Σε θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα που συνέβη κατά την ώρα εργασίας οδηγού φορτηγού, τα κατώτερα δικαστήρια θεώρησαν υπεύθυνη την εργοδότρια εταιρεία λόγω ελλιπούς συντήρησης του οχήματος και κόπωσης του εργαζομένου από πολύωρη εργασία, επιδικάζοντας αποζημιώσεις στους συγγενείς. Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου, κρίνοντας ότι δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων της εταιρείας και του ατυχήματος, ούτε εξετάστηκαν κρίσιμα πραγματικά περιστατικά όπως η ταχύτητα του οχήματος και ο ακριβής χρόνος ανάπαυσης του οδηγού.
Θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα με χαρακτηριστικά εργατικού ατυχήματος
Οδηγός κατά την ώρα εργασίας του με το φορτηγό της εταιρείας στην οποία εργαζόταν, έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, κινήθηκε εκτός οδοστρώματος για πενήντα μέτρα και τελικά συγκρούστηκε σε δέντρο, με αποτέλεσμα τον θάνατό του.
Πρόκειται για θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα με χαρακτηριστικά εργατικού ατυχήματος, στο οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το Εφετείο θεώρησαν υπεύθυνη την εργοδότρια εταιρεία για την ελλιπή συντήρηση του οχήματος και την κόπωση του οδηγού λόγω πολύωρης συνεχόμενης εργασίας. Επιδίκασαν για ψυχική οδύνη
α) στην σύζυγο 60.000€
β) σε κάθε ένα από ανήλικα τέκνα από 40.000€
γ) σε καθέναν από τους γονείς 20.000€
δ) σε καθένα από τους αδελφούς 15.000
Υπήρξε απόκλιση στην κρίση του Αρείου Πάγου και του Εφετείου και ο Άρειος Πάγος ακύρωσε την απόφαση του Εφετείου, λόγω μη επαρκούς αιτιολόγησης των γεγονότων που οδήγησαν στο θανατηφόρο τροχαίο.
Το περιστατικό
Ο θανών οδηγός, εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου, οδηγούσε το Ι.Χ. φορτηγό της εργοδότριας εταιρείας υπό καλές καιρικές και οδικές συνθήκες, όταν έχασε τον έλεγχο του οχήματος. Το φορτηγό εξετράπη αρχικά προς τα δεξιά, κινήθηκε εκτός οδοστρώματος για 56 μέτρα, επιχείρησε ανεπιτυχώς να επανέλθει και τελικά εξετράπη προς το αντίθετο ρεύμα, προσκρούοντας σε δέντρο, με αποτέλεσμα τον θάνατό του. Το ατύχημα χαρακτηρίζεται ως εργατικό καθώς προκλήθηκε από αιφνίδιο και βίαιο συμβάν κατά την εργασία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 551/1915.
Η κρίση του Εφετείου
Το Εφετείο απέδωσε το ατύχημα σε αμέλεια της εργοδότριας εταιρείας , δηλαδή σε πλημμελή συντήρηση του οχήματος και σε παραλείψεις, καθώς δεν είχαν αντικατασταθεί τα παλιά και φθαρμένα ελαστικά, δεν είχαν αποκατασταθεί τεχνικές ελλείψεις (διαρροές λαδιών και λιπαντικών) και δεν είχε επαναληφθεί ο τεχνικός έλεγχος του ΚΤΕΟ που είχε λήξει δύο μήνες πριν. Επίσης, έγινε δεκτό ότι ο εργαζόμενος απασχολούνταν πέραν του νομίμου ωραρίου, χωρίς τον αναγκαίο χρόνο ανάπαυσης, καθώς το προηγούμενο από το θανατηφόρο τροχαίο βράδυ ο οδηγός είχε επιστρέψει στις 21:30 μ.μ. σχολώντας από την εργασία του και ξεκίνησε πάλι την βάρδιά του στις 6:00 π.μ. την ημέρα του ατυχήματος.
Η κρίση του Αρείου Πάγου
Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου, κρίνοντας ότι δεν υπήρξε επαρκής και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, δεν τεκμηριώθηκε από το Εφετείο επαρκώς η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των τεχνικών φθορών του οχήματος ή της κόπωσης του οδηγού και της πρόκλησης του ατυχήματος, ούτε εξετάστηκε από το Εφετείο η ταχύτητα του οχήματος ή ο ακριβής χρόνος ανάπαυσης και ξεκούρασης του θανόντος εργαζομένου. Εν προκειμένω ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι δεν προέκυψε επαρκώς ότι η κόπωση του οδηγού και οι παραλείψεις στη συντήρηση του αυτοκινήτου από την εργοδότρια εταιρεία οδήγησαν στο θανατηφόρο τροχαίο.
Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (2419/2022) αναιρέθηκε για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στις παραλείψεις της εργοδότριας εταιρείας για συντήρηση του οχήματος (εμπρόθεσμος κατά τον νόμο έλεγχος ΚΤΕΟ, αλλαγή ελαστικών οχήματος) και στο γεγονός ότι ο οδηγός έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα την ανατροπή του οχήματος και τελικά τον θάνατο του οδηγού. Ρητώς στην απόφαση αναφέρεται ως εξής: «Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006)».
Για περισσότερες πληροφορίες ή διευκρινίσεις για θέματα τροχαίων ατυχημάτων πατήστε εδώ.
