Η δημόσια διαθήκη, συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ πρέπει να είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, όπου ο διαθέτης δηλώνει προφορικά την τελευταία του βούληση.
Αν κατά την σύνταξη της διαθήκης δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του νόμου, η διαθήκη είναι άκυρη.
Η δημόσια διαθήκη, συντάσσεται με δήλωση από το διαθέτη της τελευταίας του βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 1725 και 1737 του ΑΚ.
Με βάση τα ανωτέρω, ο διαθέτης δηλώνει προφορικά την τελευταία του βούληση ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων, τα οποία συμπράττουν και είναι παρόντα σε όλη τη διάρκεια της πράξης, ενώ απαγορεύεται η παρουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου, πέραν του διαθέτη και των συμπραττόντων.
Κατά την διάταξη δε του άρθρου 1718 του ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Η ακυρότητα αυτή, επέρχεται αυτοδικαίως και η διαθήκη θεωρείται εξ αρχής ως μη γενομένη, χωρίς να απαιτείται η παρεμβολή σχετικής δικαστικής απόφασης, ενώ είναι επιτρεπτή μόνο n άσκηση αναγνωριστικής αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας.
Για την έγερση της σχετικής αναγνωστικής αγωγής, απαραίτητη προϋπόθεση συνιστά το έννομο προς τούτο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, και θεωρείται ότι συντρέχει στο πρόσωπο των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του διαθέτη, καθώς και των τετιμημένων με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη κληρονόμων ή κληροδόχων, στους οποίους λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέρχεται η κληρονομιά του.
Στην απόφαση 86/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, αποδείχθηκε πως κατά την ημερομηνία σύνταξης της επίδικης διαθήκης ο διαθέτης αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και βρισκόταν κλινήρης σε νοσοκομείο παρακολουθούμενος από ιατρούς και υποβαλλόμενος σε συνεχείς εξετάσεις. Αποδείχθηκε, επιπλέον, πως στο γραφείο του συμβολαιογράφου κατά την ημερομηνία σύνταξης της δημόσιας διαθήκης, δεν ήταν παρών ούτε ο μάρτυρας που φέρεται ως συμπράττων.
Συνεπώς, το δικαστήριο έκρινε πως η απουσία των ανωτέρω προσώπων, των οποίων ψευδώς βεβαιώθηκε η παρουσία από τον συντάξαντα τη διαθήκη συμβολαιογράφο, έχει ως αποτέλεσμα την ακυρότητα της διαθήκης.
Αναφέρθηκε δε, ότι οι εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα τους σε περίπτωση αναγνώρισης της ακυρότητας της επίμαχης δημόσιας διαθήκης, οι ενάγοντες – εφεσίβλητοι φέρουν άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον από την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής
Έτσι και σύμφωνα τα προαναφερόμενα, γίνεται αποδεκτό, ότι μόνη η απουσία του διαθέτη και ενός εκ των μαρτύρων αρκούν για να καταστεί η διαθήκη άκυρη, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδειχθεί και η πλαστότητα των υπογραφών τους επ’ αυτής ή η αλλοίωση του κειμένου της.
