την περιουσία της είτε σε άλλη, ήδη υφιστάμενη εταιρεία, είτε σε εταιρεία που ιδρύεται για πρώτη φορά.
Στην περίπτωση της ΑΕ, η διαδικασία της συγχώνευσης προβλέπεται στα άρθρα 68-80 του ν. 2190/1920. Κατά το άρ. 72 ν. 2190/1920 η διενέργεια της συγχώνευσης απαιτεί αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων των μετόχων όλων των εμπλεκομένων εταιριών. Το δε άρ. 69 ν. 2190/1920 προβλέπει ότι πρέπει πρωτίστως να καταρτιστεί σχέδιο της σύμβασης συγχώνευσης.
Το σχέδιο της σύμβαση συγχώνευσης θα πρέπει, σύμφωνα με το νόμο, να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:
- την ειδικότερη μορφή, την επωνυμία και την έδρα των εταιριών που συγχωνεύονται, καθώς και τον αριθμό μητρώου τους
- τη σχέση ανταλλαγής των μετοχών και, ενδεχομένως, το ύψος του χρηματικού ποσού μετρητών που προβλέπει το άρ. 68 ν. 2190/1920
- τις διατυπώσεις παράδοσης των νέων μετοχών που εκδίδει η απορροφούσα εταιρία
- την ημερομηνία από την οποία οι μετοχές που παραδίδονται στους μετόχους της ή των απορροφουμένων εταιριών, παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη της απορροφούσας εταιρίας, καθώς και κάθε ειδικό όρο σχετικό με το δικαίωμα αυτό
- την ημερομηνία από την οποία οι πράξεις της ή των απορροφουμένων εταιριών θεωρούνται, από λογιστική άποψη, ότι γίνονται για λογαριασμό της απορροφούσας εταιρίας, και την τύχη των οικονομικών αποτελεσμάτων της ή των απορροφουμένων εταιριών, που θα προκύψουν από την ημερομηνία υατή μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της συγχώνευσης όπως προβλέπται στα άρ. 74 και 75 ν. 2190/1920
- τα δικαιώματα που εξασφαλίζει η απορροφούσα εταιρία στους μετόχους που έχουν ειδικά δικαιώματα στην ή στις απορροφούμενες εταιρίες, καθώς και στους κατόχους άλλων τίτλων, πλην μετοχών, ή τα μέτρα που προτείνονται γι’ αυτούς
- όλα τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα που, ενδεχομένως, παρέχονται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και στους τακτικούς ελεγκτές των συχωνευομένων εταιριών
- τυχόν άλλες ρυθμίσεις ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε περίπτωσης
Σύμφωνα με το άρθρο 69 § 4 ν. 2190/1920, το Διοικητικό Συμβούλιο της κάθε εταιρείας που συμμετέχει στη συγχώνευση πρέπει να εκπονήσει λεπτομερή έκθεση ελέγχου, με το οποίο να διευκρινίζεται το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης από οικονομική και νομική άποψη.
Ειδικότερα, η έκθεση ελέγχου πρέπει να περιέχει στοιχεία για τη σχέση ανταλλαγής σύμφωνα με το άρθρο 71 ν. 2190/1920, και πρέπει να περιλαμβάνει δήλωση ως προς το εάν η προτεινόμενη τιμή ανταλλαγής των μετοχών (ή και η αξία της επιπλέον εισφοράς σε μετρητά στην περίπτωση της απορρόφησης) είναι δίκαιη.
Θα πρέπει να αναφέρει τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για να καθοριστεί η σχέση ανταλλαγής, τους λόγους για τους οποίους χρήση αυτών των μεθόδων είναι κατάλληλη καθώς και την σχέση ανταλλαγής ή το αποτέλεσμα αντίστοιχα αν είχε γίνει χρήση διαφορετικών μεθόδων.
Ταυτόχρονα, θα πρέπει να καθορίζεται η σημασία που έχει αποδοθεί στις διάφορες μεθόδους για τον καθορισμό της προτεινόμενης σχέσης ανταλλαγής και τα ιδιαίτερα προβλήματα που προέκυψαν κατά την αξιολόγηση.
Σύμφωνα με το άρθρο 74 ν. 2190/1920, η σύμβαση συγχώνευσης πρέπει να εγκρίνεται από το Υπουργείο Εμπορίου. Οι αποφάσεις συγχώνευσης των γενικών συνελεύσεων υποβάλλονται για το σκοπό αυτό στην υπηρεσία μαζί με την συμβολαιογραφική σύμβαση συγχώνευσης καθώς και μια δήλωση σύμφωνα με το Ν. 1599/1986. Οι σχετικές υποχρεώσεις δημοσιότητας πρέπει να τηρούνται σε κάθε στάδιο.
Συγχώνευση με ίδρυση νέας εταιρείας γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 80 ν. 2190/1920, με την αντίστοιχη εφαρμογή των διατάξεων για τις συγχωνεύσεις που περιέχονται στα άρθρα 68 έως 77 του ν. 2190/1920. Κατά την περίπτωση αυτή προκύπτει μία νέα εταιρία από τη συγχώνευση των προϋφισταμένων εταιρειών.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΥΘΥΝΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΗΣ
Ο διευθυντής μίας εταιρείας ,είναι υπεύθυνος για κάθε νόμιμη υποχρέωση της εταιρείας και συνεπώς, ευθύνεται για την παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεών της.
To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) με την απόφαση Busuttil κατά Μάλτας της 3.6.2021 (αρ. προσφυγής 48431/18) έκρινε νόμιμο το τεκμήριο (σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο) ότι ο διευθυντής μίας εταιρείας είναι υπεύθυνος για κάθε νόμιμη υποχρέωση της εταιρείας και συνεπώς ευθύνεται για την παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεών της – Μη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας (αρθ. 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ)
Τεκμήριο αντικειμενικής ευθύνης διευθυντή χρεοκοπημένης εταιρείας για μη καταβολή χρεών της προς το Δημόσιο και ασφαλιστικών εισφορών. Ο προσφεύγων καταδικάστηκε ποινικά, αφού είχε αποχωρήσει από την εταιρεία, παρότι ο ίδιος ισχυριζόταν ότι αγνοούσε την οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Ο ίδιος επικαλέστηκε ότι εφαρμόστηκε εναντίον του «τεκμήριο ενοχής» με βάση απλά το ότι υπήρξε διευθυντής αυτής της εταιρείας.
