Κατά την έγγαμη συμβίωση οι δύο σύζυγοι έχουν την υποχρέωση κοινής συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες, ο καθένας ανάλογα με τις οικονομικές του δυνάμεις. Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται, υπό τη μορφή υποχρέωσης καταβολής διατροφής, και κατά το διάστημα μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης και πριν την έκδοση διαζυγίου, σύμφωνα με το άρθρο 1391 ΑΚ, παρά το γεγονός ότι οι σύζυγοι δεν συμβιώνουν πλέον σε κοινή οικία.
Ειδικότερα, ο ασθενέστερος οικονομικά σύζυγος έχει αξίωση διατροφής, ανεξαρτήτως του αν ο ίδιος έχει την δυνατότητα να καλύπτει τις βιοτικές του ανάγκες, σε αντίθεση με όσα ισχύουν για την οφειλόμενη μετά το διαζύγιο διατροφή. Δικαιολογητική βάση αυτού αποτελεί η σκέψη πως, για όσο διάστημα ο γάμος εξακολουθεί να είναι ενεργός, οι σύζυγοι, ακόμη κι αν η κοινή συμβίωση έχει παύσει, θα πρέπει να απολαμβάνουν το βιοτικό επίπεδο που απολάμβαναν και προ της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, ακριβώς λόγω του ότι νομικά θεωρούνται ακόμη σύζυγοι. Ως εκ τούτου, αν λόγου χάριν ο Α συνεισέφερε στις οικογενειακές δαπάνες κατά ποσοστό 2/6 και η Β κατά ποσοστό 4/6 μηνιαίως, η Β υποχρεούται να καταβάλει μηνιαίως διατροφή ίση με το 1/6 όσων συνεισέφερε. Το ποσό αυτό θα οφείλεται στον δικαιούχο σύζυγο ακόμη και αν ο τελευταίος ζει μια άνετη και εύπορη ζωή, αρκεί ο υπόχρεος σύζυγος να έχει έστω και κατά ελάχιστο μεγαλύτερη οικονομική άνεση από τον πρώτο.
Προκειμένου να γεννηθεί το ως άνω δικαίωμα, το άρθρο 1391 ΑΚ θέτει ως προϋπόθεση ο δικαιούχος σύζυγος να έχει διακόψει την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία ή, εξ αντιδιαστολής, ο υπόχρεος σύζυγος να έχει διακόψει την συμβίωση για αιτία αναγόμενη σε δική του υπαιτιότητα. Στην έννοια της εύλογης αιτίας ο νομοθέτης υπάγει κατά πρώτον τα γεγονότα εκείνα που είναι ικανά να τεκμάρουν τον ισχυρό κλονισμό του γάμου, και ιδιαίτερα τα απαριθμούμενα στο άρθρο 1439, ήτοι τη διγαμία, τη μοιχεία, την εγκατάλειψη, την επιβουλή της ζωής του ετέρου συζύγου και την άσκηση ενδοοικογενειακής βίας. Η απαρίθμηση είναι, φυσικά, ενδεικτική, και σε αυτή μπορεί να υπαχθεί οποιοδήποτε άλλο γεγονός καθιστά εκ των πραγμάτων ανυπόφορη τη εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης και μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα ενός εκ των δύο συζύγων.
Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης οφείλεται σε υπαιτιότητα του δικαιούχου συζύγου, ή αν ο δικαιούχος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση χωρίς εύλογη αιτία (λόγου χάριν επειδή θέλησε να κάνει μια νέα αρχή), ο τελευταίος δεν δικαιούται παρά μόνο ελαττωμένη διατροφή, σύμφωνα με τα άρθρα 1392 και 1495, διατροφή δηλαδή καλύπτουσα μόνο τις στοιχειώδεις, βιοτικές του ανάγκες, και μάλιστα μόνο σε περίπτωση που ο δικαιούχος σύζυγος αδυνατεί αποδεδειγμένα λόγω της οικονομικής του κατάστασης να τις καλύψει.
Επομένως, η αξίωση διατροφής δεν γεννάται μόνο με την έκδοση του διαζυγίου, αλλά αφής στιγμής διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, μπορεί, δε, να διεκδικηθεί και δικαστικά. Μάλιστα, η μη συσχέτιση της αξίωσης προς διατροφή με την δυνατότητα κάλυψης των βιοτικών αναγκών του δικαιούχου την καθιστά ένα δικαίωμα με βαρύνουσα σημασία, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς την μεγάλη διαφορά του με το δικαίωμα διατροφής μετά το διαζύγιο, για τη αναγνώριση του οποίου απαιτείται να συντρέχουν πολύ αυστηρότερες και στενότ
