Η κοινοτική νομοθεσία έχει θεσπίσει ένα αυστηρό πλέγμα κανόνων δικαίου, με σκοπό την πλήρη προστασία των δικαιωμάτων των επιβατών, στην περίπτωση σιδηροδρομικού ατυχήματος. Η ανάγκη δε για πλήρη εναρμόνιση της νομοθεσίας όλων των κρατών – μελών, οδήγησε τα ευρωπαϊκά όργανα και, συγκεκριμένα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην θέσπιση Κανονισμού, μιας δεσμευτικής δηλαδή νομοθετικής πράξης με υποχρεωτική, οριζόντια και άμεση εφαρμογή για όλα τα κράτη – μέλη της Ένωσης.
Βασική στοχοθεσία του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2021/782, όπως αποτυπώνεται και στις αιτιολογικές σκέψεις του, αποτελεί η ενίσχυση της ασφάλειας των επιβατών. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της θέσπισης ενός αυστηρού πλαισίου ευθύνης για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και την απονομή μιας δέσμης δικαιωμάτων στους επιβάτες των σιδηροδρομικών δικτύων, στην περίπτωση σιδηροδρομικού ατυχήματος, που επέφερε είτε τον τραυματισμό, είτε τον θάνατο τους.
Συγκεκριμένα, επελθόντος του ατυχήματος που οδηγεί είτε σε τραυματισμό, είτε σε θάνατο επιβάτη, η σιδηροδρομική επιχείρηση υποχρεούται χωρίς καθυστέρηση και, το αργότερο εντός 15 ημερών, να προκαταβάλλει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών του παθόντος, οι οποίες προκλήθηκαν λόγω του ατυχήματος. Μάλιστα, ο Κανονισμός δεν αρκείται σε μια απλή αναφορά σε αποζημίωση, αλλά θέτει και ένα ελάχιστο κατώφλι, ύψους 21.000 €, οποιαδήποτε λοιπόν αποζημίωση δίνεται από τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, δεν μπορεί να υπολείπεται αυτού του ποσού. Η προκαταβολή αυτή δεν αποτελεί αναγνώριση ευθύνης εκ μέρους της σιδηροδρομικής επιχείρηση, ούτε επιστρέφεται, με δύο εξαιρέσεις: α) εάν η προκληθείσα ζημία οφειλόταν σε σφάλμα ή σε αμέλεια του επιβάτη και β) εάν ο αποδέκτης της προκαταβολής δεν ήταν τελικά ο δικαιούχος της αποζημίωσης.
Παράλληλα, ο Κανονισμός υποχρεώνει τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις να διατηρούν οργανωμένο μηχανισμό διεκπεραίωσης των καταγγελιών, προκειμένου να μπορούν οι επιβάτες να υποβάλλουν τα παράπονα τους. Η υποβολή αυτή πρέπει να λάβει χώρα εντός 3 μηνών, από την στιγμή του καταγγελόμενου περιστατικού.
Τέλος, στην περίπτωση όπου η σιδηροδρομική επιχείρηση δεν απαντήσει στην καταγγελία που της υποβάλλεται, ο επιβάτης έχει το δικαίωμα να απευθυνθεί στην Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων, η οποία λειτουργεί ως δευτεροβάθμιο όργανο. Σε αυτήν την περίπτωση, η ΡΑΣ δίνει πάντα το δικαίωμα στον πάροχο υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς να εκθέσει τις απόψεις του.
