Aπό τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, κατά την οποία το δικαστήριο, σε περίπτωση αδικοπραξίας, μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε εκείνον που υπέστη προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, προκύπτει σαφώς ότι δικαιούχος της απαιτήσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι το πρόσωπο που άμεσα υπέστη την ηθική βλάβη από την αδικοπραξία. Τέτοιο πρόσωπο είναι ο φορέας του προσβληθέντος εννόμου αγαθού και, επί βλάβης του σώματος ή της υγείας, εκείνος που την υπέστη, ήτοι ο παθών. Η έμμεση ηθική βλάβη, δηλαδή, δεν αποκαθίσταται. Κατά συνέπεια, τρίτα πρόσωπα δεν δικαιούνται κατά νόμο χρηματική ικανοποίηση, έστω κι αν αυτά, λόγω στενού συγγενικού δεσμού τους με τον παθόντα, δοκιμάζουν ψυχικό πόνο και στενοχώρια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των γονέων που υφίστανται ψυχικό άλγος εξαιτίας βλάβης του σώματος ή της υγείας του τέκνου τους. Στην περίπτωση αυτή, η ηθική βλάβη των γονέων είναι έμμεση και, ως εκ τούτου, δεν αποκαθίσταται (βλ. Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, ΕρμΑΚ, άρθρο 932 αρ. 2, ΟλΑΠ 18/2004, ΧρΙΔ 2004.932, η οποία δέχεται τη δυνατότητα γέννησης αξίωσης ηθικής βλάβης τρίτου σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπονται από τον νόμο, ΑΠ 1425/2010, Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΠειρ 485/2014, Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑθ 36/2004, ΕλλΔνη 2005.181).
Η ΕφΔωδ 65/2016 (Αρμ 2017.354), ωστόσο, διαφοροποιούμενη από τα προρρηθέντα, διέλαβε ότι «η άκαμπτη εφαρμογή της παραπάνω αρχής είναι προφανές ότι μπορεί να οδηγήσει σε σκληρότητες και ανεπιεική αποτελέσματα. Τούτο φαίνεται καθαρά σε περιπτώσεις σοβαρών τραυματισμών με ανίατες ή μόνιμες και βαριές συνέπειες που επηρεάζουν σε κρίσιμο βαθμό το στενό κύκλο των οικείων. Έτσι, στις περιπτώσεις σοβαρών σωματικών κακώσεων του προσώπου που έχουν ως συνέπεια την απώλεια σημαντικών λειτουργιών του σώματος συνεπεία των οποίων το πρόσωπο θεωρείται «φυτό», σε βαθμό τέτοιο, που λίγο απέχει από τον ουσιαστικό θάνατο, αναγνωρίζεται και σε τρίτους (οικείους) αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Τέτοια σοβαρή περίπτωση είναι, μεταξύ άλλων, ο σοβαρός τραυματισμός παιδιού, συνεπεία του οποίου αυτό περιέρχεται σε κατάσταση ασυνειδησίας, στην οποία μπορεί να αναγνωριστεί αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης στους γονείς του τέκνου, εφόσον προκύπτει ότι η ηθική βλάβη την οποία οι τελευταίοι υφίστανται υπερβαίνει τις συνέπειες τις οποίες υφίστανται οι οικείοι σε τέτοιες περιπτώσεις και αποκτά σημασία ιδιαίτερης, ξεχωριστής, βλάβης του οικείου (βλ. Κρητικού, «Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα» [Δ΄ έκδοση, 2008], σελ. 401, αρ. 18, Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο [Γενικό Μέρος, β΄ έκδοση, 2015], σελ. 675, αρ. 21, όπου και παραπομπές σε νομολογία: ΕφΛαρ 919/2005, ΕΣυγκΔ 2006.283, ΕφΑθ 3496/2001 ΑρχΝ 2003.67, ΕφΠατρ 798/1999, ΕΣυγκΔ 1999.635, πρβλ. ΕφΛαρ 325/2011, Τ.Ν.Π. Ισοκράτης)». Με το σκεπτικό, λοιπόν, ότι στην κρινόμενη περίπτωση «η επίδραση του τραυματισμού υπερέβαινε τα συνήθη όρια», η ΕφΔωδ 65/2016 επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση στους γονείς του τραυματισθέντος.
