Ένα ενδιάμεσο νομικό μόρφωμα μεταξύ σωματείου και αστικής εταιρείας αποτελεί η ένωση προσώπων, η οποία αναγνωρίζεται τόσο από το άρθρο 107 του Αστικού Κώδικα, όσο και από το ίδιο το Σύνταγμα.
Α. ΣΥΣΤΑΣΗ
Για τη σύσταση μίας ένωσης προσώπων δεν απαιτείται η ύπαρξη ελάχιστου αριθμού μελών. Συγκεκριμένα, μια ένωση προσώπων μπορεί να συσταθεί από δύο ή περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να είναι υποχρεωτική η τήρηση συστατικού τύπου, ανεξάρτητα του ότι συνήθως για πρακτικούς σκοπούς τηρείται ο έγγραφος τύπος (σύνταξη καταστατικού). Μπορεί, δε, να επιδιώκει οποιονδήποτε σκοπό, είτε αυτός είναι οικονομικός, είτε ιδεολογικός, θρησκευτικός κλπ. Στο σημείο αυτό ομοιάζει με το νομικό μόρφωμα της αστικής εταιρείας, ενώ διαφέρει αισθητά από το σωματείο, για τη σύσταση του οποίου απαιτείται ο ελάχιστος αριθμός των είκοσι μελών, συγκεκριμένη μορφή καταστατικού, καθώς και αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου προκειμένου να αναγνωριστεί.
Β. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Φυσικά, παρά το γεγονός ότι δεν απαιτείται η τήρηση τύπου για τη σύστασή της, τα μέλη της ένωσης προσώπων είναι ελεύθερα με κοινή τους συμφωνία να διαμορφώσουν Καταστατικό ή/και Κανονισμό, να ορίσουν τα διοικούντα όργανα και τους εκπροσώπους της, όπως επίσης και να συνέρχονται σε Γενική Συνέλευση για τη λήψη αποφάσεων. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι το καταστατικό της ένωσης, εφ’ όσον υφίσταται, δεν έχει υποχρεωτικό περιεχόμενο και δεν υπόκειται σε διατυπώσεις δημοσιότητας, ως εκ τούτου δε δεν ισχύει έναντι τρίτων.
Σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με την αστική εταιρεία είναι ότι στην ένωση προσώπων είναι επιτρεπτή η μεταβολή των μελών της (είσοδος-αποχώρηση), σε αντίθεση με την αστική εταιρεία, όπου ισχύει το κατ’ αρχήν αμετάβλητο του προσώπου των εταίρων.
Γ. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Τέλος, η βασική διαφορά της ένωσης προσώπων από το σωματείο είναι ότι η πρώτη δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα. Έχει, ωστόσο, ικανότητα να παρίσταται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους, λαμβάνοντας θέση διαδίκου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 62 και 64 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση, δε, αυτή, έχει κριθεί ότι δεν ιδρύεται δεσμός ομοδικίας μεταξύ των μελών της ένωσης, αφού διάδικος είναι η ένωση. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι η επίδοση εγγράφων γίνεται προς τον κατά το νόμο ή το καταστατικό εκπρόσωπό της (άρθρο 126 παρ. 1 εδ. δ` ΚΠολΔ), ενώ, κατά ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 329 και 919 παρ. 1 ΚΠολΔ γίνεται δεκτό ότι η κατά της ενώσεως προσώπων απόφαση παράγει δεδικασμένο για τα μέλη της και εκτελείται επί της κοινής τους περιουσίας.
Είναι, τέλος, σημαντικό να αναφερθεί πως τα μέλη της ένωσης προσώπων ευθύνονται κατά την κρατούσα άποψη και με την προσωπική τους περιουσία για τις οφειλές της ένωσης (κατά τα ποσοστά συμμετοχής τους), κάτι που δεν συμβαίνει στα σωματεία, όπου προσωπική ευθύνη γεννάται μόνο στο πρόσωπο του Προέδρου.