Σύμφωνα με την κρίση του ΕΔΔΑ, το εθνικό δίκαιο που προέβλεπε ότι ο προσφεύγων, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του ως διευθυντής, αναλάμβανε και την υποχρέωση καταβολής των σχετικών φορολογικών χρεών της, προκειμένου να διατηρηθεί ένα λειτουργικό σύστημα προς το συμφέρον όλων, είναι συμβατό με την ΕΣΔΑ, εφόσον ο ίδιος ως κατηγορούμενος δεν στερήθηκε τα μέσα για την ανατροπή του παραπάνω τεκμηρίου.
Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, το τεκμήριο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ότι ο διευθυντής είναι υπεύθυνος για κάθε νόμιμη υποχρέωση της εταιρείας, δεν ήταν παράλογο στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 6 §2 της ΕΣΔΑ).
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ ΕΤΑΙΡΟΥ ΑΠΟ ΕΠΕ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ
Υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που μπορεί να καθιστούν αδύνατη τη συνέχιση της εταιρικής σχέσης και να υποχρεώνουν τον εταίρο να επιθυμεί να απομακρυνθεί από την ΕΠΕ. Σπουδαίος λόγος για την έξοδο εταίρου υπάρχει όταν η συνέχιση της εταιρίας είναι, για λόγους αντικειμενικούς ή υποκειμενικούς, δυσβάστακτη για τον εξερχόμενο εταίρο.
Αντικειμενικό λόγο εξόδου μπορούν να συνιστούν, μεταξύ άλλων, η μη σύγκληση της συνέλευσης των εταίρων για μεγάλο χρονικό διάστημα, η αδυναμία λειτουργίας της και λήψης αποφάσεων λόγω χωρισμού των εταίρων σε δύο αντιμαχόμενες ομάδες, η άσκηση ανταγωνισμού από άλλο ή άλλους εταίρους, η άρνηση παράδοσης των βιβλίων της εταιρίας στον διαχειριστή κλπ.
Η εκτίμηση για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου είναι αντικειμενική και λαμβάνει χώρα στα πλαίσια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και μετά από στάθμιση συμφερόντων.
Περαιτέρω η έξοδος εταίρου με την επίκληση σπουδαίου λόγου πρέπει να αποτελεί το έσχατο μέσο. Η έξοδος εταίρου της ΕΠΕ για σπουδαίο λόγο αποτελεί, κατ` ανάλογη εφαρμογή των κρατούντων στις προσωπικές εταιρίες, περίπτωση μερικής λύσης και μερικής εκκαθάρισης της ΕΠΕ, λόγω της οποίας ο εξερχόμενος εταίρος δικαιούται να λάβει την «αξία εκκαθάρισης» της εταιρικής του μερίδας ή - κατ` άλλη διατύπωση - δικαιούται να αξιώσει κάθε ποσό, που θα δικαιούταν, αν κατά το χρόνο της τελεσιδικίας της απόφασης, που επιτρέπει την έξοδο του, γινόταν λύση και εκκαθάριση της εταιρίας.
Στην περίπτωση της ΕΠΕ ρητά προβλέπεται από το νόμο ότι ο εξερχόμενος εταίρος δικαιούται να λάβει την πραγματική αξία των αποτελούντων τη μερίδα του εταιρικών, μεριδίων. Ο νόμος συνδέει πάντοτε την καταβολή της αξίας συμμετοχής με πραγματική μείωση του κεφαλαίου. Η αξία, δηλαδή, της μερίδας συμμετοχής καταβάλλεται από την εταιρική περιουσία, η οποία μειώνεται αντίστοιχα.
Ειδικότερα, ως προς την πραγματική αυτή αξία, πρέπει να λεχθεί ότι κάθε εταιρικό μερίδιο έχει αξία αφενός ονομαστική, που είναι η αξία του κλάσματος (μέρους) του εταιρικού κεφαλαίου και προκύπτει από το καθοριζόμενο στο καταστατικό ελάχιστο ποσό μερίδας συμμετοχής σε συνδυασμό προς τη συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο του συγκεκριμένου εταίρου και αφετέρου πραγματική αξία, που είναι η εκάστοτε, με βάση την εταιρική περιουσία, προσδιοριζόμενη αξία.
Για την εξεύρεση της τελευταίας προσδιορίζεται λογιστικά η πραγματική αξία της καθαρής εταιρικής περιουσίας, η οποία διαιρούμενη με τον αριθμό των εταιρικών μεριδίων, δίνει την πραγματική αξία του καθενός από αυτά. Η ονομαστική και η πραγματική αξία του εταιρικού μεριδίου μόνο κατά το χρόνο σύστασης της εταιρίας συμπίπτουν, ενώ μετά από αυτήν η πραγματική αξία μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από την ονομαστική, τούτο δε απεικονίζεται στον σχετικό ισολογισμό της εταιρίας.
Προκειμένου περί ΕΠΕ, ο ισολογισμός αποτελεί το πλαίσιο, μέσα στο οποίο πρέπει να επιχειρείται η εξακρίβωση της αληθινής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρίας.
Εφόσον, όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εξομοιώνεται η έξοδος του εταίρου προς τη μερική λύση της εταιρίας, προκύπτει ότι, κατ` αρχήν, ως βάση υπολογισμού της αποζημίωσης δεν θα πρέπει να λαμβάνεται ο ετήσιος ισολογισμός, ο οποίος δεν περιλαμβάνει στοιχεία, όπως τα αφανή αποθεματικά, η πελατεία, η φήμη, η οργάνωση και η απόδοση της επιχείρησης, αλλά θα πρέπει, τουλάχιστον, να καταρτιστεί ειδικός «ισολογισμός εκκαθάρισης», που θα εμφανίζει την πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας.
Κατά το άρθρο 33 παρ. 2 εδ. α` του Ν 3190/1955 «πας εταίρος δύναται να εξέλθη της εταιρίας ένεκα σπουδαίου λόγου, κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών».
Αρμόδιο δικαστήριο, είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και προσδιορίζει συγχρόνως και την αξία της μερίδας.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΕΚΤΑΚΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΟΧΙΑΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ
Σύμβαση δανεισμού εργαζομένων μεταξύ επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση έκτακτων και εποχιακών αναγκών.
