Με την διάταξη του άρθρου 1502 του ΑΚ, παρέχεται η δυνατότητα επιδίκασης προσωρινής διατροφής στο τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο της μητέρας του και πριν ακόμη ασκηθεί η αγωγή για την αναγνώριση της πατρότητας (πολύ περισσότερο δε, κατ` αυτήν και μετ` αυτήν) και κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αν συντρέχουν οι περιοριστικά αναφερόμενοι σ` αυτήν όροι, ήτοι:
- Η πατρότητα του πατέρα να είναι πολύ πιθανή. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί απλή πιθανολόγηση της πατρότητας, αλλά η σχετική πιθανότητα πρέπει να είναι μεγάλη, κάτι που συμβαίνει όταν αποδεικνύεται ή πιθανολογείται η σαρκική συνάφεια με τη μητέρα του τέκνου κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, είτε αποδεικνύεται είτε πιθανολογείται ιδιαίτερα έντονα, από τις συχνές σεξουαλικές σχέσεις με τη μητέρα, ή και από τη συμβίωση με αυτήν. Η ύπαρξη πάντως «σοβαρών αμφιβολιών» για την πατρότητα, υπό την έννοια του άρθρου 1482 ΑΚ, αίρει την προϋπόθεση της πολύ πιθανής πατρότητας.
- Η μητέρα να είναι άπορη. Το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και με το τέκνο, η ηλικία του οποίου είναι αδιάφορη στην προκείμενη περίπτωση. Ειδικότερα, η μητέρα και το τέκνο θα πρέπει να έχουν ανάγκη από ξένη βοήθεια, είτε διότι δεν έχουν περιουσία, είτε διότι δεν έχουν εισοδήματα από περιουσιακά στοιχεία ή εργασία, λόγω π.χ. ανηλικότητας του τέκνου ή απασχόλησης της μητέρας με τη φροντίδα του τέκνου, ή αδυναμίας της μητέρας να εξεύρει εργασία κατάλληλη για την ηλικία της, την κατάσταση της υγείας της και τις υπόλοιπες προσωπικές βιοτικές της ανάγκες. Είναι κατανοητό ότι αν η μητέρα δεν είναι άπορη, είναι αυτή μόνη υπόχρεη για την διατροφή του τέκνου μέχρι το αμετάκλητο της απόφασης για την αναγνώριση της πατρότητας, μετά από την οποία, το τέκνο έχει ως προς όλα, θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς του και στους συγγενείς του και ως εκ τούτου δικαίωμα διατροφής εκ του νόμου.
Η αίτηση προσωρινής διατροφής μπορεί να ασκηθεί και μετά την άσκηση της αγωγής για την αναγνώριση της πατρότητας, αλλά πριν από την έκδοση απόφασης γι` αυτήν. Ειδικότερα, η αίτηση μπορεί να ασκηθεί μόνο μετά τη γέννηση του τέκνου και το ποσό της προσωρινής διατροφής πρέπει να είναι εύλογο, δηλαδή να ικανοποιεί τις άμεσες ανάγκες του τέκνου, με βάση το ποσό της οριστικής διατροφής του, δηλαδή να προσδιοριστεί με βάση τα άρθρα 1485 επ. του ΑΚ και κυρίως το άρθρο 1495 του ΑΚ για την ελαττωμένη διατροφή, η οποία περιλαμβάνει τα απολύτως απαραίτητα για την συντήρηση του δικαιούχου και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από αυτή.
Η διάρκεια της προσωρινής διατροφής δεν είναι ανάγκη να προσδιορίζεται χρονικά, διότι το τέλος της συμπίπτει με το χρόνο της αμετάκλητης απόφασης για την αναγνώριση της πατρότητας, από τον οποίο και παύει η ισχύς της απόφασης για την προσωρινή διατροφή. Το δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, υποχρεούται να επιδικάσει προσωρινή διατροφή, χωρίς να αποκλείεται η ρύθμιση αυτή από τη λεκτική διατύπωση της διάταξης «Το δικαστήριο μπορεί… να διατάξει».
Ωστόσο, για να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της προσωρινής επιδίκασης χρηματικής απαίτησης, πρέπει αρχικά, όπως και σε κάθε άλλο ασφαλιστικό μέτρο, να συντρέχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος, ο οποίος στην εν λόγω περίπτωση, από τη φύση του ασφαλιστικού μέτρου, που σκοπό έχει τη θεραπεία και συντήρηση του δικαιούχου ή των υπ` αυτού διατρεφομένων προσώπων, συνδέεται αναγκαία με την απορία του.
Η διατροφή, άλλωστε, είναι προσωρινή και θα πάψει να οφείλεται, είτε, αν περάσει άπρακτη η προθεσμία που θα θέσει ο δικαστής για την άσκηση κύριας αγωγής διατροφής που θα σωρευτεί και την αγωγή αναγνώρισης πατρότητας (αν αυτή δεν έχει ήδη ασκηθεί), είτε αν η αγωγή για την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου, απορριφθεί. Στην περίπτωση αυτή, γεννάται βεβαίως το ερώτημα, τι γίνεται με τα ποσά της προσωρινής διατροφής που καταβλήθηκαν από τον φερόμενο ως πατέρα. Τα ποσά αυτά μπορούν να αναζητηθούν με τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό του άρθρου 904 ΑΚ, ωστόσο, τις περισσότερες φορές γίνεται δεκτή η ένσταση του άρθρου 909 ΑΚ, αν ο λήπτης των χρημάτων (η άγαμη μητέρα, στην προκειμένη) δεν είναι πια πλουσιότερη, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εις βάρος της.
