Είναι γεγονός ότι σήμερα μπορούν και στη χώρα μας όλα τα ζευγάρια ετερόφυλα ή ομόφυλα να κατοχυρώσουν νομικά την ερωτική τους σχέση μέσω της σύναψης του συμφώνου συμβίωσης, αντί για τη διενέργεια θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου. Η διαδικασία είναι καθαρά τυπική, εύκολη και εξαιρετικά γρήγορη ενώ στο κείμενο του συμφώνου συμβίωσης μπορούν να ρυθμισθούν πάσης φύσεως σχέσεις του ζευγαριού.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Η διαδικασία σύναψης του συμφώνου συμβίωσης είναι πολύ απλή και προϋποθέτει ουσιαστικά μόνο την έγγραφη αποτύπωση της βούλησης των δύο προσώπων. Σε αυτή την έγγραφη συμφωνία μπορούν να ρυθμισθούν τα διάφορα ζητήματα που αφορούν τη σχέση του ζευγαριού, όπως η διανομή των περιουσιακών τους στοιχείων σε περίπτωση χωρισμού τους ή, θανάτου του ενός, η διατροφή και η επιμέλεια των τέκνων που έχουν αποκτήσει ή θα αποκτήσουν.
Απαιτείται αρχικά, η επιλογή του αρμόδιου συμβολαιογράφου ενώπιον του οποίου θα συναφθεί το σύμφωνο συμβίωσης. Κατόπιν επικοινωνίας μαζί του, και αφού συμφωνήσουν οι δύο σύντροφοι για το περιεχόμενό του, το σύμφωνο είναι έτοιμο να υπογραφεί, χωρίς να χρειάζεται η παρουσία μαρτύρων. Για τη σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης θα χρειαστούν, και για τα δύο μέρη, ταυτότητα ή διαβατήριο, η διεύθυνση μόνιμης κατοικίας τους, ο αριθμός Δημοτολογίου, Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) και της Δ.Ο.Υ. στην οποία υπάγονται, ο Αριθμός του Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισής τους (Α.Μ.Κ.Α.), πιστοποιητικό της οικογενειακής τους κατάστασης καθώς και αναφορά του συνταξιοδοτικού φορέα ασφάλισης και του επαγγέλματός τους.
Ενδεικτικά αναφέρουμε, ως προς τα ζητήματα που δύνανται να ρυθμισθούν στο σύμφωνο συμβίωσης τα εξής:
- Τόσο για τα κληρονομικά όσο και για τα κοινωνικά και ασφαλιστικά δικαιώματα, καθώς επίσης και για τις παροχές, προβλέπεται πλήρης εξομοίωση των προβλέψεων του συμφώνου με τα αντίστοιχα δικαιώματα των συζύγων.
- Δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των προσώπων. Ο καθένας μπορεί, εφόσον συγκατατίθεται ο άλλος, να χρησιμοποιεί στις κοινωνικές σχέσεις το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του.
- Τέκνο που θα γεννηθεί κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε 300 ημέρες από τη λύση του, φέρει το επώνυμο που επέλεξαν οι γονείς του με κοινή και αμετάκλητη δήλωσή τους, η οποία μπορεί να συμπεριληφθεί στο σύμφωνο.
Αφού λοιπόν υπογραφεί το σύμφωνο συμβίωσης απαιτείται σε τελευταίο στάδιο, η κατάθεσή αντιγράφου του στο Ληξιαρχείο του τόπου κατοικίας των συντρόφων. Από την στιγμή της κατάθεσης του συμφώνου και της καταχώρησής του στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στο Ληξιαρχείο ξεκινάει και η ισχύς του.
Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται όταν και οι δύο σύντροφοι υπογράψουν αυτοπροσώπως ενώπιον συμβολαιογράφου σχετική συμφωνία για την λύση του και την καταθέσουν στο Ληξιαρχείο. Λύεται συνεπώς με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο καταρτίζεται. Μπορεί όμως και ο ένας από τους δύο συντρόφους να υπογράψει ενώπιον συμβολαιογράφου, μονομερώς, σχετική δήλωση για την λύση του συμφώνου και να την κοινοποιήσει μέσω δικαστικού επιμελητή στον άλλον σύντροφο. Το σύμφωνο συμβίωσης μπορεί τέλος, να λυθεί αυτοδικαίως εάν οι σύντροφοι συνάψουν γάμο μεταξύ τους είτε πολιτικό είτε θρησκευτικό, ή, εάν έστω ένας εξ αυτών συνάψει γάμο με τρίτον.
Με το σύμφωνο συμβίωσης εν κατακλείδι, δίνεται η δυνατότητα στους συντρόφους να ρυθμίσουν τους όρους της κοινής τους ζωής υπό το περίβλημα ενός «προγαμιαίου» συμβολαίου. Συνέπεια δε της απλότητας της διαδικασίας του είναι η αύξηση των συνηφθέντων συμφώνων συμβίωσης κατά 13,4% από το 2019 στο 2020 σύμφωνα με έγκυρα στοιχεία