Τα τελευταία χρόνια, ενόψει της ανάγκης αντιμετώπισης έκτακτων, απρόβλεπτων και εποχιακών αναγκών, ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις συμβάλλονται μεταξύ τους στα πλαίσια συμβάσεων δανεισμού εργαζομένων. Η σύμβαση δανεισμού είναι μία τριμερής σύμβαση μεταξύ: α) του αρχικού εργοδότη, β) του δεύτερου εργοδότη και γ) του εργαζόμενου,
Περισσότερα
στα πλαίσια της οποίας ο αρχικός εργοδότης παραχωρεί, επί της ουσίας δανείζει, τις υπηρεσίες του εργαζόμενου, με την απαραίτητη συγκατάθεση του τελευταίου, στον δεύτερο εργοδότη. Ο δανεισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη συναίνεση του εργαζομένου, η οποία παρέχεται είτε με την αρχική σύμβαση εργασίας, είτε μεταγενέστερα εν όψει συγκεκριμένου δανεισμού. Η συναίνεση μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του εργαζόμενου, όπως συμβαίνει λ.χ. όταν ο εργαζόμενος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του στον τρίτο και είναι απαραίτητη, ιδίως όταν μεταβάλλεται ο τόπος της παροχής ή το είδος της παρεχόμενης εργασίας, αφού η αλλαγή αυτή καλυπτόμενη από τη συναίνεση του μισθωτού δεν συνιστά τότε μονομερή μεταβολή των εργασιακών όρων εκ μέρους του αρχικού εργοδότη.
Από την συνδυαστική επισκόπηση των διατάξεων των άρθρων 361, 648 και 651 ΑΚ, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, βάσει της οποίας ο εργοδότης θα παραχωρήσει με τη μορφή δανεισμού εργαζομένου τον μισθωτό σε τρίτον, προς τον οποίο αυτός θα παρέχει την εργασία του. Στην περίπτωση αυτή εργοδότης παραμένει, με όλες τις συναφείς υποχρεώσεις, ο αρχικός (ή παραχωρών), ενώ είναι δυνατή συμφωνία ότι ο τρίτος (δευτερογενής, κατά παραχώρησή ή περαιτέρω εργοδότης) θα καταβάλλει το μισθό ή μέρος του χωρίς όρους ή υπό ορισμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς. Ο θεσμός αυτός, που στην πράξη εμφανίζεται αρκετά συχνά μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου ομίλου, δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 651 του ΑΚ, κατά την οποία κατά κανόνα στη σύμβαση εργασίας η αξίωση του εργοδότη στην εργασία του μισθωτού είναι αμεταβίβαστη, διότι από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω αναφερομένων διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι αυτή η συμφωνία είναι νόμιμη και επιτρεπτή μεταξύ εργοδότη και τρίτου, μόνον αν συναινεί ο μισθωτός, έστω και αν δεν μεταβάλλονται οι όροι εργασίας του.
Διευκρινίζεται σε αυτό το σημείο, ότι ο δανεισμός εργαζόμενων εμφανίζεται με δύο μορφές, ήτοι: αφενός ως γνήσιος, στο εννοιολογικό περιεχόμενο του οποίου υπάγεται ο ήδη περιγραφείς θεσμός, αφετέρου ως μη γνήσιος, ο οποίος αφορά την δραστηριότητα των εταιρειών προσωρινής απασχόλησης. Ειδικότερα, για γνήσιο δανεισμό γίνεται λόγος όταν ο εργαζόμενος, ενώ προσφέρει την εργασία του κανονικά στον αρχικό εργοδότη, παραχωρείται για κάποιο χρονικό διάστημα (συνήθως σύντομο) σε τρίτη επιχείρηση. Αυτό συμβαίνει συνήθως μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων (όμιλος). Απεναντίας, μη γνήσιο δανεισμός υπάρχει όταν η σύμβαση εργασίας μεταξύ εργαζόμενου και αρχικού εργοδότη προβλέπει ότι ο εργαζόμενος δεν θα προσφέρει την εργασία του στον αρχικό εργοδότη, αλλά σε τρίτο που θα υποδεικνύει ο αρχικός εργοδότης. Ο μη γνήσιος δανεισμός χαρακτηρίζεται και ως κατ’ επιχείρηση δανεισμός, διότι ο αρχικός εργοδότης είναι επιχείρηση, της οποίας αντικείμενο εργασίας είναι ακριβώς να παραχωρεί εργαζόμενους σε τρίτους
Στην περίπτωση του γνήσιου δανεισμού ο δευτερογενής/έμμεσος εργοδότης ασκεί στο δικό του όνομα και με δική του ευθύνη το διευθυντικό δικαίωμα, το οποίο περιλαμβάνει την εξουσία καθορισμού του είδους και του τόπου της εργασίας, ελέγχου και εποπτείας αυτής και λήψεως παντός εν γένει μέτρου συντείνοντας στην κανονική της εκτέλεση. Μόνος δε υπόχρεος στην καταβολή του μισθού παραμένει ο αρχικός εργοδότης δυνάμει της σύμβασης εργασίας, αφού η σύμβαση δεν μεταβάλλεται ως προς την υποχρέωση αυτή, εκτός αν υπάρξει ειδική συμφωνία. Αντίθετα, ο αρχικός αυτός εργοδότης δεν υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης του μισθωτού αντιπαροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης στο νέο εργοδότη (προς ον η παραχώρηση), διότι η παροχή της παράνομης αυτής εργασίας δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του μισθωτού που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας έναντι ταυ [αρχικού] εργοδότη του, αλλά στις ιδιαίτερες σχέσεις του εργαζομένου με το ν ο εργοδότη, εκτός αν ειδικώς συνομολογήθηκε να επιβαρύνεται ο αρχικός εργοδότης για την περίπτωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησης.
