Το άρθρο 290Α του Ποινικού Κώδικα εισήγαγε ένα αυτοτελές έγκλημα για την επικίνδυνη οδήγηση. Ένα παραβιασμένο κόκκινο φανάρι, ένα απότομο ξεπέρασμα του ορίου ταχύτητας, ένας επικίνδυνος ελιγμός συνιστούν συμπεριφορές που πολλοί θεωρούν καθημερινές, αλλά που ο νόμος μπορεί να τις τιμωρήσει με ποινές που φτάνουν έως και την κάθειρξη. Περισσότερα….
Το άρθρο ισχύει σήμερα στη διαμορφωμένη του μορφή μετά την τροποποίηση της παρ. 1 με το άρθρο 45 του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α΄ 30/23.2.2024), με ισχύ από την 1η Μαΐου 2024.
Ποιες συμπεριφορές τιμωρούνται:
Η παράγραφος 1 του άρθρου περιγράφει πέντε βασικές κατηγορίες επικίνδυνων συμπεριφορών κατά την κυκλοφορία σε δρόμους και πλατείες:
Οδήγηση υπό ανικανότητα. Όποιος οδηγεί χωρίς να μπορεί να το κάνει με ασφάλεια, είτε λόγω κατανάλωσης αλκοόλ, χρήσης ναρκωτικών, είτε λόγω σωματικής ή πνευματικής εξάντλησης.
Επικίνδυνος τρόπος οδήγησης. Εδώ εντάσσονται πολλές διαφορετικές συμπεριφορές: η αντίθετη πορεία σε εθνικές ή περιφερειακές οδούς, η οδήγηση σε πεζοδρόμους, πεζοδρόμια ή πλατείες, η χρήση τεχνικά ανασφαλούς ή κακώς φορτωμένου οχήματος, καθώς και οι επικίνδυνοι ελιγμοί ή η συμμετοχή σε αυτοσχέδιους αγώνες ταχύτητας.
Υπερβολική ταχύτητα. Η υπέρβαση του ορίου κατά τουλάχιστον 60 χλμ./ώρα (ή 30 χλμ./ώρα για λεωφορεία και φορτηγά) σε αυτοκινητόδρομο ή οδό ταχείας κυκλοφορίας· ή κατά τουλάχιστον 40 χλμ./ώρα (20 χλμ./ώρα για λεωφορεία/φορτηγά) εντός κατοικημένης περιοχής ή σε άλλο δίκτυο.
Κατάχρηση της λωρίδας έκτακτης ανάγκης. Η οδήγηση στη Λ.Ε.Α. εκτός των περιπτώσεων που προβλέπεται νόμιμα.
Παραβίαση ερυθρού σηματοδότη. Η πιο πρόσφατη προσθήκη με το άρθρο 45 του Ν. 5090/2024, θέλοντας να τιμωρήσει βαρύτατα μια συχνή οδηγική συμπεριφορά, η οποία αποτελεί και συχνό αίτιο θανατηφόρων τροχαίων.
Οι ποινές κλιμακώνονται ανάλογα με το αποτέλεσμα
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του εγκλήματος είναι ότι κατατάσσεται στα λεγόμενα εγκλήματα διακρινόμενα εκ του αποτελέσματος: η βαρύτητα της ποινής δεν εξαρτάται μόνο από την ίδια την πράξη, αλλά και από τη συνέπεια που τελικά επήλθε.
Έτσι, όποιος τελεί μία από τις παραπάνω πράξεις αντιμετωπίζει:
- φυλάκιση έως 3 έτη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα·
- φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους, αν μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο·
- κάθειρξη έως 10 έτη, αν προκλήθηκε βαριά σωματική βλάβη ή σημαντική ζημιά σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις·
- κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών, αν επήλθε θάνατος· και, στην περίπτωση θανάτου πολλών ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ακόμη και ισόβια κάθειρξη.
Η παράγραφος 2 προβλέπει επίσης την περίπτωση όπου οι παραπάνω πράξεις τελούνται από αμέλεια —όχι δηλαδή εν γνώσει του κινδύνου— με αποτέλεσμα να μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο. Σε αυτή την περίπτωση, η ποινή είναι σαφώς ηπιότερη: φυλάκιση έως 2 έτη ή χρηματική ποινή.
Γιατί χρειάστηκε αυτή η διάταξη:
Η θέσπιση του άρθρου 290Α δεν ήταν τυχαία, αλλά απάντηση σε ένα πραγματικό πρόβλημα που είχε εντοπιστεί στη νομολογία. Το ανώτατο όριο ποινής για την ανθρωποκτονία από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ) —πέντε έτη φυλάκισης— κρινόταν συχνά ανεπαρκές σε σχέση με τη σοβαρότητα ορισμένων περιστατικών, ιδίως σε θανατηφόρα τροχαία με στοιχεία υπαίτιας συμπεριφοράς.
