Σε περίπτωση διασυνοριακής κληρονομικής διαδοχής, κληρονομικής διαδοχής δηλαδή με στοιχεία αλλοδαπότητας που αφορούν άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ, παρέχεται η δυνατότητα, πέραν της έκδοσης κληρονομητηρίου κατά τις διατάξεις του ΑΚ, η έκδοση του αποκαλούμενου «ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου». Παρακάτω επιχειρείται μια συγκριτική αποτίμηση των δύο πιστοποιητικών, προκειμένου να καταστούν διακριτές οι μεταξύ τους διαφοροποιήσεις.
Α. ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ
Τόσο το εθνικό, όσο και το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο εκδίδονται με την ίδια ακολουθούμενη διαδικασία, ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών. Οι, δε, κανόνες εύρεσης του αρμόδιου δικαστηρίου και του δικαίου που θα διέπει την κληρονομική διαδοχή είναι κοινοί. Αντίστοιχα, ο κληρονόμος καλείται και στις δύο περιπτώσεις να αποδείξει το κληρονομικό του δικαίωμα κατά τρόπο ώστε να δημιουργείται πλήρης δικανική πεποίθηση του δικαστηρίου.
Μια σημαντική διαφορά, ωστόσο, εντοπίζεται στην μετά την έκδοση χρήση του πιστοποιητικού. Συγκεκριμένα, αν ο κληρονόμος επιθυμεί να χρησιμοποιήσει το κληρονομητήριο σε άλλο κράτος-μέλος από αυτό που το εξέδωσε, για το μεν εθνικό κληρονομητήριο απαιτείται η κήρυξή του ως εκτελεστού κατόπιν αίτησής του στις αρμόδιες αρχές του κράτους όπου επιθυμεί να το χρησιμοποιήσει, για το δε ευρωπαϊκό ισχύει η άνευ ετέρου αναγνώριση και εκτέλεση. Παρέχεται, συνεπώς, μια σημαντική διευκόλυνση στον κάτοχο του ευρωπαϊκού πιστοποιητικού.
Από την άλλη, δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι μετά το πέρας εξαμήνου το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο θα πρέπει να ανανεωθεί, ζητώντας από το εκδόν δικαστήριο την χορήγηση νέου αντιγράφου, περιορισμός που δεν ισχύει για το εθνικό κληρονομητήριο.
Β. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ
Αμφότερα τα πιστοποιητικά παράγουν δημόσια πίστη, καθώς και (μαχητό) τεκμήριο ακρίβειας του αναγραφόμενου ως κληρονόμου. Τούτο σημαίνει, ότι ο τρίτος που συναλλάσσεται με τον αναγραφόμενο ως κληρονόμο είναι προστατευμένος, ακόμη κι αν σε μεταγενέστερο χρόνο αποδειχθεί ότι το κληρονομητήριο είναι ανακριβές ή αναληθές.
Εκεί που εντοπίζεται η διαφοροποίηση είναι στην έκταση της παρεχόμενης προστασίας. Και τούτο διότι το μεν εθνικό κληρονομητήριο προστατεύει έναν μεγαλύτερο κύκλο συναλλαγών (υποσχετικές και εκποιητικές συμβάσεις), χωρίς να προϋποθέτει την γνώση ή την επίδειξή του στον τρίτο συναλλασσόμενο. Από την άλλη, το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο προστατεύει τον συναλλασσόμενο μόνο στις εκποιητικές συμβάσεις (πχ στην μεταβίβαση ενός ακινήτου), ενώ προκειμένου να παράσχει την παραπάνω προστασία, θα πρέπει αφενός ο τρίτος να τελεί σε γνώση της ύπαρξής του, αφετέρου να του επιδειχθεί το σχετικό πιστοποιητικό πριν τη συναλλαγή.
Τέλος, κανένα εκ των δύο πιστοποιητικών δεν προστατεύει τον τρίτο που γνώριζε εκ των προτέρων ότι το κληρονομητήριο δεν ήταν ακριβές. Η διαφορά είναι πως το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο παύει να παρέχει προστασία ακόμη κι αν αποδειχθεί ότι ο τρίτος από βαριά αμέλεια αγνοούσε την ανακρίβεια, σε αντίθεση με το εθνικό που απαιτεί θετική γνώση αυτής.