Η σύμβαση δανεισμού δεν επηρεάζει τη σύμβαση εργασίας και αφού αντισυμβαλλόμενος παραμένει ο αρχικός εργοδότης, μετά του οποίου εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σχέση, αυτός και βαρύνεται κατά βάση με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας, π.χ. με την καταβολή, πέραν του μισθού και των συναφών επιδομάτων αλλά και των σχετικών με την καταβολή τους λοιπών υποχρεώσεων, όπως της παρακράτησης του αναλογούντος στις μισθωτές υπηρεσίες του εργαζομένου φόρου, και με τη χορήγηση όλων των α ει ν και την πληρωμή των ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών, βλ. σχετ. ΑΠ 800/2014, ΔΕΕ 2015, σελ. 565, ΧρΙΔ 2015, σελ. 226). Ειδικά ως προς τις τελευταίες γίνεται δεκτό ότι, επειδή ακριβώς με τον δανεισμό του εργαζόμενου δεν δημιουργείται νέα, ισοδύναμη και ανεξάρτητη σχέση εργασίας σε αντικατάσταση της αρχικής αλλ’ αντιθέτως η εργασία παρέχεται στο - δευτερογενή εργοδότη με την ίδια, αρχική, σύμβασή, χωρίς η αλλαγή της κατεύθυνσης της παροχής της εργασίας να καταλύει τον υπάρχοντα ενοχικό δεσμό, ο δανειζόμενος εργαζόμενος εξακολουθεί να ανήκει στο προσωπικό του αρχικού εργοδότη παρά την ένταξή του στην εκμετάλλευση του τρίτου, με αποτέλεσμα η μέριμνα για την κοινωνική του ασφάλιση να βαρύνει τον πρώτο (βλ. ΕφΑθ 163/1989, ΕλλΔ/νη 1991, σελ. 594). Για τον ίδιο λόγο, οι όροι της σύμβασης εργασίας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή τους. Επιπλέον, σε καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης (βλ. ΑΠ 1160/2015, ΝΟΜΟΣ), ενώ υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά τη διάρκεια του δανεισμού, δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία (περί όλων των ανωτέρω βλ. και ΑΠ 1580/2012, ΔΕΝ 2013, σελ. 634· ΑΠ 1731/2007, ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1162/2006, ΝΟΜΟΣ- ΕφΠειρ 311/2016, ΝΟΜΟΣ- ΕφΛαρ 235/2012, Δικογραφία 2012, σελ. 574).
Τέλος, τον κατά δανεισμό (δευτερογενή) εργοδότη βαρύνουν οι υποχρεώσεις σεβασμού των όρων δημόσιας τάξης που ισχύουν κατά την εκτέλεση της εργασίας και η τήρηση της υποχρέωσης προνοίας για την εξασφάλιση όρων και συνθηκών κατ’ αυτήν για την προστασία της ζωής και της υγείας του κατά παραχώρηση μισθωτού. Συνεπώς, σε περίπτωση παραβίασής τους κατά τον χρόνο του δανεισμού και δη σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, και τραυματισμού του, ο εργαζόμενος μπορεί να στραφεί, συντρεχόντων και των λοιπών νομίμων όρων ευθύνης, κατά του δευτερογενούς εργοδότη, καθόσον έγνομη σημασία και επιρροή έχει η ιδιότητα του εργοδότη κατά την επέλευση του ατυχήματος, αφού αυτός υπέχει την εξ αυτού σχετική ευθύνη και όχι ο κατά την πρόσληψη του παθόντος εργαζόμενου και μέχρι τον δανεισμό του εργοδότης (βλ. ΑΠ 1116/2011, ΔΕΕ 2012/821), υπό την έννοια ότι ο δευτερογενής εργοδότης ευθύνεται αυτοτελώς για τις δικές του παραβάσεις που οφείλονται στην παραβίαση των μέτρων ασφάλειας και υγιεινής και που σκοπούν, στην προστασία του εργαζόμενου μισθωτού (βλ. ΑΠ 1245/2002, ΕΕΔ τ. 63, σελ. 294- ΕφΠειρ 311/2016 όπ.π.).
Σημειώνεται σε κάθε περίπτωση, ότι η συνολική διάρκεια της σύμβασης δανεισμού, συμπεριλαμβανομένων και των ενδεχομένων ανανεώσεων που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από 36 μήνες, ενώ αν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ανασταλεί η λειτουργία της εργασιακής σχέσης για λόγους όπως ασθένεια, στράτευση, εγκυμοσύνη κ.λπ. δεν επηρεάζεται η νομοθετικώς προβλεπόμενη διάρκεια. Σε περίπτωση δε υπέρβασης τού εν λόγω χρονικού ορίου επέρχεται η μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη. Αξίζει δε να υπογραμμισθεί ότι δεν επιτρέπεται παραχώρηση μέσω σύμβασης δανεισμού όταν:
- i. Μέσω αυτής σκοπείται ουσιαστικά η αντικατάσταση εργαζομένων, οι οποίοι ασκούν το δικαίωμα της απεργίας.
- ii. Το προηγούμενο εξάμηνο ο έμμεσος εργοδότης έχει πραγματοποιήσει απολύσεις εργαζομένων της ίδιας ειδικότητας για οικονομικοτεχνικούς λόγους ή το προηγούμενο δωδεκάμηνο ομαδικές απολύσεις.
iii. Ο έμμεσος εργοδότης υπάγεται στις διατάξεις που ορίζουν προσλήψεις μέσω ΑΣΕΠ και
- iv. Η εργασία λόγω της φύσης της εγκυμονεί ιδιαίτερους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΡΟΣΥΜΦΩΝΟ Ή ΜΟU (Memorandum of Understanding)Ή ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΕΙΔΗ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ
Τα επιχειρηματικά σχέδια κοινής δράσης συχνά ξεκινούν με κάποιο συμφωνητικό ως προσχέδιο της οριστικής συμφωνίας. Ομοίως η επίλυση επιχειρηματικών διαφορών σε αρκετές περιπτώσεις επιλύονται με διαπραγματεύσεις και με προδιαμόρφωση των βασικών πλαισίων συμφωνίας.
Όλα αυτά τα συμφωνητικά ονομάζονται από τα συμβαλλόμενα μέρη MOU (Memorandum of Understanting) ή Σύμβαση Πλαίσιο ή Προσύμφωνο ή και με άλλες παραπλήσιες ονομασίες.
Υπογραμμίζουμε ότι, η σωστή διαμόρφωση του περιεχομένου των συμφωνιών αυτών εναπόκειται στο νομικό σύμβουλο, που θα αποδώσει τη σωστή διατύπωση στη σύμβαση προς εξασφάλιση του εντολέα του.
Υπάρχουν διαφόρων ειδών συμβάσεις ή προσύμφωνα. Ειδικότερα:
- Επιστολή προθέσεων: Με την «επιστολή προθέσεων» ο ένας επιχειρηματίας ενημερώνει εγγράφως και επισήμως τον άλλο επιχειρηματία για την πρόθεσή του και την θέλησή του α) να διαπραγματευθούν και β) ενδεχομένως να καταλήξουν σε κάποια συμφωνία. Εκδηλώνει την πρόθεσή του για τις προπαρασκευαστικές διαδικασίες και διαπραγματεύσεις που ίσως οδηγήσουν στην οριστική υπογραφή συμβάσεως χωρίς όμως να υπάρχει δέσμευση κατάληξης τελικά σε συμφωνία.