Η αντίδραση της δικαστικής πρακτικής προ της θέσπισης του άρθρου 290Α ήταν να διευρύνει την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ώστε να καλύπτει και περιπτώσεις που κατ’ ουσίαν εντάσσονταν στο πεδίο της ενσυνείδητης αμέλειας — μια νομολογιακή τάση που δέχθηκε έντονη κριτική από τη θεωρία, καθώς εξέθετε τον οδηγό σε κατηγορία δόλου (με πολύ βαρύτερες συνέπειες) για συμπεριφορά που στην πραγματικότητα ήταν αμελής. Η κριτική αυτή οδήγησε τελικά σε αναθεώρηση της νομολογιακής προσέγγισης και στη θέσπιση ενός αυτοτελούς εγκλήματος που καλύπτει το ενδιάμεσο αυτό πεδίο.
Η προσθήκη του ερυθρού σηματοδότη το 2024
Με τον Ν. 5090/2024, ο νομοθέτης πρόσθεσε στους τρόπους τέλεσης του εγκλήματος και την παραβίαση ερυθρού σηματοδότη — μια συμπεριφορά που, όπως αναγνωρίζεται, αποτελεί διαδεδομένο φαινόμενο στην ελληνική οδική πραγματικότητα. Η επιλογή αυτή ήταν μονόδρομος καθώς η παραβίαση κόκκινου φαναριού θεωρείται συχνή αιτία ακόμη και θανατηφόρων ατυχημάτων, ενώ χαρακτηρίζεται ως συμπεριφορά που ενέχει έντονη περιφρόνηση προς τους κανόνες οδικής ασφάλειας, φτάνοντας μέχρι τη συνειδητή αποδοχή του κινδύνου για τους άλλους χρήστες του δρόμου.
Τα όρια εφαρμογής: όχι κάθε παράβαση του ΚΟΚ
Ένα σημείο που τονίζεται ιδιαίτερα στην Αιτιολογική Έκθεση του νόμου είναι ότι το άρθρο 290Α δεν ποινικοποιεί κάθε παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Αντίθετα, αφορά μόνο συγκεκριμένες, ιδιαίτερα επικίνδυνες συμπεριφορές, οι οποίες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:
- Συμπεριφορές που οφείλονται στην ίδια την κατάσταση του οδηγού — κατανάλωση οινοπνεύματος, χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, σωματική ή πνευματική εξάντληση.
- Συμπεριφορές που οφείλονται στον συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης — αντίθετη πορεία σε εθνικές/περιφερειακές οδούς, οδήγηση σε πεζόδρομους ή πλατείες, ανασφαλές ή κακώς φορτωμένο όχημα, επικίνδυνοι ελιγμοί, αυτοσχέδιοι αγώνες.
Επιπλέον, για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα δεν αρκεί μόνο η τέλεση της πράξης· απαιτείται να προέκυψε πράγματι κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο. Ο περιορισμός αυτός έχει συγκεκριμένο σκοπό: να αποτρέψει το ενδεχόμενο κάθε παράβαση του ΚΟΚ που είχε ως παραπέρα συνέπεια τον θάνατο εξ αμελείας άλλου, να χαρακτηρίζεται αυτόματα ως το βαρύτερο δυνατό έγκλημα, με ποινή κάθειρξης. θέλοντας να καλύψει με το παρόν άρθρο με τις βαρύτερες ποινές μόνο τις εξαιρετικά επικίνδυνες οδηγικές συμπεριφορές.
Συμπέρασμα
Το άρθρο 290Α ΠΚ αντιπροσωπεύει μια συνειδητή προσπάθεια του νομοθέτη να δημιουργήσει ένα ενδιάμεσο, αναλογικό πλαίσιο ποινικής ευθύνης για την επικίνδυνη οδήγηση — ανάμεσα στην ήπια αντιμετώπιση της απλής αμέλειας και στη δυσανάλογη αυστηρότητα του ενδεχόμενου δόλου. Με τη διαβάθμιση των ποινών ανάλογα με το αποτέλεσμα και τη ρητή πρόσδεση της ποινικής ευθύνης σε πραγματικό κίνδυνο, επιχειρεί να αποδώσει δικαιοσύνη τόσο στα θύματα των τροχαίων ατυχημάτων όσο και στην αρχή της αναλογικότητας του ποινικού δικαίου.
