Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε υποχρεωτικό έλεγχο από ανεξάρτητους ορκωτούς λογιστές ή από ελεγκτική εταιρεία, υπόκεινται οι «μεσαίες» και οι «μεγάλες» ανώνυμες εταιρείες. Για να χαρακτηρισθεί δε μία ανώνυμη εταιρεία ως μεσαία ή μεγάλη θα πρέπει να πληροί δύο από τα εξής τρία κριτήρια: το σύνολο ενεργητικού της να υπερβαίνει τα 4.000.000 €, το καθαρό ύψος του κύκλου εργασιών της να υπερβαίνει τα 8.000.000€ και να απασχολεί κατά μέσο όρο 50 άτομα.
Η τακτική διεξαγωγή ελέγχου είναι σε κάθε περίπτωση απαραίτητη, μιας και τα οικονομικά σκάνδαλα δεν είναι διόλου σπάνια στις ανώνυμες εταιρείες, όπου οι μέτοχοι εφησυχάζουν με τη σκέψη ότι υπέγγυα για τους εταιρικούς δανειστές είναι μόνο η εταιρική περιουσία και οι ίδιοι, εύκολα θα μπορέσουν να απεμπλακούν από την όποια ευθύνη. Οι αρχές άλλωστε της αλήθειας και της σαφήνειας, είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, και τα όποια συμβάντα οικονομικής απάτης έχουν λάβει χώρα ανά τα χρόνια έχει κριθεί ότι οφείλονται σε ελλείψεις και σφάλματα στη διάρκεια των ελεγκτικών διαδικασιών.
Η αξιοπιστία των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της εταιρείας συνδέεται άρρηκτα με το αδίκημα της οικονομικής-λογιστικής απάτης. Αυτή θεμελιώνεται σε περίπτωση λανθασμένης καταγραφής των συναλλαγών της εταιρείας είτε από απροσεξία είτε με δόλο του λογιστή -ελεγκτή, με σκοπό την παρουσίαση της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας διαφορετικής απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα, και, κατ’ επέκταση, την παραπλάνηση των υποψήφιων επενδυτών αλλά και των εταιρικών δανειστών. Συχνά παραδείγματα αλλοίωσης των οικονομικών καταστάσεων στην πράξη είναι η υπερτίμηση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, η διόγκωση των πωλήσεων και η υποτίμηση των υποχρεώσεών της (ιδίως η απόκρυψη υφιστάμενων απαιτήσεων των εταιρικών δανειστών).
Η ευκαιρία για διάπραξη απάτης εμφανίζεται συνήθως όταν το σύστημα εσωτερικού ελέγχου της εταιρείας είναι ανεπαρκές ή, όταν ο δράστης κατέχει υψηλή θέση στην εταιρεία (λ.χ. «μέτοχος πλειοψηφίας»), οπότε κρίνει ότι μπορεί να αποφύγει να γίνει αντιληπτός από τους διενεργούντες τον εσωτερικό έλεγχο. Οι πιέσεις των δανειστών, η ανάγκη για διατήρηση ζωντανής της εταιρείας, ο φόβος του κινδύνου πτώχευσής της καθώς και τυχόν χρέη του δράστη είναι μερικά από τα κίνητρα για το εν λόγω έγκλημα.
ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΚΤΩΝ
Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι ελεγκτές ευθύνονται για κάθε πταίσμα και έχουν υποχρέωση αποζημίωσης της εταιρείας. Έχουν όμως το πλεονέκτημα ότι η απαίτηση της εταιρείας κατ’ αυτών υπόκειται στην βραχυπρόθεσμη παραγραφή των δύο ετών, η οποία τρέχει από τον χρόνο σύνταξης των λογιστικών τους εκθέσεων. Σε περίπτωση διάπραξης της απάτης ή με οποιονδήποτε τρόπο, συμμετοχής σε αυτήν και άλλων προσώπων, όπως ιδίως μετόχων ή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, η ευθύνη του ελεγκτή είναι εις ολόκληρον.
ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΚΤΩΝ
Σύμφωνα με το άρθρο 178 του πρόσφατου νόμου 4548/2018 για τις ανώνυμες εταιρείες, ο τακτικός ελεγκτής υπέχει ποινική ευθύνη και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως τριών ετών, συνδυαστικά με χρηματική ποινή ύψους από 10.000 έως 100.000 € στις εξής δύο περιπτώσεις:
- Εάν ενέκρινε χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, η οποία εν γνώσει του είχε καταρτισθεί κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας περί Λογιστικών Προτύπων, ως προς το περιεχόμενό τους
- Εάν παραβίασε την υποχρέωση εχεμύθειας που έχει, αφήνοντας να διαρρεύσουν κρίσιμες απόρρητες πληροφορίες, σχετικές με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας (σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση το έγκλημα διώκεται μόνο κατόπιν υποβολής έγκλησης, με πρωτοβουλία δηλαδή, συνήθως της θιγόμενης εταιρείας).