- MOU: Το Memorandum of understanding αποτελεί συμφωνητικό που δεν είναι οριστική συμφωνία ούτε δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη ότι θα καταλήξουν οπωσδήποτε σε οριστική συμφωνία. Ωστόσο, περιγράφει δεσμευτικώς τη διαδικασία διαπραγματεύσεων μέχρι την οριστική συμφωνία, το χρονικό πλαίσιο αυτών, τους στόχους και τις γενικές γραμμές τόσο της διαπραγμάτευσης όσο και της πιθανής συμφωνίας. Παράλληλα περιγράφει το είδος των διαπραγματεύσεων αλλά και το βαθμό αποκάλυψης πληροφοριών από το ένα συμβαλλόμενο μέρος προς το άλλο. Με αυτό το συμφωνητικό τίθεται χρονοδιάγραμμα, σειρά και βήματα κινήσεων και εργασιών αλλά και ενδεχόμενες κυρώσεις από παραβίαση αυτών.
- Προσύμφωνο: Το προσύμφωνο, αποτελεί μεν προσυμβατική συμφωνία, δηλαδή συμφωνία πριν την οριστική συμφωνία ως προ στάδιο αυτής. Δεν είναι όμως η οριστική συμφωνία ή οριστική σύμβαση που θα επιφέρει τις τελικές οικονομικές συνέπειες. Πάντως, είναι απολύτως δεσμευτικό και μπορεί να υποχρεώσει τα μέρη που το υπέγραψαν να καταλήξουν και να υπογράψουν και την τελική συμφωνία. Αν στη συνέχεια κάποιο από τα μέρη διστάσει και δεν επιθυμεί πλέον την σύβαση ο άλλος συμβαλλόμενος μπορεί είτε να τον εξαναγκάσει δικαστικώς σε τελική συμφωνία είτε θα ζητήσει αποζημίωση για την μη κατάρτιση της τελικής σύμβασης.
- Σύμβαση πλαίσιο: Η «σύμβαση πλαίσιο», είναι η σύμβαση με την οποία καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών. Από τη σύμβαση – πλαίσιο δεν απορρέει υποχρέωση των μερών να συνάψουν συμβάσεις. Απορρέει όμως η υποχρέωση, αν στο μέλλον συνάψουν συμβάσεις, αυτές να διέπονται δεσμευτικά από τους όρους που περιέχονται στη σύμβαση – πλαίσιο.
Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι:
α) σημασία έχει το περιεχόμενο της συμφωνίας που θα υπογραφεί και σε καμία περίπτωση η ονομασία της σύμβασης (πάγια άποψη του Αρείου Πάγου βλ. ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 881/2010, ΑΠ 466/2010)
β) η υπογραφή μίας συμφωνίας προκαθορίζει τις υποχρεώσεις και τις επόμενες κινήσεις του, συνεπώς ας μην βιαστεί, ας μην αποδεχθεί προ διατυπωμένες συμφωνίες, πρώτα ας συμβουλευτεί.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΑΠΟΦΑΣΗ – ΑΚΥΡΗ Ή ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΕΤΑΙΡΩΝ Ή ΤΟΥ ΔΣ
Στις εμπορικές εταιρείες, μπορεί να λαμβάνονται αποφάσεις που έρχονται σε αντίθεση με το νόμο και το καταστατικό της εταιρείας, επειδή είτε ηθελημένα είτε άθελά τους οι εταίροι και τα πρόσωπα της διοίκησης της εταιρείας, παραβίασαν την διαδικασία ή και την ουσία που ορίζει ο νόμος και το καταστατικό της εταιρείας.
Σε κάθε περίπτωση ο νομοθέτης ορίζει δικαστική διαδικασία ακύρωσης και αμφισβήτησης της απόφασης που ελήφθη και είναι παράνομη (αντίθετη στο νόμο ή στο καταστατικό). Όμως ο νόμος ορίζει πολύ σύντομες προθεσμίες που αν παρέλθουν
τότε η παρανομία θεραπεύεται και η απόφαση αν και αρχικώς άκυρη αντιμετωπίζεται ως νόμιμη. Ειδικά για τις ανώνυμες εταιρείες έχουν επέλθει λόγω του νέου νόμου σημαντικές αλλαγές. Με το ν. 4548/2018 επήλθαν ριζοσπαστικές και θεμελιώδεις αλλαγές στον κ.ν. 21902/1920 σε διάφορα ζητήματα εταιρικού δικαίου. Ειδικότερα:
Στο άρθρο 3 παρ. 1 προβλέπεται ότι: «Για τις υποθέσεις που, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, υπάγονται σε δικαστήριο, αποκλειστικά αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο στον παρόντα νόμο».
Από το άρθρο 12 παρ. 1 προκύπτει ότι: « Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία: […] γ) Ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση, με τα στοιχεία ταυτότητας, των προσώπων που: αα) ασκούν τη διαχείριση της εταιρείας, ββ) έχουν την εξουσία να την εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα […]».
Στο άρθρο 134 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Οι συζητήσεις και αποφάσεις που λαμβάνονται κατά τη γενική συνέλευση καταχωρίζονται σε περίληψη σε ειδικό βιβλίο πρακτικών. Στο ίδιο βιβλίο καταχωρίζεται και κατάλογος των μετόχων που παραστάθηκαν ή αντιπροσωπεύθηκαν στη γενική συνέλευση. … Αντίγραφα πρακτικών συνεδριάσεων της γενικής συνέλευσης υποβάλλονται στην αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 93». Κατά την παρ. 2, «Η εταιρεία υποχρεούται να χορηγεί στους μετόχους της αντίγραφα πρακτικών γενικών συνελεύσεων ύστερα από αίτησή τους»., ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «Η εταιρεία φέρει το βάρος απόδειξης ότι οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης έλαβαν χώρα την ημερομηνία και ώρα που αναγράφονται στο βιβλίο πρακτικών».
Στο άρθρο 135 για την λήψη αποφάσεων ΓΣ χωρίς συνεδρίαση ορίζεται ότι: «1. Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης είναι δυνατόν να λαμβάνονται από τους μετόχους χωρίς συνεδρίαση, σύμφωνα με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος, αν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Οι μετοχές της εταιρείας δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά. β) Το καταστατικό προβλέπει τη δυνατότητα του παρόντος άρθρου και προσδιορίζει τις αποφάσεις που μπορούν να ληφθούν με τον τρόπο αυτό. Αποφάσεις επί θεμάτων της τακτικής γενικής συνέλευσης δεν μπορούν να ληφθούν με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. γ) Όλοι οι μέτοχοι έχουν γνωστοποιήσει στην εταιρεία τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους. δ) Μειοψηφία του ενός πέμπτου (1/5) του κεφαλαίου δεν αντιτίθεται στη λήψη απόφασης με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. Σχετική δήλωση πρέπει να σταλεί στο διοικητικό συμβούλιο μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες από τη λήψη της πρότασης του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα με την παράγραφο 2.»
