Ο παθών από τροχαίο ατύχημα,δικαιούται να αξιώσει πολύ σημαντικά ποσά για βλάβες στο σώμα και στην υγεία του που επιγέρουν ή μπορεί να επιφέρουν μόνιμη αναπηρία ή παραμόρφωση κλπ. Απαραίτητη προυπόθεση για το παρπάνω είναι η σχετική απαίτηση να αναλυθεί και τεκμηριωθεί επαρκώς στην αγωγή του.
Σύμφωνα με τον νόμο, προβλέπεται το δικαίωμα του παθόντος, να αξιώσει με την αγωγή του – πέραν από τις λοιπές προβλεπόμενες αποζημιώσεις που συνήθως περιέχουν οι σχετικές αγωγές – επιπλέον αποζημίωση για την μόνιμη αναπηρία ή παραμόρφωση που υπέστη και τυχόν θα υφίσταται στο μέλλον, εφόσον αναφερθεί και αποδειχθεί ότι επιδρούν στην κοινωνική και οικονομική του εξέλιξη.
Κατά τη διάταξη 931 ΑΚ «η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του».
Ως «αναπηρία» θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως «παραμόρφωση» νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους.
Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφ όσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει πχ σε ανήλικο που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην αγορά εργασίας και δεν μπορεί ένεκα του τροχαίου ατυχήματος και της επελθούσης εξ αυτού αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις που συνεκτιμώνται (ηλικία, φύλλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην οικονομική εξέλιξη αυτού, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν απαιτείται εξαντλητικός προσδιορισμός του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό μέλλον του παθόντος.
Ορθότερη λοιπόν με βάση τα ανωτέρω, κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση, ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία το φύλο και τις κλίσεις του παθόντα, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης.
Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα για την αξίωση του άρθρου 929 ΑΚ (αποζημίωση διαφυγόντων εισοδημάτων), σύμφωνα με την οποία, για τον καθορισμό της εξ αυτής αποζημίωσης προσδιορίζεται πρώτα το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας αυτού που έπαθε βλάβη του σώματος ή της υγείας και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του, ενώ χρηματική παροχή εκ της διάταξης του αρθ. 931 ΑΚ δεν αποτελεί αποζημίωση, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμόρφωσης που καθορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου, με βάση τους ανωτέρω ενδεικτικά προαναφερθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες (ΑΠ 416/2012, ΑΠ 1226/2011, ΑΠ 123/2010, ΑΠ 150/2014).
Όλες οι παραπάνω αξιώσεις (διαφυγόντα εισοδήματα, ηθική βλάβη, αποζημίωση για μόνιμη αναπηρία ή παραμόρφωση), δύνανται να ασκηθούν με αγωγή είτε σωρευτικώς είτε μενονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μίας από αυτές είναι ανεξάρτητη και δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών
