Κατά την αποχώρηση εταίρου από προσωπική εταιρεία, αυτός δικαιούται την καταβολή της πραγματικής αξίας της εταιρικής του συμμετοχής. Ο προσδιορισμός της αξίας αυτής απαιτεί τη σύνταξη ειδικού ισολογισμού, ο οποίος αποτυπώνει την πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας κατά τον χρόνο εξόδου, συμπεριλαμβανομένης της άυλης αξίας (φήμη, πελατεία, διακριτικά γνωρίσματα) και της τρέχουσας και προσδοκώμενης οικονομικής απόδοσης.
Ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των εταίρων, το ζήτημα επιλύεται δικαστικά. Τα δικαστήρια συνεκτιμούν το σύνολο των οικονομικών στοιχείων και, κατά κανόνα, διατάσσουν λογιστική πραγματογνωμοσύνη. Οι φορολογικές μέθοδοι παρέχουν μόνο ενδεικτική καθοδήγηση, καθώς δεν αντανακλούν πλήρως την πραγματική αξία της επιχείρησης.
Στις προσωπικές εταιρείες, κάθε εταίρος μετά την αποχώρησή του, δικαιούται την απόδοση της αξίας της συμμετοχής του. Για τον υπολογισμό της πραγματικής αξίας συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου, απαιτείται η κατάρτιση ειδικού ισολογισμού που να εμφανίζει την πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας κατά τον χρόνο της εξόδου – ισολογισμός ειδικού τύπου με βάση την αρχή της συνέχισης της δραστηριότητας της επιχείρησης (άρθρ. 17 παρ. 10 ν. 4308/2014 για τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα). Για τον καθορισμό της αξίας συμμετοχής κρίσιμη είναι η αξία που θα μπορούσε να επιτευχθεί για τη μεταβίβασή της στην αγορά, κατά τον χρόνο εξόδου του εταίρου.
Για τον σχηματισμό δικαστικής κρίσης θα πρέπει συνεκτιμάται η όλη περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας, δηλαδή το ενεργητικό αυτής τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και ειδικότερα τα περιουσιακά της στοιχεία (και το υφιστάμενο κεφάλαιό της, το οποίο δεν μειώνεται με την έξοδο ή του αποκλεισμό εταίρου) συμπεριλαμβανομένων σ` αυτά και των αξιώσεών της έναντι τρίτων και της αποτιμητέας σε χρήμα αξίας των άυλων αγαθών που απέκτησε (φήμη, πελατεία, αξία διακριτικών γνωρισμάτων κ.λπ.) από τη μέχρι τότε λειτουργία της, καθώς και το παθητικό της, δηλαδή τα χρέη της προς τρίτους, ενώ θα πρέπει λαμβάνεται υπόψη και η οικονομική απόδοση της εταιρικής επιχειρήσεως τρέχουσα και προσδοκώμενη.
Ως καταλληλότερη μέθοδος εκτίμησης, κρίνεται με τα μέχρι τώρα δεδομένα, η μέθοδος του προσδιορισμού της αξίας μιας εταιρείας με βάση τη φορολογική νομοθεσία για τις προσωπικές εταιρίες, κατά την οποία υπολογίζεται η πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας (ενεργητικό και παθητικό) με βάση τα επίσημα ετήσια οικονομικά στοιχεία όπως είναι ο ισολογισμός, τα καθολικά, τα ισοζύγια και οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων (έντυπα Ν) και οι καταστάσεις οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (έντυπα Ε3) καθώς και η υπεραξία, που αποκτά μία εταιρεία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της (φήμη και πελατεία) ενώ το άθροισμα της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης και της υπεραξίας συνιστά τη συνολική αξία της επιχείρησης (ΕφΘεσσαλ 282/2023).
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, οι εταίροι δεν συμφωνούν μεταξύ τους ως προς την αξία της συμμετοχής του εξερχόμενου ή αποκλειόμενου εταίρου ούτε υπάρχουν σχετικές διατάξεις στο καταστατικό, οπότε αναγκάζεται ο τελευταίος να προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια (ή και σε διαιτησία, εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας).
Τα δικαστήρια έχουν κρίνει σχετικά ότι για τον υπολογισμό της αξίας της συμμετοχής του εξερχόμενου ή αποκλειόμενου εταίρου πρέπει να συνεκτιμάται η όλη περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας, δηλαδή το ενεργητικό αυτής τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και ειδικότερα τα περιουσιακά της στοιχεία συμπεριλαμβανομένων σε αυτά και των αξιώσεών της έναντι τρίτων και της αποτιμητέας σε χρήμα αξίας των άυλων αγαθών που απέκτησε (φήμη, πελατεία, αξία διακριτικών γνωρισμάτων κλπ.) από τη μέχρι τότε λειτουργία της, καθώς και το παθητικό της, δηλαδή τα χρέη της προς τρίτους, ενώ θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η οικονομική απόδοση της εταιρικής επιχειρήσεως τρέχουσα και προσδοκώμενη.