Στο άρθρο 136 προβλέπεται περί πρακτικού ΓΣ δια περιφοράς (χωρίς προσυπογραφή πρακτικό) ότι: «1. Στις εταιρείες των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους ισχύει ως απόφαση της γενικής συνέλευσης. Η ρύθμιση αυτή ισχύει και αν όλοι οι μέτοχοι ή οι αντιπρόσωποί τους συμφωνούν να αποτυπωθεί πλειοψηφική απόφασή τους σε πρακτικό, χωρίς συνέλευση. Το σχετικό πρακτικό υπογράφεται από όλους τους μετόχους με αναφορά των τυχόν μειοψηφούντων. […] 2. Οι υπογραφές των μετόχων ή των αντιπροσώπων τους μπορούν να αντικαθίστανται με ανταλλαγή μηνυμάτων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, αν τούτο προβλέπεται στο καταστατικό. […] 3. Το πρακτικό της παραγράφου 1 καταχωρίζεται στο βιβλίο πρακτικών, σύμφωνα με το άρθρο 134. […] 4. Το βάρος της απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων λήψης απόφασης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και του χρόνου της απόφασης φέρει η εταιρεία»
Στο άρθρο 137 περί ακυρωσίας αποφάσεων ΓΣ προβλέπεται ότι: «1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 138 και 139, απόφαση της γενικής συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για αποφάσεις τις οποίες έλαβε γενική συνέλευση που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί. […] 3. Η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί με αγωγή από οποιονδήποτε μέτοχο, κάτοχο μετοχών που εκπροσωπούν τα δύο εκατοστά (2/100) του κεφαλαίου, αν δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση. Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ξεχωριστά. Στην περίπτωση αυτή, αν παρίσταται ανάγκη, το δικαστήριο της παραγράφου 7 διορίζει, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ειδικό εκπρόσωπο της εταιρείας για τη διεξαγωγή της δίκης.[…] 7. Η αγωγή ακύρωσης της απόφασης της γενικής συνέλευσης εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας. […] 8. Η αγωγή της παραγράφου 7 στρέφεται κατά της εταιρείας και ασκείται μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη λήψη της απόφασης ή, αν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. Εντός της ίδιας προθεσμίας ασκείται και η αγωγή αποζημίωσης της παραγράφου 4[…]. 9. Οι ενάγοντες μέτοχοι οφείλουν να αποδείξουν ότι, τόσο κατά την άσκηση της αγωγής όσο και κατά το χρόνο κατάθεσης των προτάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, έχουν τις μετοχές που τους παρέχουν το δικαίωμα να ασκήσουν την αγωγή. Αν μετά την άσκηση της αγωγής οι ενάγοντες μέτοχοι μεταβιβάσουν όλες τις μετοχές ή μέρος τούτων, ώστε κατά το χρόνο κατάθεσης των προτάσεων να μην συγκεντρώνουν πλέον τα ποσοστά της παραγράφου 3, οι ενάγοντες μέτοχοι μπορούν να ζητήσουν με τις προτάσεις τους αποζημίωση, σύμφωνα με την παράγραφο 4. […] 10. Η ακύρωση της απόφασης ισχύει έναντι πάντων. Το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να λάβει τα μέτρα που επιβάλλει η κατάσταση η οποία προέκυψε από την ακύρωση. Σε κάθε περίπτωση δε θίγονται τα δικαιώματα τρίτων που αποκτήθηκαν με απόφαση που ακυρώθηκε ή με πράξη που διενεργήθηκε με βάση την απόφαση αυτή, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε ή αγνοούσε από βαριά αμέλεια το ελάττωμα της απόφασης. […] 12. Η ακυρωσία απόφασης δεν εμποδίζει την καταχώριση της τελευταίας στο Γ.Ε.ΜΗ. Η αγωγή ακύρωσης απόφασης της γενικής συνέλευσης, που έχει καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ., η δικαστική απόφαση παντός βαθμού δικαιοδοσίας που απαγγέλλει την ακύρωσή της και η δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα ή αναστέλλεται η ισχύς της υποβάλλονται σε δημοσιότητα.»
Στο άρθρο 138 περί ακυρότητας των αποφάσεων ΓΣ «1. Σε περίπτωση που δεν υπήρξε σύγκληση της γενικής συνέλευσης ή το περιεχόμενο της απόφασής της είναι αντίθετο στο νόμο ή το καταστατικό, η απόφαση είναι άκυρη. 2. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου άρθρου, θεωρείται ότι συγκλήθηκε η γενική συνέλευση, αν υπήρξε πρόσκλησή της προερχόμενη από την εταιρεία και περιέχουσα τουλάχιστον ένδειξη της ημερομηνίας και του τόπου της γενικής συνέλευσης και η πρόσκληση αυτή δημοσιεύθηκε κατά τον νόμο και το καταστατικό. Ως προερχόμενη από την εταιρεία θεωρείται η πρόσκληση όταν έχει γίνει από το διοικητικό συμβούλιο ή μέλος του ή και από τα πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 121 και της παραγράφου 1 του άρθρου 141. 3. Η προβολή ακυρότητας εκ μέρους μετόχου λόγω έλλειψης σύγκλησης της γενικής συνέλευσης δεν είναι επιτρεπτή, αν ο μέτοχος αυτός μεταγενέστερα δήλωσε προς την εταιρεία εγγράφως ή με δήλωσή του στα πρακτικά, ότι η γενική συνέλευση συνεδρίασε νομίμως. 4. Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο, μέτοχο ή τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον, δικαστικά ή με ρητή έγγραφη εξώδικη δήλωσή του προς την εταιρεία, μέσα σε προθεσμία ενός (1) έτους από τη λήψη της απόφασης ή, αν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. Η προβολή της ακυρότητας πρέπει να αναφέρεται σε συγκεκριμένη απόφαση και να περιγράφει το λόγο, που, κατά την άποψη του δηλούντος, προκαλεί την ακυρότητα. Σε περίπτωση που με τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας καθίσταται παράνομος ή αντικείμενος στη δημόσια τάξη, καθώς και όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία. […] 6. Η ακυρότητα μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 4[…] 8. Η αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας απόφασης της γενικής συνέλευσης, που έχει καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ., η δικαστική απόφαση παντός βαθμού δικαιοδοσίας που αναγνωρίζει την ακυρότητά της και η δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα ή αναστέλλεται η ισχύς της υποβάλλονται σε δημοσιότητα.»