Το προεκτεθέν σκεπτικό, εξ άλλου, είχε προηγουμένως διαλάβει η ΕφΠειρ 886/2008, κατά την οποία στις ως άνω περιγραφόμενες «σοβαρές περιπτώσεις» συγκαταλέγεται και η «περίπτωση ανικανότητος του προσώπου (του συζύγου) προς συνουσία ή τεκνοποιία κλπ», κατά την οποία (ενν. περίπτωση) αναγνωρίζεται αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης στη σύζυγο του τραυματισθέντος.[1]
Συγκρινόμενη με τη μόλις λεχθείσα απόφαση, πάντως, η προγενέστερη ΜΠρΑθ 2975/2005 (ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2006.43) “υπερθεματίζει” ως προς το εύρος της αποδοχής της ηθικής βλάβης εμμέσως ζημιωθέντος προσώπου ως αποκαταστατέας, δοθέντος το μεν ότι αναγνώρισε αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στον αρραβωνιαστικό – ουχί σύζυγο – της τραυματισθείσης, το δε ότι έπραξε τούτο όχι επί τη βάσει «ανικανότητος [αυτής] προς συνουσία ή τεκνοποιία κλπ», αλλά επειδή αυτός υπέστη καταθλιπτικά επεισόδια και αναγκάστηκε να ακολουθήσει ψυχοθεραπευτική αγωγή εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού της μνηστής του. Πλέον συγκεκριμένα, η περί ης ο λόγος απόφαση διέλαβε σχετικώς τα ακόλουθα: «Ζητά δε (ενν. ο αρραβωνιαστικός της τραυματισθείσης) την επιδίκαση ποσού 44.064,56 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, (…) κυρίως λόγω του τραυματισμού της μνηστής του V.Τ., υποστάς καταθλιπτικά επεισόδια και παρακολουθούμενος με ψυχοθεραπευτική αγωγή. Στην περίπτωση αυτή, το ψυχικό κόστος που υπέστη ο παραπάνω δεύτερος ενάγων από τον σοβαρό τραυματισμό της ως άνω μνηστής του είχε σοβαρές συνέπειες στην υγεία του, εφόσον, όπως προελέχθη, αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και λόγω της καταστάσεως της μνηστής του δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί της και είναι αμφίβολο αν θα το κατορθώσει αυτό στο μέλλον. Ενόψει των παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ) ύψους 25.000 ευρώ, ποσό που το Δικαστήριο κρίνει εύλογο.».
Στην ίδια ως άνω συνάφεια, περαιτέρω, αξιομνημόνευτη τυγχάνει και η ΜΠρΒολ 253/2002 (ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2003.185), που αναγνώρισε αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στη μητέρα και τον πατέρα του τραυματισθέντος, δεχόμενη ότι «ως προς την αιτούμενη από τους γονείς του πρώτου ενάγοντος χρηματική ικανοποίηση, ενόψει του σοβαρότατου τραυματισμού που υπέστη ο υιός τους, εξαιτίας του οποίου αυτός δεν επικοινωνεί πλέον με το περιβάλλον του,[2] κατέστη δε εφ’ όρου ζωής ανάπηρος, του βαθμού του πταίσματος, που βαρύνει τον ίδιο τον παθόντα, του βαθμού και της έντασης της ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας που υπέστησαν, της θλίψεως και του πόνου που δοκίμασε καθένας από τους ως άνω δικαιούχους, την κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση των εναγόντων – γονέων, καθώς και όλες τις εν γένει περιστάσεις, ακόμη και εκείνες που δεν μνημονεύονται ρητά, το Δικαστήριο κρίνει ότι τόσο η δεύτερη ενάγουσα, όσο και ο τρίτος ενάγων, ως γονείς του παθόντος, υπέστησαν πράγματι ηθική βλάβη (για τη νομιμότητα του εν λόγω κονδυλίου βλ. σχ. Κρητικό, ό.π.,[3] παρ. 949, σελ. 331, ΕφΠατρ 798/1999 ΕΣυγκΔ 1999.635), για την αποκατάσταση της οποίας, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρο 932 ΑΚ), πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οφείλεται σε αυτούς, για μεν τη μητέρα του (δεύτερη ενάγουσα) το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων (44.000) ευρώ, για δε τον πατέρα του (τρίτο ενάγοντα) το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων (29.000) ευρώ, τα οποία κρίνονται ως εύλογα και δίκαια».
