Ενόψει της δυναμικής καθημερινής συναλλακτικής πρακτικής και των εργασιακών σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των κοινωνών του δικαίου, αρκετά συχνά οι εργοδότες εκτίθενται στον κίνδυνο επιβολής σε βάρος τους κυρώσεων από τις ελεγκτικές υπηρεσίες του εκάστοτε αρμόδιου για την ασφάλιση των εργαζομένων Ασφαλιστικού Φορέα. Στην πράξη, η μη αναγραφή του εργαζομένου στον τηρούμενο από τον εργοδότη πίνακα προσωπικού αποτελεί μία εκ των πιο συχνά διαπιστούμενων παραβάσεων. Οι έννομες συνέπειες που προκύπτουν δυνάμει της ανωτέρω παράβασης καθώς και δυνατότητες του εργοδότη στην περίπτωση αυτή αποτελούν την θεματική του παρόντος.
Σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, το Σ.Ε.Π.Ε. έχει, μεταξύ άλλων, τις εξής αρμοδιότητες:
α. Να ελέγχει όλες τις επιχειρήσεις και γενικότερα κάθε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο όπου υπάρχει υπόνοια ότι απασχολούνται εργαζόμενοι.
β. Να προβαίνει σε κάθε είδους αναγκαία εξέταση, έλεγχο ή έρευνα αναφορικά με τη διαπίστωση της τήρησης και εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, της σχετικής με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας, ιδίως τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή ή άλλες παροχές, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων.
γ. Να λαμβάνει άμεσα διοικητικά μέτρα, να επιβάλλει τις προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις.
δ. Να λαμβάνει άμεσα μέτρα, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, σε περίπτωση που διαπιστώσει παράνομη απασχόληση.
Αναφορικά με τις έννομες συνέπειες που συνεπάγεται η παραβίαση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, επισημαίνεται ότι στον εργοδότη επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου Προϊσταμένου Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας ή Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου ή του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση του για παροχή εξηγήσεων πρόστιμο για καθεμία παράβαση από πεντακόσια (500,00) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ.
Ο εργοδότης, σε βάρος του οποίου έχει επιβληθεί η διοικητική κύρωση του προστίμου, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, μπορεί να ασκήσεις εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας προσφυγή ενώπιον του εκάστοτε αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, ζητώντας την ακύρωση ή μεταρρύθμιση του προστίμου εφόσον πιστεύει ότι αδίκως αυτό επιβλήθηκε ή ότι είναι δυσανάλογο της παράβασης, στην οποία υπέπεσε ενόψει της αρχής της αναλογικότητας.
Αξίζει, δε, στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι η μη αναγραφή εργαζόμενου στον πίνακα προσωπικού, που πρέπει να τηρεί ο εργοδότης, συνιστά μια από τις πιο συχνά διαπιστούμενες στην πράξη παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, η οποία συνεπάγεται την επιβολή αυστηρών προστίμων. Ένα επιχείρημα που προβάλλεται σε αυτές τις περιπτώσεις προκειμένου να ακυρωθεί το επιβληθέν πρόστιμο, είναι ότι το φυσικό πρόσωπο, τα στοιχεία του οποίου δεν περιελήφθησαν στον πίνακα του προσωπικού, δεν συνδέεται με σύμβαση εργασίας με τον εκάστοτε εργοδότη. Ιδιαίτερη προσοχή όμως συνίσταται εν προκειμένω, καθότι με βάση την κείμενη νομοθεσία, στις περιπτώσεις αυτές, θεσπίζεται μαχητό τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο ο αναφερόμενος από το ελεγκτικό όργανο ως εργαζόμενος που δεν αναγράφεται στον πίνακα προσωπικού, συνδέεται με εργασιακή σχέση με τον εργοδότη, ο οποίος δύναται να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, με την άσκηση προσφυγής, ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου, αποδεικνύοντας πως ουδεμία σχέση εργασίας τον συνδέει με το πρόσωπο, το οποίο ο ελεγκτής θεώρησε ως μισθωτό του, με συνέπεια να του αποδώσει την παράβαση της εργατικής νομοθεσίας περί μη αναγραφής του στον πίνακα προσωπικού.