Στο άρθρο 140 περί ανυπόστατων αποφάσεων που έγιναν χωρίς συνεδρίαση της ΓΣ ορίζεται ότι: «1. Στις αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς συνεδρίαση, σύμφωνα με το άρθρο 135, οι διατάξεις για την ακυρωσία και την ακυρότητα των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης των άρθρων 137 και 138 εφαρμόζονται αναλόγως. 2. Στην περίπτωση προσυπογραφής πρακτικού, σύμφωνα με το άρθρο 136, η απόφαση είναι ανυπόστατη, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής. Απόφαση που λαμβάνεται με τον τρόπο αυτόν και αντίκειται στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρη. Οι παράγραφοι 4 έως 8 του άρθρου 138 εφαρμόζονται αναλόγως».
Στο άρθρο 92 ορίζεται ότι: «1. Το διοικητικό συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτό το ήμισυ πλέον ενός των συμβούλων, ουδέποτε όμως ο αριθμός των παρόντων ή αντιπροσωπευόμενων συμβούλων μπορεί να είναι μικρότερος των τριών (3). Για την εξεύρεση του αριθμού απαρτίας παραλείπεται τυχόν προκύπτον κλάσμα. 2. Εφόσον δεν ορίζει διαφορετικά ο νόμος ή το καταστατικό, οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται έγκυρα με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων και αντιπροσωπευόμενων μελών. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου. 3. Κάθε σύμβουλος μπορεί να αντιπροσωπεύει εγκύρως μόνον έναν άλλο σύμβουλο. 4. Η αντιπροσώπευση στο διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να ανατεθεί σε πρόσωπα που δεν αποτελούν μέλη του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν η αντιπροσώπευση ανατεθεί σε τυχόν αναπληρωματικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου».
Κατά το άρθρο 95 περί ελαττωματικών αποφάσεων του ΔΣ προβλέπεται ότι «1. Αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, το περιεχόμενο των οποίων αντίκειται στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρες. 2. Αποφάσεις που λήφθηκαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό είναι επίσης άκυρες, εκτός αν λήφθηκαν ομοφώνως από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, παρόντα ή νομίμως εκπροσωπούμενα. 3. Την ακυρότητα μπορούν να επικαλεσθούν, εντός έξι (6) μηνών από την καταχώριση της απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με το άρθρο 12, ή από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών, σύμφωνα με το άρθρο 93, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τρίτοι δε, μέτοχοι ή μη, αν έχουν προσωπικό και ειδικό έννομο συμφέρον. Αν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η δυνατότητα επίκλησης δεν υπόκειται σε προθεσμία. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα μπορεί είτε να προταθεί από τους μετόχους είτε να ληφθεί υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. 4. Αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου που αφορούν ζητήματα της παραγράφου 4 του άρθρου 27, της παραγράφου 2 του άρθρου 56, της παραγράφου 1 του άρθρου 71 και των περιπτώσεων α, β και ε της παραγράφου 2 του άρθρου 117 είναι άκυρες ή ακυρώσιμες, με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 137 και 138. Η περίπτωση β της παραγράφου 2 του άρθρου 137 δεν εφαρμόζεται. 5. Αν η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της οποίας η ακυρότητα αναγνωρίσθηκε δικαστικά υπέκειτο σε δημοσιότητα, το ίδιο ισχύει και για τη δικαστική απόφαση που αναγνώρισε την ακυρότητά της. 6. Το παρόν άρθρο δεν επηρεάζει την εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 86.»
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ – ΔΙΑΦΩΝΙΕΣ ΕΤΑΙΡΩΝ ΣΕ ΜΙΑ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ Ή ΕΤΕΡΡΟΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΝΟΥΝΤΟΣ ΕΤΑΙΡΟΥ
Σε μία ομόρρυθμη ή ετερρόρυθμη εταιρεία είναι σύνηθες να υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες και αντιδικίες ως προς την διαχείριση, την εκπροσώπηση της εταιρείας, τις συναλλαγές και τις εταιρικές επιλογές. Ο νομοθέτης έχει καλύψει κάθε τυχόν τέτοια προβληματική περίπτωση και έχει εισαγάγει δυνατότητες δικαστικής επίλυσης του όποιου προβλήματος ανακύπτει, που περιλαμβάνουν και την απομάκρυνση του διαφωνούντος εταίρου.
Μία εκ των λύσεων για την επίλυση των διαφωνιών είναι η απομάκρυνση του διαφωνούντος εταίρου, με δύο τρόπους:
- Είτε επιλέγει ο ίδιος να εξέλθει και να φύγει από την εταιρεία
- Eίτε επιλέγει κάποιος άλλος εταίρος την δικαστική προσφυγή για να εκδιωχθεί ο εταίρος από την εταιρεία
Στην πρώτη περίπτωση ο εταίρος που διαφωνεί επιλέγει να φύγει από την εταιρεία (έξοδος εταίρου). Φυσικά δεν θα χαρίσει την μερίδα του και την εταιρική του συμμετοχή στους άλλους άλλους εταίρους. Θα αποζημιωθεί πλήρως και αυτό γίνεται με δικαστική εκτίμηση της εταιρικής του συμμετοχής-μερίδας και με καταβολή χρημάτων σε αξία όση και η αξία της μερίδας του στην εταιρεία. Μάλιστα ο υπολογισμός γίνεται όχι με στενά λογιστική αποτίμηση (φορολογική αποτίμηση) αλλά με συνυπολογισμό και άλλων υπεραξιών όπως η πελατεία, τα διαφυγόντα κέρδη του μέλλοντος, η δυναμική της εταιρείας κλπ.
Στην δεύτερη περίπτωση που ο εταίρος που διαφωνεί δεν επιθυμεί να εξέλθει και να φύγει μόνος του, ο νομοθέτης έχει εισάγει με αυστηρές προϋποθέσεις την δικαστική δυνατότητα των άλλων εταίρων να τον απομακρύνουν από την εταιρεία.
Δηλαδή οι άλλοι εταίροι έχουν την επιλογή να προβούν σε αποκλεισμό-απομάκρυνση του εταίρου από την εταιρεία.
