Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, «απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εφαρμογή της απαιτείται η πράξη, αφενός να έγινε προς τον σκοπό ανταγωνισμού, αφετέρου ν` αντίκειται στα χρηστά ήθη. Ενόψει, περαιτέρω, της ανάγκης εξειδίκευσης των περιπτώσεων κατά τις οποίες πλήττεται η ως άνω γενική ρήτρα των χρηστών ηθών στα πλαίσια του εμπορικού ανταγωνισμού, προς τον σκοπό να επιτευχθεί ομοιόμορφη κατά το δυνατόν επίλυση των κατ` ιδίαν περιπτώσεων και εντεύθεν ασφάλεια δικαίου, προκρίνεται η κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στη γενική αυτή ρήτρα, στις ακόλουθες μορφές:
1) Πράξεις προσέλκυσης πελατείας με αθέμιτες μεθόδους,
2) Πράξεις αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης φήμης και οργάνωσης,
3) Πράξεις αθέμιτης παρεμπόδισης,
4) Πράξεις εκμετάλλευσης ξένης παροχής,
5) Παραβάσεις νομικών δεσμεύσεων και
6) διακινδύνευσης της αγοράς.
Ειδικότερα, οι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στην κατηγορία της αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης οργάνωσης υποκατηγοριοποιούνται στις περιπτώσεις: α) της (αθέμιτης) απόσπασης εργατικού δυναμικού και β) της (αθέμιτης) απόσπασης πελατείας. Και αυτό διότι ένα από τα πολύτιμα οικονομικά αγαθά μιας επιχείρησης με δυναμικό χαρακτήρα αποτελεί και η πελατεία, η επιδίωξη απόσπασης της οποίας από τον ανταγωνιστή απορρέει από την ουσία και τη λειτουργία του οικονομικού ανταγωνισμού, μόνον, όμως, αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις μπορεί η εν λόγω απόσπαση να προσλάβει αθέμιτο χαρακτήρα, όπως συμβαίνει όταν γίνεται με σκοπό εκτόπισης ορισμένου ή ορισμένων ανταγωνιστών από την αγορά και στη συνέχεια την ανενόχλητη ανάπτυξη της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας (ΕφΑθ 3545/2005 ΔΕΕ 2006. 57), ή όταν η απόσπαση γίνεται με παραπλάνηση του πελάτη, μείωση του ανταγωνιστή, με δωροδοκία, με μποϋκοτάζ ή γενικότερα με δόλιες μεθοδεύσεις.
Η απόσπαση πελατείας από πρώην στελέχη (εργαζόμενους, εμπορικούς αντιπροσώπους, διανομείς) μιας επιχείρησης, τα οποία μετά την αποχώρηση τους ασκούν πλέον ανταγωνιστική δραστηριότητα και αποσπούν πελάτες του πρώην εργοδότη τους-παραγωγού, είναι καταρχήν νόμιμη. Εφόσον ο πρώην εργαζόμενος δεν υπόκειται σε μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού με ρητή πρόβλεψη, με την οποία ο πρώην εργοδότης «εξαγοράζει» για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα την αποχή του από τον ανταγωνισμό στην ίδια σχετική αγορά, μπορεί να διεισδύσει στην πελατεία του πρώην εργοδότη του, να ανακοινώσει σ` αυτήν ότι έχει ιδρύσει δική του επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα, αρκεί να μη χρησιμοποιούνται αθέμιτα μέσα ή παραπλανητικές μέθοδοι ή ισχυρισμοί υποτιμητικοί για τον πρώην εργοδότη, ή δεν έχει αποκτήσει πρόσβαση στο πελατολόγιο του πρώην εργοδότη με αθέμιτο τρόπο.
Η υποχρέωση πίστης που υπέχει ο εργαζόμενος έναντι του εργοδότη του (ΑΚ 288) μόνον σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να αναπτύξει μετενέργεια (Μιχ.-Θεοδ. Μαρίνος, ό.π., αριθ. 301-305). Στην περίπτωση που έχει συνομολογηθεί ρήτρα μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού, η οποία θεωρείται καταρχήν έγκυρη, η προσβολή της δεν είναι eo ipso και αθέμιτος ανταγωνισμός. Αλλά και η εκμετάλλευση ξένης φήμης μπορεί με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών να είναι αθέμιτη, όταν επιχειρείται κατά τρόπον αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, όπως συμβαίνει όταν ο ανταγωνιστής εκμεταλλεύεται τη φήμη ξένης επιχείρησης και τους θετικούς συνειρμούς και παραστάσεις που συνδέουν οι σχετικοί συναλλακτικοί κύκλοι με την επιχείρηση αυτή και τα προϊόντα ή υπηρεσίες της, μεταφέροντας τους θετικούς αυτούς συνειρμούς (image transfer) στη δική του επιχείρηση.
Υπό την έποψη των ανωτέρω, και η υποτίμηση, δηλαδή η μείωση της τιμής πώλησης προϊόντων ή υπηρεσιών είναι ελεύθερη και δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη όταν η νέα τιμή είναι ίση προς την αγοραία αξία. Τέτοια αντίθεση υπάρχει όταν συντρέχουν και άλλες περιστάσεις, όπως όταν γίνεται συστηματική υποτίμηση, με πρόθεση εξόντωσης του ανταγωνιστή και με τη δημιουργία κινδύνου εκτοπισμού του από την αγορά ή όταν γίνεται πώληση σε τιμές κάτω του κόστους.
