Είναι ιδιαίτερα συχνό φαινόμενο, οι τράπεζες να επισπεύδουν πλειστηριασμό σε τιμή πολύ χαμηλότερη της αξίας του ακινήτου. Στις περιπτώσεις αυτές, ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή, για την διόρθωση της τιμής πλειστηριασμού (η οποία στην ουσία είναι αίτηση διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης).
Με την ανακοπή αυτή, επιδιώκεται ιδίως, η διόρθωση της περιγραφής του κατασχεθέντος ακινήτου και κατά συνέπεια, και της εκτιμηθείσας αξίας αυτού και συνεπώς και της τιμής πρώτης προσφοράς, η οποία μπορεί να αυξηθεί ή και να μειωθεί, με βάση τους ισχυρισμούς, τα αποδεικτικά μέσα και το σχετικό αίτημα του οφειλέτη.
Με την άσκηση της ανακοπής αυτής, ο οφειλέτης επιτυγχάνει να ανεβάσει το τίμημα στο οποίο εκπλειστηριάζεται το ακίνητο και αφενός (εάν τελικώς γίνει πλειστηριασμός) να εξοφλήσει μεγαλύτερο μέρος των οφειλών του και αφετέρου καθιστά δυσκολότερη την εύρεση αγοραστή μέσω πλειστηριασμού με αποτέλεσμα πολύ συχνά αυτός να μην γίνεται, και ο οφειλέτης να κερδίζει σημαντικά μεγάλο χρόνο, κατά τον οποίο το ακίνητο θα παραμένει στην κυριότητα και στην εκμετάλλευση του ιδίου.
Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 2000/13.02.2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η πιστοποιημένη εκτιμήτρια (εταιρεία), την εκτίμηση της οποίας έλαβε υπόψη της η δικαστική επιμελήτρια, υποεκτίμησε την κεντρική θέση του ακινήτου επί κομβικών οδικών αξόνων και σε σημεία διασύνδεσης με το δίκτυο μέσω μαζικής μεταφοράς, που εξασφαλίζει άμεση πρόσβαση τόσο στο κέντρο της πόλης και τους γύρω δήμους, όσο και στην έξοδο της πόλης, και την εγγύτητα του σε σχολικές δομές και σε κάθε είδους αναγκαίες για την εξυπηρέτηση των ενοίκων του, δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες, όπως υποκαταστήματα τραπεζών, επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, και εμπορικά καταστήματα, καθώς και την άριστη εσωτερική κατάσταση του διαμερίσματος, δοθέντος ότι δεν διενήργησε εσωτερική αυτοψία αυτού. Υπό τα δεδομένα αυτά, ενόψει της θέσης, της επιφάνειας, της παλαιότητας, της ποιότητας, της κατασκευής, των εν γένει ποιοτικών χαρακτηριστικών του κατασχεθέντος διαμερίσματος και των παρακολουθημάτων που διαθέτει, τα οποία καθιστούν ελκυστικό, συνεκτιμωμένου και του γεγονότος ότι βρίσκεται σε μια προνομιούχα περιοχή, όπου εντοπίζεται σημαντική αύξηση στην εξέλιξη της αξίας των οικιστικών ακινήτων της την τελευταία διετία, με την προσφορά προς πώληση να είναι μικρότερη από τη ζήτηση, πιθανολογείται ότι η εμπορική αυτού ανέρχεται στο ποσό των 186.000,00 ευρώ και όχι στο ποσό των 146.506,00 ευρώ. Επομένως, συντρέχει λόγος διόρθωσης της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ως προς την αξία του ως άνω εκπλειστηριαζόμενου διαμερίσματος και την τιμή πρώτης προσφοράς του, η οποία πρέπει να οριστεί στο ποσό των 186.000,00 ευρώ.
Με την ανωτέρω απόφαση εμποδίζεται μία ακόμη Ε.Δ.Α.Δ.Π. (Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) να παρουσιάσει μία ακόμη ακίνητη περιουσία ως «ευκαιρία» για να εξυπηρετηθούν άμεσα τα συμφέροντα της. Άλλωστε, είναι ιδιαίτερα συχνό φαινόμενο, οι δανειστές να επισπεύδουν πλειστηριασμό σε τιμή πολύ χαμηλότερη της αξίας του ακινήτου.
Μάλιστα, προκαλεί εντύπωση το γεγονός, ότι το ακίνητο είχε ήδη καταχωρηθεί σε δημοφιλή ιστοσελίδα/πλατφόρμα αναζήτησης ακινήτων, μόνο με την περιγραφή των δωματίων του ακινήτου και της περιοχής και φυσικά μόνο με φωτογραφίες από την εξωτερική όψη αυτού, και χαρακτηρίζεται, ως «μια αξιόλογη επιλογή για οικογένειες και εργαζόμενους». Με άλλα λόγια, το ακίνητο προωθήθηκε ως μια περίπτωση που η σχέση ποιότητας και τιμής δεν συμβαδίζουν και υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ τους, ώστε να πωληθεί άμεσα και λιγότερο από την πραγματική του αξία.
Συνεπώς, απομειώνεται με αυτόν τον τρόπο τόσο η φυσική όσο και η οικονομική ταυτότητα του ακινήτου και φυσικά θίγεται ο οφειλέτης γιατί δεν μειώνονται τα χρέη του.