Οι σχετικές αποφάσεις συνήθως αναφέρουν ότι «κρίσιμο στοιχείο για τον προσδιορισμό της αξίας της εταιρικής συμμετοχής του αποχωρούντος εταίρου συνιστά καταρχήν η αγοραστική αξία αυτής κατά τον χρόνο εξόδου του εταίρου». Έτσι, η απόφαση υπ’ αριθμ. 3292/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έκρινε ότι η αξία της εταιρείας κατά τον χρόνο αποχώρησης του εταίρου ανερχόταν στο ποσό των 480.000 ευρώ, δεδομένου ότι 14 μήνες πριν υποψήφιος αγοραστής είχε προσφέρει το ποσό των 120.000 ευρώ για την αγορά ποσοστού 20% της εν λόγω εταιρείας (και, συνεπώς, η αξία του 100% της εταιρείας ανερχόταν στο ποσό των 600.000 ευρώ), αλλά στο μεσοδιάστημα επιδεινώθηκαν οι συνθήκες της αγοράς στον χώρο δραστηριοποίησης της εταιρείας. Με το σκεπτικό αυτό οδηγήθηκε στην κρίση ότι η αξία της συμμετοχής του εξερχόμενου, ο οποίος κατείχε το 37% των εταιρικών μεριδίων, ανερχόταν στο ποσό των 177.600 ευρώ (480.000Χ37%).
Σε άλλη περίπτωση, το δικαστήριο στηρίχθηκε για την κρίση του περί της αξίας της εταιρείας και άρα και της συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου σε ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε καταρτισθεί μεταξύ των συνεταίρων. Πράγματι, στην περίπτωση της απόφασης υπ’ αριθμ. 570/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι εταίροι είχαν συμφωνήσει με το από 3.8.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό ότι η αξία της εταιρείας ανερχόταν στο ποσό των 800.000 ευρώ. Το δικαστήριο μείωσε την αξία αυτή στο ποσό των 375.000 ευρώ, λόγω της μεσολαβήσασας, μέχρι την έξοδο του εταίρου (που έλαβε χώρα στις 25.10.2013, ήτοι τέσσερα χρόνια μετά την υπογραφή του συμφωνητικού), οικονομικής κρίσης και των λοιπών ειδικών συνθηκών, αλλά και συνυπολογίζοντας πρόστιμο που είχε επιβληθεί στην εταιρεία από το ΙΚΑ.
Περιπτώσεις, ωστόσο, όπως οι παραπάνω αποτελούν μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν υπάρχει ούτε προσφορά υποψήφιου αγοραστή για την απόκτηση της εταιρείας ή εταιρικών μεριδίων, ούτε και προηγούμενη συμφωνία των εταίρων για την αξία της εταιρείας, οπότε το δικαστήριο καλείται να κρίνει από το μηδέν την αξία της εταιρείας και συνακόλουθα της εταιρικής συμμετοχής του εξερχόμενου ή αποκλειόμενου.
Παλαιότερα, εταίροι που είχαν εξέλθει ή αποκλειστεί από προσωπική εταιρεία και προσέφευγαν ενώπιον των δικαστηρίων, επικαλούνταν την ΠΟΛ 1055/2003, που προέβλεπε συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού της φορολογητέας αξίας της επιχείρησης, ο οποίος όμως, μετά τη θέση σε ισχύ από το έτος 2013 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ), πλέον δεν εφαρμόζεται. Υπό το καθεστώς ισχύος του ΚΦΕ, κρίσιμο είναι το άρθρο 42 αυτού καθώς και η ερμηνευτική ΠΟΛ 1032/2015, η οποία ως προς τον προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων στις προσωπικές εταιρείες αναφέρει τα ακόλουθα: «Ως ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων που τηρούν απλογραφικά βιβλία, θα λαμβάνονται τα κεφάλαια όπως προκύπτουν από το καταστατικό ίδρυσης της εταιρείας και τις τροποποιήσεις αυτού. Επίσης, θα λαμβάνονται υπόψη τυχόν αγορές παγίων, επιδοτήσεις οι οποίες δεν έχουν συμπεριληφθεί στην αξία κτήσης των παγίων και στην κάλυψη λοιπών δαπανών, καθώς και λοιπά στοιχεία που αποδεικνύουν την αύξηση του κεφαλαίου και για τα οποία η εταιρεία δεν έχει προβεί σε τροποποίηση του καταστατικού».
Ωστόσο, μόνον ενδεικτική αξία έχει η παραπάνω μέθοδος υπολογισμού, καθώς αδυνατεί να συλλάβει την άυλη αξία της επιχείρησης. Για τον λόγο αυτό άλλωστε, ακόμη και στην περίπτωση που προσδιορίζεται η φορολογητέα αξία της επιχείρησης, τα δικαστήρια συνήθως διατάσσουν τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, ώστε η αξία της εταιρείας να προσδιοριστεί με βάση τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ανωτέρω (βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις 25229/2013 και 6422/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την απόφαση 2806/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών).