Και πάλι χρειάζεται δικαστική απόφαση και πάλι ο εταίρος αυτός θα αποζημιωθεί για την εταιρική μερίδα που χάνει αλλά οι άλλοι εταίροι θα μπορούν να συνεχίσουν μόνοι τους την λειτουργία της εταιρείας τους.
Η ύστατη λύση είναι η λύση και εκκαθάριση της εταιρείας, αν καμία από τις παραπάνω επιλογές δεν είναι δυνατή.
Φυσικά δυνατή είναι και η αντικατάσταση ενός διαχειριστή-εκπροσώπου από την εταιρεία, δηλαδή η απομάκρυνσή του από την διοίκηση αλλά χωρίς να απομακρυνθεί και από την εταιρεία ως εταίρος.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
LEASING: ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ ΤΟΥ «ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ» ΚΑΙ ΑΜΥΝΑ ΤΟΥ «ΜΙΣΘΩΤΗ».
Ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση προ της λήξεως αυτής, εάν ο μισθωτής αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, κυρίως εάν ο τελευταίος περιέλθει σε υπερημερία ως προς την καταβολή του μισθώματος.
Με την καταγγελία λύεται η χρηματοδοτική μίσθωση και ο εκμισθωτής δικαιούται να αναζητήσει το πράγμα από το μισθωτή είτε με διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ) είτε με αγωγή αποβολής από τη νομή (άρθρα 984, 987 και 998 ΑΚ - αντιποίηση) είτε με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 733 - 734 ΚΠολΔ). Επίσης, μπορεί να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής.
Στους όρους της συμβάσεως περιλαμβάνεται συνήθως και η πρόβλεψη ότι σε περίπτωση έκτακτης καταγγελίας της συμβάσεως, λόγω π.χ. υπερημερίας του μισθωτή, όλα τα μισθώματα καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά ώστε να καλύπτεται το σύνολο των εξόδων και τα κέρδη της εταιρίας.
Τυχόν όρος στη σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως λόγω καθυστερήσεως περί την καταβολή ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων (ή λόγω παραβάσεως κάποιας άλλης σημαντικής συμβατικής υποχρεώσεως) ο εκμισθωτής δύναται να απαιτήσει επιπλέον, δηλαδή σωρευτικώς, εκτός από τα οφειλόμενα ληξιπρόθεσμα μισθώματα και την απόδοση - επιστροφή του πράγματος, και τα μελλοντικά μη εισέτι ληξιπρόθεσμα μισθώματα, είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτός και έγκυρος, κρίνεται όμως ως συνομολογηθείσα ποινική ρήτρα, η οποία, εάν τυγχάνει δυσαναλόγως μεγάλη υπόκειται σε μείωση από το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη, στο προσήκον μέτρο, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ (ΑΠ 1439/2012 ΕφΑΔ 2013, 136, ΑΠ 605/2010 ΕλλΔνη 52, 139, ΕφΑΘ 2324/2009 ΕλλΔνη 53, 1396, ΕφΑΘ 5636/2003 ΕλλΔνη 45, 265, ΕφΑΘ 4747/2002 ΕλλΔνη 44, 567), ενώ δεν αποκλείεται η εν λόγω αξίωση να κριθεί ως καταχρηστική, εάν ο οφειλέτης επικαλεσθεί και αποδείξει περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν κατάχρηση δικαιώματος κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, στη διαμόρφωση της κρίσης του για το χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης και στη συνέχεια για το μέτρο που πρέπει να μειωθεί, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που συντρέχουν κατά περίπτωση, ιδίως δε το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή, που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματος του και την ενδεχόμενη ωφέλεια του από την μη εκπλήρωση της παροχής, καθώς και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και τα απώτερα ακόμη επιβλαβή γενικώς αποτελέσματα, τα οποία είχε γι` αυτόν η μη εκπλήρωσή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής, όχι δε απλώς τη μη επέλευση σ` αυτόν ζημίας ή το μέγεθος αυτής, αφού, κατά το άρθρο 405 ΑΚ η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη ζημία.
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι ο ζητών τη μείωση της ποινής ως υπέρμετρης πρέπει να επικαλεσθεί στην αίτηση του ορισμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων παρίσταται υπέρμετρη η ποινή, και, σε περίπτωση αμφισβητήσεώς τους, να αποδείξει αυτά, μη αρκούντος μόνο του περιστατικού, ότι η ζημία του δανειστή είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΩΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΕ ΙΚΕ
Η διαδικασία μετατροπής μίας προσωπικής εταιρείας σε ΙΚΕ προβλέπεται στο Ν. 4601/2019. Ειδικότερα, νομοθετικά προβλέπονται τρία επί μέρους στάδια:
α. Σύνταξη Έκθεσης του Διαχειριστή της Προσωπικής Εταιρείας
β. "Αποτίμηση" της αξίας της εταιρείας
γ. Απόφαση των Εταίρων της ΟΕ και καταχώριση στο ΓΕΜΗ, μαζί με το καταστατικό της ΙΚΕ.
Η απόφαση των εταίρων προσωπικής εταιρείας για τη μετατροπή της λαμβάνεται με ομοφωνία.
Εφόσον εταίρος της υπό μετατροπή εταιρείας ευθύνεται προσωπικά, μετά τη μετατροπή, για τα χρέη της εταιρείας με τη νέα της νομική μορφή απαιτείται η ρητή συναίνεσή του.
Η απόφαση των εταίρων για τη μετατροπή και η εταιρική σύμβαση της εταιρείας με τη νέα νομική της μορφή πρέπει να περιλαμβάνουν και τους εταίρους που, ως εταίροι της εταιρείας με τη νέα νομική της μορφή ευθύνονται προσωπικά για τα χρέη της, εφόσον συντρέχει περίπτωση τέτοιας ευθύνης.
Δεν απαιτείται γραπτή έκθεση προς τους εταίρους από το διαχειριστή, εφόσον το σύνολο των εταίρων της υπό μετατροπή εταιρείας είναι συγχρόνως και διαχειριστές της.
Σε περίπτωση μετατροπής σε κεφαλαιουχική εταιρεία απαιτείται προηγούμενη εξακρίβωση της αξίας της περιουσίας της υπό μετατροπή εταιρείας από τα πρόσωπα της παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 4548/2018.
Η έκθεση εξακρίβωσης που συντάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 υποβάλλεται σε δημοσιότητα με ανάλογη εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 17 του ν. 4548/2018.
- Κατηγορα: ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
