Σε περίπτωση γέννησης τέκνου χωρίς να έχει προηγηθεί γάμος μεταξύ των γονιών του, θρησκευτικός ή πολιτικός, ή, χωρίς να έχει υπογραφεί μεταξύ τους σύμφωνο συμβίωσης, η αναγνώρισή του από τον πατέρα μπορεί να γίνει είτε εκούσια είτε δικαστικά. Οι δύο δε τρόποι αναγνώρισης διαφέρουν, μιας και στον έναν απαιτείται η συναίνεση της μητέρας.
I. Η ΕΚΟΥΣΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ
Επί εκούσιας αναγνώρισης, ο πατέρας μπορεί να αναγνωρίσει αυτοβούλως ως δικό του, το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο, εφόσον συναινεί σ’ αυτό και η μητέρα. Αν η μητέρα έχει πεθάνει ή δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα, η αναγνώριση γίνεται με μόνη τη δήλωση του πατέρα. Αν έχει πεθάνει ο πατέρας ή δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα, η αναγνώριση μπορεί να γίνει από έναν από τους γονείς του.
Ο τύπος που απαιτείται για να λάβει χώρα η αναγνώριση είναι είτε η κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου είτε μέσω διαθήκης. Η συναίνεση της μητέρας δίδεται επίσης ενώπιον συμβολαιογράφου και συμπεριλαμβάνεται στο ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο όπου έγινε η δήλωση αναγνώρισης του πατέρα. Σημαντικό είναι ότι οι συγκεκριμένες δηλώσεις από την πλευρά της μητέρας και του πατέρα δεν μπορούν να ανακληθούν. Μπορούν επίσης να γίνουν μόνο αυτοπροσώπως και τα υπογράφοντα το συμβολαιογραφικό έγγραφο μέρη δεν μπορούν να θέσουν στις δηλώσεις τους αίρεση ή προθεσμία.
Αποτέλεσμα της εκούσιας αναγνώρισης τέκνου είναι ότι αυτό αποκτά ως προς όλα τη νομική θέση τέκνου γεννημένου σε γάμου. Στην πράξη, αυτό συνεπάγεται τη γέννηση συγγενικού δεσμού μεταξύ αυτού και του πατέρα του και των συγγενών του, τη γέννηση εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος του τέκνου από τον πατέρα του και τους συγγενείς του, τη γέννηση δικαιώματος διατροφής του επίσης από τον πατέρα του και τους συγγενείς αυτού. Ο πατέρας από τη μεριά του, αποκτά δικαίωμα γονικής μέριμνας του παιδιού με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αυτή εμπεριέχει.
ΙΙ. Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ
Βασική προϋπόθεση της δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας είναι ότι το παιδί που ζητείται να αναγνωριστεί δικαστικά πρέπει να είναι παιδί εκτός γάμου, δηλαδή να μην έχει γεννηθεί, ούτε κατά τη διάρκεια γάμου, ούτε μέσα σε τριακόσιες ημέρες από την λύση, ή την ακύρωση του γάμου της μητέρας του.
Η άσκηση της αγωγής που έχει ως αντικείμενο την δικαστική αναγνώριση της πατρότητας μπορεί να γίνει από την μητέρα, τον πατέρα που επιδιώκει την αναγνώριση εάν η μητέρα δεν συναινεί (γεγονός σύνηθες), ή από κάποιον από τους γονείς του πατέρα. Ο μόνος δε βάσιμος λόγος για τον οποίο μπορεί η μητέρα να αρνηθεί τη συναίνεσή της είναι ότι εκείνος που επιδιώκει την δικαστική αναγνώριση δεν είναι ο αληθινός πατέρας του παιδιού, γεγονός που αποδεικνύεται ευχερώς εάν δεν είχε έρθει σε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το επίμαχο διάστημα της σύλληψης.
Τα αποτελέσματα και οι εκ του νόμου συνέπειες της δικαστικής αναγνώρισης είναι όμοιες με αυτές της εκούσιας.
Πρέπει τέλος να σημειώσουμε, ότι το παιδί που γεννιέται κατά τη διάρκεια του γάμου, ή, μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του γάμου της μητέρας του, δεν μπορεί να αναγνωριστεί δικαστικά από τον αληθινό του πατέρα, παρά μόνο εάν ασκηθεί προηγουμένως αγωγή προσβολής της πατρότητας του συζύγου της μητέρας. Χρειάζεται επιπροσθέτως η σχετική δικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και στο εξής το παιδί θα θεωρείται αναδρομικά από τη γέννηση του παιδί γεννημένο εκτός γάμου.
